Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (911-960)

― σιδηρόπληκτοι μὲν ὧδ᾽ ἔχουσιν [στρ. γ]
σιδηρόπληκτοι δὲ τοὺς μένουσι—
τάχ᾽ ἄν τις εἴποι, τίνες;
τάφων πατρῴων λαχαί.
915 ― † δόμων μάλ᾽ ἀχάεσσα τοὺς †
προπέμπει
δαϊκτὴρ γόος αὐ-
τόστονος, αὐτοπήμων,
δαϊόφρων, οὐ φιλογα-
θής, ἐτύμως δακρυχέων
920 ἐκ φρενός, ἃ κλαιομένας
μου μινύθει,
τοῖνδε δυοῖν ἀνάκτοιν.

― πάρεστι δ᾽ εἰπεῖν ἐπ᾽ ἀθλίοισιν [ἀντ. γ]
ὡς ἐρξάτην πολλὰ μὲν πολίτας,
ξένων τε πάντων στίχας
925 πολυφθόρους ἐν δαΐ.
― δυσδαίμων σφιν ἁ τεκοῦσα
πρὸ πασᾶν
γυναικῶν ὁπόσαι
τεκνογόνοι κέκληνται.
παῖδα τὸν αὑτᾶς πόσιν αὑ-
τᾷ θεμένα τούσδ᾽ ἔτεχ᾽, οἱ
930 δ᾽ ὧδ᾽ ἐτελεύτασαν ὑπ᾽ ἀλ-
λαλοφόνοις
χερσὶν ὁμοσπόροισιν.

― ὁμόσποροι δῆτα καὶ πανώλεθροι, [στρ. δ]
διατομαῖς οὐ φίλαις,
935 ἔριδι μαινομένᾳ,
νείκεος ἐν τελευτᾷ.
― πέπαυται δ᾽ ἔχθος, ἐν δὲ γαίᾳ
ζόα φονορύτῳ
940 μέμεικται· κάρτα δ᾽ εἴσ᾽ ὅμαιμοι.
πικρὸς λυτὴρ νεικέων ὁ πόντιος
ξεῖνος ἐκ πυρὸς συθεὶς
θηκτὸς σίδαρος· πικρὸς δὲ χρημάτων
945 ἴσος δατητὰς Ἄρης ἀρὰν πατρῴ-
αν τιθεὶς ἀλαθῆ.

― ἔχουσι μοῖραν λαχόντες οἱ μέλεοι [ἀντ. δ]
διοδότων λάξεων·
ὑπὸ δὲ σώματι γᾶς
950 πλοῦτος ἄβυσσος ἔσται.
― ἰὼ πολλοῖς ἐπανθίσαντες
πόνοισι γενεάν·
τελευταῖαι δ᾽ ἐπηλάλαξαν
Ἀραὶ τὸν ὀξὺν νόμον, τετραμμένου
955 παντρόπῳ φυγᾷ γένους.
ἕστακε δ᾽ Ἄτας τροπαῖον ἐν πύλαις,
ἐν αἷς ἐθείνοντο, καὶ δυοῖν κρατή-
960 σας ἔληξε δαίμων.

***
Έτσι όπως είναι κείτουνται
σιδεροχτυπημένοι
και τώρα τους προσμένει,
θενα ρωτήσεις: ποιά;
η σιδεροσκαμμένη
του πατρικού των τάφου η μοιρασιά.
Με αχό πολύ και σπαραγμό
στον πόνο και στο στεναγμό πνιγμένος
τους συνοδεύει ο θρήνος των σπιτιώ
σε κάθε χαρά ξένος,
που ο μαύρος κι άραχλος πικρά
920 δάκρυα μας φέρνει απ᾽ την καρδιά μας
και λιώνει η δόλια αληθινά
να κλαίει τα δυο τα βασιλόπουλά της.

Μα για τους άθλιους με το δίκιο μου να πω
το πολύ πὄκαμαν κακό
και στους δυο των πατριώτες,
και το μεγάλο χαλασμό
που κάμανε στον πόλεμο
και στους εξωφερμένους στρατιώτες.
Αχ μέσα σ᾽ όλες πιο βαριόμοιρη
όσες μανάδες κράζουνται παιδιών
η μάνα που τους εγεννούσε!
πόκαμεν άντρα το δικό της γιο
για να γεννήσει αυτούς τους δυο
930 που τέλος τέτοιο ήταν να βρούνε,
έτσι με χέρια αδερφικά
ο ένας από τον άλλο να σφαγούνε.

Αλήθεια αδερφικά χαθήκανε
ολότελα, μαζί ξολοθρεμένοι
μ᾽ άγρια στη μέση μερασιά
και λύσσα στη συνερισιά,
που ᾽ναι πια τελειωμένη.
Κι η έχτρα τους έπαψε· στα χώματα
με το διπλό τους φόνο ποτισμένα
οι ζωές των σμίξανε μαζί
940 κι είν᾽ απ᾽ αλήθεια οι δυο τους ένα αίμα.
Πικρός στις διαφορές ξεδιαλυτής
το σίδερο, ο περατινός ο ξένος,
που απ᾽ τη φωτιάν εβγήκε ατσαλωμένος,
πικρός κι ο Άρης κακομοιραστής
στα υπάρχοντά σου, πὄχει βγάλει πέρα
στ᾽ αλήθεια την κατάρα του πατέρα.

Απ᾽ τις θεόσταλτες οι μαύροι συμφορές
τον κλήρο του ο καθένας έχει πάρει
και τώρα κάτω από τη γη,
που τα κορμιά τους θα κρατεί
950 τ᾽ αρίφνητο θενα ᾽χουνε λογάρι.
Οϊμένα εσείς που το στεφάνωμα
βάλατε στων σπιτιών τα τόσα πάθη,
ώσπου στο τέλος οι Κατάρες ρέκαξαν
του θρίαμβου το στριγγόφωνο τροπάρι,
ενώ η γενιά σας τ᾽ ασταμάτηγο
πήρε φευγιό και πάει.
Στις πύλες μπρος που μακελεύονταν
το τρόπαιο τώρα υψώνεται της Άτης
και μόνο αφού τους δυο τους δάμασεν
960 έπαψε η Μοίρα τα χτυπήματά της.