Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Ίων Δραγούμης: Το Ελληνικό έθνος

Ο Ίων (Ιωάννης) Δραγούμης (Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου (π.η.) ή 14 Σεπτεμβρίου (ν.η) 1878 – 31 Ιουλίου 1920) ήταν διπλωμάτης, πολιτικός και λογοτέχνης. Υπήρξε βασικός οργανωτής των ελληνικών κοινοτήτων κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Υποστήριξε τη δημιουργία ενός πολυεθνικού ελληνικού κράτους, εκφραζόμενος από το 1908 εναντίον της Μεγάλης Ιδέας. Πρωταγωνίστησε στο γλωσσικό κίνημα του δημοτικισμού, ενώ με το συγγραφικό του έργο άσκησε σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της ελληνικής ιδεολογίας των αρχών του εικοστού αιώνα. Μέσα στο ασταθές πολιτικό κλίμα που ακολούθησε την απόπειρα δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου στο Παρίσι, συνελήφθη και τελικά δολοφονήθηκε στην περιοχή Αμπελοκήπων της Αθήνας, από βενιζελικό στρατιωτικό σώμα ασφαλείας, μπροστά σε περαστικούς.
 
Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε στη συνέχεια -με λίγες αλλαγές στην ορθογραφία- είναι από ένα μικρό βιβλιαράκι με τίτλο «Ελληνικός πολιτισμός» που κυκλοφόρησε στα 1913 από το περιοδικό «Γράμματα». Ο Δραγούμης υπογράφει με το ψευδώνυμο «Ίδας».
 
Κείμενο: Ίων Δραγούμης
Το κράτος δεν έγινε για το κράτος, ειδεμή τι ενδιαφέρον θα είχε; Είναι παιδί του έθνους, καρπός του, γέννημα του, και γι’ αυτό του έχει κάποια σημαντική υποχρέωση -να το φυλάγει. Και επειδή όλα τα μέρη του έθνους συνεργάστηκαν και αγωνίστηκαν για να πλάσουν αυτό το κράτος που έχουμε, το κράτος έχει από μέρος του χρέος να φυλάγει ολόκληρο το έθνος που το έπλασε. Είναι στενότερο το κράτος από το έθνος, μικρότερο το παιδί από το γονιό του, μα δεν έπαψε με τούτο να ζει και το έθνος ο μεγάλος γονιός που θέλει να τον φυλάγουν.
 
Αν ήταν να κάνουμε κράτος σαν τους πολιτειακούς οργανισμούς της νότιας Αμερικής ή της Αυστραλίας δεν ήταν ανάγκη να το κουνήσουμε από κει που ήμαστε πρωτύτερα. Δεν έγινε για τα μαύρα της τα μάτια η Ελλάδα, και δεν έχουν μυαλό οι πολιτικοί της αν δε νοιώθουν τίποτε άλλο από το κράτος που τους έφτιασε μιά μέρα το έθνος και τους τόδωσε στα χέρια τους. Κοντά στ’ άλ­λα δε νοιώθουν ούτε το συμφέρον τους, του κράτους το συμφέρον, αν παραγνωρίζουν τη δύναμη που τους δίνει η ύπαρξη του έθνους γύρω. Πολλά σημάδια δείχνουν πως ίσαμε τώρα ακόμα έχουν για χαμένο ό,τι δε χωρεί στο καλούπι του κράτους και δεν εννοούν να χάνουν τον καιρό τους γι’ αυτό. Έτσι όποιο κομμάτι του έθνους δεν μπορεί να κολλήσει στο κράτος το θεωρούν περιττό. «Η σπονδυλική στήλη του κράτους δεν βαστά τη Θράκη», εδογμάτισε τις προάλλες ένας πρωθυπουργός, λοιπόν η Θράκη είναι για πέταμα και ας γίνει Βουλγάρικη η ό,τι άλλο θέλει. Όμοια και η Τραπεζούντα πρέπει να γίνει Ρούσικη γιατί βρίσκεται μακριά από το Ελλαδικό βασίλειο. Άλλη λύση δεν υπάρχει, άλλη τύχη δεν κάνει να λάβει η Ελληνική αυτή χώρα. Λογιών λογιών αυτονομίες και αυτοδιοίκησες δεν υπάρ­χουν. Η εθνική αυθυπαρξία όποιων Ελλήνων, με οποιοδήποτε τύπο ή πολιτειακή μορφή, δεν κάνει να φυλαχτεί, δε χρησιμεύει σε τίποτε αφού δεν ταιριάζεται με την κρατική αντίληψη. Η Κρήτη δεν ήταν χρόνια αυτόνομη, ούτε η Σάμο. Το έθνος δεν έζησε αιώνες και στον Τούρκο ακόμα σκλαβωμένο. Η Κύπρος δεν είναι Ελληνική με τον Άγγλο κυρίαρχο.
 
Βέβαια ένα έθνος άξιο θα πασκίζει πάντα να περιμαζωχτεί σ’ ένα κράτος δικό του για να ζήσει και να κυριαρχήσει όπως κάθε ζωντανός οργανισμός το θέλει, μα όταν δεν το μπορεί ή δεν το κα­ταφέρνει ολοκληρωτικά, θα κοιτάζει να φυλάγεται τουλάχιστο όπως όπως από το χαμό του ίδιου εαυτού του. Και τότε δε θα τρέμει ούτε τις ξένες κυριαρχίες, παρά όποιο μέρος του έθνους δεν κατορθώσει να ελευτερωθεί πολιτικά θα παλεύει με τον κυρίαρχο ως που να γλυ­τώσει με κάποιο συμβιβασμό το κεφάλι του και την ψυχή του, ίσαμε που νάρθει ο καιρός να καλυτερέψει και αυτό την τύχη του, να φτιάσει την πολιτική μορφή που να του ταιριάζει όσο γίνεται αρμο­νικότερα. Μπορεί μάλιστα ένα έθνος, αν δεν καταφέρνει να κάμει το ταιριαζούμενο κράτος αμέσως, να δημιουργήσει προσώρας κράτη περισσότερα, παράδειγμα η Ιταλία και η Γερμανία. Θα έρθει μια μέρα που τα εθνικά τούτα κράτη θα χυθούν σ’ ένα καλούπι μεγά­λου εθνικού κράτους. Τα εθνικά κράτη πηγαίνουν πάντα κατά την ένωση τους.
 
Μα αυτά δεν τα φαντάστηκαν, φαίνεται, οι ανιστόρητοι Ελλαδικοί πολιτικοί. Το να λεν πως κάποιο τμήμα του έθνους είναι ά­χρηστο και επιτρέπεται να ξεχαστεί και να χαθεί γιατί δεν καταφέρ­νει εύκολα ή σύντομα να κολλήσει στο γνωστό τους κράτος το δικό τους, που περιλαβαίνει άλλο τμήμα του έθνους, είναι το ίδιο σα να λέει ένας άνθρωπος: «Κόβω το πόδι μου γιατί δεν έχω ρούχο να φορέσω αρκετά μακρύ για να το σκεπάσει και αυτό και να το προφυ­λάξει από το κρύο.» Το κράτος είναι το πουκάμισο που μπορεί να φορέσει ένα έθνος άξιο για πολιτική αυθυπαρξία και που κάποτε δεν το σκεπάζει ολάκερο. Περισσεύουν συχνά από το πουκάμισο μέ­ρη ασκέπαστα. Μήπως οι πολιτικοί του κράτους θέλουν να τα κό­ψουν; Μπορεί όμως και να μη φορεί το πουκάμισο αυτό και πάλι να ζει το έθνος και να πορεύεται όπως όπως. Και γίνεται ακόμη τα έθνη να αλλάζουν πολλά πουκάμισα δικά τους ή ξένα στη χιλιό­χρονη ζωή τους.
 
Γιατί το κράτος δεν είναι η ζωή. Το κράτος -κέντρο πολιτικό του έθνους- γίνηκε όχι για να ζήσει αυτό το ίδιο, παρά για να φυ­λάξει του έθνους τη ζωή. Όσο για το έθνος, αυτό πρέπει, είναι α­νάγκη να ζήσει με οποιαδήποτε πολιτική μορφή ή με πολλές μορφές και ξένες ίσως, και κομματιαστά ακόμη αν δε γίνεται αλλιώς, για να δημιουργήσει κάτι. Γιατί το έθνος είναι η ζωή και θέλει να δημιουργήσει. Μονάχα το έθνος μπορεί και δημιουργεί, αυτό έχει τη χάρη τούτη, απόδειξη πως δημιουργεί και τους πολιτικούς οργανισμούς που λέγονται κράτη. Μα θέλει και άλλα να δημιουργήσει. Η πολιτική απο­κατάσταση του έθνους, δηλαδή το κράτος, είναι ο ενδιάμεσος σκοπός του για να καταφέρει έπειτα τον τελικό του σκοπό. Και είναι το κράτος τίποτα, στείρος, ξερός ρυθμιστής της πολιτικής του έθνους, ρολόγι της κοινωνικής ζωής, φύλακας των πολιτών που ευκολύνει κιόλα τις συναλλαγές τους, και κατεργάζεται στρατούς και στόλους για την αυθυ­παρξία, την κυριαρχία και το μεγαλείο του έθνους, και όχι βέβαια για την υπεράσπιση του ξερού εαυτού του. Τα κράτη χάνονται, τα έθνη πολύ σπάνια. Κάποτε τα κράτη είναι αδύνατα ό,τι και να τους κάμεις, ενώ τα έθνη τα σχετικά είναι ζουμερά, γερά και δυ­νατά.
 
Ώς τόσο τι είναι εκείνο, εξόν από το κράτος του, που έχει να δημιουργήσει το έθνος, ο μόνος δημιουργός; Ποιος είναι των εθνών ο σκοπός ο τελικός, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή, πες τον ανάγκη; Ο πολιτισμός!
 
Να έργο άξιο για τα έθνη, έργο ανθρωπιστικό, έργο αληθινά ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών. Να πως τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα. Να πως ξεπερνούν τα σύνορα τους, ξε­χειλίζουν, πλουταίνουν, υψώνονται, γεμίζουν και καταχτούν τον κόσμο. Να πως είναι όμορφα τα έθνη, και να που έσφαλε ο Χριστός και ο Κάρολος Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Του έθνους το άνθισμα και ο καρπός ο ωραίος, είναι ο πολιτισμός. Δεν είναι σωστά σωστά σκο­πός του το άνθισμα, παρά ανάγκη. Έτσι και η γυναίκα γεννάει και το φυτό ανθοβολεί και καρποφορεί. Λες και να πόθησαν τα κορόιδα την ίδια τη γέννηση τους, λες και να ανάγκασαν με τον καημό τους τα δέντρα να υψωθούν ως στην άνθιση τους και την καρποφορία.
 
Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μονάχα. Και αυτή εαυτή είναι η αξιοσύνη τους η μεγάλη. Όσα δείχνονται άξια να γεννούν πολι­τισμούς είναι σημαντικά στον κόσμο, αξίζουν να ζουν και να προκό­βουν. Τα άλλα χρησιμεύουν μονάχα για δούλοι, για όργανα, για πάτημα, είναι οι σκλάβοι των πολιτισμένων, το υποπόδιο των ποδιών τους για να ανέβουν αυτά.
 
Δε φτάνει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει κιόλα να είναι πολιτισμένο από δικό του πολιτισμό. Βέβαια κάθε πολιτι­σμός, όσο πρωτότυπος και να φαίνεται, βρίσκεται στ’ αλήθεια επη­ρεασμένος είτε από ξένους πολιτισμούς είτε από παλιότερους γεννη­μένους και αυτοίς από το ίδιο έθνος, ή και από τα δυο μαζί. Άλλο όμως επηρεασμένος από ξένους κι άλλο ξένος πολιτισμός μεταφυτεμένος σ’ ένα έθνος. Είναι έθνη που δεν μπορούν να δημιουργήσουν πολιτισμούς παρά μόνο δέχονται ξενοφερμένους και τους διαστρέφουν κατά το φυσικό τους. Είναι και άλλα που μήτε αυτό δύνονται να καταφέρουν, δε χωνεύουν καν τους πολιτισμούς. Μα βρίσκονται και τέτοια έθνη που όλοι οι ξένοι και παλιότεροι πολιτισμοί αφομοιώνονται μέσα τους και γίνονται αφορμή για να προχωρέσουν πάρα πέρα, στυλοβάτης για να υψωθούν, σπορά για να καρπίσουν αυτά και να γεννοβολήσουν το δικό τους, το γνήσιο πολιτισμό τους. Γι’ αυτά τα έθνη ο πολιτισμός δεν πάρθηκε απ’ άλλου παρά είναι καρπός εντόπιος, δεν είναι πολιτισμός απ’ έξω αλλά από μέσα, όχι μπασμένος από ξένους τόπους και έθνη παρά από τα τρίσβαθα των σωθικών τους βγαλμένος.
 
Το σχετικό κράτος, αν υπάρχει, ένα χρέος έχει, το να εξασφαλίζει όσο καλύτερα μπορεί το άνθισμα του έθνους, γι’ αυτό και το κράτος δεν έχει δικαίωμα να περιορίζεται στα στενά του σύνορα τα πολιτικά ούτε να λησμονεί μέρη του έθνους οσοδήποτε μακριά από το πολι­τικό του κέντρο και αν βρίσκονται, παρά χρεωστεί και αυτά τα μέρη τα έξω από τα σύνορα να τα προφυλάγει από το χαμό τους, γιατί όλα τα μέρη του έθνους μαζί, σ’ όποιο πολιτικόν οργανισμό και αν τύχουν σφηνωμένα, δημιουργούν τον πολιτισμό του, συνεργάζονται όλα για το μεγάλο άνθισμα. Δεν έχει δικαίωμα να πει το κράτος: «Δε με μέλει τι γίνεται έξω από τα σύνορα μου» γιατί τούτο σημαί­νει πως ξεχνά τον προορισμό του και το δημιουργό του. Δημιουργός του κράτους πάλι το έθνος είναι, το έθνος ολάκερο, και το έθνος πλάθει το κράτος για τους σκοπούς του έθνους, για να μπορέσει ανενόχλητα και σίγουρα να βγάλει σύσσωμο τον πολιτισμό του, να πε­τάξει το λουλούδι του.
 
Και είναι απαραίτητα όλα τα έθνη, όχι μόνο το ένα, όσο ση­μαντικό και να είναι, ούτε εκείνα μοναχά που ανθοβολούν πολιτισμούς. Και τα βάρβαρα έθνη δικαιολογιούνται, και τα άγρια, και τα αδύνατα, γιατί γίνονται όργανα των σκοπών των πολιτισμένων και γιατί δίχως αυτά πως θα δοκίμαζαν την αξία τους τα ήμερα και τα πολιτισμένα; Και πως θα γνώριζαν τον εαυτό τους και θα εκτιμούσαν την ώριοσύνη του πολιτισμού τους;
 
Ούτε να νομίσει κανείς πως υπάρχει ένας πολιτισμός μονάχα. Ο πολιτισμός δεν είναι ένας, ούτε γράφεται με κεφαλαίο – π – ένας Πολιτισμός δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει ούτε μια Επιστημη, ούτε μια Τέχνη, ούτε μια Φιλοσοφία, ούτε μια Αλήθεια, ούτε και ενα Ψέμα. Στον τρόπο και στο χρόνο καταποδιαστά και μπλεγμένα βρίσκονται, και κληρονομιούνται κάποτε, και τα τσουγκρίζουν και τα ταιριάζουν άλλοτε, και γεννιούνται, αξαίνουν, ανθίζουν, μαραί­νονται και πεθαίνουν ολοένα, και χορεύουν σατανικά μυριόχρωμους χορούς μέσα στη φωτεινήν αιωνιότητα οι άπειρες Επιστήμες και Τέχνες και Φιλοσοφίες και Αλήθειες και Ψευτιές και Πολιτισμοί. Γιατί να σ’ αρέσει πάντα ο μονισμός, ω ανθρώπινο μυαλό; Άραγε να απλοποιείς από κούραση ή από ανάγκη για διαύγεια;
 
Σ’ αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Και όπως έτσι είναι φτειασμένη η Γη ώστε δεν υπάρχει ένα μονάχα έθνος, έτσι ούτε ένας μόνο πολιτισμός υπάρχει. Ο τόπος και ο χρόνος δεν καταλύονται στόν ανθρώπινο κόσμο.
 
Δεν ενδιαφέρει αν λέγεται «μεγάλη ιδέα», παράδοση ή αλλιώς εκείνο που συντηρεί, συνταράζει και ενθουσιάζει τα έθνη και τους δίνει τον πόθο να γεννήσουν και να μεγαλουργήσουν, ούτε αν πρω­τεύουσα του κράτους ή του έθνους θα είναι πάντα η Πόλη ή άλλη καμιά πολιτεία. Μπορεί η «μεγάλη ιδέα» όπως τη φαντάστηκαν και την έπλασαν οι Έλληνες της Τουρκοκρατίας, δηλαδή ο ξαναγεννημός ή το συνέχισμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, να μη συνεπαίρ­νει πιά αρκετά δυνατά όλες τις ψυχές, ώστε να σηκωθεί συμφωνά της το έθνος σύσσωμο. Μπορεί αγκαλά η «μεγάλη ιδέα» να μην είναι και τίποτε άλλο παρά η έκφραση της πολύτιμης συναίσθησης του εθνισμού φυτρωμένη στις λαϊκές μάζες. Μα δεν μπορεί να είναι σημαντικό ένα έθνος χωρίς κάποια μεγάλη ιδέα που σύμφωνα μ’ αυτήν να ενεργεί, που να έχει πλαστεί από τα σπλάχνα του και νά το τράβα έπειτα αυτό το ίδιο προς την εκπλήρωσή της. Τα έθνη για να μεγαλουργήσουν και να κυριαρχήσουν ανάμεσα στα άλλα έθνη σε τόπους και σε χρόνους, κάτι μεγάλο πρέπει να βάλουν μέ το νου τους και να το αποζητούν, αλλιώς είναι ανάξια για μεγάλα έργα και θα απομείνουν δούλοι άλλων εθνών, δούλοι πολιτικά ή πνευμα­τικά και ψυχικά. Όχι να μεγαλοπιάνονται, γιατί έτσι κάνουν οι μικροί, μα σύμφωνα με μιά παράδοση δική τους να βλέπουν και να θέλουν μεγάλα.
 
Αν το έθνος το Ελληνικό είναι τώρα πια ανάξιο για μεγάλα έργα -για να διπλοθεμελιώσει γερό και μεγάλο κράτος με σύνορα του τα σύνορα της φυλής, και για να πλάσει άλλη μια φορά πολιτι­σμό- καλύτερα να μην υπάρχει. Ας ξεφτίσει, ας χαθεί σαν έθνος, και τα άτομα του ας γίνουν ό,τι θέλουν, ας σκορπιστούν στον κόσμον σαν τους Εβραίους, ή και χειρότερα, χωρίς συνείδηση ή θύμη­ση εθνική καμία, υποπόδιο των ποδιών σ’ έθνη άλλα πιο άξια. Κά­ποια στερνά άνθη θα τα βγάζει και τότε, μερικούς εξαιρετικούς αν­θρώπους παραστρατισμένους, ξεριζωμένους, Θεοτοκόπουλους ή Παπαδιαμαντόπουλους που μόνο το όνομα τους θα είναι το τελευταίο ση­μάδι της καταγωγής τους. Οι άλλοι όλοι θα είναι έμποροι, μπακάληδες και ναυτικοί στα τέσσερα πέρατα της γης.
 
Αλλά είναι βέβαιο πως άμα στους καλύτερους της φυλής γίνει ολότελα συνειδητό το έθνος και σιγά σιγά το νοιώσουν έντονα και ολοκληρωτικά, τότε και κράτος φυσιολογικά αληθινό θα φτιάσουν οι Έλληνες και πολιτισμός θα αναβρύσει πάλι από τα Ελληνικά τα χώματα. Λαός που δείχνεται άξιος να πολεμά και να νικά ενώ ποτέ του δεν ήταν καταχτητικός, θα είναι ικανός και να λάβει ακέρια συνείδηση της φυλής του και να δημιουργήσει έναν πολιτισμό και κρά­τος όργανο του πολιτισμού αυτού. Πάστα πρόστυχη δεν είναι ο Έλ­ληνας και ξέρει να βαστά μέσα του αναμμένη τη σπίθα που κληρονό­μησε από τους προγόνους του και έχει κοντά σ αυτό στα σωθικά του τη λαχτάρα της δημιουργίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου