Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Μελέτη απαντάει στο κατά πόσο τα μαθήματα μουσικής μπορούν να βελτιώσουν τη γλωσσική ικανότητα

Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι η μουσική εκπαίδευση μπορεί να βελτιώσει τις γλωσσικές ικανότητες. Ωστόσο, ήταν άγνωστο εάν τα μαθήματα μουσικής βελτιώνουν γενικά την γνωστική ικανότητα, οδηγώντας σε καλύτερη γλωσσική επάρκεια ή αν η επίδραση της μουσικής είναι περισσότερο εξειδικευμένη στη γλωσσική επεξεργασία.

Μια νέα μελέτη από το MIT αποκάλυψε ότι τα μαθήματα πιάνου έχουν μια πολύ εξειδικευμένη επίδραση στην ικανότητα των παιδιών που φοιτούν στο νηπιαγωγείο να διαφοροποιούν διαφορετικούς τόνους, που μεταφράζεται σε βελτίωση στη διάκριση μεταξύ των ομιλούμενων λέξεων. Ωστόσο, τα μαθήματα πιάνου δεν εμφανίζονται να εισφέρουν οποιοδήποτε όφελος στην όλη γνωστική ικανότητα, όπως μετριέται από το IQ, τη διάρκεια συγκέντρωσης και την εργαζόμενη μνήμη. «Τα παιδιά δεν διέφεραν στις περισσότερο γενικές γνωστικές μετρήσεις, όμως έδειξαν κάποιες βελτιώσεις στη διάκριση των λέξεων, ειδικότερα για το σύμφωνα. Εκεί, η ομάδα των παιδιών του πιάνου έδειξε την καλύτερη βελτίωση», ανέφερε ο Robert Desimone, διευθυντής του Ινστιτούτου McGovern του MIT για την Έρευνα του Εγκεφάλου και κύριος συγγραφέας της μελέτης.

Η μελέτη που διενεργήθηκε στο Πεκίνο, υποστηρίζει ότι η μουσική εκπαίδευση είναι τουλάχιστον τόσο ωφέλιμη στη βελτίωση των γλωσσικών ικανοτήτων – και πιθανώς περισσότερο ωφέλιμη – από ότι προσφέρουν τα επιπλέον μαθήματα ανάγνωσης. Το σχολείο στο οποίο διενεργήθηκε η μελέτη συνεχίζει να προσφέρει στους μαθητές του μαθήματα πιάνου και οι ερευνητές ελπίζουν ότι τα ευρήματά τους θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν και άλλα σχολεία να διατηρήσουν ή να αυξήσουν τις προσφορές τους στη μουσική γνώση. Η μελέτη παρουσιάστηκε στα Proceedings of the National Academy of Sciences, 25 Ιουνίου, με επικεφαλής συγγραφέα την Yun Nan, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πρότυπο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου (Beijing Normal University).

Τα οφέλη της μουσικής
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι, κατά μέσο όρο, οι μουσικοί αποδίδουν καλύτερα από τους μη μουσικούς σε δράσεις όπως η κατανόηση κειμένου, διάκριση του λόγου από το θόρυβο υποβάθρου και ταχεία ακουστική επεξεργασία. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές τις μελέτες έγιναν ρωτώντας τα άτομα σχετικά με την προηγούμενη μουσική εκπαίδευσή τους. Οι ερευνητές του MIT ήθελαν να πραγματοποιήσουν μια περισσότερο ελεγχόμενη μελέτη στην οποία θα μπορούσαν παιδιά με τυχαία ανάθεση να λάβουν ή όχι μαθήματα μουσικής και μετά να μετρήσουν τις επιδράσεις.

Αποφάσισαν να κάνουν τη μελέτη σε ένα σχολείο στο Πεκίνο, μαζί με ερευνητές από το Ινστιτούτο IDG/McGovern στο Πρότυπο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου, εν μέρει επειδή οι αξιωματούχοι της εκπαίδευσης ενδιαφέρθηκαν να μελετήσουν την αξία της μουσικής εκπαίδευσης κατ’ αντιπαράθεση με την πρόσθετη διδασκαλία ανάγνωσης. Τα 74 παιδιά που συμμετείχαν στην έρευνα χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: μια που έλαβε 45 λεπτών μαθήματα πιάνου, τρεις φορές την εβδομάδα, μια άλλη που έλαβε πρόσθετη διδασκαλία ανάγνωσης κειμένου για τις ίδιες χρονικές περιόδους και άλλη μια που δεν δέχθηκε καμιά παρέμβαση. Όλα τα παιδιά ήταν 4 ή 5 ετών και μιλούσαν Μανδαρινικά ως μητρική γλώσσα.

Έξι μήνες μετά, οι ερευνητές έλεγξαν τα παιδιά για την ικανότητα της διάκρισης λέξεων που βασίζονται σε διαφορές στα φωνήεντα, στα σύμφωνα ή στον τόνο (πολλές λέξεις της μανδαρινικής διαφέρουν μόνο στον τόνο). Η καλύτερη διάκριση λέξεων συνήθως ανταποκρίνεται σε καλύτερη φωνολογική αντίληψη – την αντίληψη της δομής του ήχου των λέξεων, πράγμα που είναι βασικό συστατικό για την εκμάθηση της ανάγνωσης. Τα παιδιά που είχαν λάβει μαθήματα πιάνου, έδειξαν σημαντικό πλεονέκτημα επί των παιδιών της ομάδας που έλαβε πρόσθετη διδασκαλία ανάγνωσης, στη διάκριση μεταξύ των λέξεων που διαφέρουν κατά ένα σύμφωνο. Τα παιδιά τόσο στην ομάδα του πιάνου όσο και στην ομάδα της πρόσθετης στήριξης απέδωσαν καλύτερα από ότι τα παιδιά που δεν έλαβαν καμιά παρέμβαση όταν πήγαιναν να διακρίνουν λέξεις που βασίζονταν στις διαφορές φωνηέντων.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν επίσης ηλεκτροεγκεφαλογραφία (EEG) για να μετρήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα και βρήκαν ότι τα παιδιά στην ομάδα του πιάνου είχαν ισχυρότερες αποκρίσεις από ότι τα άλλα παιδιά όταν άκουγαν μια σειρά από τόνους διαφορετικών εντάσεων. Αυτό υποδηλώνει ότι μια μεγαλύτερη ευαισθησία για τις διαφορετικές εντάσεις είναι αυτό που βοήθησε τα παιδιά που έλαβαν μαθήματα πιάνου για την καλύτερη διάκριση διαφορετικών λέξεων, αναφέρει ο Desimone. «Αυτό είναι σημαντικό για τα παιδιά στην εκμάθηση της γλώσσας: μπορούν να ακούν τις διαφορές μεταξύ των λέξεων», αναφέρει. «Πραγματικά επωφελήθηκαν από αυτό».

Σε τεστ IQ και εργαζόμενης μνήμης, οι ερευνητές δεν βρήκαν καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των τριών ομάδων των μαθητών που υποδηλώνει ότι τα μαθήματα πιάνου δεν εισφέρουν καμία βελτίωση στη συνολική γνωστική λειτουργία. Ωστόσο, τα ευρήματα της έρευνας φέρνουν στο προσκήνιο ένα σημαντικό ερώτημα, αναφέρει ο καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Tufts, Aniruddh Patel: του εάν η ορχηστρική μουσική εκπαίδευση μπορεί να βελτιώσει την επεξεργασία της ομιλίας.

«Η μελέτη αυτή απαντά στο ερώτημα καταφατικά, με έναν κομψό σχεδιασμό που άμεσα συγκρίνει την επίδραση της μουσικής και της γλωσσικής διδασκαλίας στα νεαρά παιδιά. Η εργασία ιδιαιτέρως συσχετίζει συμπεριφορικές βελτιώσεις στην αντίληψη του λόγου με την νευρωνική επίπτωση της μουσικής εκγύμνασης, που έχει σημασία τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και στον πραγματικό κόσμο», αναφέρει ο Patel, ο οποίος δεν εμπλέκεται στην έρευνα αυτή.

Ο Desimone ελπίζει τώρα να μπορέσει να εμβαθύνει περαιτέρω στις νευρολογικές αλλαγές που προκαλούνται από την μουσική εκπαίδευση. Ένας τρόπος για να το κάνει αυτό είναι να πραγματοποιήσει τεστ EEG πριν και μετά από ένα μόνο εντατικό μάθημα μουσικής για να δει πόσο μεταβάλλεται η δραστηριότητα του εγκεφάλου