Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

Το κοινωνικό περιβάλλον ασκεί εξίσου μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη μιας προσωπικότητας όσο μια προσωπικότητα στην ανθρώπινη κοινωνία. Ο Θουκυδίδης αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία του πολιτισμού, καθώς είναι ο πρώτος που προσπάθησε να ερμηνεύσει την ανθρώπινη συμπεριφορά με βάση τους κανόνες της λογικής παρατήρησης, έχοντας ως στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για το μέλλον. Ήταν όμως ταυτόχρονα ένα δημιούργημα της εποχής του, παράγωγο της πνευματικής και φιλοσοφικής κίνησης ενός κορυφαίου επιτεύγματος του παγκόσμιου πολιτισμού, της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ.

Η ζωή του μεγάλου ιστορικού και οι επιδράσεις στο έργο του

    Tα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε για τον μεγαλύτερο ιστορικό της αρχαιότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Έχουν σωθεί δύο βιογραφίες του, με εκτενέστερη αυτή του Μαρκελλίνου, γραμμένη τον 5ο αιώνα μ.Χ., ενώ διάσπαρτες πληροφορίες απαντούν σε έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Την πιο αξιόπιστη πηγή για τη ζωή του Θουκυδίδη συνιστούν οι λίγες πληροφορίες που αποκαλύπτει ο ίδιος για τον εαυτό του, άμεσα ή έμμεσα. Στην αρχή του έργου του (Α΄ 1) παραδίδει το όνομα και την πόλη του: «Θουκυδίδης Αθηναίος». Σε ένα άλλο σημείο (Ε126) πληροφορεί τους αναγνώστες ότι έζησε έως το τέλος του πολέμου και την καταστροφή των Μακρών Τειχών της Αθήνας από τους νικητές. Για τον πόλεμο είχε τη δυνατότητα να εκφραστεί άμεσα και με μεγάλη γνώση όσων συνέβησαν, καθώς αναφέρει ότι εξελέγη στρατηγός των Αθηναίων (Δ΄ 104) το 424 π.Χ., αλλά κατηγορήθηκε για την αποτυχία της πόλης του κατά τις επιχειρήσεις στη Θράκη και εξορίστηκε. Στην εξορία παρέμεινε επί είκοσι έτη, τα οποία αφιέρωσε στην έρευνα στοιχείων για τη συγγραφή του έργου του.

Αν και οι παραπάνω πληροφορίες είναι πενιχρές, αποτελούν πολύτιμη βάση για την εξαγωγή έμμεσων, αλλά ασφαλών συμπερασμάτων. Για να έχει εκλεγεί το 424 π.Χ. στρατηγός ο Θουκυδίδης, 9α πρέπει να ήταν τουλάχιστον τριάντα ετών. Εάν συνδυαστεί αυτό το στοιχείο με πληροφορία του Μαρκελλίνου ότι ο ιστορικός δεν βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία το 404 π.Χ., όταν τελείωσε ο πόλεμος, εξάγεται το συμπέρασμα ότι γεννήθηκε μεταξύ του 460 και του 454 π.Χ. και ότι ανήκε στον αθηναϊκό δήμο του Αλιμούντα, του σημερινού Αλίμου. Εκείνη την εποχή οι Αθηναίοι ήταν κατανεμημένοι σε δήμους με κριτήριο την καταγωγή και τον τόπο κατοικίας των προγόνων τους κατά την περίοδο εισαγωγής των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη και όχι με βάση τον πραγματικό τόπο κατοικίας τους.
 
Σύμφωνα με μαρτυρία του Θουκυδίδη (Δ' 104), το όνομα του πατέρα του ήταν Όλορος, ενώ υπάρχει πληροφορία ότι η μητέρα του ονομαζόταν Ηγησιπύλη. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Αθηναίος στρατηγός και νικητής του Μαραθώνα, Μιλτιάδης, είχε νυμφευθεί την Ηγησιπύλη (κόρη του θράκα ηγεμόνα Ολόρου) και με την πληροφορία ότι ο Θουκυδίδης είχε στην κατοχή του μεταλλεία στη Θράκη, αλλά και με την αναφορά του Μαρκελλίνου ότι ο τάφος του ιστορικού στην Αθήνα βρισκόταν στα «κιμώνεια» μνήματα (δηλαδή στους τάφους του γένους του Μιλτιάδη), οδήγησαν στην υπόθεση ότι υπήρχε κάποια συγγένεια μεταξύ του μεγάλου ιστορικού και του γένους των Φιλαϊδών, στο οποίο ανήκαν ο Μιλτιάδης, ο γιος του Κίμων και ο τύραννος Πεισίστρατος. Ο Μιλτιάδης όμως ανήκε σε διαφορετικό δήμο από το γένος του Θουκυδίδη, χωρίς αυτό να αποτελεί αδιαμφισβήτητο στοιχείο για την ανυπαρξία κάποιου συγγενικού δεσμού μεταξύ τους. Φαίνεται εξάλλου ότι υπήρχε κάποια συγγένεια και με τον συνονόματο του ιστορικού, τον πολιτικό Θουκυδίδη του Μελησίου, ηγέτη της συντηρητικής παράταξης στην Αθήνα και αντίπαλο του Περικλή. Λόγω της υποτιθέμενης σύνδεσης με τους Πεισιστρατίδες δικαιολογείται, σύμφωνα με κάποια εκδοχή, το ενδιαφέρον του Θουκυδίδη για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας σχετικά με τους γιους του Πεισιστράτου με δύο παρεκβάσεις στο έργο του (Α΄ 20 και Στ΄ 54). Οι σχετικές αναφορές όμως λαμβάνουν περισσότερο μεθοδολογικό χαρακτήρα και επιδιώκουν να παρουσιάσουν τον διαφορετικό τρόπο, τον οποίο επέλεξε ο Θουκυδίδης για να ερευνήσει και να παρουσιάσει τα γεγονότα, σε αντίθεση με τους προηγούμενους ιστορικούς.
 
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ
Η οικογενειακή κατάσταση και η κοινωνική θέση του ιστορικού αποτέλεσαν
επίσης αντικείμενο διαφωνίας. Ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν γνήσιος Αθηναίος (Α΄ 1 και Ε΄ 26), ενώ, με βάση νόμο που ίσχυε στην Αθήνα από το 451 π.Χ., δεν θα μπορούσε να αναλάθει το αξίωμα του στρατηγού, αν και οι δύο γονείς του δεν ήταν Αθηναίοι. Όπως παραδίδει ο ίδιος (Δ' 105), κατείχε μεταλλεία χρυσού στις ακτές ανάμεσα στη Θάσο και την Αμφίπολη, στις όχθες του Στρυμόνα, περιοχή η οποία κατά την αρχαιότητα θεωρείτο τμήμα της Θράκης. Η θέση των μεταλλείων του ταυτίζεται σήμερα με την τοποθεσία Σκαπτή Ύλη. Η κατοχή των ορυχείων οφειλόταν πιθανότατα στη συγγένεια των προγόνων του με επιφανείς θράκες ηγεμόνες, οπότε θα πρέπει να γίνει δεκτή η συγγένεια του με τον Μιλτιάδη και η σύνδεση του με τους αριστοκρατικούς κύκλους της Αθήνας, καθώς μόνο ισχυρά γένη ευγενών είχαν τη δυνατότητα να συνάπτουν γάμους με ηγεμονικές οικογένειες εκτός της πόλης τους. Τη συνήθεια αυτή τερμάτισε ο νόμος του 451 π.Χ., ο οποίος περιόρισε τη δυνατότητα των πλούσιων Αθηναίων με αριστοκρατική καταγωγή να συνάπτουν συνοικέσια εκτός της πόλης τους, τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία συμμαχιών επικίνδυνων για το δημοκρατικό πολίτευμα. Υποστηρίχθηκε όμως και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ο Θουκυδίδης ανήκε στη νέα ανερχόμενη τάξη, η οποία αναδείχθηκε από την κυριαρχία των δημοκρατικών ιδεών και την πολιτική του Περικλή. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο ιστορικός συγκαταλεγόταν στους δυναμικούς επιχειρηματίες, που ευνόησαν την οικονομική άνθηση της Αθήνας κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., και τα μεταλλεία στη Θράκη αποκτήθηκαν με παραχώρηση του δήμου των Αθηναίων μετά την αφαίρεση της εκμετάλλευσης των μεταλλευμάτων του Παγγαίου από τους Θασίους το 463 π.Χ. ως τιμωρία για την αποστασία τους από την Αθηναϊκή συμμαχία. Τελείως απίθανη θεωρείται η εκδοχή του Μαρκελλίνου, σύμφωνα με την οποία ο ιστορικός απέκτησε τα μεταλλεία μετά τον γάμο του με γυναίκα από την περιοχή, καθώς αυτό, με βάση τον νόμο του 451 π.Χ., θα στερούσε από τους απογόνους του τα πολιτικά δικαιώματα στην Αθήνα.
 
Στην άποψη ότι ο Θουκυδίδης ανήκε στην ομάδα των νέων και αυτοδημιούργητων Αθηναίων συντείνει αφενός η έμφαση που δίνει στην οικονομική διάσταση της ιστορίας και την ανάγκη εξασφάλισης της οικονομικής ισχύος και αφετέρου ο έπαινος που περιλαμβάνει στον επιτάφιο του Περικλή για όσους προσπαθούν να απαλλαγούν από τη φτώχεια (Β΄ 40). Τα στοιχεία αυτά όμως δεν αποτελούν απόλυτη απόδειξη της μη αριστοκρατικής καταγωγής του Θουκυδίδη, ο οποίος σε άλλα σημεία φαίνεται να είναι επηρεασμένος από τις αριστοκρατικές αντιλήψεις. Είναι φανερό στο έργο του ότι δεν έτρεφε συμπάθεια για τον Κλέωνα, τον ηγέτη της ακραίας δημοκρατικής παράταξης και μεγαλύτερο πολιτικό παράγοντα της Αθήνας για ένα διάστημα μετά τον θάνατο του Περικλή, αλλά και κυριότερο εκπρόσωπο της νέας ανερχόμενης τάξης επιχειρηματιών και εμπόρων, οι οποίοι ήλθαν σε ρήξη με την παραδοσιακή γαιοκτητική αριστοκρατία. Παρότι ο Θουκυδίδης αναγνωρίζει στον Κλέωνα την επιτυχία του στην Πύλο και την περιγράφει με τη συνηθισμένη του αντικειμενικότητα, αποκαλύπτεται ότι θεωρεί πως έχει ελάχιστα κοινά σημεία με εκείνο τον επιτυχημένο δημαγωγό.
 
Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΑΘΗΝΑ
    Η παιδεία που έλαβε ο νεαρός Θουκυδίδης στην Αθήνα του 5ου αιώνα είναι δυνατό να διαγνωσθεί με έμμεσο τρόπο, καθώς ο ίδιος δεν αποκαλύπτει αρκετά στοιχεία σχετικά με αυτό το ζήτημα. Μια παράδοση αναφέρει ότι κατά την παιδική του ηλικία άκουσε τον Ηρόδοτο να αναγιγνώσκει το ιστορικό έργο του και συγκινήθηκε τόσο πολύ, ώστε δάκρυσε. Η πληροφορία αυτή είναι αμφίβολη και πιθανότατα πρόκειται για μια από τις εντυπωσιακές μεν, αλλά φανταστικές διηγήσεις που κατασκεύαζαν οι συγγραφείς της Ύστερης Αρχαιότητας για τους προγενέστερους. Είναι όμως σίγουρο ότι η Αθήνα, στην οποία γαλουχήθηκε ο ιστορικός, ήταν επηρεασμένη από το πνεύμα της απόλυτης κυριαρχίας της δημοκρατίας, της ηγεμονίας που ασκούσε στις ελληνικές πόλεις και των σοφιστών. Την εποχή της γέννησης του Θουκυδίδη, ο Περικλής και ο συνεργάτης του, ο ρήτορας Εφιάλτης είχαν ενισχύσει με μια σειρά νομοθετικών μέτρων τη συμμετοχή όλων των τάξεων των Αθηναίων στην Εκκλησία του Δήμου, διαμορφώνοντας ένα πολίτευμα, στο οποίο οι πολίτες δεν περιορίζονταν στην ενασχόληση τους με τα κοινά και στην κατάληψη δημοσίων " 3έσεων από προσκόμματα σχετικά με την καταγωγή ή το μέγεθος της περιουσίας τους. Οι μεταρρυθμίσεις στα μέσα του 5ου αιώνα ενδυνάμωσαν την πολιτική θέση των θητών, της κατώτερης τάξης των Αθηναίων πολιτών, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν τη νεοαποκτηθείσα πολιτική δύναμη τους, προκειμένου να επιβάλουν την οικονομική ενίσχυση της τάξης τους από το δημόσιο ταμείο. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε έντονη οικονομική αφαίμαξη των συμμάχων της Αθήνας, οι οποίοι υποχρεώθηκαν πλέον να εισφέρουν όχι για την άμυνα των πόλεων τους, αλλά για τη στερέωση και την επέκταση του μεγαλείου της Αθήνας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Αθηναίων.
 
    Κατά την παιδική του ηλικία ο μεγάλος ιστορικός έλαβε τη συνηθισμένη παιδεία των νέων της Αθήνας, βασισμένη στη μελέτη των ομηρικών επών και στη σωματική άσκηση στα γυμνάσια (γυμναστήρια) της πόλης. Σε μεγαλύτερη ηλικία φαίνεται ότι απέκτησε κάποια επαφή με τον κύκλο των σοφιστών, καθώς η επίδραση των ιδεών τους αποκαλύπτεται στα έργα του. Τον 5ο αιώνα οι σοφιστές ήλθαν να ταράξουν τα ήρεμα νερά του πνεύματος της Αρχαϊκής Εποχής (7ος-6ος αιώνας) και της γενιάς των Μηδικών πολέμων. Η σταθερότητα των αντιλήψεων, η πίστη στην πόλη, η αφοσίωση στους συμπολίτες και η θρησκευτικότητα τέθηκαν υπό εξέταση και αμφισβήτηση υπό το θεωρούμενο ως αλάνθαστο κριτήριο της λογικής. Κατάληξη ήταν η αμφισβήτηση της ίδιας της αντικειμενικής αλήθειας ή έστω της δυνατότητας του ανθρώπου να την προσεγγίσει και να τη μεταδώσει στους συμπολίτες του. Από τη στιγμή που η ιδέα της αλήθειας υπονομεύθηκε, αντικαταστάθηκε από τη δυνατότητα του ατόμου να επιβάλλει τις απόψεις του στους υπολοίπους μέσω της πειθούς, της δυνατότητας δηλαδή να πείθει τους άλλους με λογικά επιχειρήματα σε ρητορικούς λόγους. Η Αθήνα της περιόδου είχε αναδειχθεί σε λίκνο της ρητορικής τέχνης, η οποία ήταν απαραίτητη κατά τις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου και των λαϊκών δικαστηρίων. Κάθε φιλόδοξος νέος, ο οποίος επιθυμούσε να ασχοληθεί με τις δημόσιες υποθέσεις, ή έστω να διαφυλάξει την οικογενειακή του περιουσία, όφειλε να είναι κάτοχος αυτής της νέας τέχνης. Εκπαιδεύοντας εφήβους και νέους άνδρες στη ρητορική, οι σοφιστές υποστήριζαν ότι τους υποδείκνυαν τον δρόμο για την απόκτηση δύναμης αφενός και ικανότητας αφετέρου να κατανοούν και να ερμηνεύουν τον κόσμο.
 
    Αν και ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει τα ονόματα των δασκάλων του στη σοφιστική και ρητορική τέχνη, είναι αναμφίβολο ότι έλαβε σχετικά μαθήματα. Αυτό αποδεικνύεται από τον τρόπο, με τον οποίο δομεί τη σκέψη του με λογικά επιχειρήματα, από την αδιαφορία του για το υπερφυσικό, την επικέντρωση της παρουσίασης της ύλης στις ανθρώπινες προσπάθειες και το ύφος των ρητορικών λόγων που συμπεριλαμβάνει στο έργο του, των περίφημων δημηγοριών, οι οποίες αποκαλύπτουν την επίδραση της σοφιστικής ρητορικής. Ο Θουκυδίδης είναι ο πρώτος ιστορικός, ο οποίος αναπτύσσει μια δεδομένη ερευνητική μεθοδολογία, την οποία παρουσιάζει στους αναγνώστες του για να αποδείξει την εγκυρότητα όσων γράφει. Στόχος του είναι να αποβάλει από τη διήγηση το «μυθώδες» και, προκειμένου να το εξασφαλίσει, καταφεύγει στην προσεκτική έρευνα και στη διασταύρωση των πληροφοριών που συγκεντρώνει. Για όσα θέματα δεν έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει βέβαια και αδιαμφισβήτητα στοιχεία, προσπαθεί να εξάγει συμπεράσματα με τη συνδρομή της λογικής, καταφεύγοντας στη σοφιστική τακτική του εικάζειν, του εντοπισμού του εύλογου (εικότος), μέσω μιας διαδικασίας που αναπτύχθηκε στη δικανική πρακτική. Στη λογική μέθοδο των σοφιστών και του Θουκυδίδη δεν έχει θέση η υπερφυσική παρουσία των θεών ως παράγοντας επηρεασμού των ιστορικών εξελίξεων. Σε αντίθεση με τον Ηρόδοτο, του οποίου το έργο περιέχει πληθώρα μυθολογικών παρεκβάσεων και φανταστικών διηγήσεων για την παρουσία και τη συμμετοχή των θεών στην ιστορική εξέλιξη, ο Θουκυδίδης απορρίπτει τελείως την επίδραση του υπερφυσικού στοιχείου. Οι μυθολογικές διηγήσεις απουσιάζουν και κυριαρχεί η παρουσία των ανθρώπων, οι οποίοι δημιουργούν τις ιστορικές εξελίξεις ανάλογα με τις πράξεις, τις αποφάσεις και τα σφάλματα τους. Εκτός του ανθρώπινου ελέγχου βρίσκεται μόνο το τυχαίο, τα δεδομένα δηλαδή που είναι δυνατό να μεταβληθούν απότομα και απρόβλεπτα αλλάζοντας τα στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκαν οι προηγούμενες εκτιμήσεις και αποφάσεις.
 
Όσον αφορά την επίδραση συγκεκριμένων δασκάλων της εποχής στον Θουκυδίδη, υποστηρίχθηκε ότι στο έργο του είναι δυνατό να εντοπιστεί η επίδραση του σοφιστή Αναξαγόρα και του ρήτορα Αντιφώντα. Ο Αναξαγόρας υπήρξε σύμβουλος και δάσκαλος του Περικλή και εξαιτίας της σχέσης του με τον μεγάλο Αθηναίο πολιτικό κατηγορήθηκε ως άθεος και καταδικάστηκε. Η ρήση του Αναξαγόρα «ὄψεις ἀδήλων τά φαινόμενα» εφαρμόζεται από τον Θουκυδίδη στην προσπάθεια του να εξαγάγει λογικά συμπεράσματα για όσα γεγονότα δεν ανακάλυψε αρκετά ή ασφαλή στοιχεία. Η σκέψη του ιστορικού έχει επηρεασθεί και από τη φιλοσοφία του Ηρακλείτου, η οποία αποκαλύπτεται στα αντιθετικά ζεύγη που αναπτύσσονται κατά την παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων. Στο έργο του Θουκυδίδη κάθε δράση έχει ως λογικό επακόλουθο μια αντίστοιχη αντίδραση, ενώ από την αρχή των γεγονότων, τα οποία οδήγησαν στον πόλεμο, παρουσιάζεται το αντιθετικό ζεύγος του δυναμικού και ρηξικέλευθου πνεύματος των Αθηναίων σε αντιπαράθεση με τη συντηρητική και σταθερή νοοτροπία των Σπαρτιατών. Η επίδραση του Αντιφώντα εντοπίζεται στη σύνθεση των δημηγοριών, των ρητορικών λόγων που παρεμβάλλει ο Θουκυδίδης στο έργο του, ενώ, περιγράφοντας την πολιτειακή μεταβολή του 411 π.Χ., ο ιστορικός δεν κρύβει την εκτίμηση του για το πρόσωπο του μεγάλου ρήτορα (Η΄ 68). Το συγκεκριμένο χωρίο, όμως, μπορεί να απηχεί απλά τον θαυμασμό του Θουκυδίδη και την επιδοκιμασία του για τις πολιτικές ιδέες του Αντιφώντα, χωρίς να αποτελεί κατ' ανάγκην έκφραση σεβασμού ενός μαθητή προς τον παλαιό του δάσκαλο. Επίδραση στις δημηγορίες έχει ασκήσει και το ύφος του σοφιστή Γοργία, ο οποίος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 427 π.Χ., ως πρεσβευτής της πατρίδας του, της πόλης των Λεοντίνων στη Σικελία. Ο Θουκυδίδης αναμφίβολα παρακολούθησε την αγόρευση του μεγάλου ρήτορα στην αθηναϊκή Εκκλησία του Δήμου και ίσως είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον σοφιστή σε στενότερο κύκλο. Ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων και του τρόπου σκέψης του ιστορικού λαμβάνει η σχέση του με το έργο του Ιπποκράτη και τις ιατρικές γνώσεις της εποχής του. Ο τρόπος, με τον οποίο περιγράφει τον λοιμό, φανερώνει τις ιατρικές γνώσεις που διέθετε. Η ιατρική όμως είχε για τον Θουκυδίδη ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποτελούσε μέθοδο ερμηνείας της ιστορίας. Οι κρίσεις του διακρίνονται από την ψυχρή παρατήρηση ενός επιστήμονα, ο οποίος καταγράφει τα συμπτώματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς στον πόλεμο με στόχο να προϊδεάσει τις επόμενες γενεές, όπως ακριβώς υποστηρίζει ότι γράφει για τον λοιμό, ώστε να μην είναι απροετοίμαστοι όσοι θα τον αντιμετωπίσουν στο μέλλον. Η παρουσίαση αυτή δεν συνεπάγεται και την προσφορά προτάσεων για την αποφυγή ή ανατροπή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον, όπως η ιατρική δεν υπόσχεται πάντα τη θεραπεία των ασθενειών που ανακαλύπτει. Η καταγραφή τους όμως συνιστά ένα σημαντικό πρώτο βήμα και αυτό ο Θουκυδίδης το γνωρίζει καλά, με αποτέλεσμα να εντοπίζεται εκεί όλη η αξία του έργου του.
 
ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙΣ
Οι προσωπικές αντιλήψεις του ιστορικού αποκαλύπτονται από τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζει τις δύο χαρακτηριστικότερες προσωπικότητες της εποχής του, τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη. Ο Περικλής παρουσιάζεται ως πρότυπο ηγέτη, ο οποίος κυβερνά με την πλήρη έννοια του όρου, καθοδηγώντας τους Αθηναίους προς τη λήψη των ορθότερων αποφάσεων. Ο θάνατος του οδήγησε στη δραματική αλλαγή των συνθηκών του πολέμου και στην τελική κατάρρευση της αθηναϊκής ηγεμονίας, αποδεικνύοντας τη βαρύτητα που αποδίδει ο Θουκυδίδης στην αξία της προσωπικότητας για την εξέλιξη της ιστορίας. Ο Αλκιβιάδης παρουσιάζεται επίσης ως μια χαρισματική προσωπικότητα. Αν και δεν διακρινόταν από τις ίδιες ηθικές αρχές και τους υψηλούς στόχους του Περικλή, ήταν εξαιρετικά ικανός, όπως αποδείχθηκε από τις πολιτικές και στρατηγικές κινήσεις και την ευφυέστατη ρητορία του. Ίσως, εξάλλου, ο Αλκιβιάδης και ο Θουκυδίδης να συναντήθηκαν κατά την εξορία τους στη Θράκη, όπου είχαν καταφύγει και οι δύο κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου. Η προσδιορισμός των πολιτικών πεποιθήσεων του Θουκυδίδη δεν είναι εύκολος, καθώς ο ιστορικός, ως υπόδειγμα αντικειμενικότητας, αποφεύγει οποιαδήποτε έκφραση προσωπικών προτιμήσεων ή δυσαρέσκειας, βασισμένη στην ατομική του διάθεση και όχι σε αντικειμενικά και λογικά θεμελιωμένα κριτήρια. Ωστόσο κάποια σχόλια του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι ορθότερη η άποψη, η οποία τον συνδέει με την αριστοκρατική παράταξη. Ο Θουκυδίδης είναι βέβαια ένας υμνητής της Αθηναϊκής δημοκρατίας, όπως όμως αυτή λειτουργούσε την εποχή που ο Περικλής διατηρούσε τον απόλυτο έλεγχο της πόλης. Το πολίτευμα αυτό, όπως έγραψε ο ίδιος ο ιστορικός, ήταν «λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε του πρώτου ανδρός αρχή» (Β' 65). Φαινομενικά την εξουσία είχε ο δήμος, ο οποίος όμως και οδηγείτο στη λήψη των σωστών αποφάσεων από τη χαρισματική προσωπικότητα ενός λαμπρού ηγέτη. Έτσι ο Θουκυδίδης φαίνεται να ερμηνεύει το πολίτευμα της Αθήνας μέσα από την προοπτική ενός θιασώτη της κυριαρχίας των αρίστων. Όταν μετά τον θάνατο του Περικλή η δημοκρατία μετατράπηκε σε οχλοκρατία και ο δήμος, παρασυρόμενος από ανεύθυνους και απερίσκεπτους δημαγωγούς, διέπραξε σωρεία πολιτικών σφαλμάτων, ο Θουκυδίδης καυτηρίασε την ανικανότητα των ηγετών να καθοδηγήσουν σωστά το πλήθος και την τάση τους να φέρονται από τις επιδημίες της μάζας και να κολακεύουν τη λαϊκή πλειοψηφία.
 
Το 411 η Αθηναϊκή δημοκρατία ανατράπηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα από μια ομάδα ολιγαρχικών και η εξουσία ανατέθηκε σε ένα συμβούλιο τετρακοσίων μελών. Ο Θουκυδίδης αποκαλύπτει στο έργο του τη συμπάθεια του για τον ρήτορα Αντιφώντα, τον ηγέτη της πολιτικής ανατροπής, αλλά ως αντικειμενικός και μετριοπαθής παρουσιαστής και κριτής των γεγονότων δεν μπορούσε να μη στηλιτεύσει τη σκληρότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησαν οι τετρακόσιοι για να διατηρήσουν την εξουσία (Η΄ 68-70). Υποστήριξε όμως τη νέα μεταρρύθμιση του πολιτεύματος, η οποία ανέτρεψε τους τετρακόσιους και παρέδωσε την εξουσία σε μια συνέλευση, αποτελούμενη από πέντε χιλιάδες πολίτες (δηλαδή όσους υπερείχαν με βάση την περιουσία και συμμετείχαν στην άμυνα της πόλης με τον προσωπικό οπλισμό τους), καταργώντας την πληρωμή επιδομάτων στους Αθηναίους για την κατοχή δημοσίου αξιώματος. Κατά τη γνώμη του η μεταβολή αυτή θα απέτρεπε τις υπερβολές της δημοκρατίας, ενώ δεν χαρακτηριζόταν από τις ακρότητες της περιορισμένης ολιγαρχίας (Η΄ 97).
 
Είναι βέβαιο ότι η πολιτική δράση είχε απασχολήσει τον Θουκυδίδη. Ο ίδιος εξάλλου αποδίδει στον Περικλή τον βαρύ απαξιωτικό χαρακτηρισμό του «ἀχρείου» (Β΄ 40) για όποιον αποφεύγει την ενασχόληση με τις υποθέσεις της πόλης. Εκείνη την εποχή, καθώς τα περισσότερα αξιώματα του δημοκρατικού πολιτεύματος απονέμονταν με κλήρωση, ένας φιλόδοξος νέος μπορούσε να επηρεάσει τα κοινά κατ' αρχάς συμμετέχοντας ως ομιλητής στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου και στη συνέχεια επιδιώκοντας την εκλογή του στο αξίωμα του στρατηγού, μία από τις λίγες θέσεις που απονέμονταν με ψηφοφορία. Κατά τη νεότητα του, σε ηλικία περίπου είκοσι πέντε με τριάντα ετών, ο ιστορικός βίωσε την έναρξη και τα πρώτα χρόνια του πολέμου, έλαβε μέρος στις θυελλώδεις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου κατά την αποστασία των Μυτιληναίων και την πολιορκία των Πλαταιών και επιβίωσε από τις συνεχείς επιδρομές των Λακεδαιμονίων στην ύπαιθρο της Αττικής και τον φοβερό λοιμό, από τον οποίο πάντως ασθένησε και ο ίδιος.
 
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ
Μόλις έφθασε στη νόμιμη ηλικία, ο Θουκυδίδης ανέλαβε τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων στη Θράκη (424 π.Χ.), καθώς οι προσωπικές σχέσεις του με την περιοχή τον καθιστούσαν τον πλέον κατάλληλο Αθηναίο γι' αυτή την αποστολή. Είναι πολύ πιθανό ότι, προτού του ανατεθεί μια τόσο σημαντική ευθύνη, είχε ήδη λάβει μέρος σε άλλες εκστρατείες. Ειδικά ο τρόπος, με τον οποίο παραθέτει τις επιχειρήσεις του στρατηγού Δημοσθένη στην Αιτωλία, το 426 π.Χ., δίνει την εντύπωση ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, συμμετέχοντας στο εκστρατευτικό σώμα που έστειλαν οι Αθηναίοι στην περιοχή. Ίσως όμως οι πληροφορίες του οφείλονται σε φιλική σχέση με τον Δημοσθένη, ο οποίος ενδεχομένως έδινε στοιχεία στον ιστορικό, καθώς οι επιχειρήσεις του παρουσιάζονται συχνά με αρκετές λεπτομέρειες.
 
Ο Θουκυδίδης ανέλαβε στρατιωτική διοίκηση σε ένα κρίσιμο σημείο του πολέμου. Μετά από αλλεπάλληλες επιτυχίες η Αθήνα είχε οδηγήσει τη Σπάρτη στα όρια της αντοχής της. Οι επιχειρήσεις στην Πύλο και στα Κύθηρα είχαν εξασφαλίσει στους Αθηναίους πολύτιμες βάσεις στα όρια του λακωνικού κράτους, το οποίο απειλείτο με εξέγερση των ειλώτων. Οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να ανατρέψουν την κατάσταση χάρη σε μια χαρισματική προσωπικότητα, τον Βρασίδα, ο οποίος μετέφερε τον πόλεμο στο βόρειο Αιγαίο, στην περιοχή της Αμφίπολης, πολύ κοντά στα πολύτιμα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου. Η αποστολή του Θουκυδίδη προέβλεπε την ανάσχεση του Βρασίδα και την προστασία των μεταλλείων και των αθηναϊκών δέσεων στην περιοχή. Τα γεγονότα που ακολούθησαν τα περιγράφει ο ίδιος με αρκετά συνοπτικό τρόπο στο Δ΄ βιβλίο (102-107). Ο Βρασίδας εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά στην Αμφίπολη στις όχθες του Στρυμόνα, ενώ ο Θουκυδίδης βρισκόταν στη Θάσο με επτά αθηναϊκά πλοία.
 
Ο Θουκυδίδης, υπό τον στρατηγό Ευκλή, έσπευσε σε βοήθεια της μικρής αθηναϊκής φρουράς, η οποία προστάτευε την πόλη, αλλά έφθασε αργά. Ο Βρασίδας είχε κατορθώσει να καταλάβει την Αμφίπολη, ο Θουκυδίδης όμως διαφύλαξε για τους Αθηναίους το επίνειο της, την Ηιόνα. Η άφιξη των ενισχύσεων καθυστέρησε λόγω της κακοκαιρίας, αλλά και της αργοπορίας της φρουράς της Αμφίπολης να ειδοποιήσει τον Θουκυδίδη, ο οποίος με κατώτερες δυνάμεις κατόρθωσε να απωθήσει δύο επιθέσεις του Βρασίδα. Παρά τις προσπάθειες του θεωρήθηκε υπεύθυνος για την απώλεια της Αμφίπολης και, μάλιστα, όχι λόγω ανικανότητας, αλλά συνεννόησης με τον εχθρό. Κλήθηκε στην Αθήνα για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες, αλλά θεώρησε καλύτερο να μη διακινδυνεύσει, και εξορίσθηκε. Η δίκη εναντίον του ίσως εκκινήθηκε από πολιτικά κίνητρα. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι εκείνη την περίοδο στην πολιτική σκηνή της Αθήνας κυριαρχούσε ο δημαγωγός Κλέων, είναι εύκολο να υποτεθεί ότι αυτός και οι οπαδοί του αναμίχθηκαν στην εκδίωξη του Θουκυδίδη.
 
Η εξορία του ιστορικού διήρκεσε είκοσι έτη, διάστημα κατά το οποίο εγκαταστάθηκε στη Θράκη και αφοσιώθηκε στη συγγραφή του έργου του. Όπως αναφέρει ο ίδιος, συνέλεξε πολλές πληροφορίες με προσωπική επιτόπια έρευνα, επομένως, κατά τα είκοσι αυτά χρόνια, ταξίδεψε με σκοπό να επισκεφθεί περιοχές που αποτέλεσαν θέατρα του πολέμου ή για να συναντήσει τους πρωταγωνιστές του. Το γεγονός ότι είχε απομακρυνθεί από την Αθήνα του έδωσε τη δυνατότητα να επισκεφθεί και αντίπαλες πόλεις και να συνομιλήσει με άτομα από το στρατόπεδο των Πελοποννησίων. Εξάλλου ο λεπτομερειακός τρόπος, με τον οποίο παραθέτει όσα ανέφεραν διάφοροι αντίπαλοι των Αθηναίων στις δημηγορίες τους, ίσως έχει ως αφετηρία τις επαφές που διατηρούσε με το αντίπαλο στρατόπεδο. Είναι πιθανό ότι επισκέφθηκε την Πελοπόννησο, ενώ η διεξοδική περιγραφή της τοπογραφίας των Συρακουσών έδωσε αφορμή να υποτεθεί ότι έφθασε μέχρι τη Σικελία, προκειμένου να επισκεφθεί το δραματικότερο πεδίο του πολέμου.
 
Η εξορία του ιστορικού τελείωσε όταν, μετά το τέλος του πολέμου (404 π.Χ.), εκδόθηκε ψήφισμα, το οποίο επέτρεπε την επιστροφή όλων των εξόριστων. Ειδικά για τον Θουκυδίδη ίσως εκδόθηκε νωρίτερα ειδικό ψήφισμα, το οποίο είχε προταθεί στους Αθηναίους από τον Οινόβιο. Είναι βέβαιο ότι ο ιστορικός επανήλθε στην πόλη του, καθώς ο ίδιος αναφέρει ότι αντίκρισε κατεδαφισμένα τα τείχη του Πειραιά (Α΄ 93), μετά όμως από σύντομη παραμονή πιθανώς επέστρεψε στη Θράκη, όπου ζούσε ήδη επί δύο δεκαετίες. Εξάλλου είναι λογικό να υποτεθεί ότι διαφωνούσε τόσο με το καθεστώς των Τριάκοντα τυράννων που επιβλήθηκε αρχικά στην πόλη, όσο και με το δημοκρατικό πολίτευμα που το διαδέχθηκε και δεν έμοιαζε με τη δημοκρατία του Περικλή. Ο ακριβής χρόνος και ο τόπος του θανάτου του παραμένει άγνωστοι. Από μια αναφορά που κάνει στον βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο, του οποίου τη βασιλεία αντιμετωπίζει ως τελειωμένη, προκύπτει ότι ζούσε το 399 π.Χ., έτος θανάτου του Αρχέλαου. Δεν αναφέρεται όμως στην ανοικοδόμηση των τειχών από τον Κόνωνα το 394 π.Χ., οπότε μπορεί να υποτεθεί ότι εκείνο το έτος ο Θουκυδίδης ήταν νεκρός. Ίσως να ήταν νεκρός ήδη από το 396 π.Χ., καθώς, στην παρέκβαση που κάνει για το ηφαίστειο και τις εκρήξεις του (Γ΄ 116), δεν κάνει λόγο για τη μεγάλη έκρηξη της Αίτνας που συνέβη εκείνο το έτος. Πεθαίνοντας, άφησε το έργο του ημιτελές. Η διήγηση σταματά απότομα στο 411 π.Χ., ενώ το Η' βιβλίο δεν περιλαμβάνει δημηγορίες, οι οποίες αποτελούν το κυριότερο γνώρισμα του τρόπου γραφής του Θουκυδίδη και διανθίζουν όλο το υπόλοιπο έργο του. Η παράδοση αναφέρει την ύπαρξη μιας κόρης του μεγάλου ιστορικού, η οποία συντήρησε και διαφύλαξε τα γραπτά του, ενώ υποστηρίχθηκε ότι προέβη ακόμα και σε παρεμβάσεις και προσθήκες στο κείμενο.
 
Το έργο του Θουκυδίδη συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του ως κλασικού. Ο λιτός και περιεκτικός τρόπος παρουσίασης του Πελοποννησιακού πολέμου και η ανάδειξη των επιμέρους γεγονότων σε αιώνια παραδείγματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς καθιστούν τη συγγραφή του «αιώνιο κτήμα», όπως επιθυμούσε ο ίδιος. Ο Θουκυδίδης υπήρξε γνήσιο τέκνο της εποχής του και επηρεάσθηκε από το πνεύμα της λογικής και της αμφισβήτησης που προέβαλλαν οι σοφιστές, χωρίς όμως να καταλήξει στον μηδενισμό και την τυχοδιωκτική νοοτροπία του Αλκιβιάδη. Αντίθετα, προσπάθησε να προσδιορίσει κανόνες, αντίστοιχους σε αξία και βαρύτητα με τους φυσικούς νόμους, οι οποίοι ελέγχουν μια από τις σημαντικότερες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, την επιδίωξη της δύναμης. Η δύναμη στο έργο του συνιστά τη σπουδαιότερη κινητήρια δύναμη της πολιτικής πρακτικής και, όταν ο Θουκυδίδης αναφέρεται στην πολιτική, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στις επαφές και συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων πόλεων, υποτάσσοντας την εσωτερική πολιτική δραστηριότητα στις εξωτερικές σχέσεις. Το έργο του αποτελεί καταγραφή σύγχρονων με αυτόν γεγονότων, όχι στοιχείων του παρελθόντος. Ο τίτλος του ιστορικού όμως του ανήκει απόλυτα, καθώς τα γεγονότα τίθενται στο κέντρο της προσοχής του και ερμηνεύονται ιστορικά, με δάση την αφετηρία τους και τις απώτερες συνέπειες τους. Ο Θουκυδίδης υπήρξε παράλληλα ένας μεγάλος πολιτικός νους, ο πρώτος που αντιμετώπισε με επιστημονικά κριτήρια το πολιτικό φαινόμενο, πάντα όμως από ιστορική πλευρά, καθώς, σε αντίθεση με πολλούς μεταγενέστερους, δεν εκμεταλλεύθηκε την ιστορία για να στηρίξει μια πολιτική θέση, αλλά αξιοποίησε την πολιτική για να συγγράψει ιστορία.
---------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1) Θουκυδίδης: ΙΣΤΟΡΙ Α'.
(2)Κ.Δ. Γεωργούλης: λήμμα «Θουκυδίδης», ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΛΙΟΥ
(3) Werner Jaeger: ΠΑΙΔΕΙΑ, Εκδ. Παιδεία, Α9ήνα 1968.
(4) Albin Lesky: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990.
(5)T.A. Sinclair: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΕΩΣ, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1969.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου