Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Ο Τίτος Λουκρήτιος, οι επιθυμίες και ο σοφός άνθρωπος

Ω ξένε, εδώ καλό θα είναι να χρονοτριβήσεις, εδώ το υψηλότερο αγαθό μας είναι η ηδονή.
Επιγραφή στην είσοδο του Κήπου
 
Ο Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (λατινικά Titus Lucretius Carus) γεννήθηκε περίπου στα 98-94 π.Χ. και πέθανε γύρω στα 55-53 π.Χ. Το μόνο γνωστό του έργο είναι ένα εκτενές φιλοσοφικό ποίημα με τίτλο De Rerum Natura, («Περί της φύσεως των πραγμάτων»). Φαίνεται ότι ολόκληρο το βιβλίο βασίστηκε στην χαμένη επιτομή των τριανταεπτά τόμων που συνέταξε ο  αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος. Τα χειρόγραφα του De Rerum Natura ήταν επί αιώνες θαμμένα στα άδυτα ενός μοναστηριού της νότιας Γερμανίας, ώσπου ανακαλύφθηκαν το 1417. Είναι γνωστό ότι από το τεράστιο και αξιολογότατο συγγραφικό έργο των Επικούρειων σώθηκαν ελάχιστα. Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε, τα συγγράμματα τους πολεμήθηκαν συστηματικά σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας.
 
Διακηρυγμένος στόχος του Ρωμαίου Λουκρήτιου ήταν να απαλλάξει το νου των ανθρώπων από τις προκατάληψεις, τις δεισιδαιμονίες και τον φόβο του θανάτου. Σε 7.415 συνολικά στίχους, γίνεται εκτενής αναφορά σε όλες τις απόψεις των Επικούρειων Ο Λουκρήτιος απέρριπτε ως αβάσιμη δεισιδαιμονία την ιδεαλιστική άποψη ότι το Σύμπαν κυβερνάται από θεϊκές παρεμβάσεις ή υπερφυσικές δυνάμεις, όπως θεωρούσε η πλειοψηφία των ανθρώπων του καιρού του. Ο θάνατος για τον Λουκρήτιο δεν ήταν εγγενώς ούτε καλός ούτε κακός, μόνο μία απόλυτη παύση της ύπαρξης, και ο φόβος του θανάτου δεν ήταν παρά μία προβολή επίγειων, καθημερινών φόβων.
 
Το κυνήγι της δόξας
Σύμφωνα με την αντίληψη των Επικούρειων, το να επιδιώκεις τη δόξα, τον πλούτο και τη δύναμη χωρίς μέτρο είναι αφύσικο, μια συνεχής πηγή ταραχών και δυσφορίας. Ακόμα και όταν ο αδύνατος γίνει δυνατός, ο θνητός άνθρωπος ποτέ δε θα γίνει παντοδύναμος, ούτε θα νικήσει τους φόβους του, με πρώτο το φόβο του θανάτου. Το να είσαι αδύναμος και να θέλεις να γίνεις δυνατός είναι τουλάχιστον εξίσου οδυνηρό με το να είσαι δυνατός και να επιθυμείς την αδύνατη παντοδυναμία. Έτσι εξηγείται πιθανώς και η θρυλούμενη ελαφρά μελαγχολία των μεγάλων ανδρών και γυναικών. Αφού τα έχουν όλα, γιατί δεν αισθάνονται ευτυχισμένοι;
 
Μια εικόνα της σοφίας
Οι γλυκιές κατοικίες των σοφών βρίσκονται αλλού:
 
«Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. Όχι βέβαια γιατί ηδονίζεσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλυτώσεις εσύ ο ίδιος. Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος. Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στα ύφη τα οχυρωμένα από τις γνώσεις και τη διδασκαλία των σοφών, κι από τις γαλήνιες αυτές κατοικίες σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους άλλους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία.»
 
Οι επιθυμίες
Σε όλες τις ιστορικές εποχές, ο πλούτος που αναζητά η ματαιοδοξία των θνητών θα χάνεται πάντοτε στο άπειρο. Ο Επίκουρος χωρίζει τις επιθυμίες σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: φυσικές και αναγκαίες, φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες. Για κάθε επιθυμία, μπορούμε να θέσουμε το φαινομενικά απλό ερώτημα, τι θα (μου) συμβεί αν γίνει αυτό που επιθυμώ; και τι θα συμβεί αν δεν γίνει;
 
«Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;
 
Το βλέπουμε πως δε χρειάζεται το κορμί πολλά πράγματα. Κάθε τι που διώχνει τον πόνο, μπορεί και πολλές απολαύσεις να προσφέρει. Η ίδια η φύση τότε δεν ζητά μεγαλύτερη ευχαρίστηση. Αν το σπίτι δεν έχει χρυσά αγάλματα εφήβων να κρατούν στο δεξί το χέρι αναμμένες δάδες και να φωτίζουν τα νυχτερινά φαγοπότια, αν το σπίτι δεν αστραποβολά από ασήμια και χρυσάφια, αν δεν αντιλαλούν κιθάρες μες στα στολισμένα σαλόνια, εμάς μας είναι αρκετό να ξαπλώνουμε στο τρυφερό χορτάρι, φίλοι με φίλους στην ακροποταμιά, κάτω από τα σκιερά κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου μας είναι αρκετό να μπορούμε να διασκεδάζουμε με λίγα έξοδα, ιδίως αν μας χαμογελά ο καιρός, κι η εποχή ραίνει το καταπράσινο χορτάρι με λουλούδια. Ο καυτός πυρετός δεν αφήνει γρηγορότερα το κορμί που ξαπλώνει πάνω σε κεντητά στρώματα και σε άλικες πορφύρες, απ’ ό,τι το κορμί που ‘ναι ξαπλωμένο σ’ ένα φτωχικό στρωσίδι.»
 
Το κακό λοιπόν δεν το προξενούν η φτώχεια της φύσης (η της φύσεως ένδεια) αλλά οι αιωνίως ανικανοποίητες ορέξεις των ανθρώπων που σχετίζονται με τις κούφιες ιδέες (η περί τας κενάς δόξας όρεξις). Η φύση παρουσιάζεται γενναιόδωρη αλλά οι ματαιόδοξοι θνητοί δύσκολα εκτιμούν τα δώρα της. Αντίθετα με την γνώμη των πολλών, δεν είναι άπληστο το στομάχι, άπληστη και ψεύτικη είναι η ιδέα ότι μπορεί να γεμίζει συνέχεια (άπληστον ου γαστήρ· δόξα ψευδής υπέρ του γαστρός αορίστου πληρώματος.)

«Παράβαλε με τις προσφορές άλλων θεών. Η Δήμητρα, καθώς λένε, μας έδωσε το σιτάρι, ο Διόνυσος το κρασί. Μα και δίχως αυτά υπάρχει ζωή κι ακούμε πως και σήμερα ακόμα ζουν λαοί που δεν τα γνωρίζουν. Θα ήταν όμως αδύνατο να ζήσει κανείς ευτυχισμένα δίχως καθαρή καρδιά. Δικαιολογημένα μάς φαίνεται θεός εκείνος που η σοφία του ζωντανή και απλωμένη στα μεγάλα έθνη γαληνεύει τις καρδιές με τις γλυκιές παρηγοριές της ζωής. Αν νομίζεις πως οι άθλοι του Ηρακλή αξίζουν περισσότερο, τότε ξεμακραίνεις πολύ απ’ την αλήθεια» -Λουκρήτιος

Τα πλούτη, η δόξα, η ευγενική καταγωγή και η εξουσία δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο:
 
«Κι αφού τα πλούτη κι η ευγενική καταγωγή κι η δόξα του θρόνου δεν ωφελούν σε τίποτα το κορμί, θα πρέπει να σκεφτούμε πως ούτε και το πνεύμα ωφελούν. Μήπως τάχα, την ώρα που βλέπεις τις λεγεώνες σου να κάνουν πολεμικές ασκήσεις στο πεδίο του Άρεως και να προελαύνουν ορμητικά, και μήπως, την ώρα που παρακολουθείς τα γυμνάσια του στόλου σου στην ανοιχτή θάλασσα, θα τρομάξουν οι δεισιδαιμονίες σου και θα πάρουν δρόμο και θα φύγει απ’ την ψυχή σου ο φόβος του θανάτου, αφήνοντάς την λεύτερη, απαλλαγμένη από το άγχος;»
 
Ο σοφός άνθρωπος δεν ασχολείται με την πολιτική, εκτός κι αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Κατά την εκτίμησή μου, οι Επικούρειοι δεν ήταν τόσο αμέτοχοι στα κοινά όσο παρουσιάζονται συνήθως. Η ίδια η διατύπωση της φιλοσοφίας του δικαίου στάθηκε ριζοσπαστική πολιτική παρέμβαση με διάρκεια αιώνων και ενέπενευσε πολιτικούς αγώνες στους οποίους χύθηκαν ποτάμια αίμα και μελάνι. Μπορούμε άραγε να χαρακτηρίσουμε απολίτικο έναν άνδρα που είπε ότι οι νόμοι φτιάχνονται από τους ανθρώπους και όχι από τους θεούς;
 
Πρώτη η Αθήνα
Ο Λουκρήτιος παρουσιάζει τον  θείο Επίκουρο ως τέκνο της δημοκρατικής Αθήνας:

 «Πρώτη η Αθήνα με το λαμπρό το όνομα, μοίρασε κάποτε στους βασανισμένους θνητούς τις σοδειές των καρπών και ανανέωσε τη ζωή και καθιέρωσε νόμους. Πρώτη χάρισε τις γλυκιές παρηγοριές της ζωής, σαν γέννησε τον άντρα εκείνο τον προικισμένο με τέτοιο πνεύμα, που από τα χείλη του έβγαινε η αλήθεια για το κάθε τι και μολονότι έσβησε το φως της ζωής του, οι θείες ανακαλύψεις του έχουν παντού διαδοθεί κι η δόξα του υψώθηκε ως τα ουράνια.»
 
Η ευτυχία έρχεται στα τα ζύγια του ανθρώπου, στο μέτρο του δυνατού. Το μυαλό των θνητών, σκλαβωμένο από χίλιες έγνοιες, μοιάζει τρύπιο βαρέλι δίχως πάτο:
 
«Είδε πως ήταν στο χέρι των ανθρώπων όλα τα απαραίτητα για να ζουν με ασφάλεια, στο μέτρο του δυνατού. Είδε τους δυνατούς με τα πλούτη και τις τιμές, περήφανους ως και για το καλό όνομα των παιδιών τους, κι όμως μες στα σπίτια τους οι καρδιές τους ήσαν γεμάτες αγωνία και το μυαλό τους σκλαβωμένο από τις έγνοιες, και πως αναγκάζονταν να μαλώνουν και να παραπονιούνται πικρά. Και κατάλαβε πως όλο το κακό έβγαινε μέσα από το ίδιο το δοχείο, και πως κάποιο ελάττωμα του τα χαλνούσε όλα όσα έρχονταν να μπουν μέσα του, ως και τα πιο όμορφα. Εν μέρει γιατί ήταν όλο τρύπες και δίχως πάτο κι ήταν αδύνατο να γεμίσει και εν μέρει γιατί οτιδήποτε δεχόταν μέσα, του μετέδιδε μιαν άσχημη γεύση, θα έλεγε κανείς.»
 
Η μελέτη της Φύσης
Η φυσική φιλοσοφία δεν φτιάχνει κομπασμένους και πολυλογάδες (ου κομπούς ουδέ τη φωνή εργαστικούς παρασκευάζει) ούτε ανθρώπους που κάνουν επίδειξη γνώσεων για να εντυπωσιάζουν τους πολλούς (ουδέ την περιμάχητον παρά τοις πολλοίς παιδείαν ενδεικνυμένους) αλλά προσωπικότητες σοβαρές και αυτάρκεις. Η μελέτη της Φύσης και του Σύμπαντος έχει ως κύριο στόχο να διαλύσει τους παιδικούς φόβους και τις θλιβερές σκέψεις που βασανίζουν τις καρδιές των ανθρώπων:
 
«Κι εκείνος απολύμανε τις καρδιές με λόγια γεμάτα αλήθεια, και σήκωσε φράχτες στις επιθυμίες και στους φόβους. Και μας δίδαξε ποιο είναι το υπέρτατο αγαθό που όλοι λαχταρούμε και μας έδειξε τον δρόμο, το πιο σύντομο και ίσιο μονοπάτι για να φτάσουμε εκεί. Έδειξε ποια δυστυχία υπάρχει στα ανθρώπινα πράγματα, πώς γεννιέται και σκορπά παντού με λογιών-λογιών μορφές, τυχαία είτε από φυσική αιτία σύμφωνα με την τάξη που έθεσε το σύμπαν, και δίδαξε από ποιες πόρτες πρέπει να την αντιμετωπίσουμε, και απόδειξε ότι μάταια το ανθρώπινο γένος μηρυκάζει τις θλιβερές σκέψεις. Γιατί όπως τα μικρά παιδιά φοβούνται μες στο σκοτάδι και τρέμουν το καθετί, έτσι κι εμείς φοβούμαστε μες στο φως, τόσες και τόσες φορές, πράγματα που δεν είναι πιο φοβερά από κείνα που τρομάζουν τα παιδιά και που φαντάζονται ότι θα τους συμβούν μες στα σκοτεινά.
 
Αυτό το φόβο λοιπόν, αυτά τα σκοτάδια της ψυχής, ας μη περιμένουμε να τα σκορπίσουν οι αχτίδες του ήλιου μήτε τα φωτεινά βέλη της μέρας μόνο η μελέτη κι η ερμηνεία της φύσης μπορεί να τα διαλύσει.»
 
Το νόημα της ζωής
Ποια είναι η ανώτατη πνευματική ηδονή; αυτή που αναβλύζει τις στιγμές που η νηφάλια σκέψη (νήφων λογισμός) σκορπίζει τα σκοτάδια της μεταφυσικής και ότι προκαλεί φόβο γίνεται αντικείμενο στοχασμού, έρχεται δηλαδή στα μέτρα του Έλληνα ανθρώπου της κλασικής εποχής. Για τους Επικούρειους, κάθε δραστηριότητα είναι σοφή, όταν έχει ως σκοπό να μάς οδηγήσει στην ευτυχισμένη ζωή. Το βαρύ καθήκον της ευτυχίας ο μεγάλος Έλληνας το πήρε απ’ τους θεούς και το έριξε στους ανθρώπους. Ευτυχισμένη ζωή δεν νοείται μέσα στο φόβο· οι αγαπημένοι φίλοι, η ευδαιμονία και η αταραξία του σώματος και της ψυχής είναι η μόνη εγγύηση της ευτυχίας για τους θνητούς. Ο Επίκουρος για τον Λουκρήτιο ήταν θεός αφού ήταν εκείνος που πρώτος βρήκε το νόημα της ζωής, ό,τι σήμερα ονομάζουμε σοφία, εκείνος που με την επιστημοσύνη του άρπαξε τη ζωή μέσα απ’ τις τόσες ανεμοζάλες κι από βαθιά σκοτάδια, και την απίθωσε σε τέτοιο γαλήνιο λιμάνι και σε τόσο καθάριο φως.
-------------------------
Ενδεικτική βιβλιογραφία και πηγές
[1] Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Επίκουρος. Η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου.
[2] Ανθολόγιο φιλοσοφικών κειμένων Γ’ Γυμνασίου
[3] Χάρη Λύτα, «Λάθε βιώσας» Η επικούρεια τέχνη του ευ ζην.
[4] Hutchinson, Επίκουρος, κείμενα-πηγές της Επικούρειας φιλοσοφίας του ευ ζην.
[5] http://en.wikipedia.org/wiki/Epicurus

Δεν απολαμβάνουμε αρκετά τις αμήχανες στιγμές μας

Είμαστε περίεργα πλάσματα και το ξέρουμε κι οι ίδιοι. Όχι τόσο με την πολυδιαφημιζόμενη κι ενίοτε εμπορική έννοια της περιέργειας, αλλά με αυτή της πλήρους κατανόησης της εκκεντρικότητας –μικρής ή μεγάλης, ευδιάκριτης ή κρυμμένης– που διακατέχει τον καθένα από εμάς.    
Με το πέρασμα των χρόνων μας στη Γη κάνουμε ολοένα και περισσότερα βήματα προς αυτή. Μαθαίνουμε να την εντοπίζουμε να την κατανοούμε και να την αγκαλιάσουμε, αν χρειαστεί, γιατί κι αυτή όπως και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά μας συμπληρώνουν τα κομμάτια του παζλ της ύπαρξής μας.

Στο δρόμο προς την κατανόηση αυτή σαστίσαμε πολλές φορές μπροστά στα ευρήματα που αντικρίσαμε, κομπιάσαμε άλλες τόσες όταν κάτι δεν ξέραμε ακριβώς τι είναι, σταθήκαμε αμήχανα μπροστά στους άλλους και στον καθρέφτη προσπαθώντας μάταια πολλές φορές να το εξηγήσουμε κι αποτύχαμε ξανά και ξανά προσπαθώντας να το απομακρύνουμε ή να το πατάξουμε.

Σε ένα πλαίσιο κανονικότητας, που την αναμασά διαρκώς ο κόσμος που ζούμε, ξεχάσαμε –αν μας πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό να το κάνουμε– πώς είναι να γελάμε με μας τους ίδιους. Πώς είναι να απολαμβάνουμε τις αμηχανίες μας, να ξεκαρδιζόμαστε μπροστά στην σύγχυση της ίδιας μας της ύπαρξης, να περνάμε καλά με το ότι δεν έχουμε απαντήσεις, να είμαστε άνετοι με την ιδέα ότι είμαστε αδέξιοι, αντιφατικοί, ότι δεν ξέρουμε πώς να φερθούμε, ότι κάποιες φορές φοβόμαστε, ενώ δεν πρέπει κι είμαστε γενναίοι εκεί που δε χρειάζεται.

Να μη μας στριμώχνει το ότι κάναμε λάθη, γιατί θα κάνουμε κι άλλα κι όσο χαμογελάμε στην παραδοχή τους και δε στριμωχνόμαστε στη γωνία από μόνοι μας, τόσο περισσότερο φως αφήνουμε να μπει μέσα για να τα διακρίνουμε. Να το προτιμάμε να γελάμε εμείς με όσο χαραμίσαμε ή με όσα πήγαν χαμένα και στην άβολη σκέψη ότι μπορεί και κάποιος άλλος να γελάει με μας, ας τον πάρουμε αγκαλιά να γελάσει μαζί με εμάς.

Κι εκεί πάνω, στην όλη ευθυμία, ας του δείξουμε πώς να το κάνει και με τον εαυτό του συνειδητοποιώντας μια και καλή ότι τις φορές που γελάσαμε κι εμείς σε βάρος κάποιου άλλου ήταν γιατί δεν είχαμε βρει τον τρόπο να γελάσουμε πρώτα με τον εαυτό μας. Να απολαύσουμε τις άβολες στιγμές μας όπως τους αξίζει.

Γεννηθήκαμε κι ανατραφήκαμε σε μια νόρμα που υπαγορεύει να γιορτάζονται, να εξυμνούνται, να εξιδανικεύονται και να μένουν στη μνήμη μόνο οι στιγμές θριάμβου. Οι στιγμές που κάποιος νικάει, που κάποιος καταχειροκροτείται, που κάποιος ανταμείβεται, που κάποιος θριαμβευτικά βρίσκει το θησαυρό και τον μοστράρει περήφανα, που κάποιος ανέβηκε στην κορυφή και πλέον τον θαυμάζουν όλοι.

Έτσι ποτέ δεν επινοήθηκε χώρος, ποτέ δε βρέθηκε σωστό συναίσθημα αποδοχής κι απόλαυσης, ποτέ δεν έγινε καν λόγος για όλες τις στιγμές, για όλες τις φορές που μας βοήθησαν να τα καταφέρουμε ως εδώ σήμερα, να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, που απλώσαμε το χέρι και στους άλλους, νιώθοντας τι είναι κι αυτοί, που νιώθαμε να μας πλησιάζει η τρέλα, η παράνοια ή η μαυρίλα της απελπισίας, αλλά τελικά τα βγάλαμε πέρα έστω κι αν πέρασαν πολλές μέρες σε αυτό το χρώμα μέχρι να τα καταφέρουμε, που μέναμε στη γωνία αμήχανοι, φοβισμένοι στρυμωγμένοι και τολμήσαμε αυτό που φαίνεται παράλογο ή γελοίο, το να πούμε στον εαυτό μας το πόση απέραντη πλάκα έχει η ζωή κι έτσι χαχανίζοντας βοηθήσαμε τις στιγμές αυτές να εκπληρώσουν όλες το σκοπό τους. Τους το χρωστούσαμε, άλλωστε. Χωρίς αυτές δε θα ήμασταν εμείς.

Κάθε άνθρωπος και ένα μάθημα ζωής

Οι άνθρωποι που πέρασαν από την ζωή μου, φρόντισαν να μου μάθουν τόσα πολλά, οι περισσότεροι δε χωρίς να το καταλάβουν. Απέναντί τους, γνώρισα τον εαυτό μου καλύτερα και τους είδα από μια άλλη οπτική γωνία, άγνωστη σε αυτούς, μα τόσο οικεία σε εμένα.

Έμαθα να διαβάζω τις προφητείες του μυαλού μου, έμαθα τους λόγους που τα μάτια μου σκοτεινιάζουν και οι προβλέψεις μου για αυτούς είναι δυσοίωνες. Έμαθα από τους δρόμους που περνάω μετά να τους βάζω φωτιά και να τους καίω, για να μην ξέρει κανένας και να μην μπορεί να προβλέψει τα βήματά μου και την κατάληξη της διαδρομής μου. Έμαθα να διαβάζω καλά τις μαύρες τους ψυχές και να μπορώ να διακρίνω το μίσος τους, που προσπαθούν να το καμουφλάρουν με επιφανειακή αγάπη. Έμαθα να ξεχωρίζω τα πραγματικά δάκρυα, από εκείνα τα κροκοδείλια. Έμαθα ότι το δάκρυ, το πραγματικό όμως, είναι ο σιωπηλός όρκος της ψυχής και στο χώμα που πέφτει είναι ιερό, γιατί κρύβει μέσα του αγάπη και πόνο και αυτά από μόνα τους είναι άξια σεβασμού.

Έμαθα ότι όταν αγαπάς πραγματικά, είσαι ικανός να μετακινήσεις βουνά και να γκρεμίσεις βράχια κοφτερά, να πέσεις στις πιο βαθιές θάλασσες και να μην πνιγείς. Έμαθα να διακρίνω και να χωρίζω τους ανθρώπους σε κατηγορίες, μάλλον εκείνοι με ανάγκασαν να προβώ στον διαχωρισμό από τις πράξεις τους. Έμαθα να ξεχωρίζω τα διαμάντια από τον άνθρακα.

Έμαθα πως δεν μπορώ να βασίζομαι ποτέ σε εκείνους και η ζωή κάθε μέρα βρίσκει τον τρόπο να με απομακρύνει από αυτούς. Έμαθα να περιμένω να κάνουν τα πάντα για αυτούς μόνο με γνώμονα τους εαυτό τους.

Έμαθα πως η αγάπη γι' αυτούς δεν έχει κανένα νόημα και δεν μπορείς να κάνεις καμία θυσία σε κάτι που δεν πιστεύεις. Έμαθα πως οι «δικοί» τους άνθρωποι, έρχονται και παρέρχονται ανάλογα με το τι έχουν να τους προσφέρουν. Έμαθα πως το για πάντα τους κρατάει μέχρι την στιγμή που η αφαίμαξη τους τελειώνει και δεν έχουν κάτι άλλο να πάρουν.

Έμαθα πως όλοι αυτοί γεννήθηκαν ενήλικες και πούλησαν πολύ φθηνά την παιδική τους ηλικία, χάνοντας ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής τους. Έμαθα πως αυτοχαρακτηρίζονται δυνατοί και απαγορεύεται να κλαίνε, τη στιγμή που μέρος της δύναμής μου ήταν και να κλαίω. Με έμαθαν τους λάθος ανθρώπους και γι’ αυτό τους ευγνωμονώ. Πέρασαν από δίπλα μου και όσο και να προσπάθησαν δεν κατάφεραν να με παρασύρουν στον δικό τους βρώμικο κόσμο. Βλέπεις ήταν γραφτό μου τα βήματα της ζωής μου να τα κάνω χωρίς αυτούς.

Μα το κυριότερο μου έμαθαν τη διαφορά του ανθρώπου από τον απάνθρωπο και μεγαλύτερο δώρο από αυτό δεν θα μπορούσαν να μου κάνουν.

Αυτό το κάτι που θέλεις

Όλοι θέλουν ν’ αποκτήσουν αυτό που θα τους κάνει ευτυχισμένους. Ο καθένας θέλει να ζήσει μια ξέγνοιαστη, ευτυχισμένη και ανέφελη ζωή, να ερωτευτεί, να κάνει συναρπαστικό σεξ και να έχει σημαντικές σχέσεις, να έχει τέλεια εμφάνιση, να κερδίζει πολλά χρήματα, να είναι δημοφιλής, να χαίρει εκτίμησης και σεβασμού και να έχει τόσο μεγάλη επιρροή που οι άνθρωποι ν’ ανοίγουν δρόμο για να περάσει μόλις μπαίνει σε ένα χώρο.

Όλοι θα το ήθελαν αυτό, γιατί όχι; Αν σας ρωτήσω «Τι θέλετε από τη ζωή;» και μου απαντήσετε «Θέλω να είμαι ευτυχισμένος, να αποκτήσω μια μεγάλη οικογένεια και μια δουλειά να μου αρέσει», η απάντησή σας θα είναι τόσο κοινότοπη που δεν σημαίνει τίποτα.

Μια πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση, μια ερώτηση που ίσως δεν έχετε σκεφτεί ποτέ είναι «Για ποιο πράγμα θέλεις να κοπιάσεις; Για ποιο λόγο θέλεις να παλέψεις;» Αυτό είναι που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται οι ζωές μας.

Όλοι θέλουν να έχουν μια εκπληκτική δουλειά και οικονομική ανεξαρτησία, αλλά δεν θέλουν να υπομένουν εβδομάδες εργασίας 60 ωρών, χρονοβόρες μετακινήσεις, επαγγελματικά ταξίδια, τη γραφειοκρατία, προσαρμογή σε αυθαίρετες εταιρικές ιεραρχίες και την «ασφυξία» ενός γραφείου. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι πλούσιοι χωρίς ρίσκο, χωρίς θυσία, χωρίς την αναστολή της ικανοποίησης που απαιτεί η συσσώρευση πλούτου.

Όλοι θέλουν να κάνουν ασυναγώνιστο σεξ και ν’ απολαμβάνουν μια βαθιά ικανοποιητική σχέση, αλλά δεν είναι όλοι πρόθυμοι να ζήσουν τις διαμάχες, τις αμήχανες σιωπές, τα τραύματα και το συναισθηματικό ψυχόδραμα για να φτάσουν ως εκεί. Και έτσι συμβιβάζονται. Συμβιβάζονται και μετά αναρωτιούνται «κι αν;» για χρόνια και χρόνια έως ότου η ερώτηση μεταμορφωθεί από «κι αν;» σε «αυτό ήταν όλο κι όλο;» Και όταν παίρνουν διαζύγιο και διατροφή αναρωτιούνται πώς έγινε, έχοντας ξεχάσει τις χαμηλές απαιτήσεις που είχαν από τη ζωή τους είκοσι χρόνια πριν.
Η ευτυχία προϋποθέτει αγώνα.
Καθετί θετικό, προκύπτει επειδή έχεις διαχειριστεί με επιτυχία κάτι αρνητικό. Κανένας δεν καταφέρνει να αποφεύγει δυσάρεστες καταστάσεις σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Στη βάση της ανθρώπινης εμπειρίας μοιραζόμαστε όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες ή παρόμοιες ανάγκες. Διαχειριζόμαστε εύκολα τις ευχάριστες εμπειρίες, όμως εκείνες που μας δοκιμάζουν είναι οι δυσάρεστες. Επομένως, αυτό που αποκομίζουμε από τη ζωή δεν καθορίζεται από τα θετικά συναισθήματα που επιδιώκουμε να νιώσουμε, αλλά από το ποια είναι εκείνα τα αρνητικά συναισθήματα που είμαστε διατεθειμένοι να υποστούμε προκειμένου να αποκτήσουμε πρόσβαση στα θετικά συναισθήματα.

Οι άνθρωποι θέλουν να έχουν αψεγάδιαστη εξωτερική εμφάνιση. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να την αποκτήσει αν δεν αποδεχθεί τον πόνο και την πίεση που περιλαμβάνει η πολύωρη προπόνηση στο γυμναστήριο και προσεκτικός υπολογισμός μικροσκοπικών μερίδων και θερμίδων όλη μέρα, κάθε μέρα.

Οι άνθρωποι θέλουν να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση ή να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητοι. Αλλά δεν θα γίνετε επιτυχημένος επιχειρηματίας αν δεν αποδεχθείτε το ρίσκο, την αβεβαιότητα, τις συνεχόμενες αποτυχίες, τις ατέλειωτες ώρες εργασίας πάνω σε κάτι που δεν έχετε ιδέα εάν θα είναι επιτυχημένο ή όχι.

Οι άνθρωποι θέλουν έναν σύντροφο, έναν σύζυγο. Αλλά δεν φτάνετε στο να προσελκύσετε κάποιον που να σας συναρπάζει χωρίς να αποδέχεστε επίσης τη συναισθηματική αναταραχή που συνοδεύει τις συνεχείς απορρίψεις, την ύπαρξη σεξουαλικής έντασης που δεν απελευθερώνεται ποτέ και το κενό βλέμμα προς ένα τηλέφωνο που δεν χτυπά ποτέ. Όλα αυτά είναι μέρος του ερωτικού παιχνιδιού που δεν μπορείτε να κερδίσετε εάν δεν παίζετε.

Αυτό που καθορίζει την επιτυχία σας δεν είναι «Τι θέλεις να απολαύσεις;» Η ερώτηση είναι: «Ποια ταλαιπωρία αντέχεις να υποστείς;». Η ποιότητα της ζωής σου δεν εξαρτάται από την ποιότητα των θετικών σου εμπειριών, αλλά από την ποιότητα των αρνητικών. Μαθαίνοντας να διαχειρίζεστε τις αρνητικές εμπειρίες, γνωρίζετε πώς να διαχειρίζεστε τη ζωή.

Θα ακούσετε πολλές «φθηνές» συμβουλές που θα λένε «το μόνο που χρειάζεται είναι να το θέλεις πολύ!». Όμως όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν κάτι και το επιθυμούν πολύ, απλώς, δεν γνωρίζουν επακριβώς τι θέλουν ή μάλλον είναι αυτό που θέλουν πολύ. Αν επιθυμείτε να δρέψετε τους καρπούς μιας επιτυχίας, θα πρέπει να μπορείτε να αναλάβετε και το κόστος.

Αν επιθυμείτε ένα όμορφο σώμα, θα πρέπει να ανέχεστε την προσπάθεια, τον ιδρώτα, τους πιασμένους μύες, το άδειο στομάχι. Αν επιθυμείτε ένα σκάφος, θα πρέπει να ανέχεστε τα ξενύχτια, τις ριψοκίνδυνες επαγγελματικές αποφάσεις και την πιθανότητα να χαλάσετε τη σχέση σας με έναν ή δέκα χιλιάδες ανθρώπους.

Αν πιάσετε τον εαυτό σας να επιθυμεί κάτι διακαώς, μέρα με τη μέρα, μήνα το μήνα, χρόνο το χρόνο, αλλά να μην συμβαίνει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση, τότε αυτό που επιθυμείτε στην πραγματικότητα είναι μια φαντασίωση, μια εξιδανίκευση, μια ψευδαίσθηση. Ίσως να μην το επιθυμείτε στην πραγματικότητα, αλλά να απολαμβάνετε την επιθυμία σας. Ίσως στην πραγματικότητα να μην το επιθυμείτε καθόλου.

Μερικές φορές, ρωτώ τους ανθρώπους, «πώς επιλέγεις να υποφέρεις;» κι εκείνοι με κοιτούν με απορία σαν βλέπουν ότι έχω δώδεκα μύτες. Όμως εγώ ρωτώ, γιατί αυτή η πληροφορία μου λέει πολύ περισσότερα για εσάς από τις επιθυμίες και τις φαντασιώσεις σας. Επειδή είναι απαραίτητο να επιλέξετε κάτι. Κανείς δεν μπορεί να έχει μια ανώδυνη ζωή με τριαντάφυλλα και μονόκερους. Η σκληρή ερώτηση είναι που μετράει, μιας και η ευχαρίστηση και η απόλαυση δίνουν εύκολες απαντήσεις. Πολλοί από εμάς έχουν τέτοιες απαντήσεις. Όμως η ταλαιπωρία, η οδύνη είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα. Τι είδους ταλαιπωρία αντέχεις να υποστείς; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να σε οδηγήσει κάπου. Είναι ένα ερώτημα που μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Είναι αυτό που σε προσδιορίζει ως άτομο. Είναι αυτό που μας καθορίζει, μας διαχωρίζει και μας ενώνει.

Το μεγαλύτερο διάστημα της εφηβείας και της πρώιμης ενήλικης ζωής μου, φαντασιωνόμουν μια καριέρα μουσικού, ενός ροκ σταρ πιο συγκεκριμένα. Σε κάθε δυνατό ροκ τραγούδι που άκουγα, έκλεινα τα μάτια και οραματιζόμουν τον εαυτό μου στη σκηνή να παίζει κιθάρα υπό τον ήχο της αποθέωσης από το πλήθος, των θεατών να παραληρούν με τη δεξιοτεχνία μου. Αυτή η φαντασίωση με κρατούσε απασχολημένο για ώρες και συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια των σπουδών μου και ακόμα και όταν σταμάτησα να φοιτώ σε μουσικό σχολείο και είχα σταματήσει να εξασκούμαι συστηματικά. Ωστόσο ακόμα και τότε δεν αμφισβήτησα ποτέ την επιθυμία μου να παίζω μπροστά σε κοινό, το ερώτημα ήταν το πότε θα συνέβαινε αυτό. Ξόδευα το χρόνο χωρίς να επενδύω χρόνο και κόπο στην επιδίωξη του συγκεκριμένου στόχου. Αρχικά σκεφτόμουν ότι έπρεπε να τελειώσω το σχολείο, μετά ότι έπρεπε να βγάλω χρήματα και ύστερα δεν είχα χρόνο. Και μετά τίποτα.

Παρά το γεγονός ότι φαντασιωνόμουν τη συγκεκριμένη σταδιοδρομία για περισσότερο από το μισό της ζωής μου, δεν πραγματοποιήθηκε. Μου πήρε πολύ χρόνο και πολλές δυσάρεστες εμπειρίες για να ανακαλύψω το γιατί: δεν το ήθελα στ’ αλήθεια. Είχα ερωτευτεί το αποτέλεσμα – την εικόνα μου επί σκηνής, τις επευφημίες του κοινού, εμένα να ροκάρω, να εκφράζω τα μύχια της ψυχής μου στην παράστασή μου, αλλά δεν είχα ερωτευτεί τη διαδικασία. Και εξαιτίας αυτού απέτυχα. Επαναληπτικά. Για να είμαστε ειλικρινείς δεν προσπάθησα καν αρκετά για να αποτύχω. Σχεδόν δεν προσπάθησα.

Η καθημερινή εξάσκηση, η αγωνιώδης προσπάθεια συγκρότησης της μπάντας, οι πρόβες, η αγωνία να «κλειστούν» εμφανίσεις μπροστά σε κοινό που να απολαμβάνει την μουσική σου. Οι σπασμένες χορδές, οι «καμένοι» ενισχυτές, το κουβάλημα του εξοπλισμού από και προς τις πρόβες χωρίς αυτοκίνητο. Η διαδρομή προς το όνειρο απαιτούσε αναρρίχηση σε βουνό ώσπου να δεις το μονοπάτι για την κορυφή. Μου πήρε πολύ καιρό να ανακαλύψω ότι δεν μου άρεσε το σκαρφάλωμα και απλώς απολάμβανα να φαντασιώνομαι την κορυφή.

Σύμφωνα με τις κυρίαρχες αξίες του πολιτισμού μας «έχω πουλήσει τα όνειρά μου», είμαι ρίψασπις ή «χαμένο κορμί». Στα βιβλία αυτοβοήθειας, η εξήγηση για την περίπτωση μου θα ήταν, είτε ότι δεν υπήρξα αρκετά θαρραλέος και αποφασιστικός, ή ότι δεν πίστευα αρκετά στις δυνατότητές μου. Οι επιχειρηματίες και οι start-uppers θα μου έλεγαν ότι ξέγραψα το όνειρό μου και παραδόθηκα στη συμβατικότητα του κοινωνικού μου περιβάλλοντος. Θα μου έλεγαν να σκέφτομαι θετικά ή να συμμετάσχω σε ομάδες εργασίας. Αλλά η αλήθεια είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσα από αυτό: νόμιζα ότι ήθελα κάτι, αλλά αποδεικνύεται ότι δεν το ήθελα πραγματικά. Τέλος. Ήθελα την ανταμοιβή χωρίς τον αγώνα. Ήθελα το αποτέλεσμα χωρίς την εξέλιξη της διαδικασίας. Ήμουν ερωτευμένος όχι με τον αγώνα, αλλά μόνο με τη νίκη. Και η ζωή δεν εκτυλίσσεται με αυτόν τον τρόπο.

Το ποιος είστε, καθορίζεται από, και για τις όποιες αξίες, είστε διατεθειμένοι να αγωνίζεστε. Οι άνθρωποι που απολαμβάνουν τον κόπο του γυμναστηρίου είναι εκείνοι που έχουν φυσική κατάσταση. Οι άνθρωποι που απολαμβάνουν τα ατελείωτα ωράρια και τις επίπονες εβδομάδες εργασίας και την διπλωματία που απαιτεί η πολιτική της κάθε εταιρικής σκάλας είναι αυτοί που την ανεβαίνουν. Οι άνθρωποι που απολαμβάνουν το άγχος και την αβεβαιότητα του τρόπου ζωής των πεινασμένων καλλιτεχνών, είναι τελικά αυτοί που ζουν το καλλιτεχνικό όνειρό τους και τα καταφέρνουν.

Δεν πρόκειται για έκκληση, για θέληση ή «κότσια». Δεν είναι άλλη μια προτροπή ή νουθεσία του «χωρίς κόπο δεν υπάρχει κέρδος».

Αυτό είναι το πιο απλό και βασικό στοιχείο της ζωής: οι αγώνες μας καθορίζουν τις επιτυχίες μας. Επομένως, επιλέξτε τους αγώνες σας με σύνεση, φίλοι μου.

Πώς μπορείτε ν’ αντλήσετε χαρά από κάτι που τελειώνει

Νέες έρευνες, δείχνουν ότι η αναμονή της περάτωσης μιας ευχάριστης εμπειρίας είναι ένας αποτελεσματικός – «παράδοξος» – τρόπος για να την απολαύσετε περισσότερο.

Μια τελευταία μπουκιά, ένα τελευταίο κεφάλαιο, μια τελευταία συνάντηση, ένα τελευταίο φιλί – κάθε μέρα, τα καλά πράγματα στη ζωή μας τελειώνουν…

Το τέλος είναι θλιβερό, αλλά εάν συνοδεύεται από κάποιο διαυγές καθαρκτικό αποτέλεσμα, τότε ενισχύει τα οφέλη της κάθε εμπειρίας που τελείωσε. Στις μέρες μας, οι επιστήμονες διερευνούν με ποιο τρόπο το τέλος των εμπειριών μας επηρεάζει την ευημερία μας. Προτείνουν να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας για να κατανοήσουμε ότι υπάρχει ένα τέλος – σε κάποιο στάδιο της ζωής μας, στο χρόνο που αφιερώνουμε σε ένα μέρος με κάποιους ανθρώπους, σε μια φιλία – και με αυτόν τον τρόπο να εκτιμήσουμε το καθετί περισσότερο πριν το αφήσουμε πίσω μας.

Σε μια μελέτη του 2017 που δημοσιεύθηκε στο Journal of Positive Psychology, η Kristin Layous και οι συνεργάτες της, συγκέντρωσαν περίπου 140 πρωτοετείς του πανεπιστημίου για ένα παράξενο πείραμα διάρκειας ενός μηνός. Οι μισοί από αυτούς είχαν εκπαιδευτεί να ζήσουν εκείνο το μήνα σαν να ήταν ο τελευταίος τους στην πανεπιστημιούπολη, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στους καθηγητές, στους συμφοιτητές και στους τόπους που θα χάνονταν όταν έφευγαν. Το άλλο μισό, η ομάδα ελέγχου, απλώς περνούσε τις μέρες του ως συνήθως. Κάθε εβδομάδα, οι μαθητές διηγούνταν πώς είχαν περάσει το χρόνο τους.

Πριν και μετά το πείραμα, όλοι οι μαθητές συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σε σχέση με την ευημερία τους: πόσο ικανοποιημένοι ήταν με τη ζωή τους και πόσα θετικά και αρνητικά συναισθήματα βίωσαν. Αναφέρθηκαν επίσης, πόσο ικανοποιήθηκαν οι θεμελιώδεις ψυχολογικές ανάγκες τους για αυτονομία, αίσθηση ικανότητας και επικοινωνία, πόσο ελεύθεροι, ικανοί και συνδεδεμένοι με τους άλλους ανθρώπους αισθάνονταν. Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, η ομάδα που είχε στο μυαλό της ότι θα έφευγε σύντομα δήλωσε ότι ένιωθε περισσότερη ευεξία σε σχέση με την ικανοποίηση των ψυχολογικών αναγκών. Η προοπτική της λήξης του κολλεγίου δεν στεναχωρούσε τους συμμετέχοντες, στην πραγματικότητα έμοιαζε να εμπλουτίζει τις εμπειρίες τους.

«Η αίσθηση του χρόνου ως πεπερασμένου ώθησε τους ανθρώπους να αδράξουν τη στιγμή και να επιδιώξουν να αυξήσουν το αίσθημα της ευημερίας στην καθημερινότητα», γράφει η Layous και οι συνάδελφοί της. «Όταν οι άνθρωποι αναλαμβάνουν δράση για να εκτιμήσουν περισσότερο την καθημερινότητα, συμπεριλαμβανομένων των κοντινών τους φίλων, της οικογένειας, των συναδέλφων τους, μπορεί να νιώσουν ότι βρίσκονται ακριβώς εκεί που θέλουν να είναι». Αυτή η μελέτη – μαζί με κάποια προηγούμενη έρευνα – αποτελούν ενδείξεις ότι η σκέψη πως όλα κάποτε τελειώνουν είναι ένας υπολανθάνον τρόπος για ν’ αυξηθεί το αίσθημα της ευτυχίας. Συνήθως θεωρούμε ότι το τέλος είναι κάτι κακό, αλλά το αντίθετο φαίνεται να είναι αλήθεια, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Πώς, όμως, λειτουργεί αυτή η διαπίστωση;
Παρακάτω θα βρείτε τέσσερεις λόγους για τους οποίους οι επιστήμονες πιστεύουν πως κάτι που τελειώνει μπορεί να κάνει τη ζωή σας καλύτερη:
  1. Το τέλος μας συνδέει περισσότερο με τον παρόντα χρόνο.
Μια εξήγηση για αυτό το αξιοπερίεργο φαινόμενο, μπορεί να προκύψει από τη «θεωρία της κοινωνικο-συναισθηματικής επιλεκτικότητας» της Laura Carstensen, η οποία εξετάζει πώς η αίσθηση που έχουμε για το πέρασμα του χρόνου επηρεάζει τους στόχους και τις σχέσεις μας.

Όταν θεωρούμε ότι ο χρόνος εκτείνεται στο άπειρο, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία, τείνουμε να προτιμούμε δραστηριότητες από τις οποίες θα αποκτήσουμε γνώση: παρακολούθηση σχολείου, συμμετοχή σε κοινωνικές εκδηλώσεις, εκμάθηση νέων δεξιοτήτων. Αυτές οι δραστηριότητες αποτελούν μια επένδυση στο μέλλον, η οποία συχνά συνεπάγεται κάποιο βαθμό δυσκολίας και προσπάθεια. Όταν αντιλαμβανόμαστε το χρόνο περιορισμένο – με άλλα λόγια, όταν το τέλος μοιάζει να πλησιάζει – τείνουμε να προτιμούμε δραστηριότητες που μας κάνουν να νιώθουμε καλά ή έχουν νόημα στο παρόν, όπως η συναναστροφή με τους πιο κοντινούς μας φίλους ή η κατανάλωση των αγαπημένων μας φαγητών.

«Νέοι ή ηλικιωμένοι, όταν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το χρόνο ως πεπερασμένο, δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην αναζήτηση του νοήματος και ικανοποίησης από τη ζωή και επενδύουν λιγότερους πόρους στη γνώση και την διεύρυνση των οριζόντων τους», εξηγεί η Carstensen.

Με άλλα λόγια, είναι πιθανό η γνώση ότι όλα τελειώνουν κάποια στιγμή, να μας οδηγεί προς την κατεύθυνση που θα ενισχύσει το αίσθημα της ευτυχίας μας εδώ και τώρα. 
  1. «Το τέλος» μας φέρνει πιο κοντά.
Πώς εκδηλώνεται αυτή η επίδραση; Η μελέτη των τρόπων συμπεριφοράς σε σχέση με πράγματα που φτάνουν στο τέλος φέρνει στην επιφάνεια την προτίμησή μας να θέτουμε ως προτεραιότητα τις κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες, όπως δείχνουν πολλές έρευνες, μπορούν να τονώσουν το αίσθημα της ευημερίας μας.

Σε μια μελέτη, για παράδειγμα, οι ερευνητές συγκέντρωσαν περίπου 400 κατοίκους της Καλιφόρνια και τους χώρισαν σε τρεις ομάδες ανά ηλικία: νέοι (κατά μέσο όρο 23 ετών), μεσήλικες (μέσος όρος ηλικίας 46 έτη) και ηλικιωμένοι (μέσος όρος ηλικίας 72 έτη). Ρώτησαν τους συμμετέχοντες ποιον θα ήθελαν να συναντήσουν αν είχαν μισή ώρα να διαθέσουν: ένα μέλος της οικογένειας, κάποια πρόσφατη γνωριμία ή το συγγραφέα ενός βιβλίου που είχαν διαβάσει.

Ο χρόνος που περνάμε με την οικογένεια εντάσσεται στην κατηγορία του ευ ζην: μπορεί να μην αφορά σε μια νέα πρόκληση, αλλά (τουλάχιστον σύμφωνα με τις έρευνες) είναι συνήθως σχετικά ευχάριστη εμπειρία. Η συνάντηση με τον γνωστό και τον συγγραφέα, αποτελούν ευκαιρίες για μάθηση και εξέλιξη και ανήκει στην κατηγορία των δραστηριοτήτων για μάθηση.

Υπό κανονικές συνθήκες, το 65% των νέων αποφάσισαν να περάσουν χρόνο με τον γνωστό ή τον συγγραφέα, ενώ το 65% των μεγαλύτερων σε ηλικία συμμετεχόντων – με λιγότερες βλέψεις για το μέλλον τους – επέλεξε να περάσει χρόνο με μέλη της οικογένειας τους. Όταν ωστόσο, τους ζητήθηκε να φανταστούν ότι μετακόμιζαν στην άλλη άκρη της χώρας μέσα σε λίγες εβδομάδες, το 80% των νέων επιλέγει να περάσει χρόνο με ένα μέλος της οικογένειας – ενισχύοντας τη θεωρία της Carstensen, ότι αλλάζουμε τις αποφάσεις μας και θέτουμε άλλους στόχους όταν θεωρούμε ότι μια κατάσταση μπορεί να τερματιστεί. Η εισαγωγή των αναμενόμενων κοινωνικών αλλαγών αναγκάζει τους νεότερους να μιμηθούν τις κοινωνικές επιλογές των μεγαλύτερων, εξηγούν οι ερευνητές. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, ενδιαφέρονται κυρίως για τα άμεσα (συναισθηματικά) οφέλη και το κόστος της κάθε αλληλεπίδρασης.

Σε μια άλλη μελέτη, οι ερευνητές παρατήρησαν ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία του Χονγκ Κονγκ, όπου αυτή η θεωρία είχε την ευκαιρία να δοκιμαστεί σε εθνικό επίπεδο. Το 1997 το Χονγκ Κονγκ προσαρτήθηκε στην Κίνα. Ήταν το τέλος μιας εποχής, την οποία τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είχαν χαρακτηρίσει ως εξαιρετικά αβέβαιη. Ένα χρόνο πριν την προσάρτηση, οι νεαροί κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ, που απαντούσαν σε ένα μισάωρο δωρεάν ερωτηματολόγιο, δήλωναν σαφή προτίμηση στη συνάντηση με το συγγραφέα ή το άτομο που είχαν γνωρίσει πρόσφατα όπως και οι Αμερικανοί συμμετέχοντες στην έρευνα. Όμως λίγους μήνες πριν από τη μετάβαση, δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να συναντήσουν ένα μέλος της οικογένειας, συμβαδίζοντας στις απαντήσεις τους με αυτές των νεαρών Καλιφορνέζων που τους είχε ζητηθεί να αντιδράσουν στο σενάριο μιας υποθετικής μετακόμισης. Ένα χρόνο μετά την προσάρτηση του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα, όταν η ατμόσφαιρα δεν ήταν αυτή του «τέλους εποχής», οι νέοι επέστρεψαν στις συνήθεις προτιμήσεις τους.

Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι ακόμα και αν δεν αφορούν σε προσωπικές μεταβάσεις, κάθε είδους τέλος, ασκεί ψυχολογική επίδραση. Μια ολόκληρη ομάδα μπορεί να βιώσει ένα «τέλος» ταυτόχρονα και οι αξίες και οι συμπεριφορές της να μεταβάλλονται εξαιτίας αυτού ακόμα και αν πρόκειται για τις χαρούμενες και γιορτινές τελευταίες μέρες του χρόνου. 
  1. Το τέλος κάθε εμπειρίας βοηθάει να ξεπεράσουμε το παρελθόν και να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στους στόχους μας.
Σύμφωνα με τη θεωρία της Carstensen, η ευτυχία μας στο παρόν έρχεται σε αντίθεση με τις μελλοντικές μας επιδιώξεις, όπως η απόκτηση γνώσης και οι νέες σχέσεις. Αλλά μπορεί επίσης, να έρχεται σε αντίθεση με τις επενδύσεις που κάναμε στο παρελθόν – και εδώ, επίσης, η έρευνα δείχνει ότι η σκέψη ενός φανταστικού επικείμενου «τέλους», θα μας έδινε κάποιες απαντήσεις.

Σε μια άλλη σειρά πειραμάτων, όταν ζητήθηκε από τους νέους να φανταστούν ότι είχαν λίγα χρόνια ζωής, μειώθηκαν οι λανθασμένες αντιλήψεις σε σχέση με τις μελλοντικές τους επενδύσεις. Πιο συγκεκριμένα, η λανθασμένη αντίληψη για το κόστος των επενδύσεων ή των αποφάσεών μας, αφορά στη λήψη αποφάσεων με γνώμονα το χρόνο ή τα χρήματα που επενδύσαμε στο παρελθόν. Για παράδειγμα, ίσως συνεχίζουμε μια σχέση με έναν φίλο που δεν μας ταιριάζει ιδιαίτερα σήμερα επειδή τον γνωρίζουμε πολύ καιρό, ή διστάζουμε να αλλάξουμε σταδιοδρομία επειδή δεν θέλουμε να «ακυρώσουμε» την εκπαίδευσή μας.

Στη μελέτη αυτή, νέοι στους οποίους είχε ζητηθεί να αναλογιστούν το θάνατο ως κάτι επικείμενο, έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στην ευτυχία τους στο παρόν και δεν έδιναν σημασία σε πράγματα στα οποία είχαν επενδύσει χρόνο και χρήμα στο παρελθόν, σε σύγκριση με νέους ανθρώπους των οποίων οι σκέψεις δεν ήταν προσανατολισμένες στο τέλος της ζωής τους. Αναλύοντας μια σειρά σεναρίων, η πρώτη ομάδα ήταν πιο πιθανό να σταματήσει να παρακολουθεί μια κακή ταινία, ακόμη και αν είχε πληρώσει για να τη δει, για παράδειγμα. Αυτό ίσχυε ακόμα περισσότερο για τις σχέσεις στις οποίες είχαν επενδύσει χρόνο.

«Όταν οι χρονικοί ορίζοντες περιορίζονται, οι άνθρωποι παρακινούνται να μεγιστοποιήσουν τις εμπειρίες τους, εδώ και τώρα», εξηγούν οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Δυτικής Βιρτζίνιας. «Ο χρόνος θεωρείται ως ένας περιορισμένος πόρος που δεν πρέπει να ξοδεύεται σε επιδιώξεις που δεν σας ικανοποιούν».

Στις περιπτώσεις που το «τέλος» παραμονεύει, το μυαλό μας εστιάζει στο παρόν, αγνοώντας περισπασμούς από το παρελθόν και το μέλλον που έχουν μικρή σημασία για την ευτυχία μας στο παρόν.
  1. Το «τέλος» προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα και δίνει περισσότερο νόημα στις εμπειρίες.
Το τέλος μπορεί ν’ αφήσει μια γλυκόπικρη – τουλάχιστον – αίσθηση κι έτσι μπορεί να αυξήσει το αίσθημα της ευτυχίας, αλλά δεν αποτελεί συνταγή ευδαιμονίας.

Πράγματι, σε μια μελέτη του 2008 καταγράφηκε ότι το τέλος επιφέρει μεικτά συναισθήματα. Σε ένα πείραμα, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες – νέους (κατά μέσο όρο 20 ετών) όσο και μεγαλύτερους ανθρώπους (κατά μέσο όρο 77 ετών) – να φανταστούν ότι βρίσκονται σε μια τοποθεσία που είχε συναισθηματική αξία για αυτούς, όπως το αγαπημένο τους καφέ. Και οι δύο ομάδες ένιωθαν ανάμεικτα συναισθήματα – λιγότερη ευτυχία και περισσότερη θλίψη – όταν φαντάζονταν ότι βρίσκονταν εκεί για τελευταία φορά, σε σύγκριση με το να βρεθούν εκεί όπως συνηθίζουν να κάνουν. Σε ένα δεύτερο πείραμα, οι φοιτητές ανέφεραν περισσότερα ανάμεικτα συναισθήματα όταν τους υπενθύμισαν, ότι αυτή ήταν η τελευταία ημέρα τους ως φοιτητές στο πανεπιστήμιο.

Το τέλος φαίνεται να εμπνέει ένα δριμύ ανάμικτο συναίσθημα. Εμφανίζεται όταν συνειδητοποιούμε ότι κάτι που είχαμε συνηθίσει, τελείωσε (ή πρόκειται σύντομα να τελειώσει) και είναι εύλογο να πιστεύουμε ότι το τέλος στ’ αλήθεια είναι ακόμα πιο πιθανό από τα σενάρια που σκεφτόμαστε. Τα ανάμεικτα συναισθήματα, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, ανοίγουν την πόρτα στο να δώσουμε περισσότερο νόημα στη ζωή μας.

«Ενδεχομένως, επειδή ο χρόνος δεν ήταν στην πραγματικότητα περιορισμένος για τους συμμετέχοντες μας, να μπορούσαν να αντλήσουν θετικά συναισθήματα από το περιβάλλον τους χωρίς τη δυσκολία ή το άγχος που συνοδεύει κάτι που πρόκειται να τελειώσει στ’ αλήθεια», σημειώνουν η Layous και οι συνεργάτες της για το πείραμα τους που διήρκεσε ένα μήνα.

Κατά μία έννοια, το να φανταζόμαστε το τέλος μιας κατάστασης, μπορεί να προσφέρει περισσότερα οφέλη και λιγότερα μειονεκτήματα, σε σχέση με την αντιμετώπιση μιας πραγματικής απώλειας.

«Η σκέψη του χρόνου ως πεπερασμένου ώθησε τους ανθρώπους να αδράξουν τη στιγμή και να νιώσουν περισσότερη ικανοποίηση από τη ζωή τους» καταλήγουν οι Kristin Layous και συνεργάτες.

Μία νοσοκόμα μοιράστηκε τις σκέψεις της για το θάνατο, με βάση τα λεγόμενα ασθενών στο τέλος της ζωής τους: «Ανάμεσά τους είναι η θλίψη τους να εργάζεται κανείς τόσο σκληρά ώστε να χάνει την επαφή με τους στενούς του φίλους. Κάθε φορά που το σκέφτομαι αυτό, αισθάνομαι σύγχυση και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν δίνουμε προτεραιότητα στα σημαντικά πράγματα στη ζωή μας. Γιατί μας καταβάλλει τόσο πολύ το άγχος και η πίεση της καθημερινότητας και δεν είμαστε ευγνώμονες για αυτά που έχουμε;»

Παρόλο που τα ερωτήματα αυτά εξακολουθούν να προκαλούν αμηχανία, αυτή η έρευνα προτείνει τουλάχιστον μια πιθανή, λύση: Φανταστείτε πως κάτι που είναι πολύ σημαντικό για εσάς σύντομα θα φτάσει στο τέλος του. Αντί να σας δυσαρεστήσει, αυτή η άσκηση μπορεί να σας δώσει την ευκαιρία να εκτιμήσετε καλύτερα το παρόν ώστε να μην έχετε απωθημένα αργότερα.

Δεν φτάνει μόνο η δύναμη της θέλησης για να πετύχετε τους στόχους σας

Είναι δύσκολο να σκεφτεί κάποιος μια συνθήκη στην οποία δεν χρησιμεύει ιδιαίτερα η δύναμη της θέλησης. Οι αποφάσεις που παίρνετε στην αρχή κάθε χρονιάς δεν θα ήταν αλλιώς, τόσο βραχύβιες. Θα μπορούσατε να σταματήσετε να ξοδεύετε το χρόνο σας στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, να βουλιάζετε στην απελπισία για την κατάντια του σύγχρονου κόσμου και να βρείτε τη δύναμη και την αυτοπειθαρχία να συμμετέχετε σε κάποια φιλανθρωπική οργάνωση ή να κάνετε κάποια δωρεά. Με όχημα την πολιτική ευαισθησία που στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι περισσότερο από διευρυμένη ατομική θέληση, μπορούμε να καθυστερήσουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ή να εμποδίσουμε αλαζόνες να έρχονται στην εξουσία. Εν’ ολίγοις, θα ήταν υπερβολικό να αναμένουμε από τους ψυχολόγους να ανακαλύψουν τη συνταγή με την οποία θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε και να διατηρούμε ακμαία τη δύναμη της θέλησής μας.

Είναι σίγουρα εφικτό να αλλάξεις τις συνήθειές σου, αλλά η ισχυρή θέληση δεν είναι πανάκεια. Η γνώση που έχουμε συγκεντρώσει εδώ και σχεδόν δυο δεκαετίες, ήταν ότι η δύναμη της θέλησης, μοιάζει με μυ. Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να την ενδυναμώσεις με συστηματική άσκηση, αλλά και ότι μπορεί να την εξαντλήσεις αν την εστιάζεις διαρκώς σε μια κατεύθυνση (να πιέζεις τον εαυτό σου να εργαστεί, ενώ στην πραγματικότητα θα προτιμούσες να μπεις στο facebook), μειώνοντας τα αποθέματα που θα ήθελες να διοχετεύσεις σε άλλους σκοπούς (όπως να αρνηθείς την τρίτη μπύρα μετά τη δουλειά). Σε μια σημαντική έρευνα του 1998, ο κοινωνικός ψυχολόγος Roy Bauermeister και οι συνάδελφοί του προσέφεραν σε δυο ομάδες ανθρώπων ένα μπολ με ραπανάκια και ένα μπολ με μπισκότα σοκολάτας με την οδηγία ότι ο καθένας μπορούσε να πάρει είτε μόνο ραπανάκια ή μόνο μπισκότα. Πίστευαν ότι χρειάζεται αυτοπειθαρχία από την πλευρά εκείνων που επέλεξαν τα ραπανάκια ώστε να αντισταθούν στα μπισκότα. Στο δεύτερο στάδιο του πειράματος έδωσαν στους συμμετέχοντες να λύσουν παζλ, που όμως δεν ήξεραν ότι δεν λύνονται. Εκείνοι που είχαν επιλέξει να φάνε μπισκότα προσπάθησαν να τα λύσουν δαπανώντας 19 λεπτά κατά μέσο όρο, ενώ εκείνοι που είχαν επιλέξει τα ραπανάκια παραιτηθήκαν μετά από μόλις 8 λεπτά. Φαίνεται πως είχαν ξοδέψει μεγάλο μέρος της δύναμης της θέλησής τους επιλέγοντας να αντισταθούν στα μπισκότα. Έτσι γεννήθηκε η θεωρία της «Εξάντλησης του εγώ» στην οποία αναφέρεται ότι η δύναμη της θέλησης δεν είναι απεριόριστη. Επιλέξτε να πραγματοποιήσετε τους στόχους της νέας χρονιάς σταδιακά αλλιώς ο ένας θα υπονομεύει τον άλλο. Το σχέδιό σας να διαλογίζεστε επί είκοσι λεπτά κάθε μέρα μπορεί να σας εμποδίσει να μάθετε Ισπανικά και το ανάποδο και έτσι ενδέχεται να μην επιτύχετε σε κανένα από τα δυο.

Κάποιοι επιστήμονες προτείνουν να δούμε την δύναμη της θέλησης ως συναίσθημα παροδικό. Πιθανόν η δύναμη της θέλησης να μην μοιάζει τελικά καθόλου με μυ: τα τελευταία χρόνια, απόπειρες να αναπαραχθούν τα αρχικά αποτελέσματα έχουν αποτύχει ίσως ως μέρος της κρίσης αξιοπιστίας στην ψυχολογία. Στο μεταξύ, υπάρχει συναίνεση στην άποψη ότι η δύναμη της θέλησης δεν είναι απεριόριστη, αλλά και πως η πεποίθηση ότι είναι μπορεί να λειτουργεί ως εμπόδιο στην εκπλήρωση των στόχων σας. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τη δύναμη της θέλησης καλύτερα ως συναίσθημα: παροδικό, κάπως απρόβλεπτο, που δεν μπορεί να εκβιαστεί με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούμε να εξαναγκάσουμε τον εαυτό μας να είναι χαρούμενος. Επιπλέον, όπως και με την ευτυχία, η χρόνια απουσία της αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Αν μια σχέση σας κάνει να αισθάνεστε άσχημα σταθερά, τότε μπορείτε να βγάλετε το συμπέρασμα ότι δεν είναι καλή για σας. Παρομοίως, αν συστηματικά δυσκολεύεστε να βρείτε τη θέληση να μείνετε σταθεροί σε μια ορισμένη συμπεριφορά, τότε μπορεί να είναι καιρός να αποδεχτείτε ότι: ίσως το να βελτιωθείτε στη μαγειρική ή να μάθετε να απολαμβάνετε τη γιόγκα, δεν θα συμβεί για εσάς και θα ήταν ίσως προτιμότερο να συγκεντρώσετε την προσοχή σας στις αλλαγές που σας εμπνέουν πραγματικά. «Αν αποφασίσετε ότι θα καταπολεμήσετε τις λιγούρες, τις αρνητικές σκέψεις, τα συναισθήματα σας, βάζετε όλη σας την ενέργεια και την προσοχή στην προσπάθεια να αλλάξετε τις εσωτερικές σας εμπειρίες», λέει η ερευνήτρια της δύναμης της θέλησης Kelly McGonigal. Οι άνθρωποι που υιοθετούν αυτή την τακτική κατά τη γνώμη της «τείνουν να νιώθουν κολλημένοι (στη συνήθεια) και εξουθενωμένοι (από την προσπάθεια). Αντιθέτως, αναρωτηθείτε τι είδους αλλαγές θα απολαμβάνατε στ’ αλήθεια και θα επιθυμούσατε να διατηρήσετε κι έναν χρόνο αργότερα από σήμερα, σε αντίθεση με εκείνες που νιώθετε ότι υποχρεούστε να κάνετε.

Πίσω από όλες αυτές τις σκέψεις, υποβόσκει μια ανησυχητική ερώτηση: υπάρχει στ’ αλήθεια η δύναμη της θέλησης; Η McGonigal, περιγράφει τους ανθρώπους που διαθέτουν τη δύναμη της θέλησης ως εκείνους που «επιδεικνύουν την ικανότητα να εργάζονται πάνω σε εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα, ακόμα και όταν είναι δύσκολο, ακόμα και όταν μέρος του εαυτού τους δεν επιθυμεί να το κάνει». Η δύναμη της θέλησης λοιπόν, είναι μια λέξη που αποδίδεται σε ανθρώπους που καταφέρνουν να κάνουν αυτό που είπαν ότι θα κάνουν: είναι μια κρίση της συμπεριφοράς τους. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η δύναμη της θέλησης έχει από μόνη της κάποιο νόημα, ότι πρόκειται για κάποια ουσία ή κάποια ιδιότητα την οποία ή κατέχεις ή όχι, όπως ας πούμε τα χρήματα ή η μυϊκή δύναμη. Ίσως είναι σκόπιμο αντί να αναρωτηθούμε «πώς να αυξήσουμε τη δύναμη της θέλησής μας;» να προτιμήσουμε να μάθουμε «Πώς μπορώ να βεβαιωθώ ότι θα κάνω αυτό που δεσμεύτηκα ότι θα κάνω;».

Μια τακτική είναι να διαχειριστείτε το περιβάλλον σας με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απαιτείται δύναμη της θέλησης. Αν δεν έχετε πάντα μαζί σας την πιστωτική κάρτα ή την τσάντα σας, θα είναι δυσκολότερο να τη χρησιμοποιήσετε για παρορμητικές αγορές· αν χρήματα μεταφέρονται αυτόματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό σας σε έναν αποταμιευτικό την ημέρα που πληρώνεστε, ο στόχος της αποταμίευσης δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τη δύναμη του χαρακτήρα σας.

Ύστερα, υπάρχει και η τεχνική της «στρατηγικής προ-δέσμευσης»: πείτε σε ένα φίλο σας για τα σχέδιά σας και ίσως ο κίνδυνος να φανείτε ασυνεπής και να ντραπείτε για αυτό να σας βοηθήσει να εργάζεστε συστηματικά για αυτά. (Ακόμα καλύτερα, γράψτε τους μια επιταγή προς έναν οργανισμό που απεχθάνεστε και βάλτε τον να σας υποσχεθεί ότι θα την καταθέσει αν αποτύχετε). Χρησιμοποιήστε ότι τεχνάσματα θεωρείτε ότι ταιριάζουν στην προσωπικότητα σας: Ο κωμικός συγγραφέας Jerry Seinfeld σημείωνε ένα Χ σε ένα ημερολόγιο τοίχου κάθε μέρα που κατόρθωνε να γράφει και σύντομα διαπίστωσε ότι δεν επιθυμούσε να σπάσει την αλυσίδα των Χ που έβλεπε στον τοίχο. Εκμεταλλευτείτε τη δύναμη των «αν- τότε» σεναρίων που υποστηρίζονται από σημαντικό αριθμό ερευνών: διατρέξτε την ημέρα που ξημερώνει προκαταβολικά, οραματιστείτε συγκεκριμένα σενάρια στα οποία μπορεί να βρεθείτε και τους τρόπους με τους οποίους θα αντιδράσετε αν συμβεί κάτι τέτοιο (για παράδειγμα, μπορεί να αποφασίσετε ότι μόλις νυστάξετε μετά τις 10 το βράδυ θα πάτε αμέσως για ύπνο ή ότι θα βάζετε αμέσως τα αθλητικά σας παπούτσια τη στιγμή που θα επιστρέψετε σπίτι από τη δουλειά).

Η πιο σημαντική ώθηση που μπορείτε να δώσετε στην προσπάθεια να αλλάξετε συνήθειες, μπορεί να μην συγκεντρώνετε σε μια και μοναδική στρατηγική, αλλά στην εγκατάλειψη της ιδέας της δύναμης της θέλησης. Αν η λέξη δεν αντιπροσωπεύει κάτι συγκεκριμένο, δεν υπάρχει ανάγκη να αφιερώνετε ενέργεια στην ανησυχία για την έλλειψή της. Η αλλαγή στην συμπεριφορά απλοποιείται όταν δεν χρειάζεται να επιστρατεύσετε ένα πολύπλοκο οδηγό τεχνασμάτων για να τα καταφέρετε. Το καλύτερο από όλα, είναι ότι δεν χρειάζεται να είστε σε μια διαρκή μάχη με την ίδια σας την ψυχή: μπορείτε να σταματήσετε να προσπαθείτε να βρείτε τη δύναμη της θέλησης να ζήσετε μια πιο υγιή/πιο ήρεμη/λιγότερο αγχωτική/πιο «επιτυχημένη» ζωή και να συγκεντρωθείτε αντ’ αυτού στο να τη ζείτε.

Οι άνθρωποι σε μειώνουν γιατί σε φθονούν

Στην καθημερινότητά μας, όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες, έχουμε βιώσει ή έχουμε και εμείς οι ίδιοι προσπαθήσει με λόγια και με πράξεις να μειώσουμε έναν άλλο άνθρωπο. Απαξιωτικά σχόλια, «αθώα» γελάκια για την εμφάνιση κάποιου, υποτίμηση των δυνατοτήτων ενός ανθρώπου, ειρωνικά σχόλια για τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την καταγωγή κάποιου και άλλα τόσα παραδείγματα.

Λόγια και πράξεις που έχουν ως απώτερο σκοπό να μειώσουν την προσωπικότητα και την ψυχή εκείνου που είναι ο αποδέκτης. Και, φυσικά, η προσπάθεια μείωσης μπορεί πολύ εύκολα να ξεπεράσει μία απλή λεκτική επίθεση και να φτάσει και στο επίπεδο πρόκλησης σωματικών βλαβών.

Το βασικό όμως ερώτημα είναι:

Γιατί ένας άνθρωπος νοιώθει την ανάγκη να μειώσει κάποιον, τι κερδίζει από τη λεκτική ή τη σωματική βία ή τις όποιες απαξιωτικές συμπεριφορές;

Μειώνουμε τους άλλους ακριβώς για να νοιώσουμε εμείς καλύτερα με τον εαυτό μας, για να εξυψώσουμε το δικό μας εγώ και να νοιώσουμε ανώτεροι. Η γυναίκα που ειρωνεύεται μία άλλη γυναίκα με παραπανίσια κιλά μέσω αυτής της ειρωνείας προσπαθεί να νοιώσει εκείνη καλύτερα με το σώμα της και σιγουρεύει περισσότερο τον εαυτό της για τη θηλυκότητά της, μειώνοντας τη θηλυκότητα μίας άλλης γυναίκας. Με παρόμοιο τρόπο και ο άνδρας που κάνει άσχημα και ομοφοβικά σχόλια για έναν ομοφυλόφιλο με αυτό τον τρόπο μέσω του νοιώθει ακόμα πιο σίγουρος για τη δική του σεξουαλικότητα.

Η προσπάθεια μείωσης δεν αφορά βέβαια έναν άνθρωπο έξω από εμάς. Αφορά τη δική μας αυτοεκτίμηση, το πόσο καλά νοιώθουμε εμείς με τον εαυτό μας και το πόσο αγαπάμε και αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε. Όσο πιο χαμηλή αυτοεκτίμηση έχει κάποιος, τόσο περισσότερο θα επιθυμεί να μειώνει άλλους ανθρώπους.

Η βασικότερη αιτία είναι η πρόκληση της ευχαρίστησης και το αίσθημα ανωτερότητας που νοιώθει ένα άτομο όταν ασκεί βία σωματική και λεκτική σε ένα άλλο άτομο.

Στα παιδιά αυτά διαπιστώνεται ένα μεγάλο πρόβλημα σε σχέση με την αυτοεκτίμησή τους. Η προσπάθεια μείωσης σχετίζεται με την αυτοεκτίμηση και την υγιή σχέση που έχουμε χτίσει με τον εαυτό μας. Όσο πιο καλά νοιώθει κάποιος με τον εαυτό του εκτιμά αυτό που είναι, τόσο λιγότερο θα προβαίνει σε λεκτική, σωματική επίθεση και προσπάθεια μείωσης.

Η σχέση με τον εαυτό μας αποτελεί τη σημαντικότερη σχέση που θα αποκτήσει ένας άνθρωπος, θα διαρκέσει όλη τη ζωή του και θα καθορίσει και τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά και επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους. Πολλές φορές η προσπάθεια μείωσης κρύβει μέσα ακόμα και ζήλεια ή φθόνο για το άτομο το οποίο προσπαθούμε να υποβιβάσουμε.

Όσο πιο μεγάλη αυτοεκτίμηση και αυτογνωσία διαθέτει ένα άτομο, τόσο λιγότερο θα προσπαθεί να μειώσει τους άλλους για να πείσει τον εαυτό του για την αξία του.

Το διαφορετικό το φοβόμαστε και το απορρίπτουμε

Κατά τον Χέγκελ, ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας διαθέτει μια δυναμική διαλεκτική. Η πραγματικότητα είναι ουσιαστικά αντιφατική, και η ανθρώπινη συνείδηση εν μέρει μόνο μπορεί να τη συλλάβει, και αυτό σε διαδοχικές φάσεις, που εγώ ονομάζω “αφυπνίσεις”. Η πραγματικότητα δεν υπάρχει όλη μέσα σ’ έναν δεδομένο χρόνο, ούτε μπορεί κανείς να τη γνωρίσει ολόκληρη σε μια στιγμή μόνο, αλλά εξελίσσεται μέσα στο χρόνο. Κατά βάση, η γνώση και η πραγματικότητα είναι ένα και το αυτό, είναι κίνηση προς ένα τελικό σημείο, το απόλυτο, το οποίο δεν είναι απλώς το τέλος, αλλά το όλον, το ον που ολοκληρώνεται μέσω της εξέλιξής του.

Ο Χέγκελ περιγράφει τη διαλεκτική κίνηση ως μια σειρά διεργασιών οι οποίες διεξάγονται κατά ορισμένες φάσεις- ή, στιγμές διαλεκτικής- που ονομάζονται: θέση, αντίθεση και σύνθεση. Η θέση είναι κατάφαση, επιβεβαίωση κάποιου πράγματος. Η άρνηση- ή αντίθεση-, σημαίνει αντίθεση μαζί και σύγκρουση. Η διαλεκτική ώθηση οδηγεί στο όραμα του συνόλου, σε μια τρίτη στιγμή παρέμβασης ή πρόθεση λύσης της αντίφασης. Όλα αυτά καταλήγουν σε μια νέα θέση, η οποία περιλαμβάνει και συγχρόνως υπερβαίνει το αρχικό σημείο της αφετηρίας, και από κει μπορεί και πάλι ν’ αρχίσει η διαλεκτική διαδικασία.

Η διαδικασία πρέπει να τελειώνει με την πλήρη κατανόηση της πραγματικότητας και του εαυτού μας ως ολοκληρωτικής, απόλυτης γνώσης, χωρίς σύγκρουση. Στο κορυφαίο σημείο, της σύνθεσης (της ευτυχίας;), έχουν ξεπεραστεί οι αντιφάσεις, και οι στιγμές που μας επέτρεψαν να φτάσουμε ως εδώ, σ’ αυτή τη νέα φάση, τώρα πια μας αποκαλύπτονται ως αναγκαίες.

Κοιτάζουμε πίσω και συνειδητοποιούμε πως οι στιγμές εκείνες που θα θέλαμε να μην είχαμε ζήσει ποτέ, μας έκαναν να φτάσουμε στην απόλυτη ικανοποίηση που αισθανόμαστε τώρα.

Θέση: Συνάντηση με τον εαυτό μου και τους άλλους. Αγάπη.
Αντίθεση: Θάνατος, χωρισμός, απώλεια.
Σύνθεση: Ευτυχία, υπέρτατη φάση, ολοκλήρωση του ατόμου.

Οι δυσκολίες, λοιπόν, μας αποκαλύπτονται ως θετικές φάσεις στη ζωή μας, αφού αυτές είναι που μας επιτρέπουν να φτάσουμε στην ευτυχία.

Νομίζουμε συχνά ότι η σύγκρουση και η ματαίωση σηματοδοτούν την απώλεια της ευτυχίας. Το δίχως άλλο, αυτό συμβαίνει μόνο αν ταυτίζει κανείς την ευτυχία με μια παιδαριώδη στάση απέναντι στη ζωή, μια στάση που διέπεται από την επιθυμία της απέραντης ικανοποίησης, λειτουργώντας με την αρχή της ευχαρίστησης.

Οι απώλειες οδηγούν πάντα το άτομο σε συνθήκες κρίσης, όχι όμως αναγκαστικά και στην απώλεια της ευτυχίας.

Η λέξη κρίση- το λέω πάντα- είναι ένας όρος που συνδέεται αδικαιολόγητα με κάτι αρνητικό. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι “κρίση” σημαίνει, κατά βάση, “αλλαγή”, και η κοινωνία μας φοβάται την αλλαγή- προτιμά να μένει στη σιγουριά της σταθερότητας.

Το διαφορετικό το φοβόμαστε και το απορρίπτουμε.

Ασφαλώς, προχωρώ σημαίνει: “αφήνω πίσω αυτό που δεν υπάρχει πια, κι έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι άλλο.”

Ο μόνος φόβος που θα’ θελα να νιώθεις μπροστά
σε μια αλλαγή, είναι μήπως δεν μπορείς ν’ αλλάξεις.

Να νομίζεις πως είσαι δεμένος στο παρελθόν
και να συνεχίζεις όπως παλιά, απαράλλαχτος.

Η Δύση νομίζει πως η ζωή είναι μικρή. Λένε πως από την ώρα που γεννιόμαστε, κάθε λεπτό, ερχόμαστε και λίγο πιο κοντά στον θάνατο, κι αυτό φέρνει ένταση, άγχος, αγωνία.

Όλα τα καλά, κάθε πολυτέλεια, όλα τα πλούτη χάνουν το νόημά τους, αφού δεν μπορούμε να τα πάρουμε μαζί μας.

Στη Δύση, προχωράει κανείς μόνο προς τον θάνατο.

Η Ανατολή, αντίθετα, είναι πιο χαλαρή. Πρώτον, γιατί δεν δίνει τόση σημασία στον θάνατο. Τον θεωρεί, απλώς, μια αλλαγή μορφής. Δεύτερον, μιας και δεν υπάρχει τέλος (παρά μόνο αλλαγή), μπορεί κανείς να ζει χαλαρός, έχοντας συναίσθηση του εσωτερικού του πλούτου που θα τον συνοδεύει όπου κι αν πάει- ακόμη και πέρα απ’ τη ζωή. Ο θάνατος δεν μπορεί να του τον αφαιρέσει.

Μια παροιμία των Σούφι λέει:

Το μόνο που πραγματικά έχεις, είναι αυτό
που δεν μπορείς να χάσεις σ’ ένα ναυάγιο.

Χημικοί έχουν ανακαλύψει μια ευλογοφανή συνταγή για την πρώιμη ζωή στη Γη

Χημικοί, στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Scripps (TSRI) έχουν αναπτύξει μια συναρπαστική νέα θεωρία για το πώς πρέπει να έχει αρχίσει η ζωή στη Γη. Τα πειράματά τους, που περιγράφονται στο περιοδικό Nature Communications, δείχνουν ότι βασικές χημικές αντιδράσεις που υποστηρίζουν την ζωή σήμερα θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιηθεί με συστατικά που πιθανώς να ήταν παρόντα στον πλανήτη πριν από τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια.

«Ήταν ένα μαύρο κουτί για μας», αναφέρει ο Ramanarayanan Krishnamurthy,  (φωτογραφία) αναπληρωτής καθηγητής χημείας στο TSRI και κύριος συγγραφέας της μελέτης. «Όμως εάν εστιάσετε στην χημεία, το πρόβλημα της προέλευσης της ζωής γίνεται λιγότερο δύσκολο». Για τη νέα μελέτη, ο Krishnamurthy και οι άλλοι συγγραφείς της, που είναι όλοι μέλη του Κέντρου για τη Χημική Εξέλιξη, εστίασαν σε μια σειρά χημικών αντιδράσεων που συνθέτουν αυτό που οι ερευνητές αναφέρουν ως κύκλο κιτρικού οξέως.

Κάθε αερόβιος οργανισμός, από τα φλαμίνγκο μέχρι τους μύκητες, βασίζεται στον κύκλο του κιτρικού οξέως για να απελευθερώσει αποθηκευμένη ενέργεια στα κύτταρα. Σε προηγούμενες μελέτες, οι ερευνητές υπέθεσαν την πρώιμη ζωή χρησιμοποιώντας τα ίδια μόρια για τον κύκλο του κιτρικού οξέως όπως το χρησιμοποιεί η ζωή σήμερα. Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση, εξηγεί ο Krishnamurthy, είναι ότι αυτά τα βιολογικά μόρια είναι εύθραυστα και οι χημικές αντιδράσεις που χρησιμοποιούνται στον κύκλο δεν θα έπρεπε να υπάρχουν στα πρώτα ένα δισεκατομμύριο χρόνια της Γης – τα συστατικά, απλούστατα, δεν υπήρχαν ακόμη.

Οι επικεφαλείς της νέας μελέτης ξεκίνησαν πρώτα με τις χημικές αντιδράσεις. Έγραψαν την συνταγή και μετά προσδιόρισαν ποια μόρια, παρόντα στην πρώιμη Γη, θα μπορούσαν να λειτούργησαν ως συστατικά. Η νέα μελέτη περιγράφει πώς δυο μη-βιολογικοί κύκλοι – που ονομάζονται: κύκλος HKG και μηλονικός κύκλος – θα μπορούσαν να συνυπάρξουν για να βάλουν μπρος μια πρωτόγονη έκδοση του κύκλου του κιτρικού οξέως. Οι δυο κύκλοι χρησιμοποιούν αντιδράσεις που παρουσιάζουν την ίδια βασική χημεία των α-κετοξέων και β-κετοξέων, όπως στον κύκλο του κιτρικού οξέως. Αυτές οι κοινές αντιδράσεις περιλαμβάνουν αλδολικά πρόσθετα, τα οποία φέρνουν νέα πηγή μορίων στους κύκλους, καθώς βήτα και οξειδωτικές αποκαρβοξυλιώσεις, που απελευθερώνουν μόρια ως διοξείδιο του άνθρακα.

Καθώς έτρεχαν τις αντιδράσεις αυτές, οι ερευνητές βρήκαν ότι μπορούσαν να παράγουν αμινοξέα μαζί με διοξείδιο του άνθρακα (CO2), που είναι επίσης τα τελικά προϊόντα του κύκλου του κιτρικού οξέως. Οι ερευνητές θεώρησαν ότι καθώς βιολογικά μόρια όπως τα ένζυμα έγιναν διαθέσιμα, θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει στην αντικατάσταση των μη-βιολογικών μορίων σε αυτές τις βασικές αντιδράσεις για να τις κάνουν περισσότερο περίπλοκες και αποτελεσματικές. «Η χημεία θα μπορούσε να έχει μείνει η ίδια κατά τη διάρκεια του χρόνου, ήταν μόνο η φύση των μορίων που άλλαζε», λέει ο Krishnamurthy. «Τα μόρια εξελίχθηκαν με το χρόνο, για να είναι πιο περίπλοκα με βάση αυτό που η βιολογία χρειαζόταν».

«Ο σύγχρονος μεταβολισμός έχει έναν πρόδρομο, ένα πρότυπο, που ήταν μη-βιολογικός», προσθέτει ο Greg Springsteen, ο πρώτος από τους συγγραφείς και αναπληρωτής καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο Furman. Αυτό που κάνει αυτές τις αντιδράσεις ακόμη περισσότερο ευλογοφανείς είναι το γεγονός ότι στο κέντρο αυτών των αντιδράσεων είναι ένα μόριο που ονομάζεται γλυοξυλικό, το οποίο οι μελέτες δείχνουν ότι θα μπορούσε να ήταν διαθέσιμο στην πρώιμη Γη και που σήμερα είναι μέρος του κύκλου του κιτρικού οξέος (που ονομάζεται «γλυοξυλικός κύκλος»). Ο Krishnamurthy υποστηρίζει ότι απαιτείται να γίνει περισσότερη έρευνα για να δούμε πώς θα μπορούσαν οι αντιδράσεις αυτές να έχουν γίνει τόσο βιώσιμες όσο σήμερα ο κύκλος του κιτρικού οξέως.

Αστρονόμοι χρησιμοποιούν τα βαρυτικά κύματα για να μετρήσουν την ηλικία του σύμπαντος

Η άμεση ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων από τουλάχιστον πέντε πηγές, κατά τη διάρκεια των δυο περασμένων ετών, προσφέρει εντυπωσιακή επιβεβαίωση του μοντέλου βαρύτητας και χωρόχρονου του Einstein. Η μοντελοποίηση αυτών των γεγονότων έχει προσφέρει επίσης πληροφορίες για το σχηματισμό των άστρων, των εκρήξεων ακτίνων-γάμμα, των χαρακτηριστικών άστρων νετρονίων και (για πρώτη φορά) την επαλήθευση των θεωρητικών ιδεών για το πώς έχουν παραχθεί τα πολύ βαρέα στοιχεία, όπως ο χρυσός.

Οι αστρονόμοι τώρα έχουν χρησιμοποιήσει ένα γεγονός βαρυτικού κύματος (GW170817) για να μετρήσουν την ηλικία του σύμπαντος. Οι αστρονόμοι του Harvard-Smithsonian Center for Astrophysics (CfA) Peter Blanchard, Tarreneh Eftekhari, Victoria Villar και Peter Williams ήταν μέλη μιας ομάδας 1314 επιστημόνων του πλανήτη οι οποίοι συνεισέφεραν στην ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων από την συγχώνευση συστήματος ζεύγους άστρων νετρονίων, που ακολουθήθηκε από την ανίχνευση ακτίνων-γάμμα και μετά την εξακρίβωση της προέλευσης του κατακλυσμού των ακτίνων από μια πηγή στον γαλαξία NGC4993 που εντοπίζεται σε εικόνες που πάρθηκαν με διάφορες χρονικές καθυστερήσεις σε μήκη κύματος από ακτίνες-Χ μέχρι ραδιοκύματα.

Μια ανάλυση των βαρυτικών κυμάτων από το γεγονός αυτό οδηγεί στην εγγενή τους ισχύ. Η παρατηρούμενη ισχύς είναι μικρότερη, που οδηγεί στο (επειδή η ισχύς μειώνεται με την απόσταση από την πηγή) ότι η πηγή βρίσκεται περίπου 140 εκατομμύρια έτη φωτός μακριά. Ο NGC4993, ο γαλαξίας που φιλοξενεί την πηγή, έχει μια προς τα έξω ταχύτητα εξαιτίας της διαστολής του σύμπαντος που μπορεί να μετρηθεί από τις φασματικές του γραμμές. Η γνώση του πόσο μακριά είναι και πόσο γρήγορα κινείται ο γαλαξίας σε σχέση με εμάς, επιτρέπει τους επιστήμονες να υπολογίζουν το χρόνο από τότε που άρχισε η διαστολή – την ηλικία του σύμπαντος: μεταξύ 11,9 και 15,7 δισεκατομμύρια χρόνια δεδομένων των πειραματικών αβεβαιοτήτων.

Η ηλικία που παράγεται από αυτό το μεμονωμένο γεγονός είναι συνεπής με τις εκτιμήσεις των από δεκαετίες παρατηρήσεων που βασίζονται σε στατιστικές μεθόδους με τη χρήση δυο άλλων πηγών: την κοσμική μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου (CMBR) και της κίνησης των γαλαξιών. Η πρώτη βασίζεται στη χαρτογράφηση της πολύ αδύναμης κατανομής του φωτός που χρονολογείται από σχεδόν τετρακόσιες χιλιάδες χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, η δεύτερη περιλαμβάνει στατιστική ανάλυση των αποστάσεων και των κινήσεων δεκάδων χιλιάδων γαλαξιών σε σχετικά πρόσφατους χρόνους. Το γεγονός ότι αυτό το μοναδικό γεγονός βαρυτικού κύματος μπόρεσε να προσδιορίσει μια ηλικία του σύμπαντος είναι αξιοσημείωτο και μη-δυνατό με κάθε ανίχνευση κύματος βαρύτητας. Σε αυτή την περίπτωση υπήρξε οπτική αναγνώριση της πηγής (έτσι που θα μπορούσε να υπολογιστεί μια ταχύτητα) και ότι η πηγή δεν ήταν πολύ απομακρυσμένη ή πολύ αδύναμη. Με ένα μεγαλύτερο στατιστικό δείγμα γεγονότων βαρυτικών κυμάτων όλων των τύπων, η τρέχουσα περιοχή τιμών για την ηλικία θα περιοριστεί.

Το νέο αποτέλεσμα είναι ενδιαφέρον για άλλο ένα λόγο. Παρόλο που και οι δυο μετρήσεις, από την CMBR και τους γαλαξίες είναι αρκετά ακριβείς, ξεχωριστά, μοιάζουν να διαφωνούν μεταξύ τους σε ένα επίπεδο περίπου 10%. Η διαφωνία αυτή θα μπορούσε να είναι απλά ένα παρατηρησιακό σφάλμα, όμως ορισμένοι αστρονόμοι υποπτεύονται ότι ίσως είναι μια πραγματική διαφορά που αντανακλά κάτι που τώρα λείπει από την εικόνα μας για την διαδικασία της κοσμικής διαστολής, που ίσως συνδέεται με το γεγονός ότι η CMBR προκύπτει από μια πολύ διαφορετική εποχή του κοσμικού χρόνου, από ότι τα γαλαξιακά δεδομένα. Αυτή η τρίτη μέθοδος, από τα γεγονότα βαρυτικών κυμάτων, μπορεί να βοηθήσει να λυθεί αυτός ο γρίφος.

Εντόπισαν τετραπλό σύστημα κβάζαρ – Η εντυπωσιακή ανακάλυψη που πονοκεφαλιάζει τους επιστήμονες

Ένα κβάζαρ είναι από τα πιο εντυπωσιακά κοσμικά αντικείμενα. Ο εντοπισμός ενός τετραπλού συστήματος κβάζαρ προκαλεί αίσθηση αλλά και πορβληματισμό στους επιστήμονες.

Οι αστρονόμοι ξύνουν το κεφάλι τους, αδυνατώντας να δώσουν μια εξήγηση για την απρόσμενη ανακάλυψη του πρώτου τετραπλού κβάζαρ. Στην ουσία πρόκειται για τέσσερις ενεργές μαύρες τρύπες πολύ κοντά η μία στην άλλη.

Το παράξενο υπέρλαμπρο «κουαρτέτο» βρίσκεται σε μια από τις μεγαλύτερες δομές που έχουν ποτέ ανακαλυφθεί στο μακρινό σύμπαν και περιβάλλεται από ένα τεράστιο νέφος κρύου και πυκνού αερίου υδρογόνου, σε απόσταση περίπου δέκα δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη.

Πρώτη φορά
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Γιόζεφ Χενάβι του γερμανικού Ινστιτούτου Αστρονομίας Μαξ Πλανκ, χρησιμοποίησαν το τηλεσκόπιο Keck στη Χαβάη για τις παρατηρήσεις τους.

Σχεδόν 500.000 κβάζαρ έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα, από τα οποία γύρω στα 100 είναι διπλά και μόνο δύο τριπλά, αλλά κανένα τετραπλό έως τώρα.

Όπως εκτιμούν οι επιστήμονες, είτε έπιασαν το «τζακ-ποτ» της αστρονομίας, ανακαλύπτοντας κάτι που έχει πιθανότητα μία στα δέκα εκατομμύρια να υπάρξει, είτε πρέπει να αναθεωρήσουν εκ βάθρων τις έως τώρα θεωρίες τους για τα κβάζαρ (τους ενεργούς γαλαξιακούς πυρήνες).

Γαλαξιακός πυρήνας
Τα κβάζαρ δημιουργούνται σε μια συγκεκριμένη και σχετικά σύντομη φάση της εξέλιξης των γαλαξιών, όταν μεγάλες ποσότητες ύλης πέφτουν μέσα σε μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα (με μάζα εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από του Ήλιου μας) που βρίσκεται στο κέντρο του γαλαξία.

Η μαύρη τρύπα λάμπει έντονα σαν κβάζαρ, όσο υπάρχουν τριγύρω αρκετά αέρια για να τα «ρουφήξει». Καθώς τα «καταπίνει», εκλύεται μια τρομακτική ποσότητα ενέργειας ορατή στα πέρατα του σύμπαντος.

Έτσι, στη διάρκεια αυτής της φάσης, ο ενεργός γαλαξιακός πυρήνας (δηλαδή η μαύρη τρύπα στο στάδιο του κβάζαρ) είναι το πιο φωτεινό αντικείμενο στο σύμπαν, εκατοντάδες φορές λαμπρότερο από άλλους γαλαξίες, ακόμη κι αν αυτοί περιέχουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια άστρα.

Αυτή η υπέρλαμπρη φάση διαρκεί λίγο (10 έως 100 εκατομμύρια χρόνια) στη ζωή ενός γαλαξία που φθάνει τα 10 δισεκατομμύρια χρόνια. Γι’ αυτό δεν είναι εύκολο οι αστρονόμοι να εντοπίσουν κβάζαρ στον ουρανό – πόσο μάλλον τέσσερα δίπλα-δίπλα.

Δύο οποιαδήποτε τυπικά κβάζαρ, που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα, απέχουν περίπου 100 εκατομμύρια έτη φωτός μεταξύ τους. Όμως στην περίπτωση του «κουαρτέτου» η μεταξύ τους απόσταση δεν ξεπερνά τα 700.000 έτη φωτός.

Ο Σωκράτης για τη φύση της φιλίας

«Δεν μπορούν λοιπόν να είναι φίλοι, αν δεν εκτιμούν ο ένας τον άλλον»215b
Ο Σωκράτης βρίσκεται σε παρέα νεαρών που περιλαμβάνει και τον Λύσι, ένα συνεσταλμένο και πολύ αγαπητό αγόρι. Τον ρωτάει αν πιστεύει ότι οι γονείς του τον αγαπούν και, άρα, αν θέλουν να είναι ευτυχισμένος. Ο Λύσις φυσικά απαντάει καταφατικά. «Σου φαίνεται όμως πως είναι ευτυχισμένος άνθρωπος εκείνος που υποτάσσεται και δεν μπορεί να κάνει τίποτα απ’ όσα θέλει;»207e. Ο Λύσις είναι στην ηλικία της εφηβείας και ο Σωκράτης του θυμίζει ότι οι γονείς του δεν τον αφήνουν ελεύθερο να κάνει ό,τι επιθυμεί. Δεν του επιτρέπεται να οδηγήσει το άρμα και την άμαξα του οίκου του, τον ίδιο του τον εαυτό τον εξουσιάζουν οι δάσκαλοί του και ο παιδαγωγός του, και δεν τον αφήνουν να ακουμπήσει ούτε τον αργαλειό, ενώ όλες αυτές τις δουλειές τις κάνουν δούλοι. «Και τους δούλους, όπως φαίνεται, υπολογίζουν περισσότερο από σένα»208b.
 
Ο Λύσις λέει πως ο λόγος για όλους αυτούς τους περιορισμούς είναι η μικρή του ηλικία, αλλά ο Σωκράτης τον διορθώνει λέγοντάς του ότι είναι λόγω της έλλειψης γνώσης που ο πατέρας του δεν του αναθέτει τέτοιες ευθύνες. Όταν ο πατέρας του πειστεί πως ο γιος του σκέφτεται καλύτερα από τον ίδιο, τότε θα του αναθέσει και την περιουσία του αλλά και τον εαυτό του. «Αν όμως γίνεις σοφός, παιδί μου, θα γίνουν όλοι φίλοι και οικείοι σου, γιατί θα είσαι χρήσιμος κι ενάρετος»210d. Για τον Σωκράτη η γνώση συνδέεται με την χρησιμότητα και την ευτυχία. Κανένας δεν αγαπάει κανέναν εφόσον είναι άχρηστος. Μέχρι να αποκτηθεί η γνώση λοιπόν, δε φαίνεται να μπορεί να υπάρχει φιλία.
 
Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι από μικρός το μόνο που επιθυμούσε ήταν η απόκτηση φίλων και όχι χρημάτων ή τιμών. Κι όμως, δεν πιστεύει πως έχει καταφέρει ακόμα να αποκτήσει πραγματικούς φίλους κι εκπλήσσεται που βλέπει μια τόσο καλή φιλία μεταξύ του Λύσι και του συνομήλικου Μενέξενου, ο οποίος ήταν επίσης παρών. Οπότε τους ρωτάει για τη φύση της φιλίας για να μπορέσει να την αποκτήσει κι αυτός. Η έννοια της «φιλίας» στην αρχαία Ελλάδα διέφερε από τη σημερινή. «Φιλικά» μεταξύ τους ήταν, εκτός από άνθρωποι, πράγματα, καταστάσεις, ιδιότητες κτλ. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται παραδείγματα όπως το άρρωστο σώμα που είναι «φιλικό» προς το φάρμακο, εξ ου και η λέξη «φιλοσοφία». Φυσικά, αυτή η έννοια συμπεριλαμβάνει και τη σημερινή «φιλία» μεταξύ δύο ανθρώπων.
 
«Ποιος από τους δύο γίνεται φίλος του άλλου, αυτός που αγαπάει γίνεται φίλος αυτού που αγαπιέται ή αυτός που αγαπιέται φίλος αυτού ο οποίος αγαπάει – ή σε τίποτα δεν διαφέρει;»212b. Ο Μενέξενος απαντάει ότι σε τίποτα δε διαφέρει, ότι δηλαδή για να πούμε κάποιον φίλο αρκεί, και πρέπει, ο ένας να αγαπάει τον άλλον. Όταν ο Σωκράτης όμως του φέρνει παραδείγματα από εραστές που ο ένας αγαπάει κάποιον αλλά ο δεύτερος όχι τον πρώτο, και μάλιστα ο δεύτερος μπορεί να τον μισεί, παραδέχεται ότι σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι μεταξύ τους υπάρχει φιλία. Έτσι, η πρόταση παραφράζεται και τώρα λένε «Άρα αυτό που αγαπιέται είναι φιλικό σ’ αυτόν ο οποίος αγαπάει… είτε [αυτός] τον αγαπάει είτε τον μισεί»213e. Τα μικρά παιδιά, για παράδειγμα, όταν τιμωρούνται από τους γονείς φέρονται σαν να τους μισούν, ενώ αυτοί τα τιμωρούν ακριβώς επειδή τα αγαπούν. Εξ άλλου είναι οι φίλοι μας που θα μας εμποδίσουν να κάνουμε ό,τι θέλουμε σε κάτι που δεν κατέχουμε. Άρα φίλος μου είναι αυτός που εγώ αγαπάω, ενώ εγώ δεν είμαι αναγκαστικά φίλος του, και εχθρός μου είναι αυτός που μισώ, ενώ εγώ δεν είμαι αναγκαστικά δικός του εχθρός. Έτσι όμως, πολλοί αγαπιούνται από εχθρούς και μισιούνται από φίλους, αφού αυτός που εγώ αγαπώ (ο φίλος μου) μπορεί να με μισεί (είμαι εχθρός του)213ab.
 
Αυτό φαίνεται παράλογο και στους δύο, οπότε ο Σωκράτης στρέφεται στον Λύσι, και του αναφέρει αυτά που λένε οι ποιητές και οι σοφοί ότι ο όμοιος γίνεται φίλος με τον όμοιό του214b. Αυτό θα σήμαινε ότι οι καλοί γίνονται φίλοι με τους καλούς και οι κακοί με τους κακούς. «Οι κακοί όμως, πράγμα το οποίο λέγεται γι’ αυτούς, δεν είναι ποτέ όμοιοι ούτε με τους εαυτούς τους, αλλά άστατοι και ανερμάτιστοι»214c. Έτσι, ο κακός ποτέ δεν γίνεται πραγματικός φίλος ούτε στον καλό ούτε στον κακό. Άρα φίλοι γίνονται μόνο οι καλοί.
 
Και οι καλοί όμως, και όποιοι είναι όμοιοι σε κάτι, δεν χρειάζονται ο ένας τον άλλον, γιατί σε αυτό που είναι καλοί και όμοιοι είναι αυτάρκεις. Όταν κάποιος είναι αυτάρκης σε κάτι, δεν του χρειάζεται αυτό, αφού δεν του λείπει, και άρα δεν το εκτιμά όταν το συναντήσει, και κάποιος που το έχει δεν μπορεί να τον βοηθήσει ως προς αυτό, αφού το κατέχει ήδη. Άρα οι όμοιοι δεν αγαπάνε ο ένας τον άλλον αφού δεν μπορούν να βοηθηθούνε μεταξύ τους, και άρα δεν μπορούν να γίνουν φίλοι. Από τη στιγμή που δεν εκτιμά ο ένας τον άλλον η φιλία είναι αδύνατη. Για παράδειγμα, «όσοι είναι ήδη σοφοί δεν αγαπούν τη σοφία, είτε είναι θεοί είτε άνθρωποι. Ούτε πάλι αγαπούν τη σοφία όσοι έχουν τόση άγνοια, ώστε να είναι κακοί˙ κακός άλλωστε και αμαθής που ν’ αγαπάει τη σοφία δεν υπάρχει»218a (βλέπουμε άλλη μια φορά τη σύνδεση που κάνει συχνά ο Σωκράτης της γνώσης με την αρετή). Υπολείπονται για να είναι φίλοι της σοφίας (φιλό-σοφοι), αυτοί που δεν είναι ούτε σοφοί ούτε εντελώς αμαθείς, τόσο που να μην ξέρουν καν ότι είναι αμαθείς.
 
Η συζήτηση φτάνει σε αδιέξοδο. Ο Σωκράτης τώρα λέει ότι κάποτε άκουσε κάποιον να λέει ότι, αντίθετα με το προηγούμενο, τα όμοια εχθρεύονται τα όμοιά τους, και μάλιστα αυτός επικαλούνταν τον Ησίοδο που έλεγε ότι «ο κεραμέας τον κεραμέα εχθρεύεται, και ο αοιδός τον αοιδό, και τον φτωχό ο φτωχός»215c. Τα ανόμοια όμως είναι γεμάτα φιλία, γιατί ο φτωχός έχει ανάγκη τον πλούσιο και ο πλούσιος τις υπηρεσίες του φτωχού, και ο ασθενής τον γιατρό κτλ. «Το εντελώς αντίθετο γίνεται κατ’ εξοχήν φιλικό με το αντίθετό του. Το καθένα δηλαδή επιθυμεί το αντίθετο και όχι το όμοιό του…Άλλωστε το αντίθετο είναι τροφή για το αντίθετό του, ενώ το όμοιο δεν είναι δυνατό ν’ αποκομίσει τίποτε από το όμοιό του»215e. Κι όμως, ούτε αυτή η οδός φαίνεται να μας οδηγεί κάπου, αφού θα έπρεπε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως πράγματα αντίθετα μεταξύ τους, όπως το δίκαιο με το άδικο, το καλό με το κακό και η εγκράτεια με την ακολασία είναι φιλικά το ένα με το άλλο, πράγμα παράλογο.
 
Ο Σωκράτης μαντεύει ότι η αλήθεια είναι πως το ωραίο και καλό είναι φιλικό αυτού που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Και εφόσον τα όμοια δεν γίνονται φιλικά μεταξύ τους -και το κακό με κανένα- αυτό που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό μπορεί μόνο με το καλό ή αγαθό να είναι φιλικό.216e Για παράδειγμα, ένα σώμα που είναι απολύτως υγιές δεν είναι φιλικό με τον γιατρό, γιατί δεν τον χρειάζεται. Το σώμα που είναι απόλυτα άρρωστο («κακό», το οποίο δηλαδή είναι σε σημείο που η αρρώστια το έχει καταλάβει και δεν υπάρχει γιατρειά) επίσης δεν τον χρειάζεται, αφού δεν μπορεί να το γιατρέψει. Το σώμα μας όμως συνήθως δεν βρίσκεται σε αυτές τις απόλυτες καταστάσεις. Δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, και χρειάζεται τον γιατρό όταν αρρωσταίνει, γι’ αυτό είμαστε φίλοι της Ιατρικής, που μας γιατρεύει. Κανένας υγιής δεν γίνεται φίλος του γιατρού εξαιτίας της υγείας του. Αντίθετα, ο άρρωστος εξαιτίας της ασθένειας.
 
Άρα κάτι που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό (σώμα), γίνεται φιλικό με κάτι καλό (ιατρική), εξαιτίας της παρουσίας του κακού (ασθένεια).
 
Το ούτε καλό ούτε κακό είναι φιλικό προς το καλό πριν να επικρατήσει μέσα του το κακό και το μετατρέψει αυτό το ίδιο σε κακό, γιατί τότε, όντας κακό, δεν θα είναι φιλικό με τίποτα. Κι αυτό γιατί είναι ανάλογα με την κατάσταση που κάποια πράγματα αποκτούν ή όχι κάποιες ιδιότητες. Όπως και αν κάποιος βάψει με ψιμύθιο τα ξανθά μαλλιά, αυτά θα μοιάζουν άσπρα λόγω της παρουσίας του λευκού, αλλά δεν θα γίνουν άσπρα. Αν όμως έρθουν τα γηρατειά, τότε θα γίνουν άσπρα, λόγω της παρουσίας του λευκού. Αντίστοιχα, λόγω της παρουσίας του κακού, άλλα πράγματα γίνονται κακά, ενώ άλλα, ανάλογα με την παρούσα κατάσταση, δεν γίνονται. Όσον αφορά κάτι που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, και η παρούσα κατάσταση είναι το κακό, αλλά αυτό δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε κακό, είναι αυτή ακριβώς η κατάσταση της εμφάνισης του κακού που το κάνει να επιθυμεί το καλό. Αν η κατάσταση το μετατρέψει σε κακό, τότε δεν θα επιθυμεί πλέον το καλό. Τέλος, φίλος είναι κάποιος προς κάτι, και για κάποιο λόγο. Η φιλία δηλαδή έχει αντικείμενο, το οποίο διαφέρει από τον σκοπό της. Ο ασθενής είναι φίλος της ιατρικής με σκοπό να αποκτήσει υγεία.
 
Άρα αυτό που δεν είναι κακό ή καλό (σώμα) γίνεται φιλικό σε κάτι καλό (ιατρική) λόγω του κακού (ασθένεια), και εξαιτίας κάποιου άλλου καλού (υγεία).
 
Η υγεία είναι κάτι φιλικό εξαιτίας κάποιου πράγματος, το οποίο είναι επίσης φιλικό. Και εκείνο εξαιτίας κάποιου άλλου φιλικού πράγματος. Πρέπει «να φτάσουμε σε κάποια αρχή, η οποία δεν θα μας ξαναφέρει σε άλλο φιλικό πράγμα, αλλά θα μας οδηγήσει σε κείνο που είναι το πρωταρχικό φιλικό, εξαιτίας του οποίου και όλα τα άλλα λέμε ότι γίνονται φιλικά»219d. Πρέπει δηλαδή να δούμε πέρα από τις απεικονίσεις του φιλικού και να βρούμε το πραγματικά φιλικό.
 
Για παράδειγμα, ο πατέρας που αγαπά τον γιο του, αν ο γιος πιει κώνειο και η μόνη γιατρειά είναι το κρασί, τότε θα εκτιμήσει και θα αγαπήσει το κρασί και το αγγείο που το φέρει, όχι για άλλο λόγο, παρά για το ότι αυτά θα βοηθήσουν στο να σωθεί ο γιος του, δηλαδή για τον σκοπό που θα επιτελέσουν. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν αγαπάμε το ασήμι και τον χρυσό, αλλά εκείνα που αποδεικνύεται ότι εξαιτίας τους δημιουργούνται το ασήμι και ο χρυσός. Δεν είναι δηλαδή ότι αγαπάμε τον χρυσό, αλλά αυτά που μπορούμε να αγοράσουμε με αυτόν, το αίσθημα ασφάλειας που δίνει ο πλούτος κτλ.220a
 
Άρα καθετί που αποκαλούμε φιλικό είναι φιλικό επειδή οδηγεί σε αυτό που είναι πραγματικά φιλικό. Οι λεγόμενες φιλίες καταλήγουν σε αυτό που είναι όντως φιλικό. Το πραγματικά φιλικό λοιπόν δεν γίνεται φιλικό για χάρη κάποιου άλλου φιλικού.
 
Το καλό όμως, είναι φιλικό; Αν εξαφανιστεί το κακό τι θα συμβεί; Έχουμε αναφέρει τρία γένη. Το καλό, το κακό, και το ούτε καλό ούτε κακό. Αν εξαφανιστεί το κακό, και δεν αγγίζει ούτε το σώμα ούτε την ψυχή ούτε τίποτα άλλο, το αγαθό δεν θα μας χρησιμεύει σε τίποτα. Το αγαθό (φάρμακο) μας χρησιμεύει και το εκτιμάμε μόνο λόγω της παρουσίας του κακού (ασθένεια) και για χάρη του καλού (υγεία). Αν δεν υπάρχει ασθένεια, δεν χρειαζόμαστε φάρμακο, αφού έχουμε ήδη υγεία, και άρα δεν το εκτιμάμε και δεν το αγαπάμε. Γιατί το μόνο που μπορεί να μας προσφέρει το καλό είναι να διώξει το κακό, και δεν μας ωφελεί από μόνο του με κάποιον άλλον τρόπο.220ad
 
Αν όμως εξαφανιστούν όλα τα κακά, θα εξαφανιστεί και η πείνα, για παράδειγμα; Όχι, γιατί η πείνα είναι άλλοτε βλαβερή και άλλοτε όχι βλαβερή. Είναι βλαβερή όταν προκαλεί λαιμαργία, αλλά ωφελεί αυτόν που πεινάει, όταν του θυμίζει να τραφεί για να συνεχίσει να ζει υγιείς. Άρα, ακόμα και να εξαφανιστεί το κακό, δεν θα συμπαρασύρει μαζί του όλες τις ανθρώπινες επιθυμίες, αφού μεταξύ τους υπάρχουν και ωφέλιμες. Έχουμε παραδεχτεί όμως ότι φιλικά είναι αυτά που επιθυμούνται για κάποιον λόγο, και ότι αυτοί που δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί επιθυμούν το καλό εξαιτίας του κακού. Τώρα όμως που μιλάμε για την εξαφάνιση του κακού, αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν ακόμα επιθυμίες, και άρα φιλίες. Άρα πρέπει να υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος να δημιουργούνται φιλίες, πέραν της ύπαρξης του κακού, κάτι που προηγουμένως μας διέφυγε.
 
Εκείνο που επιθυμεί κάποιος γίνεται φιλικό αυτού που έχει μια ανάγκη, και είναι κάτι που του έχει αφαιρεθεί. Άρα η επιθυμία, η φιλία και ο έρωτας έχουν σχέση με κάτι που μας ήταν οικείο και μας αφαιρέθηκε. Δύο άνθρωποι που είναι μεταξύ τους φίλοι έχουν ο ένας προς τον άλλον φυσικό σύνδεσμο, και ταιριάζουν είτε στην ψυχική διάθεση είτε στον χαρακτήρα είτε στην ψυχή είτε στη μορφή. «Το εκ φύσεως οικείο δημιουργεί κατ’ ανάγκη τη φιλία»222a. Αλλά πρέπει το οικείο να είναι κάτι διαφορετικό από το όμοιο, αφού είπαμε πως το όμοιο δεν μπορεί να επιθυμεί το όμοιό του, άρα ούτε να είναι φιλικό απέναντί του.
 
Και πώς θα εντοπίσουμε τι είναι το οικείο; Ο Σωκράτης παρουσιάζει δύο ενδεχόμενα. Μήπως το καλό είναι οικείο σε όλα τα γένη, και το κακό ξένο σε όλα, ή μήπως το καλό είναι οικείο στο καλό, το κακό στο κακό, και το ούτε καλό ούτε κακό σε αυτό που επίσης δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό; Ο Σωκράτης και οι συνδιαλεγόμενοί του συμφωνούν με το δεύτερο ενδεχόμενο. Έτσι όμως, προκύπτει πως ο κακός θα είναι εξίσου φίλος του κακού, και ο άδικος του άδικου, όσο και ο καλός θα είναι φίλος του καλού, αφού όλοι αυτοί θα επιθυμούν εξίσου το οικείο τους, και άρα θα είναι φίλοι απέναντί του. Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει, αφού έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι οι κακοί δεν μπορούνε να είναι φίλοι κανενός.
 
Οι συνομιλητές έφτασαν σε άλλο ένα αδιέξοδο. Και ενώ ο Σωκράτης ήθελε να απευθυνθεί στους γηραιότερους που ήταν παρόντες για κάποια συμβουλή, σταμάτησαν τη συζήτηση καθώς οι παιδαγωγοί του Μενέξενου και του Λύσιδος ήρθαν και τους πήραν για το σπίτι. Ο Σωκράτης θεωρεί ότι γελοιοποιηθήκανε όλοι μαζί, καθώς «θα πουν δηλαδή τούτοι εδώ φεύγοντας ότι θέλουμε να είμαστε φίλοι μεταξύ μας…και δεν μπορέσαμε ακόμα να βρούμε τι είναι φίλος»223b.
 
Ο διάλογος Λύσις, ή περί φιλίας είναι από τους πλατωνικούς διαλόγους που δεν καταλήγουν σε κάποιο συμπέρασμα αναφορικά με το θέμα συζήτησης, και ο Σωκράτης αφήνει τους συνομιλητές του, το ακροατήριο και, πλέον, τους αναγνώστες να καταλήξουν μόνοι τους στα δικά τους συμπέρασμα ή να συνεχίσουν τον συλλογισμό. Τι πιο συνεπές από κάποιον που δήλωνε ότι δεν γνωρίζει ο ίδιος τίποτα ιδιαίτερο, και ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να εκμαιεύει ιδέες από άλλους με το ανακριτικό μυαλό του;
 
Πρόβλημα προέκυψε στον διάλογο όταν εικάστηκε η εξαφάνιση του κακού από τον κόσμο. Ακόμα και τότε συνεχίζουν να υπάρχουν επιθυμίες και άρα φιλίες, άρα το προηγούμενο συμπέρασμα ότι φιλίες υπάρχουν χάρη στην παρουσία του κακού γίνεται άτοπο.
 
Επιθυμίες υπάρχουν επειδή υπάρχουν ανάγκες. Μήπως και η ανάγκη είναι κάτι κακό; Όταν ο Σωκράτης μιλάει για την «όχι κακή επιθυμία» της πείνας, αποφεύγει να την ονομάσει «καλή πείνα»˙ εξ άλλου, μπορεί μεν η πείνα αυτή να μας ωφελεί αφού αποβλέπει στην αναζωογόνησή μας, αλλά από την άλλη δημιουργεί μια ανάγκη που θα μπορούσε, και μάλλον θα ήταν προτιμότερο, να λείπει, αφού εισάγει κάποιες υποχρεώσεις και ευθύνες στη ζωή μας. Εξαιτίας αυτών των υποχρεώσεων και ευθυνών, οι ανάγκες του σώματος και της ψυχής, περιορίζουν την ελευθερία μας. Αν κατά αυτόν τον τρόπο θεωρήσουμε ότι η ανάγκη είναι «κακό», τότε το αδιέξοδο της συζήτησης εξαφανίζεται, καθώς με την εξαφάνιση του κακού, θα χανόταν και η ανάγκη, και άρα η επιθυμία και η φιλία, οπότε θα μας αρκούσε το συμπέρασμα ότι φιλία δημιουργείται όταν εμφανίζεται το κακό.
 
Ο Σωκράτης δεν θα μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο˙ σύμφωνα με αυτόν οι επιθυμίες είναι «ούτε καλές ούτε κακές». Τι θα σήμαινε εξ άλλου να αρνηθούμε ως κακή κάθε ανάγκη/επιθυμία; Επιθυμία είναι και το να θέλουμε να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε˙ να γίνουμε «μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας». Η έννοια του «οικείου» έτσι, διαβάζεται όχι σαν κάτι που μας είναι συγγενές και μας έχει αφαιρεθεί, αλλά σαν κάτι που θα μπορούσαμε να έχουμε ή να γίνουμε, αλλά δεν το έχουμε ακόμα. Επιθυμούμε κάποιο επάγγελμα, να βρούμε σύντροφο, να κάνουμε ένα ταξίδι.
 
Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να πει ότι επιθυμούμε να βρούμε σύντροφο για να απολέσσουμε τη μοναξιά. Αυτή όμως είναι κάτι κακό, που είπαμε ότι εξαφανίστηκε. Έτσι, είτε πρέπει να παραδεχτούμε ότι φτάσαμε σε άλλο ένα αδιέξοδο είτε να ανασκευάσουμε τον Σωκράτη. Γιατί αν θεωρήσουμε ότι η συντροφιά είναι πάντα το αντίθετο της μοναξιάς, και γενικότερα το καλό αντίθετο του κακού, τότε τι μπορεί να εννοούσε όταν μίλησε για εξαφάνιση του κακού, χωρίς εξαφάνιση του καλού; Και τι είναι το «ούτε καλό ούτε κακό» παρά αυτό που αποτελείται από «καλά» και από «κακά»; Η εξαφάνιση του κακού λοιπόν θα έπρεπε να σημαίνει την εξαφάνιση και των τριών γενών, και άρα την εξαφάνιση όλης της ανθρώπινης εμπειρίας. Γιατί οι ανάγκες που γεννούν επιθυμίες και η ικανοποίηση αυτών των επιθυμιών, με την απόλαυση που ακολουθεί, είναι βασικά στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης. Μόνο οι θεοί δεν επιθυμούν.
 
Εξ άλλου, στο παράδειγμά του, όταν στο σώμα εμφανίζεται το κακό (η ασθένεια) το μόνο που μπορεί να συμβεί, που θα κάνει το σώμα να επιθυμεί κάτι για να αποκτήσει την υγεία, είναι ακριβώς η αφαίρεση μίας έκφανσης αυτής της κατάστασης υγείας του. Αν κάποιος αρχίσει να χάνει την όρασή του (αφαίρεση του οικείου), αυτό θα συμβαίνει εξαιτίας κάποιας ασθένειας ή πάθησης (παρουσία του κακού). Και αυτό που θα συμβαίνει στον ασθενή θα είναι αυτό ακριβώς, θα χάνει την όραση που είναι φυσιολογικό να έχει, θα αφαιρείται δηλαδή αυτό που του είναι οικείο λόγω της εμφάνισης του κακού. Το να πούμε ότι «εμφανίζεται το κακό» ή ότι «αφαιρείται το οικείο», είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
 
Δεδομένου φυσικά ότι η εξαφάνιση του κακού δεν είναι κάτι στο οποίο μπορούμε να αποβλέπουμε στην πρακτική μας εμπειρία, μας αρκεί το συμπέρασμα του Σωκράτη μέχρι εκείνο το σημείο. Το ότι δηλαδή είναι η παρουσία του κακού που μας έλκει στο καλό και δημιουργεί φιλίες. Ο κάθε ένας από μας, που είναι «ούτε καλός ούτε κακός», σε ό,τι είναι κακός, ή στον βαθμό που είναι κακός, επιθυμεί το καλό του άλλου, στον βαθμό που το κατέχει, για να μετριάσει το δικό του κακό. Η φιλία δημιουργείται από τις ατέλειές μας, αφού χάρη σε αυτές εκτιμούμε τις αρετές του άλλου.
 
Πλάτων – Λύσις (ή περί φιλίας)