Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΙΚΟΙ

Τόσο οι Επικούρειοι όσο και οι Στωικοί χώριζαν τη φιλοσοφία σε τρεις κλάδους, στην ηθική, στη φυσική και στη λογική, και αμφότεροι θεωρούσαν ότι η φυσική και η λογική υπάγονταν στην ηθική. Και οι δυο σχολές επέμεναν ότι κύριος σκοπός της φιλοσοφίας ήταν η κατάκτηση της ευτυχίας, και ότι για να είναι ευτυχής ο άνθρωπος πρέπει να ζει απαλλαγμένος υπό το άγχος και τον φόβο. Αλλά επειδή, όσο παραμένει αδαής σε σχέση με τις αιτίες των φυσικών φαινομένων, θα συνεχίσει να βασανίζεται από παράλογους φόβους, έπεται ότι πρέπει να μελετήσει τη φυσική καθώς και την ηθική φιλοσοφία. Παρ’ όλο που Επικούρειοι και Στωικοί διαφωνούσαν τόσο στο ζήτημα του υπέρτατου αγαθού όσο και σε πολλά θεμελιώδη προβλήματα της φυσικής, αμφότεροι υποστήριζαν ότι το βασικό κίνητρο για τη διερεύνηση των προβλημάτων αυτών ήταν η κατάκτηση της αταραξίας.

Ο Επίκουρος, που γεννήθηκε στη Σάμο από Αθηναίους γονείς γύρω στο 341 π.Χ. και ίδρυσε τη σχολή του, τον Κήπο, στην Αθήνα στα τέλη του ίδιου αιώνα, δηλώνει κατηγορηματικά στο σύγγραμμά ίου Κύριαιδόξαι (11) ότι «αν δεν μας βασάνιζαν υποψίες για τα ουράνια φαινόμενα και σε σχέση με τον θάνατο, μήπως τελικά σημαίνουν κάτι για μας, και ακόμη η αδυναμία μας να διακρίνουμε τα όρια του πόνου και των επιθυμιών, δεν θα μας χρειαζόταν η μελέτη της φύσης». Και στην Επιστολή προς Πυθοκλήν (85) υποστηρίζει «να θυμάσαι ότι η μελέτη των ουράνιων φαινομένων δεν έχει άλλο σκοπό… από την αταραξία και τη βέβαιη πίστη». Καταφέρεται επανειλημμένα κατά της δεισιδαιμονίας και της μυθολογίας. «Ηλιοστάσια, εκλείψεις, ανατολές και δύσεις» κ.ο.κ. συμβαίνουν «χωρίς την αρωγή ή τη διαταγή» των θεών, και η τακτικότητα των φαινομένων στον ουρανό οφείλεται στη διευθέτηση των ατόμων και όχι στον θεό (Επιστολή προς Ηρόδοτον, 76 κ. εξ.). Αλλά παρ’ όλο που η φυσική επιστήμη χρησιμοποιείται για την κατάρριψη ψευδών θρησκευτικών πεποιθήσεων, η συνέχιση της μελέτης της φυσικής θεωρείται περιττή εφόσον έχει φτάσει κανείς οε κάποιες εξηγήσεις για φαινόμενα τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οφείλονται σε υπερφυσικές δυνάμεις ή που θα μπορούσαν, με άλλο τρόπο, να γεννήσουν παράλογους φόβους.
 
Πάντως, ο ίδιος ο Επίκουρος προχώρησε τις έρευνες του σε ορισμένα προβλήματα της φυσικής πολύ περισσότερο απ’ όσο θα υπέθετε κανείς, με δεδομένα τα κίνητρά του. Οι κύριες πηγές μας για τη φυσική του είναι οι Επιστολές προς Ηρόδοτον και προς Πυθοκλήν, ενώ το λατινικό ποίημα Περί της φύσεως των πραγμάτων (De rerum natura), έργο του ένθερμου οπαδού του Λουκρητίου (1ος αιώνας π.Χ.), είναι επίσης πολύτιμο. Αν και ο ίδιος αρνούνταν οποιαδήποτε οφειλή σε προγενέστερους στοχαστές, οι βασικές φυσικές θεωρίες του προέρχονται από τους ατομικούς του 5ον αιώνα π.Χ., τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο. Όπως και εκείνοι, υποστήριζε ότι μόνον τα άτομα και το κενό υφίστανται. Υπάρχει άπειρος αριθμός ατόμων τα οποία βρίσκονται σε διαρκή κίνηση μέσα σε ένα άπειρο κενό. Συγκρούονται μεταξύ τους και αναπηδούν το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας, έτσι, σύνθετα σώματα· οι δε αισθητές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τα σώματα αυτά δεν είναι πραγματικές αλλά φαινομενικές. Όλες αυτές οι ιδιότητες όπως η θερμότητα, το χρώμα, η γεύση κ.ο.κ. οφείλονται, και μπορούν να αναχθούν, σε διαφορές στις πρωταρχικές ιδιότητες των ατόμων, όπως το σχήμα και η θέση.
 
Ως εδώ, ο Επίκουρος απλώς συμβαδίζει με τον Δημόκριτο. Αλλά σε ορισμένα σημεία της θεωρίας του παρέκκλινε από τη δημοκρίτεια διδασκαλία – στις περισσότερες περιπτώσεις, όπως φαίνεται, εν είδει απάντησης στις επικρίσεις που είχε διατυπώσει ο Αριστοτέλης κατά του ατομισμού στην αρχική μορφή του. Ένα από τα ζητήματα που οι προγενέστεροι ατομικοί είχαν αφήσει αναπάντητο αφορά τη φύση των ίδιων των ατόμων. Ενώ είναι βέβαιο ότι πίστευαν πως τα άτομα είναι φυσικώς αδιαίρετα (πως δηλαδή δεν μπορούν να κατατμηθούν), παραμένει ασαφές αν πίστευαν ότι είναι μαθηματικώς διαιρετά (δηλαδή, διαιρετά τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο).[1] Έτσι, ο Αριστοτέλης καταφέρθηκε εναντίον των ατομικών με ένα σκεπτικό που ότι πίστευε πως δεν μπόρεσαν να διακρίνουν μεταξύ της φυσικής και της μαθηματικής αδιαιρετότητας. Η απάντηση του Επικούρου ήταν να θεωρήσει δύο είδη «ελάχιστων» και να καταστήσει σαφή τη διάκρισή ανάμεσά τους. Τα άτομα είναι τα φυσικά «ελάχιστα», οι αδιαίρετες μονάδες από τις οποίες απαρτίζονται τα φυσικά αντικείμενα, αλλά το ίδιο το άτομο έχει μέγεθος και περιλαμβάνει, και αποτελείται από, μαθηματικώς αδιαίρετα μέρη.
 
Τώρα, όσον αφορά το σχήμα των ατόμων, οι προγενέστεροι ατομικοί μπορεί να θεωρούσαν ότι, όπως ακριβώς τα άτομα ήταν άπειρα σε αριθμό, έτσι άπειρα σε ποικιλία ήταν και τα σχήματά τους. Αλλά τότε θα μπορούσε να διατυπωθεί η ένσταση ότι, αν υπήρχε άπειρη ποικιλία σχημάτων, τότε κάποια από τα άτομα θα ήταν εξαιρετικά μεγάλα, σίγουρα αρκετά μεγάλα ώστε να είναι ορατά. Αυτό δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτό, και η απάντηση του Επικούρου ήταν να υποστηρίξει ότι τα σχήματα -και τα μεγέθη- των ατόμων δεν είναι άπειρα, αλλά απροσδιορίστου αριθμού.
 
Αλλά η σημαντικότερη αναθεώρηση που εισήγαγε ο Επίκουρος αφορά το βάρος. Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστήριζαν ότι οι πρωταρχικές ιδιότητες των ατόμων είναι μόνον το σχήμα, η διάταξη και η θέση. Στις ιδιότητες αυτές ο Επίκουρος προσέθεσε το βάρος – κατά τους προγενέστερους ατομικούς, μια δευτερεύουσα ιδιότητα η οποία αποκτάται όταν τα άτομα έχουν συναθροιστεί για να δημιουργήσουν έναν κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Επίκουρος ερμήνευε πολύ διαφορετικά από εκείνους τη διεργασία μέσω της οποίας δημιουργούνται οι κόσμοι. Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστήριζαν ότι τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις και ότι οι τυχαίες συγκρούσεις τους προκαλούν συσφαιρώσεις που με τη σειρά τους προσελκύουν και άλλα άτομα. Αντιθέτως, ο Επίκουρος θεωρούσε ότι πριν από τον σχηματισμό ενός κόσμου όλα τα άτομα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση μέσα στον χώρο, συγκεκριμένα «προς τα κάτω». Επίσης, ενώ ο Αριστοτέλης, π.χ., είχε υποστηρίξει ότι όσο βαρύτερο είναι ένα σώμα τόσο γρηγορότερα πέφτει, ο Επίκουρος διατεινόταν ότι στο κενό η ταχύτητα δεν εξαρτάται από το βάρος και ότι τόσο τα βαριά όσο και τα ελαφρά άτομα πέφτουν «γρήγορα σαν τη σκέψη». Αλλά τότε, κανένα άτομο δεν θα συναντούσε ούτε θα συγκρούονταν με άλλα άτομα – και κανένας κόσμος δεν θα δημιουργούνταν έτσι, ο Επίκουρος διατύπωσε την περίφημη, ή μάλλον διαβόητη, θεωρία της παρεγκλίσεως. Ενίοτε, ένα άτομο αποκλίνει ελάχιστα από την κάθετη πτώση. Η απόκλιση αυτή δεν αιτιολογείται – είναι απλώς ένα αποτέλεσμα χωρίς αιτία. Πάντως, οι εν λόγω αποκλίσεις πρέπει, όπως πίστευε, να συμβαίνουν τόσο στην αρχή της δημιουργίας ενός κόσμου αλλά και μέσα στους κόσμους μετά τη διαμόρφωσή τους. Παρ’ όλο που οι πηγές μας είναι ελλιπείς και σε ορισμένα σημεία ασαφείς, φαίνεται ότι ο Επίκουρος εφάρμοσε τη θεωρία της απόκλισης στην περιγραφή της ψυχής, προσπαθώντας να διαφυλάξει την ηθική φιλοσοφία του από τον ντετερμινισμό.
 
Ήδη από την αρχαιότητα το δόγμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο χλεύης. Εντούτοις η ηθική θεωρία δεν είναι τόσο ανόητη όσο έχει πολλές φορές υποστηριχθεί. Όντας υλιστής, ο Επίκουρος ερμήνευε τα νοητικά φαινόμενα ως φυσικές αλληλεπιδράσεις ίων «ατόμων της ψυχής» και το πρόβλημά του ήταν να σηματοδοτήσει την έννοια της ηθικής ευθύνης σε ένα τέτοιο σύστημα. Πολλοί μελετητές διατύπωσαν την άποψη ότι η λύση που έδωσε ήταν η εισαγωγή μιας παρεγκλίσεως στα άτομα της ψυχής για κάθε «ελεύθερη» ενέργεια. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε άμεση μαρτυρία ότι αυτή ήταν η πεποίθη­σή του, και είναι αλήθεια ότι φαντάζει παράδοξο να εξηγεί κανείς την επιλογή μέσω της επέμβασης ενός μη αιτιολογημένου γεγονότος κατά τη στιγμή της απόφασης. Το πιθανότερο είναι (όπως έχει υποστηριχθεί πρόσφατα[2]) ότι η επικούρεια θεωρία περί ευθύνης, όπως άλλωστε και η αντίστοιχη του Αριστοτέλη, εξαρτάται περισσότερο από την έννοια του χαρακτήρα και ότι η λειτουργία της παρεγκλίσεως είναι απλώς η δημιουργία μιας ασυνέχειας, κάποια στιγμή, στις κινήσεις των ατόμων της ψυχής ώστε να υπάρξει περιθώριο για τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής. Η παρέγκλισις δεν χρειάζεται, και στην πραγματικότητα δεν πρέπει, να συμπίπτει χρονικά με τη στιγμή της επιλογής: το μόνο που απαιτείται είναι να επέλθει κάποια στιγμή ώστε να προκύψει μια εξαίρεση στον κανόνα ότι οι αλληλεπιδράσεις τους είναι απολύτως προκαθορισμένες.
 
Η ερμηνεία του κοσμολογικού σκέλους της θεωρίας της παρεγκλίσεως είναι λιγότερο αμφιλεγόμενη. Εφόσον θεωρούνταν ότι όλα τα άτομα κινούνται με την ίδια ταχύτητα προς την ίδια κατεύθυνση, τότε θα έπρεπε να υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό προκειμένου να εξηγηθεί η κοσμογονική διαδικασία. Γνωρίζουμε ότι ο κόσμος μας, τουλάχιστον, υπάρχει: συνεπώς, πρέπει, με κάποιον τρόπο να είχαν επέλθει συγκρούσεις ατόμων. Εξάλλου, η πρότασή του ότι ένα μεμονωμένο άτομο αποκλίνει κάθε τόσο από τον κανόνα μπορεί να είναι λιγότερο ανατρεπτική για εμάς σήμερα απ’ όσο για ορισμένους αρχαίους μελετητές. Η επικρατούσα, αν και όχι μοναδική, αρχαία αντίληψη περί φυσικού νόμου ήταν ότι επρόκειτο για μια αναγκαιότητα που ίσχυε σε όλες ανεξαιρέτως τις εκδηλώσεις ενός δοσμένου φαινομένου – σε αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη του φυσικού νόμου ως δήλωσης μιας στατιστικής πιθανότητας. Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, η συμπεριφορά ενός μεμονωμένου πυρηνικού σωματιδίου δεν μπορεί να περιγράφει πλήρως – δηλαδή, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ταυτόχρονα τόσο τη θέση όσο και την ορμή του. Ωστόσο, αυτή η επιφανειακή ομοιότητα δεν πρέπει να επισκιάζει τις θεμελιώδεις διαφορές κινήτρων και πλαισίου ανάμεσα στην επικούρεια θεωρία από τη μια και την πυρηνική φυσική από την άλλη. Όταν ο Επίκουρος εισήγαγε τις εξαιρέσεις στον κανόνα που, κατά τα άλλα, πίστευε ότι ισχύει, αντιλαμβανόταν αυτόν τον κανόνα, σύμφωνα και με την επικρατούσα στην αρχαιότητα άποψη, ως αδήριτη αναγκαιότητα – είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που η σύγχρονη έννοια του φυσικού νόμου έχει εκτοπίσει. Η θεωρία της παρεγκλίσεως δεν ήταν τόσο το αποτέλεσμα έρευνας (λογικής ή εμπειρικής) της φύσης των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με τα άτομα, όσο η απέλπιδα προσπάθειά του να αποσυνδέσει με μια κίνηση την κοσμολογία και την ηθική φιλοσοφία του από τις συνέπειες της φυσικής θεωρίας του.
 
Ο Επίκουρος διατείνεται ότι δεν μπορεί να δοθεί παρά μία και μοναδική ερμηνεία για θεμελιώδεις αρχές όπως το ότι δεν υπάρχει τίποτε εκτός από τα άτομα και το κενό. Αλλά όσον αφορά την αιτιολόγηση επιμέρους φυσικών φαινομένων, ακολουθεί διαφορετική μέθοδο εξήγησης. Εδώ επιμένει ότι κάθε φαινόμενο μπορεί να έχει, και συνήθως έχει πράγματι, περισσότερες από μία αιτίες. Εάν φαίνεται να υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές εξηγήσεις, πρέπει να γίνονται όλες δεκτές. Στην Επιστολή προς Πυθοκλήν (86 στ) υποστηρίζει ότι τα ουράνια φαινόμενα «έχουν πολλαπλές αιτίες»: «αν δεχθούμε μία εξ αυτών και απορρίψουμε κάποια άλλη που είναι εξίσου σύμφωνη με το φαινόμενο, είναι φανερό ότι εγκαταλείπουμε τελείως τη μελέτη της φύσης και διολισθαίνουμε απερίσκεπτα προς τον μύθο».
 
Στην πράξη εφαρμόζει την παραπάνω αρχή όχι μόνο σε ζητήματα όπως η φύση του κεραυνού και της αστραπής, των κομητών, του χαλαζιού ή των ανεμοστροβίλων -στα οποία το επίπεδο των γνώσεων εκείνης της εποχή ήταν πρωτόγονο- αλλά και οε αστρονομικά προβλήματα τα οποία είχαν ήδη ερευνηθεί εκτενώς και με επιτυχία. Παραθέτω, π.χ., τις παρατηρήσεις του για τις φάσεις της Σελήνης από την Επιστολή προς Πυθοκλήν (94):
 
«Η λίγωση της σελήνης και ξανά το γέμισμά της μπορεί να προκαλείται από την περιστροφή της ή, επίσης, από τους σχηματισμούς του αέρα ή, πάλι, από την παρεμβολή άλλων σωμάτων, ή με κάποιον άλλο από τους τρόπους με τους οποίους τα επίγεια φαινόμενα μας κατευθύνουν να εξηγήσουμε ένα τέτοιο γεγονός, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εγκλωβίζεται κανείς στη μέθοδο της μίας και μοναδικής εξήγησης ώστε να απορρίπτει αδικαιολόγητα τις άλλες χωρίς πρώτα να έχει εξετάσει τι μπορεί -και τι δεν μπορεί- να ερευνήσει ο άνθρωπος.»
 
Σε αυτό, και σε πολλά παρόμοια χωρία, γίνεται φανερή η απουσία επιστημονικού πνεύματος, ουσιαστικά η αντιεπιστημονικότητα, του Επικουρισμού. Ο Επίκουρος πιστεύει ότι η έρευνα είναι μάταιη αν δεν συμβάλλει στην αταραξία. Απορρίπτει την βαθύτερη έρευνα με στόχο να διαπιστωθεί ποια από τις αντικρουόμενες εξηγήσεις ενός φαινομένου είναι η ορθή, και καταφέρεται εναντίον όσων επιδίδονταν σε τέτοιες έρευνες, κατηγορώντας τους αφ’ ενός για δογματικότητα σε θέματα στα οποία ισχύει η αρχή των πολλαπλών αιτίων και αφ’ ετέρου για ροπή προς τη δεισιδαιμονία και τον μύθο. Όμως, αυτοί ακριβώς οι αστρονόμοι που ο Επίκουρος απέρριπτε είχαν, πολύ νωρίτερα, βρει τη σωστή εξήγηση για τις φάσεις της Σελήνης.
 
Ο Επικουρισμός είναι ένα παράξενο αμάλγαμα που συνδυάζει τη σοβαρή έρευνα σε ορισμένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της φυσικής με μια κατά βάση αρνητική στάση απέναντι στην έρευνα των επιμέρους φυσικών φαινομένων. Με την εισαγωγή ορισμένων τροποποιήσεων στην ατομική θεωρία ως απάντηση στους επικριτές της, ο Επίκουρος συνεισέφερε στον διάλογο σχετικά με τα θεμελιώδη συστατικά της ύλης. Αλλά σε ειδικότερα ζητήματα τομέων όπως η αστρονομία, μόλις η διερεύνηση έφτανε σε κάποια αληθοφανή εξήγηση ή εξηγήσεις και απομακρυνόταν ο πειρασμός να καταφύγει κανείς στον μύθο, η έρευνα σταματούσε. Ο Επικουρισμός αποτελεί διαφωτιστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι βαθύτερες φιλοσοφικές παραδοχές επηρέαζαν τη φύση της επιστημονικής έρευνας, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η επίδραση αυτών των παραδοχών ήταν διττή και αντικρουόμενη, καθώς περισσότερο αντιτάσσονταν στην εμπειρική έρευνα παρά ενθάρρυναν την αφηρημένη διερεύνηση των θεμελιωδών φυσικών προβλημάτων.
 
Το αντίπαλο, και μακροπρόθεσμα ευρύτερης επιρροής, φιλοσοφικό σύστημα του Στωικισμού θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τρεις στοχαστές, τον Ζήνωνα τον Κυτιέα, τον Κλεάνθη τον Άσσιο και τον Χρύσιππο τον Σολέα. Οι δύο πρώτοι ήταν ελάχιστα νεώτεροι του Επικούρου και ο τρίτος κάπου 50 χρόνια μεταγενέστερός τους, αλλά και οι τρεις έδρασαν κυρίως στην Αθήνα. Ενώ οι θεωρίες των Επικούρειων παρέμειναν αξιοσημείωτα σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού βίου της σχολής -όπως διαπιστώνουμε και από τον Λουκρήτιο· ο Στωικισμός πέρασε από πολλές φάσεις, όχι μόνο στην πρώιμη περίοδό του, αλλά και, κυρίως, κατά τις περιόδους της λεγόμενης Μέσης και Ύστερης ή Νέας Στοάς, υπό τη διεύθυνση στοχαστών όπως ο Παναίτιος ο Ρόδιος (γενν. περί το 185 π.Χ.), ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς (περ. 130-50 π.Χ.) και ο Σενέκας (1ος αιώνας μ.Χ.). Ωστόσο, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι τα πιστεύω των ιδρυτών της σχολής. Οι κύριες φυσικές θεωρίες ήταν κατά κύριο λόγο έργο του Ζήνωνα, ενώ ο Χρύσιππος ήταν υπεύθυνος για πολλές από τις επιμέρους θεωρίες και τα επιχειρήματα που συνέβαλαν στην εδραίωση του συστήματος έναντι της κριτικής που διατύπωναν οι αντίπαλοί του.
 
Ο απώτερος σκοπός της μελέτης των φυσικών φαινομένων ήταν, όπως είπαμε, κοινός για τους Στωικούς και τους Επικουρείους: η επίτευξη της αταραξίας. Ωστόσο, κατά τα άλλα, οι δύο σχολές είχαν θεμελιώδεις διαφωνίες σχεδόν σε όλα τα σημαντικά ζητήματα της φυσικής. Ενώ ο Επίκουρος υποστήριζε ότι τα άτομα και το κενό είναι υπαρκτά, οι Στωικοί αρνούνταν ότι υπάρχει κενό μέσα στον κόσμο, αν και δέχονταν την ύπαρξη άπειρου κε­νού εκτός του κόσμου. Απέρριπταν το επιχείρημα ότι το κενό είναι αναγκαίο για την ερμηνεία της κίνησης. Ο κόσμος είναι ένα πλήρες, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την ύπαρξη κίνησης. Όπως τα ψάρια κινούνται μέσα στο νερό, έτσι και κάθε αντικείμενο μπορεί να κινηθεί μέσα στο πλήρες, το οποίο γίνεται αντιληπτό ως ένα ελαστικό μέσο. Στην άποψη ότι η ύλη υπάρχει ως άθροισμα αδιαίρετων μονάδων, οι Στωικοί αντέταξαν ότι ο κόσμος είναι ένα συνεχές η ουσία του οποίου είναι απείρως διαιρετή. Επίσης, ενώ ο Επίκουρος πίστευε ότι ο χώρος και ο χρόνος συγκροτούνται από ελάχιστα μέρη, οι Στωικοί τους αντιλαμβάνονταν ως συνεχή.
 
Σε αντίθεση με την κατ’ ουσίαν ποσοτική θεωρία των ατομικών, στην οποία οι ποιοτικές διαφορές ανάγονται σε διαφορές ως προς το σχήμα, τη διάταξη και τη θέση των ατόμων, η φυσική των Στωικών ήταν κατά βάσιν ποιοτική. Αφετηρία της κοσμολογίας τους είναι η διάκριση ανάμεσα στις δυο θεμελιώδεις αρχές, την ενεργητική (ποιοῦν) και την παθητική (πάσχον). Το πάσχον είναι η χωρίς ποιοτικές διαφοροποιήσεις ουσία της ύλης (ἀποιος οὐσία τῆς ὕλης). Το ποιούν ορίζεται με διάφορους τρόπους ως αιτία, θεός, λογική, πνεύμα (ζα)ογόνος πνοή), ψυχή και ειμαρμένη. Και οι δύο αρχές έχουν υλική (σωματική) υπόσταση και για να περιγράφουν τη σχέση τους οι Στωικοί χρησιμοποιούσαν τον όρο κρᾶσις δι’ ὅλων, «γενική μίξη», εισάγοντας μια πρωτότυπη θεωρία η οποία ορίζει διάφορες μορφές σύνθεσης. Ως κρᾶσις ορίζεται η εξ ολοκλήρου αλληλοδιείσδυση δύο ή περισσότερων ουσιών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανάμιξη δύο υγρών όπως ο οίνος και το νε­ρό. Διακρίνεται τόσο από την παράθεσιν – το απλό ανακάτεμα μερών, π.χ. δύο ειδών σπόρων- όσο και από τη σύγχυσιν – στην οποία, όπως σε αυτό που θα ονομάζαμε χημική ένωση, οι συμμετέχουσες ουσίες καταστρέφονται για να δημιουργήσουν μια νέα ουσία. Συνεπώς, η ενεργός αρχή θεωρείται ότι είναι σύμφυτη με ολόκληρο τον κόσμο και ότι διαποτίζει όλα τα μέρη του.
 
Οι δύο θεμελιώδεις αρχές είναι αγέννητες και άφθαρτες. Αλλά τα φυσικά στοιχεία των υλικών σωμάτων, όπως και το ίδιο το σύμπαν, δημιουργούνται (διακοσμεῖσθαι) και καταστρέφονται (ἐμπυροῦσθαι). Στα χνάρια του Εμπεδο­κλή, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, οι Στωικοί υποστήριζαν ότι όλες οι άλλες φυσικές ουσίες αποτελούνται από τέσσερα στοιχεία: η φωτιά και ο αέρας, που συνδέονται αντίστοιχα με το θερμό και το ψυχρό, είναι τα πιο ενεργητικά στοιχεία, ενώ το νερό και η γη, που συνδέονται αντίστοιχα με το υγρό και το ξηρό, τα πιο παθητικά. Η διαδικασία της κοσμογονίας αρχίζει όταν η φωτιά μεταβάλλεται πρώτα σε αέρα, μετά σε νερό και, τέλος, σε γη. Αντιστρόφως, ο κόσμος κατά διαστήματα καταστρέφεται όταν η διαδικασία αντιστραφεί και τα άλλα στοιχεία γίνουν και πάλι φωτιά. Έτσι ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει ως πϋρ σε μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται αενάως.
 
Ως εδώ, η θεωρία των στοιχείων και η κοσμογονία των Στωικών απηχούν παραδοσιακές πεποιθήσεις, αλλά στη θεωρία περί πνεύματος, επέδειξαν μεγαλύτερη πρωτοτυπία, παρ’ όλο που και στην περίπτωση αυτή δανείζονται στοιχεία από την προγενέστερη φιλοσοφία. Κρίνοντας από τις αντικρουόμενες μαρτυρίες, η ερμηνεία της συγκεκριμένης θεωρίας παρουσίαζε δυσκολίες ακόμη και για τους αρχαίους. Αλλά παρά την ύπαρξη ενός χωρίου που αφήνει να εννοηθεί ότι το πνεύμα είναι ένα πέμπτο στοιχείο ισότιμο με τα άλλα τέσσερα (όπως ο αιθήρ του Αριστοτέλη[3]), είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι πρέπει να ταυτιστεί με, ή να θεωρηθεί ως, μια μορφή της ενεργού αρχής: και επειδή είναι πανταχού παρόν, το πνεύμα πρέπει, συνεπώς, να ενυπάρχει σε όλα τα πράγματα, όπως πράγματι μαρτυρούν πολλές πηγές. Το πνεύμα πιστευόταν ότι αποτελείται από αέρα και φωτιά στον βαθμό που τα δύο αυτά στοιχεία είναι τα πιο ενεργητικά. Σύμφωνα με τον Γαληνό (Κ VII 525 11 κ. εξ.), «το πνεύμα δημιουργεί συνεκτικότητα, η ύλη γίνεται συνεκτική, και έτσι λένε ότι ο αέρας και η φωτιά προσδίδουν συνεκτικότητα ενώ η γη και το νερό αποκτούν συνεκτικότητα».
 
Η θεωρία του πνεύματος μας οδηγεί στη θεωρία των διαφορετικών επιπέδων ενοποιημένης δομής. Σε αντίθεση με τα σύνολα που αποτελούνται από διακριτά στοιχεία, όπως ένας στρατός, ή τις οντότητες λόγω γειτνίασης, οι οποίες αποτελούνται από διασυνδεόμενα στοιχεία, όπως ένα πλοίο, και στις οποίες ένα στοιχείο μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και αν όλα τα υπόλοιπα καταστραφούν, μια ενοποιημένη δομή χαρακτηρίζεται από συμπάθεια μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα όταν επηρεάζεται ένα μέρος να επηρεάζεται και το σύνολο. Αλλά οι ενοποιημένες δομές είναι διαφόρων ειδών. Το απλούστερο είδος, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την πέτρα, το ξύλο και το μέταλλο, χαρακτηρίζεται από τη λεγάμενη ἕξιν, την κατάσταση συνεκτικότητας μεταξύ των μερών. Σε ένα δεύτερο, πιο σύνθετο επίπεδο οργάνωσης, βρίσκουμε την φύσιν, το είδος ενοποιημένης δομής που χαρακτηρίζει, π.χ., τα φυτά. Τρίτον, τα ζώα δεν διαθέτουν μόνο φύσιν, δεδομένου ότι αναπτύσσονται και αναπαράγονται, αλλά και ψυχήν, εφόσον είναι σε θέση να κινούνται και να αισθάνονται. Επομένως, οι ενοποιημένες οντότητες διακρίνονται με βάση το είδος της δομής τους, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που τις συνέχει είναι το πνεύμα, που γίνεται αντιληπτό όχι ως μια στατική, εξωτερική, περιοριστική δύναμη αλλά ως δυναμική, εσωτερική ένταση.
 
Η θεωρία αυτή ισχύει για το σύμπαν ως σύνολο, καθώς και αυτό είναι μια «ενοποιημένη» δομή όπως την ορίσαμε παραπάνω. Αναφέρεται, π.χ., ότι ο Χρύσιππος πίστευε πως όλη η ουσία του σύμπαντος ενοποιείται από ένα πνεύμα που τη διαποτίζει συνολικά. Το σύνολο είναι ένα δυναμικό συνεχές στο οποίο, όπως σε έναν ζωντανό οργανισμό, όλα τα μέρη βρίσκονται σε μια κατάσταση έντασης και μεταδίδουν το ένα στο άλλο ό, τι τα επηρεάζει.
 
Ο παραλληλισμός ανάμεσα στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο συγκαταλέγεται στα αγαπημένα θέματα των Στωικών, κατ’ ουσίαν μάλιστα, δεν αποτελεί απλό παραλληλισμό. Το σύμπαν δεν μοιάζει απλώς με ζωντανό οργανισμό, είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Σαν τον άνθρωπο, διαπνέεται από πνεύμα (ζωτική δύναμη), ψυχήν και νοῦν. Η ενεργός αρχή δεν είναι απλώς ένα στοιχείο συνεκτικότητας αλλά και μια γενεσιουργός δύναμη. Σε περιγρα­φές της κοσμογονικής διεργασίας ο θεός περιγράφεται ως ο «σπερματικός λόγος» του σύμπαντος και αυτή η γενεσιουργός δράση γίνεται αντιληπτή σαν το σπέρμα των ζώων. Εξάλλου, η λογική που ενυπάρχει στο σύμπαν δεν είναι απλώς μια νοήμων αιτία, αλλά και μια δύναμη πρόνοιας. Αλλά η θεία πρόνοια δεν υπονοεί κάποια ρήξη στην αλληλουχία των φυσικών αιτίων και αποτελεσμάτων. Απεναντίας, μάλλον δίνει όνομα στην αλληλουχία αυτή: η διαδοχή αιτίας και αποτελέσματος συνιστά αφ’ ενός μοίρα και αφ’ ετέρου θεία βούληση. Η τύχη αποκλείεται ή μάλλον ερμηνεύεται τελείως υποκειμενικά ως το στοιχείο που παραμένει άδηλο για την ανθρώπινη νόηση. Παρ’ όλο που στην ηθική σφαίρα οι Στωικοί δεν αρνούνταν την ηθική ευθύνη -υποστηρίζοντας, με τη βοήθεια μιας διάκρισης ανάμεσα στα διάφορα είδη αιτίων, ότι μέρος των πράξεών μας τελεί «υπό τον έλεγχό μας», με την έννοια ότι εξαρτάται από τον χαρακτήρα μας- παρέμειναν συνεπείς φυσικοί ντετερμινιστές. Και εδώ, η αντίθεση με τον Επίκουρο είναι εντυπωσιακή. Ενώ εκείνος αρνούνταν ότι ο κόσμος είναι ζωντανός οργανισμός, ότι αποτελεί προϊόν σχεδιασμού και ότι υπάρχει μια αναπόδραστη αλληλουχία αιτίου και αποτελέσματος, οι Στωικοί υιοθετούσαν και τις τρεις πεποιθήσεις. Επίσης διατείνονταν όχι μόνον ότι το μέλλον είναι προκαθορισμένο, αλλά και ότι μπορεί, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί, το οποίο και επεδίωξαν με διάφορες μαντικές μεθόδους.
 
Δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε εδώ ούτε σε λεπτομερείς θεωρίες ούτε σε αμφιλεγόμενες επιμέρους ερμηνείες, ωστόσο δώσαμε, ίσως, ένα επαρκές περίγραμμα των βασικών αρχών της φυσικής των πρώιμων Στανικών. Πρόκειται για την πρώτη πλήρως επεξεργασμένη θεωρία της ύλης ως συνεχούς στην αρχαιότητα. Άλλοι φιλόσοφοι είχαν αρνηθεί την ύπαρξη του κενού και είχαν επιχειρήσει να δώσουν μια ανάλυση των διαφόρων τρόπων μίξης. Αλλά οι Στωικοί ήταν οι πρώτοι που επεξεργάστηκαν ένα λεπτομερές φυσικό σύστημα με βάση την έννοια ενός συνεχούς στο οποίο όλα τα μέρη επικοινωνούν μεταξύ τους. Η έννοια του πνεύματος, η θεωρία της συνολικής μίξης ή αλληλοδιείσδυσης, της λεγάμενης κράσεως, η αρχή της συμπάθειας, η σύλληψη του χώρου και του χρόνου ως δύο συνεχών, αποτελούν όλα μέρος ενός προσεκτικά επεξεργασμένου και αξιοσημείωτα συνεκτικού συνόλου. Η αντίληψη περί αλληλουχίας αιτίου και αποτελέσματος ήταν παρεπόμενο αυτής της θεωρίας. Η πεποίθησή τους ότι το μέλλον είναι προβλέψιμο είναι, με τη σειρά της, συμβατή με, και ουσιαστικά απορρέει από, τον ντετερμινισμό τους. Το να χαρακτηρίσουμε τις προσπάθειές τους στη μαντική ως «αντιεπιστημονικές» είναι εκτός θέματος. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, κατά την αντίληψή τους, η προσπάθεια του φυσικού να διατυπώσει με επαγωγικό τρόπο γενικούς νόμους δεν διέφερε σε τίποτε από την προσπάθεια του μάντη να προβλέψει το μέλλον χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσεις και την «τέχνη» του. Η συγκριτική επιτυχία των προβλέψεών τους μπορεί να ποικίλλει, όχι όμως και ο ορθολογισμός των διαδικασιών τους. Στα μάτια των Στωικών, η ορθολογική βάση για την άσκηση της μαντικής, όπως και της ίδιας της επιστήμης, είναι η φιλοσοφική πίστη στην αδιάρρηκτη αλληλουχία αιτίου και αποτελέσματος.
 
Οι φυσικές θεωρίες του Επικούρου και των πρώιμων Στωικών ήταν αφηρημένα συστήματα, προϊόντα στοχασμού πάνω στο πρόβλημα των θεμελιωδών συστατικών της ύλης. Αν και αμφότερες οι σχολές πρότειναν αιτιώδεις εξηγήσεις πολλών αστρονομικών, μετεωρολογικών και βιολογικών φαινομένων, καμία από τις δύο δεν επιδόθηκε ιδιαίτερα στην εμπειρική έρευνα. Ωστόσο, η αντιπαράθεσή τους ανέδειξε δύο διαμετρικά αντίθετες, αλλά συμπληρωματικές, αντιλήψεις περί ύλης – τον ατομισμό και τη θεωρία του συνεχούς. Η ύλη υπάρχει είτε με τη μορφή διακριτών σωματιδίων, που διαχωρίζονται από το κενό, είτε ως ένα συνεχές που αποτελείται από αλληλοεπικοινωνούντα μέρη. Στην κάθε αντίληψη αντιστοιχεί μια διαφορετική θεωρία της κίνησης – η μια σωματιδιακή και η άλλη κυματική: η κίνηση είτε ερμηνεύεται ως μεταφορά υλικών σωματιδίων μέσω του κενού είτε είναι η διάδοση μιας διαταραχής σε ελαστικό μέσο. Παρά τις θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στις διάφορες θεωρίες που φέρουν το ίδιο όνομα, μπορεί κανείς να θεωρήσει τον αρχαίο ελληνικό ατομισμό ως το πρότυπο όλων των θεωριών που ανάγουν την ύλη σε σωματίδια, και τη φυσική των Στωικών ως πρόδρομο των μεταγενέστερων θεωριών της ύλης ως συνεχούς. Πράγματι, η μεγαλύτερη σύγχρονη αυθεντία στη φυσική των Στωικών, ο S. Sambursky, υποστηρίζει ότι μπορούμε να διακρίνουμε στο δόγμα του πνεύματος που διαπερνά την ύλη «την πρώτη διατύπωση του πεδίου ισχύος όπως αναπτύχθηκε στη φυσική του 19ου αιώνα», προσθέτοντας, ωστόσο: «με σημαίνουσα διαφορά ότι στην εποχή της μαθηματικής φυσικής αυτή η έτερη έννοια του πεδίου ήταν τελείως απογυμνωμένη από κάθε υπόσταση με την αμιγώς υλική έννοια της λέξης»[4].
 
Η φυσική επιστήμη συνδέεται στενά με την ηθική και τη θεολογία τόσο στον Επικουρισμό όσο και στον Στωικισμό. Αμφότερες οι σχολές συνέδεαν το πρόβλημα της αιτιότητας εν γένει με το ηθικό ζήτημα της επιλογής και της ευθύνης. Επίσης, και οι δύο θεωρούσαν την κατανόηση της πραγματικής φύσης των θεών ως ένα από τα οφέλη που προέκυπταν από τη μελέτη της φυσικής. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το κίνητρο για να εγκύψει κανείς στη φυσική επιστήμη ήταν, και στις δύο περιπτώσεις, ηθικής τάξεως, γεγονός που επηρέασε ουσιαστικά τόσο τα είδη των θεμάτων που ερεύνησαν όσο και τον τρόπο διερεύνησης των θεμάτων αυτών. Αν και αμφότερες οι σχολές πίστευαν ότι η ως ένα βαθμό γνώση των βασικών προβλημάτων της φυσικής ήταν ουσιαστικής σημασίας για την επίτευξη της αταραξίας, καμία δεν ενθάρρυνε την σε βάθος έρευνα επιμέρους κλάδων της επιστήμης. Αντιθέτως μάλιστα, η έμφαση που απέδιδαν στους πρακτικούς ηθικούς σκοπούς της θεωρητικής έρευνας -η άποψη ότι η επιστήμη είναι το μέσο προς έναν σκοπό, και όχι ο καθαυτό σκοπός- λειτουργούσε ως ισχυρό αντικίνητρο για την ανάληψη αυτού του είδους έρευνας. Παρ’ όλη τη σπουδαιότητα του έργου τους όσον αφορά τη γενική θεωρία της ύλης, ούτε ο Επίκουρος ούτε οι πρώιμοι Στωικοί[5] προσέφεραν ιδιαίτερα σε τομείς της επιστήμης που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παρατήρηση. Τα μεγάλα βήματα προόδου που καταγράφηκαν σε τομείς όπως η αστρονομία και η βιολογία κατά τον 3° και τον 2° αιώνα π.Χ. ήταν έργο ανθρώπων που, αν και συχνά επηρεασμένοι από φιλοσοφικές παραδοχές, δεν ήταν πρωτίστως φιλόσοφοι, αλλά μαθηματικοί ή γιατροί’ το έργο αυτών των ανθρώπων πρέπει να δούμε με προσοχή στη συνέχεια, ξεκινώντας από μια σύντομη επισκόπηση των κα­θαυτό μαθηματικών.
--------------------
[1] Πρβλ. Αρχαία Ελληνική Επιστήμη, σελ. 54. 
[2] Πρβλ. D. J. Furley, Two Studies in the Greek Atomists, Princeton University Press, 1967. 
[3] Πρβλ. Αρχαία Ελληνική Επιστήμη, ο. 109 κ. εξ. 
[4] Physics of the Stoics, Routledge and Kegan Paul, London 1959, σ. 37. 
[5]Υπάρχουν, πάντως, εξαιρέσεις μεταξύ των ύστερων Στωικών. Ο σημαντικότερος εξ αυτών είναι ο Ποσειδώνιος, το έργου του οποίου δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί εδώ για λόγους χώρου· σημειώνεται μόνο ότι, παρ’ όλο που αυτή η εξαιρετικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί οριστικά όσον αφορά τις περισσότερες πτυχές της, υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία πως επιδόθηκε σε εμπειρικές έρευνες που αφορούσαν ορισμένα φυσικά προβλήματα. Έτσι, γνωρίζουμε από τον Στράβωνα, που συνέγραψε τη Γεωγραφία του τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, ότι αντικείμενο των παρατηρήσεων του Ποσειδωνίου υπήρξε η περιοδικότητα των παλιρροιών, για τις οποίες ήταν ο πρώτος που έδωσε μια ικανοποιητική ερμηνεία.

Νίτσε: Πέθανε ο Θεός - Ελλήνισε και διαβάζει ο Δημήτρης Λιαντίνης

Ο Τρελός
     Δεν έχετε ακουστά για κείνο τον Τρελό, που μέσα στο ντάλα μεσημέρι άναψε ένα φανάρι, όρμησε στη μέση την Αγορά, και άρχισε να φωνάζει:
 
    «Ψάχνω για το θεό, ψάχνω για το θεό!»
 
-  Εκεί υπήρχαν άνθρωποι πολλοί που δεν πίστευαν στο θεό. Και αναμεταξύ τους ο Τρελός ξεσήκωσε άγριο γέλιο. Απολέσθηκε, ρε; είπε ο ένας. Μήπως έχασε το δρόμο του σαν τα μικρά παιδιά; είπε ο άλλος. Μήπως κρύφτηκε κάπου; Μήπως βαρκαρίστηκε σε καράβι, και έσυρε στην ξενιτειά; Έτσι ρώταγαν και γελούσαν.
 
Τότες ο Τρελός πήδηξε καταμεσής στους άθεους, τους κοίταξε άγρια στα μάτια, και είπε:
«Ρωτάτε πού πήγε ο θεός; Εγώ θα σας πώ. Τον σκοτώσαμε! Εσείς κι εγώ τον σκοτώσαμε. Όλοι εμείς είμαστε οι φονιάδες του.
Μα πώς κάναμε τέτοιο κακό; Πώς φτάσαμε ν' αδειάσουμε τις θάλασσες; Ποιος μας έδωκε το σφουγγάρι και σβήσαμε τους ορίζοντες; Πώς έγινε τρόπος να κόψουμε τη γης από το μαγνήτη του ήλιου; Για πού τραβάει τώρα η γης; Κι εμείς χωρίς τον ήλιο, για πού τραβάμε τώρα εμείς;
 
Κοίτα πώς γκρεμιζόμαστε μπροστά. Πώς τραβάμε πίσω, πάνου, κάτου, αριστερά, δεξιά. Σε όλα τα σημεία.
 
Στέκεται στη θέση του ακόμα το Πάνω και το Κάτω; Η στράτα μας δεν είναι μια περιπλάνηση μέσα στο ατελεύτητο Τίποτα; Η απογειάδα του άδειου χώρου δε μας παραφυσάει θανάσιμα; Δε γίνεται πιο παγερή η παγωνιά μας; Νύχτα πάνου στη νύχτα, δε μας κυκλώνει ζοφερότερη η νύχτα; Δέκα η ώρα το πρωί, και πρέπει ν' ανάψουμε τα φανάρια μας.
 
Ακούστε, λοιπόν τους νεκροθάφτες! Τον κρότο που κάνουν, καθώς παραχώνουν το θεό. Δεν σας παίρνει τη μύτη η θεϊκή αποσύνθεση; Γιατί και οι θεοί σαπίζουν.
Πέθανε ο θεός! Ο θεός είναι νεκρός! Κι αυτοί που τον σκότωσαν είμαστ' εμείς. Είμαστε οι φονιάδες πάνου απ' όλους τους φονιάδες.
Ποιος μπορεί να μας παρηγορήσει τώρα; Το Άγιο και το Ισχυρό, εκείνο που άρμοζε ως τώρα σε τάξη τον κόσμο και τη φύση, στάζει αίματα ανάμεσα στα μαχαίρια μας.
 
Ποιος θα σκουπίσει τα ματωμένα μας χέρια; Ποια αγιασμένα ύδατα θα μας γίνουν καθαρμοί; Τι λογής αγνιστήριες γιορτές, τι λογής ιερούς αγώνες θα θεσπίσουμε; Το μέγεθος αυτής της πράξης είναι πάνου από το μέτρο των ανθρώπων.
 
Τώρα πρέπει οι ίδιοι εμείς να γίνουμε θεοί! Έτσι μόνο θα σταθούμε στο ύψος της πράξης του φόνου. Γιατί δεν εξανάγινε στυγερότερη πράξη. Αυτοί που θα ζήσουν μετά από μας, έχοντας πίσω τους ένα τέτοιο πελώριο έργο, θα ζήσουνε σε μια εποχή ανώτερη απ' όλες τις εποχές μέχρι τώρα.»
 
-  Στο σημείο αυτό ο Τρελός σταμάτησε. Γύρισε τη ματιά του τριγύρω στους ανθρώπους, και οι άνθρωποι τον κοίταζαν χαμένοι. Ο Τρελός βρόντηξε τότες το φανάρι του στη γης. Και το φανάρι σβήστηκε σπάζοντας χίλια κομμάτια.
 
«Φτάνω νωρίς, τους είπε. Φτάνω προτού φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Ετούτη η πελώρια πράξη βρίσκεται καθ' οδόν. Ταξιδεύει. Δε χτύπησε ακόμη στ' αυτιά των ανθρώπων. Χρειάζεται χρόνο η αστραπή και η βροντή. Το φως των αστεριών χρειάζεται χρόνο. Οι πράξεις των ανθρώπων χρειάζουνται χρόνο από τότε που γίνανε, ως τότε που θα φτάσουν στα αυτιά και στα μάτια τους. Και η πράξη τούτη είναι πιο μακρυνή από τα μάκρυνα αστέρια. Και όμως, αυτοί που την κάμανε είμαστ' εμείς!»
 
-  Λένε ακόμη πως εκείνη την ίδια μέρα ο Τρελός μπήκε σε πολλές εκκλησίες, και κλαίγοντας σύνθεσε το δικό του Requiem για τον αιώνιο θάνατο του θεού. Ύστερα βγήκε και είπε τα τελευταία του λόγια:
 
«Μα τι είναι αυτές οι εκκλησιές των ανθρώπων, αν δεν είναι οι σπηλιές και τα μνήματα του θεού;»
 

 
Από το βιβλίο: ‘’Γκέμμα’’ του Δ. Λιαντίνη

Όταν οι ιδέες κάνουν σεξ

Στα υπόλοιπα ζωικά είδη κάθε άτοµο αναπτύσσεται από τη νηπιακή ηλικία στην ενηλικίωση ή την ωριµότητα, κατακτώντας στη διάρκεια ενός και µόνο βίου όλη την τελειότητα την οποία µπορεί να αγγίξει η φύση του. Στους ανθρώπους όµως η πρόοδος δεν παρατηρείται µόνο σε κάθε άτοµο χωριστά, αλλά συνολικά στο είδος τους, γιατί αυτοί χτίζουν, σε κάθε διαδοχική εποχή, πάνω στα προϋπάρχοντα θεµέλια. -Ανταμ Φέργκιουσον - Δοκίμιο για την ιστορία της πολιτικής κοινωνίας
 
Πάνω στο γραφείο που κάθοµαι τώρα υπάρχουν δύο αντικείµενα µε το ίδιο περίπου µέγεθος και σχήµα. Το ένα είναι ένα ασύρµατο ποντίκι υπολογιστή, το άλλο ένας χειροπέλεκυς από τη Μέση Εποχή του Λίθου, ηλικίας µισού εκατοµµυρίου ετών.
 
Έχουν σχεδιαστεί και τα δύο έτσι ώστε να ταιριάζουν στην ανθρώπινη παλάµη, να ανταποκρίνονται στους περιορισµούς που θέτει η χρήση τους από ανθρώπινα όντα. Ανάµεσά τους όµως υπάρχουν και τεράστιες διαφορές.
  • Το πρώτο αντικείµενο είναι µια σύνθετη κατασκευή από πολλά υλικά, έχει περίπλοκο εσωτερικό σχέδιο και συµπυκνώνει ποικίλους τοµείς γνώσης.
  • Το δεύτερο αποτελείται αποκλειστικά από ένα υλικό και αντιπροσωπεύει τη δεξιοτεχνία ενός και µόνο ατόµου.
Οι διαφορές τους αποκαλύπτουν την τεράστια απόσταση που χωρίζει την εµπειρία του σύγχρονου ανθρώπου από την εµπειρία των ανθρώπων που ζούσαν πριν από µισό εκατοµµύριο χρόνια. 
 
Ποιο είναι λοιπόν το στοιχείο που επιτρέπει στα ανθρώπινα όντα να αλλάζουν διαρκώς τη ζωή τους µε τόσο θυελλώδη τρόπο; ∆εν είναι ότι µεταβάλλεται η ανθρώπινη φύση. Όπως το χέρι που κρατούσε τον χειροπέλεκυ είχε το ίδιο σχήµα µε το χέρι που κρατάει το ποντίκι, έτσι οι άνθρωποι τείνουν πάντα να αναζητούν την τροφή τους, να επιθυµούν το σεξ, να φροντίζουν τα παιδιά τους, να ανταγωνίζονται µεταξύ τους για το κοινωνικό στάτους και να αποφεύγουν τον πόνο ακριβώς όπως κάθε άλλο ζώο.
 
Αλλά και πολλά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους παραµένουν αµετάβλητα. Και στο άλλο άκρο της Γης να ταξιδέψει κανείς, θα συναντήσει το τραγούδι, το χαµόγελο, την οµιλία, την ερωτική ζήλια και την αίσθηση του χιούµορ – γνωρίσµατα από τα οποία κανένα δεν είναι ίδιο σε έναν χιµπατζή.
 
Αν ήταν εφικτό το ταξίδι στο παρελθόν, δεν θα δυσκολευόµασταν να συναισθανθούµε τα κίνητρα του Σαίξπηρ, του Οµήρου, του Κοµφούκιου και του Βούδα. Αν µπορούσα να συναντήσω τον άνθρωπο που ζωγράφισε τις εξαιρετικές βραχογραφίες των ρινόκερων στο σπήλαιο Σωβέ της νότιας Γαλλίας πριν από 32.000 χρόνια, είµαι βέβαιος πως θα τον έβρισκα απολύτως ανθρώπινο από κάθε ψυχολογική άποψη. Υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία της ανθρώπινης ζωής που δεν αλλάζουν.
 
Θα ήταν, ωστόσο, παράλογο να ισχυριστούµε πως η ζωή παραµένει ίδια όπως πριν από 32.000 χρόνια. Στο διάστηµα που έχει µεσολαβήσει, το είδος µας έχει αυξηθεί πληθυσµιακά κατά 100.000%, από τρία –κατ’ εκτίµηση– εκατοµµύρια σε επτά περίπου δισεκατοµµύρια.
 
Έχει κατακτήσει ανέσεις και πολυτέλειες που κανένα άλλο είδος δεν µπορεί να ονειρευτεί. Έχει αποικίσει και την τελευταία κατοικήσιµη γωνιά του πλανήτη κι έχει εξερευνήσει σχεδόν όλες τις µη κατοικήσιµες περιοχές. Έχει µεταβάλει την όψη, τη γενετική και τη χηµεία του κόσµου κι έχει οικειοποιηθεί περίπου το 23% της παραγωγικότητας όλων των χερσαίων φυτών για τους δικούς του σκοπούς. Έχει εξοπλιστεί µε ιδιαίτερες, µη τυχαίες διατάξεις ατόµων που ονοµάζονται τεχνολογικά προϊόντα, και τις οποίες επινοεί, αναθεωρεί και ανανεώνει σχεδόν αδιάκοπα.
 
Αυτό δεν ισχύει ούτε και για τα πιο έξυπνα πλάσµατα, όπως οι χιµπατζήδες, τα ρινοδέλφινα, οι παπαγάλοι και τα χταπόδια. Ορισµένα ζώα µπορεί περιστασιακά να χρησιµοποιούν εργαλεία ή να µετακινούνται σε διαφορετικό οικολογικό θώκο, αλλά δεν «βελτιώνουν το βιοτικό τους επίπεδο», ούτε βιώνουν «οικονοµική ανάπτυξη».
 
Από την άλλη πλευρά, δεν γνωρίζουν και τη «φτώχεια». ∆εν προχωρούν από τον έναν τρόπο ζωής στον άλλο – ούτε θρηνούν όταν συµβαίνει αυτό. ∆εν βιώνουν γεωργικές, αστικές, εµπορικές, βιοµηχανικές και πληροφορικές επαναστάσεις, πολλώ δε µάλλον Αναγέννηση, Μεταρρύθµιση, κραχ, δηµογραφικές µεταβάσεις, εµφύλιους και ψυχρούς πολέµους, πολιτισµικούς πολέµους ή πιστωτικές κρίσεις.
 
Στο γραφείο που κάθοµαι τώρα περιβάλλοµαι από πράγµατα (τηλέφωνα, βιβλία, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φωτογραφίες, συνδετήρες, κούπες του καφέ) που κανένας πίθηκος δεν έφτιαξε ποτέ ούτε καν σε υποτυπώδη µορφή. Τροφοδοτώ µε ψηφιακές πληροφορίες µια οθόνη µε έναν τρόπο που κανένα δελφίνι δεν κατάφερε να κάνει ποτέ. Αντιλαµβάνοµαι αφηρηµένες έννοιες (την ηµεροµηνία, την πρόγνωση του καιρού, τον δεύτερο νόµο της θερµοδυναµικής) που κανένας παπαγάλος δεν µπορεί ούτε στο ελάχιστο να προσεγγίσει. Είµαι αναµφισβήτητα διαφορετικός. Αλλά τι είναι αυτό που µε κάνει τόσο διαφορετικό;
 
Η απάντηση δεν µπορεί να είναι απλώς ότι έχω µεγαλύτερο εγκέφαλο από τα άλλα ζώα. Σε τελική ανάλυση, οι Νεάντερταλ της ύστερης περιόδου είχαν κατά µέσο όρο µεγαλύτερο εγκέφαλο από τον δικό µου, ωστόσο δεν γνώρισαν αυτή την ορµητική πολιτισµική µεταβολή. Επιπλέον, όσο µεγαλύτερος κι αν είναι ο εγκέφαλός µου σε σύγκριση µε κάποιο άλλο ζωικό είδος, δεν έχω την παραµικρή ιδέα πώς να κατασκευάζω κούπες του καφέ ή συνδετήρες, πόσω µάλλον πώς να κάνω µετεωρολογικές προγνώσεις.
 
Ο ψυχολόγος Ντάνιελ Γκίλµπερτ αναφέρει συχνά, αστειευόµενος, ότι όλοι οι συνάδελφοί του έχουν την υποχρέωση κάποια στιγµή στην καριέρα τους να ολοκληρώσουν µια φράση που αρχίζει ως εξής: «Το ανθρώπινο ον είναι το µόνο ζώο που... ».
 
Η γλώσσα, η έλλογη σκέψη, η φωτιά, το µαγείρεµα, η κατασκευή εργαλείων, η αυτοσυνείδηση, η εξαπάτηση, η µίµηση, η τέχνη, η θρησκεία, οι αντιτακτοί αντίχειρες, η χρήση όπλων, η όρθια στάση, η µέριµνα για τους ηλικιωµένους προγόνους – η λίστα µε τα γνωρίσµατα που αποδίδονται αποκλειστικά στα ανθρώπινα όντα είναι πραγµατικά µακροσκελής. Επίσης µακροσκελείς όµως είναι και οι λίστες µε τα µοναδικά χαρακτηριστικά του µυρµηγκοφάγου ή πουλιού Corythaixoides personatus. Όλα τα παραπάνω γνωρίσµατα είναι όν τως µοναδικά στον άνθρωπο και πολύ χρήσιµα στον σύγχρονο τρόπο διαβίωσής του.
 
Αυτό που θα προσπαθήσω όµως να δείξω είναι ότι, µε εξαίρεση ίσως τη γλώσσα, κανένα από τα γνωρίσµατα αυτά δεν εµφανίστηκε την κατάλληλη στιγµή ούτε άσκησε την κατάλληλη επίδραση στην ανθρώπινη ιστορία ώστε να µπορεί να εξηγήσει την απροσδόκητη µεταβολή από έναν απλώς επιτυχηµένο πιθηκάνθρωπο σε έναν διαρκώς αναπτυσσόµενο προοδευτικό εκσυγχρονιστή. Τα περισσότερα από τα ιδιαίτερα γνωρίσµατα του ανθρώπου εµφανίστηκαν πάρα πολύ νωρίς και δεν είχαν τέτοιες οικολογικές επιπτώσεις.
 
Το να διαθέτει κανείς επαρκή αντίληψη για να θέλει να βάφει το σώµα του ή για να επιλύει ένα πρόβληµα µε τη λογική είναι µεν καλό, αλλά δεν οδηγεί στην οικολογική κατάκτηση του κόσµου. Βεβαίως, ο µεγάλος εγκέφαλος και η γλώσσα µπορεί να είναι απαραίτητα στα ανθρώπινα όντα για να αντεπεξέλθουν σε έναν κόσµο τεχνολογικών νεωτερισµών. Και δεν υπάρχει αµφιβολία πως οι άνθρωποι είναι ικανότατοι στην κοινωνική µάθηση, ξεπερνώντας ακόµη και τους χιµπατζήδες στην εµµονή τους για πιστή µίµηση.
 
Αλλά ο µεγάλος εγκέφαλος, η µίµηση και η γλώσσα δεν είναι καθεαυτά η εξήγηση για την ευηµερία και την πρόοδο και τη φτώχεια. ∆εν προκαλούν καθεαυτά µεταβολές στο βιοτικό επίπεδο. Οι Νεάντερταλ διέθεταν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά: τεράστιο εγκέφαλο, πιθανότατα σύνθετες γλώσσες και άφθονη τεχνολογία. Αλλά δεν εξαπλώθηκαν ποτέ πέρα από τον θώκο τους. Θα ήταν λάθος κατά τη γνώµη µου να αναζητήσουµε µέσα στο κεφάλι του ανθρώπου την εξήγηση για αυτή την εκπληκτική ικανότητα του είδους µας για µεταβολή. ∆εν ήταν κάτι που συνέβη µέσα σε έναν εγκέφαλο. Ήταν κάτι που συνέβη ανάµεσα σε διαφορετικούς εγκεφάλους. Ήταν ένα συλλογικό φαινόµενο.
 
Ας ρίξουµε ακόµη µια µατιά στον χειροπέλεκυ και το ποντίκι. Είναι και τα δύο «ανθρώπινα δηµιουργήµατα», αλλά το ένα κατασκευάστηκε από έναν µόνο άνθρωπο ενώ το άλλο από εκατοντάδες, αν όχι από εκατοµµύρια, ανθρώπους. Αυτό εννοώ µε τον όρο συλλογική νοηµοσύνη. Κανένας µεµονωµένος άνθρωπος δεν ξέρει πώς να φτιάξει ένα ποντίκι για υπολογιστή. Ο εργάτης που το συναρµολόγησε στο εργοστάσιο δεν γνώριζε πώς να αντλήσει το πετρέλαιο από το οποίο προήλθε το πλαστικό υλικό, ή αντίστροφα.

Σε ένα ορισµένο χρονικό σηµείο, η ανθρώπινη νοηµοσύνη έγινε συλλογική και συσσωρευτική µε έναν τρόπο που δεν συνέβη σε κανένα άλλο ζώο.

Matt Ridley - Ορθολογική αισιοδοξία / Πώς αναδύεται εξελικτικά η ευημερία

Ζούμε περισσότερο όταν μειώνουμε την υπερβολή

Σχετική εικόναΥπάρχει ένα ρητό στη φιλοσοφία του Ζεν που εξηγεί πολύ καλά τη σημαντική διαφορά ανάμεσα στη γνώση και στη σοφία:
«Η γνώση είναι το να μαθαίνεις κάτι κάθε μέρα. Η σοφία είναι το να αφήνεις κάτι πίσω σου κάθε μέρα»
Πράγματι, η απλότητα απαιτεί να ξεφορτωνόμαστε το πλεονάζον από τη ζωή μας, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αφήσουμε πίσω μας επιθυμίες και πράγματα που περισσεύουν. Αν και φυσικά η κοινωνία μάς εξαναγκάζει να παλεύουμε για να αποκτάμε πάντα κάτι περισσότερο, κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος να θέτει ως προτεραιότητά του την βελτίωση της ποιότητας ζωής του.

Για πολλούς ανθρώπους, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καταφέρουν να έχουν λιγότερο στρες στην καθημερινότητά τους και να καταφέρουν να νιώθουν λιγότερο πιεσμένοι γενικά. Πραγματικότητες όπως η εργασία, οι λογαριασμοί και τα έξοδα δυσχεραίνουν αυτή την προσπάθεια για ευτυχία και εσωτερική ηρεμία, αλλά το βέβαιο είναι πως δεν είναι αδύνατο.

Το να ζείτε στη στιγμή σημαίνει ότι εστιάζετε στο παρόν περισσότερο απ’ ότι εστιάζετε στο μέλλον και πολύ περισσότερο απ’ ότι εστιάζετε στο παρελθόν. Αυτή η στάση ζωής αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γενικά απλούστερη ζωή· όπως αναφέρθηκε ήδη, η ποιότητα του χρόνου μειώνεται, όταν αυτός είναι γεμάτος με πολλά «πράγματα».

Μόλις αρχίσετε να αναγνωρίζετε τι πραγματικά θέλετε στη ζωή, θα αρχίσετε και να συνειδητοποιείτε πολύ αυθόρμητα τι είναι αυτό που δεν χρειάζεστε πια. Επιπροσθέτως, το πιθανότερο είναι πως θα αρχίζετε να λέτε πιο εύκολα «όχι»· όχι με αγενή τρόπο, αλλά απλά με έναν τρόπο που αποκαλύπτει την ανάγκη σας να περάσετε ποιοτικό χρόνο με τον εαυτό σας, για τη δική σας ψυχική ευεξία.

Τοποθετώντας την ελευθερία και την ευελιξία πάνω από αυστηρά προγράμματα και οικονομικές απολαβές, απολαμβάνετε οφέλη που δεν μπορούν να εκφραστούν επακριβώς με λόγια. Είτε επιλέξετε να ξοδέψετε το χρόνο σπίτι σας ή ταξιδεύοντας, μικρές και μεγαλύτερες απολαύσεις θα προστίθενται αυτόματα στη ζωή σας και οι αναμνήσεις των εμπειριών σας θα σας φέρνουν μεγαλύτερη χαρά απ’ όση μπορεί ποτέ να σας έδωσε οτιδήποτε αγοράσατε στη ζωή σας. Είναι ζωτικής σημασίας πρώτα να ξεφορτωθείτε την ιδέα ότι «όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο» από τη φιλοσοφία σας.

Αν και αυτή η ιδεολογία στρέφεται κατά των προσδοκιών και των στάνταρ που θέτει για εσάς η κοινωνία, χρειάζεται να αναρωτηθείτε πώς γίνεται κάποιος να απολαύσει τη ζωή, με τον ίδιο τρόπο που όλοι οι άλλοι το κάνουν. Ξεφορτωθείτε όσα πράγματα δεν χρειάζεστε και δείξτε καθημερινά ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που έχετε στη ζωή σας.

Φυσικά, η αλλαγή σπανίως αποδεικνύεται εύκολη και μια τέτοια αλλαγή βεβαίως και δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Όμως, αν πραγματικά πιστεύετε ότι θα καταφέρετε να αλλάξετε προς το καλύτερο και αν η επιθυμία σας είναι αυθεντική, τότε θα καταφέρετε χωρίς δεύτερες σκέψεις να αντισταθείτε στους κανόνες που σας έχει θέσει η κοινωνία και θα βρείτε χρόνο για απολαυστικές και χαλαρωτικές δραστηριότητες.

Σχέσεις, ταμπέλες, κοινωνία και μοναξιά – Τολμάς να πας ενάντια σε όλα;

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν να προσπαθείς να ανακαλύψεις έναν λαβύρινθο. Τόσο βαρετές μα και τόσο μυστήριες…

Είναι ταμπέλες πλασμένες από ανθρώπους για να κρατάνε ζωντανά τα στερεότυπα.

Έχουμε ανάγκη να πλάθουμε τις σχέσεις μεταξύ μας. Να τις δημιουργούμε και να τις εξελίσσουμε. Εξάλλου γι’ αυτό δεν πορεύεται ο άνθρωπος στη ζωή του; Αυτό δε λέγεται;

Όλων των ειδών οι σχέσεις είναι αρκετά όμοιες μεταξύ τους. Το μόνο που διαφέρει είναι το συναίσθημα. Άλλο συναίσθημα υπάρχει σε μια φιλική σχέση, άλλο σε μια ερωτική και άλλο σε μια ανθρωπιστική. Αλλά μεταξύ τους όλες μαζί συνδέονται με έναν ποικίλο τρόπο. Αυτές οι ταμπέλες δημιουργήθηκαν από αρρωστημένα μυαλά και ξεπερασμένες προκαταλήψεις.

Βέβαια υπάρχουν και τα θετικά μια σχέσης. Σε κάνει χαρούμενο. Παροδικά χαρούμενο , όσο είσαι με αυτό το άτομο , γιατί μετά δημιουργούνται άλλα συναισθήματα. Δημιουργούνται άλλες σκέψεις.

Η εξαναγκαστική σχέση μοιάζει τόσο πολύ όσο με την εξαναγκαστική μοναξιά. Είναι και οι δυο εξαναγκαστικά αξιολύπητες και αποθετικές. Όλοι προσπαθούμε να αποφύγουμε μια αιώνια δέσμευση που καταπιέζει την ελευθερία μας, που κρατάει δεμένα τα φτερά μας. Όπως όλοι προσπαθούμε να αποφύγουμε και την αιώνια μίζερη μοναξιά μας.

Ακούω από τους περισσότερους να λένε ότι η μοναξιά είναι η χειρότερη κατάσταση που μπορεί να βρεθεί κάποιος. Τους ακούω και απλά τους περιφρονώ γιατί δεν αναγνωρίζουν την αξία της.

Η μοναξιά δεν είναι ένα σκουριασμένο κολάρο που φορέσαμε για να προστατευτούμε από την πραγματικότητα, ούτε μια κατάσταση αβάσταχτου πόνου, μιζέριας και μοναχικότητας. Δεν είναι κακό να είναι κανείς μόνος, όποιος ασκηθεί να αντέχει τη μοναξιά έχει τη δύναμη να αντέχει πάρα πολλά και όχι μονάχα να αντέχει, αλλά και να απολαμβάνει πάρα πολλά που αλλιώς δεν θα μπορούσε να διακρίνει.

Η μοναξιά είναι το ορυχείο της δύναμης και της αυτογνωσίας. Είναι η περιουσία της αυτοκυριαρχίας. Μια μοναξιά όμως που δεν αποτελεί καταφύγιο δειλίας. Μόνο τότε. Η επιλεγμένη μοναχικότητα όχι η εξαναγκαστική. Θα ήταν μάλιστα πολυτέλεια να περνούσε ο καθένας μας μια θητεία στη μοναξιά, εκείνη που ωριμάζει και ελευθερώνει. Τότε οι σχέσεις θα κέρδιζαν σε αυθεντικότητα κατά πολύ.

Ασφαλώς δεν είναι καλύτερα να παραμείνει κανείς αναγκαστικά ως σκλάβος εκεί όπου βασανίζεται, αλλά δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα τα πράγματα και οι αποδείξεις των ανθρώπινων δεσμών.

Οι σχέσεις είναι δομές. Θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε και ως στατιστικές. Γιατί όλοι μπορούμε να τις κρίνουμε και τις χλευάσουμε. Είναι νούμερα που καθορίζουν το συναίσθημα δυο ανθρώπων πάνω σε μια γραμμή ζωής. Όπου αυτήν η γραμμή είναι φτιαγμένη από δυο πρόσωπα, από δυο ψυχές ενωμένες.

Η κάθε σχέση ποιοτικά έχει τη δική της πορεία, έχει τη δική της γραμμή και δε χωράει αμφισβήτηση από τρίτους. Είναι λόγια ζήλειας, λόγια μοχθηρότητας, λόγια απελπισίας. Όσοι τρίτοι κατακρίνουν και αψηφούν τις σχέσεις το κάνουν γιατί μοχθούν αυτό το συναίσθημα που υπάρχει γύρω από το τις σχέσεις, αλλά κυρίως το κάνουν για να εξυψώσουν την μίζερη ζωή τους.

Αντιθέτως υπάρχουν και σχέσεις ανούσιες, σχέσεις χωρίς νόημα, σχέσεις χωρίς υπόσταση. Είναι εκείνες που δημιουργήθηκαν λόγω προκαταλήψεων. Η συζήτηση φέρνει τη συζήτηση και πάει λέγοντας. Όμως μένει συζήτηση.

Όλοι μας γνωρίζουμε ότι θα καταλήξουμε σε μια εξαναγκαστική δέσμευση όχι αγάπης, ούτε ανάγκης, αλλά απλής υπόστασης. Ένας άνθρωπος μόνος του στη ζωή δεν υπολογίζεται πλέον. Είτε αυτό είναι επιλογή ή κατάντια. Είναι ανύπαρκτος στις προκαθορισμένες οπισθοδρομικές αντιλήψεις και προοπτικές των ανθρώπων.

Και επανέρχομαι στις ανυπόστατες σχέσεις.
Ποιο το νόημα λοιπόν να βρίσκεσαι σε μια σχέση ακούσια; Τι θα σου ωφελήσει; Ίσως το μόνο που σου παρέχει είναι η παύση της γκρίνιας από τους τρίτους. Γιατί πλέον για αυτούς θα έχεις υπόσταση. Αλλά η ψυχές τους ξέρουν πόσο ακόμα θα αντέξουν. Τότε πάλι στο χέρι τους είναι το τελειωτικό «μένω ή φεύγω». Υπάρχουν εξάλλου περιπτώσεις , όπου το «φεύγω» είναι πράξη αγάπης, αόρατη βέβαια στα συνεσταλμένα μάτια, αλλά και σεβασμού και κυρίως αυτοσεβασμού. κάτι που οι περισσότεροι το ξεχνάμε. Ξεχνάμε την υπόσταση της λέξης.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που δεν δραπέτευσαν από την κακιά τους μοίρα και μείναμε μέσα σε κελί φυλακής. Ωστόσο οι σημερινοί άνθρωποι δεν αντέχουν καμία κακουχία. Με την πρώτη στεναχώρια αποφασίζουν πως η σχέση είναι αταίριαστη, πως πρέπει να γλιτώσουν και να ξαναδοκιμάσουν πάλι αλλού, αφού έχουν και κατά πολύ περισσότερες ευκαιρίες στη σημερινή καθημερινότητα. Όμως τα βάσανα, τα δύσκολα, δεν είναι το σύμπτωμα πάντα του τέλους και της αποτυχίας μιας σχέσης , αλλά και της προόδου της, μιας διάβασης σαν διόδια σε παραπέρα διαδρομή.

Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις ξεκινούν ελπιδοφόρες και προσιτές σε όλους, είτε είναι φιλικές είτε ερωτικές. Βέβαια οι ερωτικές ξεκινούν πιο ελπιδοφόρες από όλων των ειδών τις σχέσεις. Χρειάζονται υπομονή και κατανόηση. Σεβασμό και αγάπη. Είναι τα τέσσερα θεμέλια για να κρατηθεί μια ερωτική σχέση στα ¨πόδια¨ της.  Άμα ένα από αυτά σπάσει ή εξαφανιστεί τότε η σχέση παίρνει την κατηφόρα. Μαυρίζει. Χάνεται.

Ίσως το πρώτο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξαφανίζεται είναι η αγάπη. Η αγάπη μεταλλάσσεται σε συνήθεια. Μια συνήθεια που καταστρέφει την ελπίδα των ανθρώπων και κυρίως τις σχέσεις τους με τον κόσμο. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως αυτό που αλλοιώνεται δεν είναι η αγάπη, αλλά η υπομονή, μέσω της οποίας πάλι η αγάπη μετατρέπεται σε συνήθεια.

Αυτή η συνήθεια είναι που κρατάει φυλακισμένους τους ανθρώπους μέσα σε ένα κλειστό κλουβί του εγκεφάλου τους. Περιορίζει τις ορμές και τα θέλω του κάθε ανθρώπου μέσα σε μία αποπνικτική πίεση που τρέφεται από τους ίδιους τους ανθρώπους.

Είναι σκληρή η απόφαση της μοναξιάς για τους σημερινούς ανθρώπους , αλλά ο πόθος τους για ελευθερία πολλές φορές τους αναγκάζει να κάνουν πράγματα που πιθανόν υπό άλλες συνθήκες δεν θα έκαναν ποτέ. Όμως όταν όλα επιτρέπονται ο πόθος εγκαταλείπει, όταν μπορείς να κάνεις τα πάντα δεν κάνεις τίποτα.

Μένεις προσκολλημένος σε στοιβαγμένες αντιλήψεις που δημιούργησε η κοινωνία με τα χρόνια. Φοβάσαι, τρέμεις να κάνεις το διαφορετικό, να κάνεις αυτό που ουσιαστικά θέλεις.

Σκιάζεσαι να πας ενάντια στην κοινωνία και έτσι πας ενάντια στον ίδιο σου τον εαυτό. Τον πληγώνεις, τον ματώνεις για τις θελήσεις άλλων. Ώσπου στο τέλος μένεις κενός από συναισθήματα, κενός από προσδοκίες, κενός από όνειρα…

Εν τέλει οι σχέσεις χαρακτηρίζονται πιο μυστήριες και από τους ανθρώπους.

Εκείνος που στις δυσκολίες μπορεί να προχωρήσει μόνος του γίνεται μαγνήτης ανθρώπων και θαυμάτων

“Θυματοποιώ τον εαυτό μου για να νιώσω σημαντική;” ρώτησα.

” Έτσι είναι. Αποδεδειγμένο επιστημονικά!  Οι άρρωστοι, οι προδομένοι, οι χωρισμένοι, όλοι αυτοί δεν είναι θύματα της ζωής; Όπου κι αν σταθούμε, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει. Αν σκύψουμε το κεφάλι και παραδοθούμε, ξέρεις πόσο εύκολη γίνεται η ζωή μας;”

“Εύκολη;”, απόρησα.

“Ναι, εύκολη. ‘Ένας με κακή μοίρα, ένας κακομοίρης δηλαδή, τραβάει γύρω του πολλούς ανθρώπους που έχουν τη διάθεση να βοηθήσουν- άλλοι από θέση και άλλοι από φύση. Όμως τους ζητάει, τους τραβάει γύρω του, και έτσι δεν είναι μόνος. Ασχολούνται όλοι μαζί του. Σκύβουν πάνω από το πρόβλημά του, με σκοπό να μετριάσουν το βάρος. Γίνεται λοιπόν σημαντικός!

Απεναντίας, αν ένας άνθρωπος αποδεχθεί την δύσκολη μοίρα του και σηκώσει το κεφάλι προχωρώντας γενναία μπροστά, τότε δεν δηλώνει ότι έχει ανάγκη βοήθειας από κάποιον. Και μένει μόνος.

Πρόσεξε τώρα. Στην πρώτη περίπτωση, οι φιλεύσπλαχνοι κάποια στιγμή, βαριούνται, κουράζονται από την κακομοιριά, και βαθμιαία αποσύρονται. Εκεί το θύμα της ζωής θεωρεί ότι μέσα στην κατάρα του έμεινε επιπλέον και μόνος, και έτσι θυματοποιεί περισσότερο τον εαυτό του. Εγώ πονάω, εγώ είμαι μόνος, εγώ, εγώ, εγώ… Τόσο εγώ μαζεμένο σ’έναν άνθρωπο μόνο σημαντικό τον κάνει να νιώθει. Τόσο σημαντικό, που ενδόμυχα θεωρεί και υποχρεωμένους τους γύρω του να παραμείνουν εκεί, γύρω του. Αργά αλλά σταθερά όλη η γη γυρίζει γύρω του.

Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο. Στην αρχή ο άνθρωπος αυτός δεν έχει βοηθούς, γιατί δεν έχει διακηρύξει με τη στάση του ότι τους έχει ανάγκη. Χαμογελάει και προχωράει μόνος του τον δύσκολο αυτό δρόμο, κάνοντας τα πόδια του δυνατότερα, αφού περπατάει μόνος του, τον νου του δυνατότερο, αφού σκέφτεται για τα πάντα μόνος του και, εν τέλει, γίνεται ένα δυνατό ον”

Όση ώρα μιλούσε, δεν τον κοιτούσα. Είχα αφήσει το βλέμμα μου να χαθεί μέσα στα αναμμένα φαναράκια, στις υφασμάτινες πεταλούδες, στα καταπράσινα φύλλα. Στο μικρό κομμάτι του σύμπαντος, όπου βρισκόμασταν. Αποτύπωνα κάθε της λέξη, σκεπτόμενος πόσο δίκιο είχε τελικά. Η παύση της ανάγκασε τα μάτια μου να επιστρέψουν στο πρόσωπο της.

“Και ξέρεις τι γίνεται τελικά, Ελένη μου; Ο άνθρωπος που έχει προχωρήσει μόνος του, που έχει πράξει πράγματα και που έχει δουλέψει με τον νου του, γίνεται μαγνήτης των ανθρώπων. Όταν ολοκληρώσει το έργο του, τότε δεν είναι πια μόνος. Έχει συνοδοιπόρους που τον θεωρούν σημαντικό γιατί είναι σημαντικός. Εσύ μέχρι τώρα έχεις διαλέξει τον δεύτερο δρόμο. Μην μου τα χαλάς στο τέλος!”

Αυτή ήταν η αλήθεια, τώρα το έβλεπα καθαρά. Πόσοι ήταν εκείνοι που μου εξέφραζαν τον θαυμασμό τους, κι εγώ θεωρούσα ότι δεν είχα κάνει κάτι για να τον αξίζω; Τώρα ήξερα τον λόγο.

Τι είν’αυτά που λες, Διογένη;

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Πῶς ἄν τις αἴσθοιτο ἑαυτοῦ προκόπτοντος ἐπ’ ἀρετῆ p. 77 e -f

Καί περί Διογένους ὅμοια τοῦ Σινωπέως ἱστοροῦσιν ἀρχομένου φιλοσοφεῖν, ὡς Ἀθηναίοις ἦν ἑορτή καί δεῖπνα δημοτελῆ καί θέατρα, καί συνουσίας μετ’ ἀλλήλων ἔχοντες ἐχρῶντο κώμοις καί παννυχίσιν, ὁ δ’ ἔν τινι γωνία τῆς ἀγορᾶς συνεσπειραμένος ὡς καθευδήσων ἐνέπιπτεν εἰς λογισμούς τρέποντας αὐτόν οὐκ ἀτρέμα καί θραύοντας, ὡς οὐδ’ ἀπ’ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης εἰς ἐπίπονον καί ἀλλόκοτον ἥκων βίον αὐτής ὑφ’ ἑαυτοῦ κάθηται τῶν αγαθῶν ἁπάντων ἐστερημένος. Εἶτα μέντοιμῦν τινα προσερπύσαντα λέγεται περί τάς ψίχας αὐτοῦ τῆς μάζης ἀναστρέφεσθαι, τόν δ’ αὖθις ἀναφέρειν τῶ φρονήματι καί λέγειν πρός ἑαυτόν οἷον ἐπιπλήττοντα καίκακίζοντα “τί φῄς, ὦ Διογένες; τοῦτον μέν εὐωχεῖ τά σά λείμματα καί τρέφει, σύ δ’ ὁ γενναῖος ὄτι μή μεθύεις ἐκεῖ κατακείμενος ἐν ἀνθινοῖς καί ἁπαλοῖς στρώμασιν ὀδύρη καί θρηνεῖς σεαυτόν;

Κάτι παρόμοιο αναφέρουν και για τον Διογένη από τη Σινώπη, όταν άρχιζε να στρέφεται στη φιλοσοφία. Οι Αθηναίοι είχαν γιορτή με δημόσια δείπνα και εκδηλώσεις στο θέατρο, επίσης συγκεντρώσεις μεταξύ τους με γλέντια και ξενύχτια, ενώ ο Διογένης, μαζεμένος σε κάποια γωνιά της αγοράς για να κοιμηθεί, είχε παραδοθεί σε σκέψεις που τον έκαναν να χάνει τη γαλήνη του και του κλόνιζαν το ηθικό: πως τάχα χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος είχε μπει σ’ έναν κουραστικό και αλλόκοτο τρόπο ζωής και πως από δική του ευθύνη καθόταν τώρα εκεί στερημένος απ’ όλα τα αγαθά.

Έπειτα όμως, λένε, πλησίασε εκεί ένα ποντίκι που άρχισε να ψαχουλεύει στα ψίχουλα από το ψωμί του Διογένη, κι εκείνος αμέσως αναθάρρησε κι είπε μέσα του, κατά κάποιον τρόπο μαλώνοντας και κακίζοντας τον εαυτό του: “Τι ειν’ αυτά που λες, Διογένη! Τούτο το ποντίκι ευωχείται με όσα πετάς και τρέφεται με αυτά, κι εσύ, ο περήφανος άνθρωπος, θρηνείς και οδύρεσαι που δεν μεθοκοπάς ξαπλωμένος εκεί πέρα επάνω σε λουλουδένια και μαλακά στρώματα;”

Αληθώς σας λέγω, η εταίρα είναι πολύτιμη

Αληθώς σας λέγω, η εταίρα είναι πολυτιμότερη για τον Θεό μας από όσο το χρήμα του μετόχου για το χρηματιστή, είναι η πολυαγαπημένη θυγατέρα του, εκείνη που απ’ όλες τις γυναίκες υπακούει πιο πρόθυμα στο θέλημά του. Η εταίρα εμπορεύεται κάτι που δεν μπορεί ούτε να ζυγιστεί ούτε να μετρηθεί, ένα άυλο πράγμα που δεν υπόκειται στους ιερούς νόμους της ανταλλαγής: πουλάει έρωτα, όπως ο παντοπώλης χρεώνει με το κομμάτι το σαπούνι και το κερί, όπως ο ποιητής πλασάρει το ιδεώδες. Πουλώντας όμως έρωτα, η εταίρα πουλάει τον εαυτό της, προσδίδει στο γυναικείο φύλο μιαν αξία, κι έτσι το φύλο της συμμετέχει στις ιδιότητες του Θεού μας, γίνεται μέρος του Θεού, είναι Κεφάλαιο. Η εταίρα ενσαρκώνει τον Θεό – Κεφάλαιο.

Είστε πιο αφελείς κι από τα βόδια που βόσκουν στα λιβάδια, ω ποιητές, ω δραματουργοί, ω μυθιστοριογράφοι, όλοι εσείς που αναθεματίζετε την εταίρα επειδή παραχωρεί τη χρήση του κορμιού της μόνο επί χρήμασι, όλοι εσείς που τη λασπολογείτε γιατί κοστολογεί ακριβά τα χάδια της. Θέλετε λοιπόν να βεβηλώσει το θεϊκό στοιχείο που είναι το κορμί της, να το καταστήσει ευτελέστερο κι απ’ τις πέτρες του λιθόστρωτου; Κι όσο για σας ηθικολόγοι της δεκάρας, που είστε στην πραγματικότητα η κοπριά κάθε βίτσιου, της προσάπτετε ότι προτιμά τον καθαρό χρυσό από την φλογερή καρδιά του έρωτα. Αργόστροφοι φιλόσοφοι, θεωρείτε λοιπόν πως η εταίρα είναι ένα αρπακτικό που μπουκώνεται με ασπαίρουσα σάρκα; Όλοι εσείς που σας τυφλώνει η φιλαργυρία, πιστεύετε λοιπόν ότι η εταίρα είναι λιγότερο ποθητή επειδή την αγοράζετε; Μήπως δεν αγοράζετε το ψωμί που συντηρεί το σώμα, το κρασί που ευφραίνει την καρδιά; Δεν αγοράζετε τη συνείδηση του βουλευτή, τις προσευχές των παπάδων, το θάρρος του στρατιώτη, τις γνώσεις του μηχανικού, την εντιμότητα του ταμία;

Η εταίρα κλέβει με δεξιοτεχνία όσους την αγοράζουν, τους κάνει να πληρώνουν χρυσή την ηδονή που τους προσφέρει. Και καθώς πουλάει έρωτα, ένα εμπόρευμα χωρίς υλική υπόσταση, ο Θεός – Κεφάλαιο, για τον οποίο η κλοπή και η νοθεία είναι οι πρώτες θεολογικές αρετές, ευλογεί την τέχνη της εταίρας.

Η πιστή σύζυγος και φρόνιμη νοικοκυρά, την οποία οι άντρες της καλής κοινωνίας τιμούν στα λόγια – ενώ στην πράξη κοιτούν πώς και πώς να ξεφύγουν από την συζυγική παστάδα -, απομονώνει τον άντρα από τον πλησίον του, γεννά και καλλιεργεί μέσα στην ψυχή του τη ζήλια, αυτό το αντικοινωνικό πάθος που δηλητηριάζει το αίμα με χολή, και τον φυλακίζει μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τον εντοιχίζει στον οικογενειακό εγωισμό.

Η εταίρα, αντίθετα, απελευθερώνει τον άντρα από το ζυγό της οικογένειας και των παθών.

Το χρήμα απομακρύνει τους ανθρώπους, η εταίρα τους φέρνει κοντά, τους ενώνει. Στο μπουντουάρ της, ακόμα κι εκείνοι που έχουν αντίπαλα συμφέροντα αδελφώνονται, τους ενώνει μια μυστική σύμβαση, απροσδιόριστη αλλά βαθιά, αμετάκλητη, έφαγαν και ήπιαν από την ίδια εταίρα, έχουν κοινωνήσει πάνω στον ίδιο βωμό.

Τον έρωτα, το άγριο και κτηνώδες αυτό πάθος που θολώνει το νου και σπρώχνει τον άνθρωπο στη λήθη κάνοντάς τον να θυσιάζει τα συμφέροντά του, η εταίρα τον αντικαθιστά με τον εύκολο και βολικό αργυρώνητο ερωτισμό, που είναι σαν αφρώδης οίνος αλλά δεν μεθά.

Η εταίρα είναι το δώρο του Θεού – Κεφαλαίου, μυεί τους εκλεκτούς του στις σοφές επιτηδεύσεις της χλιδής και της ακολασίας τους παρηγορεί για τη νόμιμη παστάδα τους, την τόσο πληκτική όσο οι ατέλειωτες φθινοπωρινές βροχές. Κι όταν επέρχονται τα γηρατειά, όταν εκείνοι πια ρυτιδιάσουν, ζαρώσουν, όταν τα μάτια τους χάσουν τη λάμψη τους, τα μέλη κι η αναπνοή τους γίνουν βαριά και οι γυναίκες αρχίσουν να τους αποστρέφονται, η εταίρα απαλύνει τα βάσανα της ηλικίας, στο ψυχρό κορμί της που δεν νιώθει καμιά αποστροφή, βρίσκουν ακόμα την εφήμερη ηδονή που μπορούν ν’ αγοράσουν με το χρυσάφι τους.

Πιο δραστική κι από τη ζύμωση που παράγει το νέο κρασί, η εταίρα κάνει τα πλούτη να κυκλοφορούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ρίχνει στον τρελό χορό των εκατομμυρίων τις τρανότερες περιουσίες, στα νωχελικά της χέρια, τα ορυχεία, τα εργοστάσια, οι τράπεζες, τα κρατικά ομόλογα, οι αμπελώνες κι οι σιτοβολώνες ρευστοποιούνται και διαδέχονται στα μύρια κανάλια του εμπορίου και της βιομηχανίας. Πιο πολυάριθμοι κι από τα έντομα που εφορμούν στα κουφάρια, πλήθος υπηρετριών, εμπόρων, τοκογλύφων την πολιορκούν, οι απύθμενες τσέπες τους χάσκουν για να δεχθούν τη χρυσή βροχή που πέφτει κάθε φορά που σηκώνει το φόρεμά της. Πρότυπο αυταπάρνησης, καταστρέφει τους εραστές της για να πλουτίζει τις υπηρέτριες και τους προμηθευτές που την κλέβουν.

Οι καλλιτέχνες κι οι εργοστασιάρχες θα αποχαυνώνονταν μέσα σε μια παχυλή μετριότητα, αν η εταίρα δεν τους υποχρέωνε να βάζουν κάτω το μυαλό τους για ν’ ανακαλύπτουν νέες απολαύσεις και πρωτόγνωρες ματαιότητες, διότι, μόνιμα διψασμένη για το ιδεώδες, ό,τι κι αν κατέχει της προκαλεί ανία, όποια χαρά κι αν γεύεται της προκαλεί κορεσμό.

Η αυτοματοποίηση της παραγωγής θα καταδίκαζε τις εργάτριες και τους εργάτες στην αργία, αυτή τη μητέρα της πάσης κακίας, αναβιβάζοντας όμως την σπατάλη σε επίπεδο κοινωνικού λειτουργήματος, η εταίρα αναβαθμίζει τη χλιδή και τις απαιτήσεις της στο βαθμό που προοδεύει η βιομηχανοποιημένη παραγωγή, έτσι ώστε να υπάρχει πάντα για τους κολασμένους του προλεταριάτου εργασία, που είναι η μητέρα όλων των αρετών.

Την εταίρα που καταβροχθίζει περιουσίες, που ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμά της όμοια με τον στρατό που προελαύνει, οι ισχυροί της παραγωγής και του εμπορίου τη λατρεύουν, είναι ο φύλακας άγγελος που διατηρεί τη ζωντάνια και το σφρίγος της οικονομίας.

Την εταίρα, την οποία ο Θεός προορίζει για να τη χαίρονται οι πλούσιοι και ισχυροί, μολονότι είναι καταδικασμένη να σηκώνει το πέπλο της κοινωνικής υποκρισίας, να μοχλεύει τα αηδιαστικά βάθη της ανθρώπινης αισχρότητας, ζει μέσα στη χλιδή και τη διασκέδαση, αξιοσέβαστοι ευγενείς κι ευυπόληπτοι αστοί διαγκωνίζονται ποιος θα έχει την τιμή να μεταμορφώσει την Κυρία – Όλου – του Κόσμου σε Κυρία Κάποιου, συμβαίνει μάλιστα να κλείνει τον κύκλο των τρελών οργίων της με έναν κοινωνικά αποδεκτό γάμο.

Στην άνοιξη της ζωής της, οι καπιταλιστές καταθέτουν στα πόδια της την καρδιά τους, την οποία εκείνη δεν καταδέχεται, και τους θησαυρούς τους, τους οποίους σπαταλά. Οι καλλιτέχνες κι οι συγγραφείς συνωστίζονται γύρω της, αποδίδοντάς της δουλικές και ιδιοτελείς τιμές.

Στο φθινόπωρο της ζωής της, έχοντας πια κουραστεί και παχύνει, κλείνει το μαγαζί και ανοίγει σπίτι. Οι καθωσπρέπει άντρες και οι σεμνές γυναίκες την περιβάλλουν με τη φιλία και τις περιποιήσεις τους, τιμώντας την περιουσία που συσσώρευσε με τις σεξουαλικές της υπηρεσίες.

Στην καπιταλιστική κοινωνία δεν υπάρχει πιο τίμια εργασία από αυτή της πόρνης. Κάντε απλώς τη σύγκριση ανάμεσα στη δουλειά μιας εργάτριας και τη ζωή μιας εταίρας. Στο τέλος μιας ξεθεωτικής και μονότονης εβδομάδας, η καταφρονεμένη, ρουφηγμένη και αποκαμωμένη εργάτρια δεν έχει βγάλει παρά ένα γλίσχρο μεροκάματο που της επιτρέπει ίσα ίσα να μην πεθάνει της πείνας. Η εταίρα, ζωηρή σα νεαρή θεά, σηκώνεται από το κρεβάτι ή τον καναπέ της και, τινάζοντας τη μυρωμένη κόμη της, μετρά με αφηρημένο ύφος χρυσά λουδοβίκεια και χαρτονομίσματα. Η δική της δουλειά δεν αφήνει στο κορμί ίχνος κόπωσης ή βρωμιάς΄ ξεπλένει το στόμα της, καθαρίζει τα χείλη της και λέει χαμογελώντας: ο επόμενος!

Γκρινιάρηδες φιλόσοφοι, που αναμασάτε συνεχώς σαν μηρυκαστικά τις άχρηστες εντολές της παλιάς ηθικής, για πείτε μας λοιπόν ποια εργασία είναι πιο αρεστή στον Θεό – Κεφάλαιο, της εργάτριας ή της εταίρας;

Το κεφάλαιο δείχνει πόσο εκτιμά ένα εμπόρευμα μέσω της τιμής στην οποία επιτρέπει να πουλιέται. Σας προκαλώ λοιπόν, κατσούφηδες ηθικολόγοι, βρείτε ανάμεσα στις αναρίθμητες ανθρώπινες ασχολίες μια χειρωνακτική ή διανοητική δουλειά που να αμείβεται τόσο αδρά όσο ο πληρωμένος έρωτας!

Η επιστήμη του σοφού, η γενναιότητα του στρατιώτη, η ιδιοφυΐα του συγγραφέα, η επιδεξιότητα του εργάτη, πληρώθηκαν ποτέ τόσο ακριβά όσο τα φιλιά της Κόρας Περλ;

Το επάγγελμα της πόρνης είναι ιερό, και ο Θεός – Κεφάλαιο το βάζει πάνω απ’ όλα τ’ άλλα.

Πολυαγαπημένες μου αδερφές, ακούστε με, ακούστε με, ο ίδιος ο Θεός μιλά δια του στόματός μου:
Αν έχετε εγκαταλειφθεί από το Θεό σε βαθμό που να μην αποστρέφεστε την εξουθενωτική δουλειά της εργάτριας που παραμορφώνει το κορμί και σκοτώνει το νου, μην εκπορνευτείτε.

Αν η φιλοδοξία σας είναι να γίνετε νοικοκυρές – φυτά, καλόγριες της οικογένειας, καταδικασμένες σε μια ζωή αιματηρών οικονομιών, μην εκπορνευτείτε.
Αν επιθυμείτε μια μοναχική ζωή στη συζυγική εστία, παραμελημένη από το σύζυγο που θα τρώει την προίκα σας με την εταίρα, μην εκπορνευτείτε.
Αν όμως, νοιάζεστε για την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, το όνομά σας και την ευτυχία σας επί της γης, εκπορνευτείτε.
Αν είστε πολύ περήφανες για να δεχθείτε χωρίς να επαναστατήσετε την εξευτελιστική δουλειά της εργάτριας, εκπορνευτείτε.
Αν θέλετε να είστε η βασίλισσα των εορτών και των απολαύσεων του πολιτισμού, εκπορνευτείτε.
Σας το εύχομαι με όλη μου την καρδιά.
Αμήν!

PAUL LAFARGUE, Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Αν ο ''Χ'' δεν βγει από το «ποτάμι», δεν υπάρχει σωτηρία ούτε γι’ αυτόν ούτε για την ανθρωπότητα

Η ανθρωπότητα, λοιπόν, είναι ένα. Πράγμα που για μένα, σημαίνει ότι η ανθρωπότητα είναι όντως το «εγώ», δεν είναι απλώς λόγια. Μπορεί να έχουμε εξωτερικές σωματικές διαφορές – προσώπου, χρώματος, ύψους και λοιπά- αλλά ψυχολογικά περνάμε τις ίδιες δυστυχίες, χαρές, πληγές και τραγωδίες. Αυτό είναι το «ποτάμι» όπου ο άνθρωπος ζει ψυχολογικά. Το μόνο που υπάρχει είναι αυτό το «ποτάμι», που είναι η κοινή συνείδηση των ανθρώπων. Το «ποτάμι» είναι φτιαγμένο από επιθυμίες, ανησυχίες, απελπισία, μοναξιά, πόνο, όπως και τα αντίθετά τους. Μπορεί να έχεις ένα διαφορετικό όνομα, αλλά η συνείδησή σου είναι ίδια με όλων. Μέσα σ’ αυτό το «ποτάμι», ο άνθρωπος έχει επινοήσει τους θεούς, τις τελετές, τους Σωτήρες, όλα. Όλα είναι επινοημένα. Υπάρχει τίποτα πνευματικό σ’ αυτά; Υπάρχει τίποτα που να μην ανήκει στο «ποτάμι», στο χρόνο; Τίποτα. Ούτε ο Άτμαν, ούτε η «ψυχή» ούτε ο Θεός που έχουν επινοήσει. Αυτό το «ποτάμι», λοιπόν, είναι κοινό σε όλους μας, η συνείδησή μας είναι αυτό το «ποτάμι». Και όταν πεθαίνουμε, αυτό το «ποτάμι» συνεχίζει. Το «ποτάμι» εκδηλώνεται ως Χ, Ψ, και λοιπά. Όλοι ανήκουμε στο «ποτάμι», και όλες οι ιδιότητες του «ποταμού» είναι μέσα μας, όπως μία σταγόνα του «ποταμού», έχει όλες τις ιδιότητές του. Όπως ένα κύμα, δεν είναι διαφορετικό από τον ωκεανό που εκδηλώνεται σαν ένα κύμα και μετά εξαφανίζεται.

Τώρα: Αν ο Χ ή ο Ψ που είναι εκδήλωση του «ποταμού», βγει από το «ποτάμι», αυτός είναι απολύτως ελεύθερος από το «ποτάμι». Αν, όμως, πεθαίνοντας, δεν έχει ελευθερωθεί εντελώς από το «ποτάμι», θα μείνει σ’ αυτό κι εκείνο θα εκδηλωθεί σαν Ψ, Ω και λοιπά. Αν ο Χ δεν βγει από το «ποτάμι», δεν υπάρχει σωτηρία ούτε γι’ αυτόν ούτε για την ανθρωπότητα.

Και τι είναι το «εγώ»;
Είναι αυτό που έχει εκδηλωθεί ως Χ ή Ψ και λοιπά και θεωρεί τον εαυτό του ξεχωριστή οντότητα, πράγμα που δεν είναι γεγονός, είναι μία ψευδαίσθηση. Κι όταν πεθάνει είναι πάλι μέρος του «ποταμού». Κι όσο ο άνθρωπος, δεν βγαίνει από το «ποτάμι», δεν υπάρχει σωτηρία, ούτε γι’ αυτόν ούτε για την ανθρωπότητα. Αυτό είναι όλο.

Η εξωγήινη πέτρα «Υπατία» παλαιότερη και από τον Ήλιο;

Είναι μια φαινομενικά ασήμαντη πετρούλα, ένα βότσαλο που το μήκος του δεν ξεπερνά τα 3,5 εκατοστά και το βάρος του τα 30 γραμμάρια. Βαφτίσθηκε από τους επιστήμονες «Υπατία» και δεν μοιάζει με καμιά άλλη πέτρα ή μετεωρίτη που έχει πέσει στη Γη. Κάποιοι θεωρούν ότι είναι παλαιότερη ακόμη και από τον Ήλιο...

Βαφτίσθηκε από τους επιστήμονες «Υπατία», παίρνοντας το όνομα της διάσημης νεοπλατωνικής φιλοσόφου της Αλεξάνδρειας, η οποία υπήρξε η πρώτη γνωστή γυναίκα μαθηματικός και αστρονόμος της Δύσης, αλλά η σχέση της με τη Γη σταματά σε αυτό.

Η εν λόγω πέτρα που είχε βρεθεί στη νοτιοδυτική Αίγυπτο το 1996 και έκτοτε μελετάται, είναι όχι απλώς εξωγήινη, αλλά μια μοναδική περίπτωση. Το 2013 οι επιστήμονες είχαν συμπεράνει ότι η «Υπατία» έχει εξωγήινη προέλευση και το 2015 ότι δεν εμφανίζει ομοιότητες με οτιδήποτε άλλο στον πλανήτη μας, είτε γηγενή πέτρα είτε μετεωρίτη εξ ουρανού. Κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε μέρος ενός τελείως ασυνήθιστου διαστημικού βράχου διαμέτρου μερικών μέτρων, που όταν έπεσε στη Γη, έγινε κομμάτια και έχει βρεθεί μόνο η «Υπατία».

Μια νέα επιστημονική μελέτη κατέληξε τώρα στην ακόμη πιο εντυπωσιακή εκτίμηση ότι η «Υπατία» -ή τουλάχιστον κάποια μέρη της- πιθανότατα είχαν σχηματισθεί προτού καν δημιουργηθεί το ηλιακό μας σύστημα πριν από περίπου 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια. Με άλλα λόγια, η «Υπατία» μπορεί να έχει ηλικία που ξεπερνά ακόμη και αυτή του Ήλιου μας, ενώ η προέλευσή της είναι άγνωστη, από πόσο μακριά δηλαδή στο διάστημα, πέρα από το ηλιακό μας σύστημα, ξεκίνησε για να καταλήξει στη Γη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή γεωλογίας Γιαν Κράμερς του Πανεπιστημίου του Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γεωχημείας και κοσμοχημείας «Geochimica et Cosmochimica Acta», δήλωσαν ότι οι έως τώρα αναλύσεις επιβεβαιώνουν πως η «Υπατία» δεν μοιάζει με τους άλλους γνωστούς μετεωρίτες που έχουν πέσει στον πλανήτη μας.

Οι αναλογίες των χημικών στοιχείων που περιέχει, διαφέρουν από εκείνες που έχουν παρατηρηθεί σε πετρώματα στο ηλιακό σύστημά μας. Επιπλέον, ορισμένα «εξωτικά» επιμέρους υλικά που περιέχει και τα οποία δεν υπάρχουν στη Γη, φαίνεται να έχουν σχηματισθεί σε μια προ-ηλιακή εποχή, σε περιβάλλον με πολύ κρύες θερμοκρασίες (τουλάχιστον μείον 196 βαθμούς Κελσίου).

Μεταξύ άλλων, η «Υπατία» περιέχει ασυνήθιστο αλουμίνιο σε καθαρά μεταλλική μορφή, εξίσου ασυνήθιστα φωσφίδια, κόκκους αποτελούμενους από νικέλιο, φώσφορο και ελάχιστο σίδηρο (σε μια αναλογία που δεν υπάρχει στη Γη ή σε γνωστούς μετεωρίτες), ασυνήθιστη αναλογία άνθρακα προς πυρίτιο, υπερβολικά μεγάλη ποσότητα πολυαρωματικών υδρογονανθράκων κ.α.

Όλα αυτά μαζί συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω πετρούλα προέρχεται από υλικά που υπήρχαν στο διαστρικό χώρο, προτού καν σχηματισθούν ο Ήλιος και η Γη. Σύμφωνα με την κυρίαρχη επιστημονική θεωρία, το ηλιακό μας σύστημα και οι πλανήτες του δημιουργήθηκαν από ένα τεράστιο αρχαίο νέφος διαστρικής σκόνης, γνωστό και ως ηλιακό νεφέλωμα. Η «Υπατία» μπορεί να αποτελείται από αρχέγονα υλικά αυτού του νεφελώματος που «γέννησε» τον Ήλιο ή να προέρχεται από ακόμη πιο μακριά.

Η εξωτική πέτρα περιέχει μικροσκοπικά διαμαντάκια με διάμετρο 50 νανόμετρα (δισεκατομμυριοστά του μέτρου) έως δύο μικρόμετρα (εκατομμυριοστά του μέτρου). Τα διαμαντάκια αυτά πιθανότατα δημιουργήθηκαν από το σοκ που υπέστη η «μητρική» διαστημική πέτρα, όταν εισήλθε στη γήινη ατμόσφαιρα με μεγάλη ταχύτητα.

Η «Υπατία» δεν έχει καν επίσημα ταξινομηθεί ως μετεωρίτης επειδή, παρόλο που χωρίς αμφιβολία προήλθε από το διάστημα, μόνο τέσσερα γραμμάρια από το αρχικό βάρος της έχουν απομείνει ακέραια, καθώς η υπόλοιπη πέτρα κόπηκε σε κομμάτια, που μοιράσθηκαν σε διάφορα επιστημονικά εργαστήρια ανά τον κόσμο για να μελετηθούν. Η Εταιρεία Μετεωριτών απαιτεί τουλάχιστον το 20% της αρχικής μάζας ενός διαστημικού βράχου να παραμένει ατόφια, προκειμένου να ταξινομηθεί επίσημα ως μετεωρίτης.

Φράγχθι: Το άγνωστο σπήλαιο που βρέθηκε ο αρχαιότερος πλήρης ανθρώπινος σκελετός στην Ελλάδα

Αποτέλεσμα εικόνας για σπήλαιο φράγχθιΚαι μόνο το γεγονός ότι εκεί επέλεξε να κατοικήσει για πρώτη φορά άνθρωπος πριν από τουλάχιστον 42.000 χρόνια, σου δημιουργεί δέος.

Το βάθος του χρόνου ήταν ασύλληπτο, εάν σκεφτεί κανείς ότι ο Χριστός πέρασε από τη γη πριν από μόλις 2.000 χρόνια σχεδόν, και ότι οι αρχαίοι Έλληνες ανέγειραν τον Παρθενώνα πριν από 2.450 έτη. Μηδαμινές αποστάσεις χρόνου, σε σχέση με τα 42.000 χρόνια που έχουν περάσει από τότε που ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ άφησε τα ίχνη του στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας, ένα από τα σημαντικότερα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Οι παλαιοντολόγοι αποφαίνονται ότι πρωτοκατοικήθηκε κατά την Μουστιαία Περίοδο, και μετά βεβαιότητας μπορεί να ειπωθεί πλέον, ότι εκεί είχε βρει καταφύγιο ο Homo Sapiens προ 30.000 χρόνων. Επισκεπτόμενος το σπήλαιο, αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για ένα ιδανικό καταφύγιο, ιδίως για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής.

Έμπαιναν βαθιά μέσα στη σπηλιά για να προστατέψουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους από τα άγρια ζώα, ήταν πολύ κοντά στη θάλασσα για να μπορέσουν να δραπετεύσουν εάν κάτι τέτοιο απαιτούνταν από τις περιστάσεις, το χειμώνα προστατεύονταν με φυσικό τρόπο από το κρύο, και τα καλοκαίρια διατηρούνταν αισθητά χαμηλότερη η θερμοκρασία σε σχέση με τον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο.

Οι πρώτες ανασκαφές στο σπήλαιο ξεκίνησαν το 1967 από τα πανεπιστήμια της Ιντιάνα και Πενσυλβανία. Κοντά 40 χρόνια τώρα το Φράγχθι δεν έχει σταματήσει να εκπλήσσει τους ξένους και Έλληνες επιστήμονες. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι το σπήλαιο κατοικήθηκε για περισσότερο από 35.000 χρόνια, από την Παλαιολιθική έως και τη Νεολιθική Εποχή.

Οι ανασκαφές έφεραν στο φως εργαλεία, αντικείμενα και στοιχεία εκείνης της εποχής.
Οι ανασκαφές στο σπήλαιο Φράγχθι έχουν αποκαλύψει ιχθυολογικό υλικό μοναδικό για τα ελληνικά και όχι μόνο δεδομένα που καλύπτει πάνω από 20.000 χρόνια. Άλλωστε είναι από τις πρώτες ανασκαφές στην ανατολική Μεσόγειο που έδωσαν σημασία στα ιχθυολογικά κατάλοιπα.

Η σημαντικότερη ανακάλυψη ωστόσο από όλες είναι ο αρχαιότερος πλήρης ανθρώπινος σκελετός στην Ελλάδα ηλικίας 8-10 χιλιάδων χρόνων. Πρόκειται για έναν άντρα 25 χρονών με ύψος 1.56, ο οποίος πιθανότατα είχε δεχτεί ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι. Βρέθηκε θαμμένος με τα πόδια λυγισμένα και τα χέρια στο στήθος σε στάση εμβρύου. Κοντά του βρέθηκαν ακόμα δυο σκελετοί παιδιών.

Μια ακόμα σημαντική ανακάλυψη, η οποία και αλλάζει ό,τι ξέραμε για τις θαλάσσιες μεταφορές εκείνης της εποχής, είναι το γεγονός ότι βρέθηκαν μικρά κομμάτια από εργαλεία φτιαγμένα από οψιανό, ένα πέτρωμα που υπάρχει μόνο στην Μήλο, 80 μίλια μακριά.

Με λίγα λόγια μιλάμε για ένα ταξίδι που έγινε στο Αιγαίο το 5.000 με 4.500 π.Χ. για την μεταφορά του οψιανού από την Μήλο στο Φράγχθι. Πρόκειται, λοιπόν, για το αρχαιότερο καταγεγραμμένο ταξίδι ανοιχτής θαλάσσης της ανθρωπότητας.Τώρα ο άνθρωπος δεν είναι μόνο κυνηγός, έχει εργαλεία για να καλλιεργήσει τη γη του, κατασκευές να ταξιδεύει… Έχει το μέλλον μπροστά του.

Στα Νεολιθικά χρόνια το επίπεδο της θάλασσας ήταν πολύ πιο χαμηλά και ο άνθρωπος του σπηλαίου επέκτεινε την εγκατάστασή του προς την ακτή. Βυθισμένος κοντά στο σπήλαιο βρίσκεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, ο Νεολιθικός οικισμός ο οποίος δημιουργήθηκε ως συνέχεια και προέκταση του σπηλαίου και την σταδιακή του εγκατάλειψη.

Πρόσφατες έρευνες στο βυθό, ομάδας Ελλήνων και Ελβετών επιστημόνων σε συνεργασία με την Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα, οδήγησαν σε λεπτομερή χαρτογράφησή του για την υποβοήθηση της σχεδιαζόμενης υποβρύχιας ανασκαφής. Το Φράγχθι, λοιπόν, δεν έχει ολοκληρώσει τις αποκαλύψεις του και πιθανόν να μας εκπλήξει με τα μυστικά που κρύβει στο βυθισμένο του τμήμα.

Αποστολή ραδιοκυμάτων από εξωγήινους

Σχετική εικόναΟι αστρονόμοι θεωρούν ότι είναι πιθανό να προέρχονται από εξωγήινους οι μυστηριώδεις εκλάμψεις ραδιοκυμάτων που φτάνουν στη Γη από τα βάθη του σύμπαντος.

Το ραδιοτηλεσκόπιο του αστεροσκοπείου Παρκς βρίσκεται 20 χιλιόμετρα βόρεια από τη μικρή πόλη Παρκς της Νέας Νότιας Ουαλίας, στην Αυστραλία.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ διάστημα έχουν ενταθεί οι μυστηριώδεις εκλάμψεις ραδιοκυμάτων που έρχονται από τα βάθη του σύμπαντος. Κανείς δεν γνωρίζει την προέλευσή τους, μερικοί επιστήμονες όμως λένε ότι πιθανόν να προέρχονται από έναν προηγμένο εξωγήινο πολιτισμό.

Μια νέα αστρονομική έκθεση δείχνει ότι η ένταση των παράξενων παλμών που ονομάζονται γρήγορες ραδιοφωνικές εκρήξεις (fast radio bursts – FRBs) έχει γίνει ακραία, πράγμα που σημαίνει ότι οι εκρήξεις εκπέμπουν περισσότερη ενέργεια σε ένα μόνο χιλιοστό του δευτερολέπτου από ό,τι ο Ήλιος μας μέσα σε ένα 24ωρο!

Με άλλα λόγια, αυτές οι εκρήξεις φωτός είναι ένα δισεκατομμύριο φορές πιο φωτεινές από οτιδήποτε έχει δει προηγουμένως ανθρώπινο μάτι.

Οι αστρονόμοι πιστεύουν ότι οι εκλάμψεις αυτές προέρχονται από ένα μυστηριώδες σώμα που βρίσκεται τρία δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά.

Έως τώρα έχουν εντοπιστεί από τα ραδιοτηλεσκόπια της Γης μερικές δωδεκάδες πηγές FRBs που στέλνουν 10.000 εκλάμψεις ημερησίως, αλλά μια μόνο έκλαμψη επαναλαμβάνεται σταθερά, σαν κάποιος να στέλνει ένα σήμα. Η πηγή αυτή, γνωστή ως FRB 121102, εκπέμπει τρομερά ισχυρές ταχείες εκλάμψεις ραδιοκυμάτων που είναι ορατές σχεδόν σε όλο το σύμπαν.

Οι αστρονόμοι, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν αποκλείουν την πιθανότητα το φαινόμενο να προέρχεται από κάποιον εξωγήινο πολιτισμό, αν και –όπως πάντα– θεωρούν πιθανότερη κάποια, άγνωστη έως τώρα, φυσική εξήγηση.

Το βίντεο που ακολουθεί, από το Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Σουΐνμπερν στην Αυστραλία, περιγράφει την ανακάλυψη αυτύ του πολύ μεγάλου αριθμού ραδιοκυμάτων που έρχονται από τα βάθη του σύμπαντος και έχουν μυστηριώδη προέλευση.

ν
ν

Οι πρώτες παρατηρήσεις έγιναν από το μεγαλύτερο ραδιοτηλεσκόπιο του κόσμου, το Αρεσίμπο του Πουέρτο Ρίκο. Οι παρατηρήσεις που ακολούθησαν και επιβεβαίωσαν τα αρχικά ευρήματα, έγιναν από αστρονόμους του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ στην Καλιφόρνια με τη βοήθεια του μεγάλου ραδιοτηλεσκοπίου Γκριν Μπανκ της Δυτικής Βιρτζίνια, στο πλαίσιο του προγράμματος αναζήτησης εξωγήινης νοημοσύνης “Breakthrough Listen”.

Οι νέες παρατηρήσεις έδειξαν ότι οι εκλάμψεις από το αντικείμενο FRB 121102 εμφανίζουν σχεδόν κατά 100% γραμμική πόλωση, κάτι τελείως ασυνήθιστο. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει ότι η πηγή προέλευσης των FRBs βρίσκεται μέσα σε ένα καυτό αέριο (πλάσμα) με ισχυρό μαγνητικό πεδίο, όπως αυτό γύρω από μία μεγάλη μαύρη τρύπα. Η διεθνής επιστημονική ομάδα έκανε σχετική ανακοίνωση σε συνέδριο της Αμερικανικής Αστρονομικής Εταιρείας στην Ουάσιγκτον, καθώς και δημοσίευση στο περιοδικό Nature.

Οι FRBs είναι πολύ σύντομοι, γρήγοροι παλμοί ραδιοκυμάτων από άγνωστες πηγές, με αποτέλεσμα να αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης αστρονομίας. Η συγκεκριμένη (FRB 121102) είναι η μοναδική μέχρι σήμερα πηγή που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά.

Οι αστρονόμοι έχουν έως τώρα «πιάσει» πάνω από 200 τέτοιες ισχυρές ραδιο-εκπομπές από την ίδια πηγή, η οποία βρίσκεται σε ένα νάνο γαλαξία σε απόσταση περίπου τριών δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. Οι εκλάμψεις της εκτιμάται ότι, για να γίνονται αισθητές έως τη Γη από τόσο μακριά, είναι σχεδόν 100 εκατομμύρια φορές πιο έντονες από ό,τι ο Ήλιος.


ν
 

Κορεσμός, απόχρωση και φωτεινότητα των χρωμάτων

hue_wheelΤο χρώμα έχει τρία μοναδικά στοιχεία που το διαχωρίζουν από το αχρωματικό φως: την απόχρωση (hue), τον κορεσμό (saturation) και την φωτεινότητα ή ένταση (brightness) HSL. Είναι ένας βολικός τρόπος για να οργανώσουμε τις διαφορές στα χρώματα όπως γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο. Μερικές φορές είναι πιο εννοιολογικά κατάλληλο να συζητήσουμε για τα χρώματα με αυτά τα τρία στοιχεία παρά ως διαφορετικές τριάδες RGB αριθμών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη αντίληψη βλέπει τα χρώματα με αυτούς τους τρόπους και όχι ως τριάδες αριθμών.
 
Αν φανταστούμε ότι τα τρία βασικά χρώματα κόκκινο, πράσινο και μπλε τοποθετούνται εξίσου μεταξύ τους σε ένα τροχό χρωμάτων, όλα τα άλλα χρώματα του φάσματος μπορεί να δημιουργηθούν από μείγματα μεταξύ οποιωνδήποτε δύο από τα βασικά χρώματα. Για παράδειγμα, τα χρώματα Magenta Yellow, και Cyan είναι στα μισά του δρόμου μεταξύ κόκκινου και μπλε, κόκκινου και πράσινου και μπλε και πράσινου αντίστοιχα.
 
Αυτό το διάγραμμα ονομάζεται χρωματικός τροχός και οποιοδήποτε συγκεκριμένο σημείο στον τροχό από 0 έως 360 μοίρες αναφέρεται ως απόχρωση Hue, το οποίο καθορίζει τον ειδικό τόνο του χρώματος. Η απόχρωση (Hue) διαφέρει ελαφρώς από το «χρώμα», επειδή ένα χρώμα μπορεί να έχει κορεσμό ή φωτεινότητα, καθώς και μια απόχρωση.
 
colors_saturationΚορεσμός είναι η ένταση μιας απόχρωσης από τον γκρίζο τόνο (καθόλου κορεσμός) έως το καθαρό, ζωντανό χρώμα (υψηλός κορεσμός).
 
colors_brightnessΗ φωτεινότητα από την άλλη είναι η σχετική φωτεινότητα ή σκοτεινότητα ενός συγκεκριμένου χρώματος, από το μαύρο (χωρίς φωτεινότητα) έως το λευκό (πλήρης φωτεινότητα). 
 
hsb_eg
Η εικόνα δείχνει τη διαφορά μεταξύ του κορεσμού και της φωτεινότητας. Πρέπει πρώτα να επιλέξετε μια μπλε απόχρωση από τον τροχό χρωμάτων. Στη συνέχεια, μπορεί να μειώσετε τον κορεσμό, έτσι ώστε το μπλε χρώμα να γίνεται όλο και πιο μπλε γκρι. Με μηδέν κορεσμό είναι γκρι. Έχουμε πάρει έναν λιγότερο κορεσμένο μπλε τόνο και, στη συνέχεια, ενεργοποιήστε την φωτεινότητα πάνω-κάτω σε αυτό το ύφος.
 
bronze_satΣημειώνεται ότι η αύξηση της φωτεινότητας δεν είναι το ίδιο όπως η μείωση του κορεσμού. Η μείωση του κορεσμού μετατρέπει τα χρώματα σε γκρι αποχρώσεις. Η αύξηση της φωτεινότητας μετατρέπει ένα μπλε σε ένα ελαφρύ μπλε του ουρανού, αλλά χωρίς να είναι γκρι.
 
bronzeΛαμβάνοντας ένα σχεδόν εντελώς χωρίς κορεσμό (desaturated) μπλε, είναι σχεδόν τέλειο γκρι, και η αύξηση της φωτεινότητας θα το οδηγήσει σε πιο ανοιχτές αποχρώσεις του γκρι. Ωστόσο, αν υπάρχει κάποιο «μπλε» στο γκρίζο με την αύξηση του κορεσμού μπορούμε να επιτύχουμε και πάλι ένα φωτεινό μπλε.

Τα χρώματα δηλαδή δεν είναι φως σε ένα μήκος κύματος, αλλά στην πραγματικότητα περιέχουν μια ολόκληρη σειρά μηκών κύματος. Έτσι η «απόχρωση» περιγράφει ποιο μήκος κύματος φαίνεται να είναι το βασικό. Το αντικείμενο που περιγράφεται από το φάσμα που φαίνεται παρακάτω θα ήταν πιθανόν να εκληφθεί ως γαλαζωπό, έστω και αν περιέχει μήκη κύματος σε όλο το φάσμα.
 
kyano
Αν και η κορυφή σε αυτό το φάσμα εμφανίζεται στην ίδια περιοχή με την απόχρωση του αντικειμένου, δεν συμβαίνει πάντα. Αν αυτό το αντικείμενο είχε αντ ‘αυτού ξεχωριστές και έντονες κορυφές στο κόκκινο και στο πράσινο, το πιο πιθανό, είναι το χρώμα του, να ήταν κίτρινο (βλέπε τον πίνακα προσθετικής ανάμιξης χρωμάτων).
 
Ο κορεσμός ενός χρώματος αποτελεί μέτρο της καθαρότητας του. Ένα ιδιαίτερα κορεσμένο χρώμα θα περιέχει ένα πολύ στενό αριθμό (λίγα και κοντινά), μηκών κύματος και θα φαινόταν πολύ πιο έντονο από ότι ένα παρόμοιο, αλλά λιγότερο κορεσμένο χρώμα. Το ακόλουθο παράδειγμα απεικονίζει το φάσμα για μια ιδιαίτερα κορεσμένη και για μια λιγότερο κορεσμένη σκιά του μπλε.
 
koresmos
Αριθμητική Ορισμοί
Η απόχρωση, ο κορεσμός και η φωτεινότητα υπολογίζονται από τις τιμές των R, G και Β, που κλιμακώνονται από το 0 έως 255 σύμφωνα με τους ακόλουθους τύπους:
 
· H απόχρωση (H) είναι μηδέν (0), εάν οι τιμές R = G = B, διαφορετικά έχει μια τιμή μεταξύ 0 και 255, με την περιοχή από 0 έως 255 να διαιρείται σε τρεις λωρίδες : G έως το Β, Β έως το R και το R έως G..
· Η φωτεινότητα L  = (Μ + m) / 2, όπου το Μ είναι το μέγιστο (R, G, Β) και το m είναι το μινόμουμ (R, G, Β).
· Ο κορεσμός S = 0, εάν το R = G = B, αλλιώς 255 * (M – m) / (M + m), εάν L <128, αλλιώς 255 * (M – m) / (511 – (Μ + m)).
Η φωτεινότητα (Luma), για ιστορικούς λόγους αναφέρεται ως ένταση και υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:
· L (luma) = 0,3 * R + 0,59 * G + 0,11 * Β
 

Σύνοψη στους όρους που πρέπει να θυμάστε.

  • Απόχρωση : είναι το χρώμα (μπλε, πράσινο, κόκκινο, κα.)
  • Χρώμα : είναι η καθαρότητα του χρώματος (Μια απόχρωση με το μέγιστο βαθμό χρώματος δεν έχει καθόλου μαύρο, λευκό ή γκρι μέσα)
  • Κορεσμός : αυτός ο όρος αναφαίρετε στο πόσο δυνατό ή αχνό είναι ένα χρώμα (ο υψηλός βαθμός κορεσμού είναι ένα έντονο χρώμα)
  • Τιμή : Αναφέρετε στο πόσο ανοιχτόχρωμη ή σκουρόχρωμη είναι μια απόχρωση (τα ανοιχτά χρώματα έχουν υψηλή τιμή)
  • Τόνος : οι τόνοι δημιουργούνται με την ανάμιξη γκρι στα χρώματα.
  • Σκιές : οι σκιές δημιουργούνται με την ανάμιξη μαύρου στα χρώματα.
  • Tints: τα tints δημιουργούνται με την ανάμιξη λευκού στα χρώματα.