Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (179-212)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΑΠ. ἔξω, κελεύω, τῶνδε δωμάτων τάχος·
180 χωρεῖτ᾽, ἀπαλλάσσεσθε μαντικῶν μυχῶν,
μὴ καὶ λαβοῦσα πτηνὸν ἀργηστὴν ὄφιν,
χρυσηλάτου θώμιγγος ἐξορμώμενον,
ἀνῇς ὑπ᾽ ἄλγους μέλανα πλευμόνων ἀφρόν,
ἐμοῦσα θρόμβους οὓς ἀφείλκυσας φόνου.
185 οὔτοι δόμοισι τοῖσδε χρίμπτεσθαι πρέπει·
ἀλλ᾽ οὗ καρανιστῆρες ὀφθαλμωρύχοι
δίκαι σφαγαί τε, σπέρματός τ᾽ ἀποφθορᾷ
παίδων κακοῦται χλοῦνις, ἠδ᾽ ἀκρωνίαι
λευσμοί τε, καὶ μύζουσιν οἰκτισμὸν πολὺν
190 ὑπὸ ῥάχιν παγέντες. ἆρ᾽ ἀκούετε
οἵας ἑορτῆς ἔστ᾽ ἀπόπτυστοι θεοῖς
στέργηθρ᾽ ἔχουσαι; πᾶς δ᾽ ὑφηγεῖται τρόπος
μορφῆς. λέοντος ἄντρον αἱματορρόφου
οἰκεῖν τοιαύτας εἰκός, οὐ χρηστηρίοις
195 ἐν τοῖσδε πλησίοισι τρίβεσθαι μύσος.
χωρεῖτ᾽ ἄνευ βοτῆρος αἰπολούμεναι.
ποίμνης τοιαύτης δ᾽ οὔτις εὐφιλὴς θεῶν.
ΧΟ. ἄναξ Ἄπολλον, ἀντάκουσον ἐν μέρει.
αὐτὸς σὺ τούτων οὐ μεταίτιος πέλῃ,
200 ἀλλ᾽ εἷς τὸ πᾶν ἔπραξας ὡς παναίτιος.
ΑΠ. πῶς δή; τοσοῦτο μῆκος ἔκτεινον λόγου.
ΧΟ. ἔχρησας ὥστε τὸν ξένον μητροκτονεῖν.
ΑΠ. ἔχρησα ποινὰς τοῦ πατρὸς πρᾶξαι. τί μήν;
ΧΟ. κἄπειθ᾽ ὑπέστης αἵματος δέκτωρ νέου.
205 ΑΠ. καὶ προστραπέσθαι τούσδ᾽ ἐπέστελλον δόμους.
ΧΟ. καὶ τὰς προπομποὺς δῆτα τάσδε λοιδορεῖς;
ΑΠ. οὐ γὰρ δόμοισι τοῖσδε πρόσφοροι μολεῖν.
ΧΟ. ἀλλ᾽ ἔστιν ἡμῖν τοῦτο προστεταγμένον—
ΑΠ. τίς ἥδε τιμή; κόμπασον γέρας καλόν.
210 ΧΟ. τοὺς μητραλοίας ἐκ δόμων ἐλαύνομεν.
ΑΠ. τί γὰρ γυναικὸς ἥτις ἄνδρα νοσφίσῃ;
ΧΟ. οὐκ ἂν γένοιθ᾽ ὅμαιμος αὐθέντης φόνος.

***
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Έξω, προστάζω, γρήγορ᾽ απ᾽ αυτά τα σπίτια
180 τραβάτε, αδειάζετε τη μαντική την έδρα,
μήπως σου ερθεί λευκόφτερο κανένα φίδι
απ᾽ το χρυσόδετο δοξάρι αμολημένο
κι ο πόνος μαύρο αφρό σε κάμει να ξεράσεις
κι αίμα πηχτό που ρούφηξες απ᾽ τους ανθρώπους.
Σ᾽ αυτά τα σπίτια δε σου πρέπει να ζυγώνεις,
μα όπου σφαγές και δίκες κεφαλιών κομμένων,
ματιών βγαλμένων και γι᾽ αφανισμό του γένους
των παιδιών στίβουν τον αφρό κι ακρωτηριάζουν,
καταπετρώνουν και σπαραχτικά μουγκρίζουν
190 οι καρφωμένοι στα παλούκια. Τάχ᾽ ακούτε
γιατί σας αποστρέφονται οι θεοί, που τέτοια
στρέγετε πανηγύρια; κι όλος της μορφής σας
το δείχνει ο τρόπος· μέσα σε σπηλιά να ζείτε
πρέπει αιμοβόρου λιονταριού κι όχι σε τέτοια
λαμπρά μαντεία να τρίβετε το μόλυσμά σας.
σύρτε, δίχως βοσκό να περιβοσκηθείτε·
κανείς θεός δεν τ᾽ αγαπά τέτοιο κοπάδι.
ΧΟΡΟΣ
Βασιλιά Απόλλων᾽ άκου μου και στη σειρά μου·
εσύ ᾽σαι όχι συνένοχος, να πεις, σε τούτα,
200 μα όλως διόλου μόνο εσέ βαραίν᾽ η αιτία.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Πώς δα; αυτό μόνο να μου πεις καιρό σου δίνω.
ΧΟΡΟΣ
Συ του ᾽δωκες χρησμό τη μάνα του να σφάξει·
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Να πάρει του πατρός του εκδίκηση· πώς όχι;
ΧΟΡΟΣ
Κι αίμα νωπό υποσχέθηκες να προστατεύσεις.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Κι άσυλο του ᾽πα στο ναό μου εδώ πως θά ᾽βρει.
ΧΟΡΟΣ
Τότε, τη συνοδειά του εμάς γιατί μας βρίζεις;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Δεν είστε σεις να μπαίνετε σε τέτοια σπίτια.
ΧΟΡΟΣ
Όμως είναι για μας το χρέος αυτό ορισμένο.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Και ποιά ᾽ν᾽ αυτή η ωραία τιμή που έτσι καυχιέσαι;
ΧΟΡΟΣ
210 Να διώχνουμε τους μητροκτόνους απ᾽ τα σπίτια.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Και μια γυναίκα που τον άντρα της σκοτώσει;
ΧΟΡΟΣ
Το ίδιο δεν είναι κι όποιος χύσει αίμα δικού του.