Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Περί της δόξας

Είμαστε όλοι μας κούφιοι και κενοί: δεν χρειάζεται να γεμίσουμε τους εαυτούς μας με αέρα και λέξεις· μας χρειάζεται ύλη γερή για να διορθωθούμε, Ένας πεινασμένος άνθρωπος, θα ήταν πολύ ανόητο να ψάχνει να βρει κάποιο ωραίο ρούχο, αντί να προνοήσει για ένα καλό γεύμα: πρέπει να σπεύδουμε στα επείγοντα.

Ο Χρύσιππος και ο Διογένης υπήρξαν οι πρώτοι και σταθερότεροι εκφραστές της περιφρόνησης της δόξας και, μεταξύ όλων των απολαύσεων, έλεγαν πως δεν υπήρχε καμιά πιο επικίνδυνη ούτε αξιότερη αποφυγή, από εκείνη που προέρχεται από την επιδοκιμασία των άλλων. Και πράγματι η πείρα μάς κάνει να αντιλαμβανόμαστε πόσο ιδιαιτέρως επιβλαβείς είναι πολλές προδοσίες της. Δεν υπάρχει τίποτα που να φαρμακώνει τόσο τους ηγεμόνες όσο η κολακεία, ούτε τίποτα από το οποίο οι κακοί να κερδίζουν ευκολότερα υπόληψη γύρω τους· ούτε μαστρωπεία τόσο ταιριαστή και τόσο κοινή να διαφθαρεί η αγνότητα των γυναικών, από το να τις χορτάσεις και να τις διασκεδάσεις με τα εγκώμιά τους.

Το πρώτο γήτεμα που οι Σειρήνες χρησιμοποιούν για να ξεγελάσουν τον Οδυσσέα, είναι τέτοιας φύσης:

Έλα προς εμάς, έλα, Οδυσσέα πολυπαινεμένε,
απ’ όσους γέννησε η Ελλάς εσύ πιο αντριωμένε. (ΟΔΥΣΣΕΙΑ)

 Εκείνοι οι φιλόσοφοι [που προανέφερα] έλεγαν πως όλη η δόξα του κόσμου δεν άξιζε ούτε να απλώσει το δάχτυλο ένας εχέφρων άνθρωπος για να την αποκτήσει – η μεγαλύτερη δόξα τι άλλο θα ’ναι από δόξα; (ΚΙΚΕΡΩΝ) – εννοώ να την αποκτήσει για αυτήν και μόνο· γιατί συχνά σέρνει πίσω της αρκετά πλεονεκτήματα, για τα οποία μπορεί να καταστεί επιθυμητή. Η δόξα κάνει να μας βλέπουν με καλό μάτι, μας εκθέτει λιγότερο στις προσβολές και στις ύβρεις των άλλων και ούτω καθεξής.

Αυτό ήταν επίσης ένα από τα κύρια παραγγέλματα του Επίκουρου· γιατί το αξίωμα της σχολής του ΚΡΥΨΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ [Λάθε βιώσας] (που εντέλλεται στους ανθρώπους να μην φορτώνονται δημοσίως δουλειές και υποθέσεις), προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ότι περιφρονούμε τη δόξα, που είναι η επιδοκιμασία, την οποία προσφέρει ο κόσμος για τις πράξεις που του επιδεικνύουμε. Αυτός ο φιλόσοφος που μας διατάζει να κρυβόμαστε και να μη φροντίζουμε παρά για τον εαυτό μας και ο οποίος θέλει να παραμένουμε άγνωστοι στους άλλους, θέλει ακόμα λιγότερο να μας τιμούν και να μας δοξάζουν οι άλλοι. Έτσι, συμβουλεύει τον Ιδομενέα να μην κανονίζει καθόλου τις πράξεις του σύμφωνα με την κοινή γνώμη και φήμη εκτός και αν πρόκειται να αποφύγει τις άλλες περιστασιακές ενοχλήσεις, που η καταφρόνια των ανθρώπων θα μπορούσε να του προκαλέσει.

Αυτά τα επιχειρήματα είναι, κατά τη γνώμη μου, πέρα ως πέρα αληθινά και λογικά. Είμαστε όμως, δεν ξέρω πώς, διπλοί μέσα μας, πράγμα που κάνει ώστε αυτό που πιστεύουμε, δεν το πιστεύουμε και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτά που καταδικάζουμε.

Ας δούμε τα τελευταία λόγια του Επίκουρου και που τα λέει πεθαίνοντας. Είναι σπουδαία και άξια ενός τέτοιου φιλοσόφου, έχουν ωστόσο κάποιο αποτύπωμα της μέριμνάς του για την φήμη του ονόματος του και κάποιο στοιχείο εκείνης της αντιμετώπισης που είχε αποκηρύξει με τις αρχές του. Να ένα γράμμα που υπαγόρευσε λίγο πριν την τελευταία του πνοή:

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΠΡΟΣ ΕΡΜΑΧΟΝ, ΧΑΙΡΕ
Ενώ περνούσα την ευτυχισμένη και ακριβώς την τελευταία μέρα του βίου μου, έγραφα αυτό εδώ, με συνοδεία πάντως τέτοιον πόνο στην ουροδόχο κύστη και στα σωθικά, ώστε τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί στο μέγεθός του. Ο πόνος αντισταθμιζόταν όμως από την ηδονή που έφερνε στην ψυχή μου η ανάμνηση των λύσεων και των επιχειρημάτων μου. Εσύ λοιπόν, όπως απαιτεί η συμπάθεια που είχες από τα μικρά σου χρόνια προς εμένα και προς τη φιλοσοφία, ανάλαβε την προστασία των παιδιών του Μητρόδωρου.

Να το γράμμα του. Και αυτό που με κάνει να συμπεραίνω ότι η ηδονή που λέει πως νιώθει στην ψυχή του για τις φιλοσοφικές λύσεις του, αφορά κάπως τη φήμη που προσδοκούσε να αποκτήσει μετά το θάνατό του, είναι η επιταγή της διαθήκης του, με την οποία ορίζει οι κληρονόμοι του Αμινόμαχος και Θυμοκράτης να καταβάλλουν τα έξοδα που ο Έρμαχος θα όριζε, για να γιορτάζονται τα γενέθλιά του κάθε Ιανουάριο, καθώς και όλες οι δαπάνες, που θα γίνονταν την εικοστή μέρα κάθε σεληνιακού μήνα για την δεξίωση των πιο οικείων του φιλοσόφων, που θα συνάζονταν προς τιμή της μνήμης της δικής του και του Μητροδώρου.

Ο Καρνεάδης υπήρξε ο αρχηγός της αντίθετης σχολής (της πλατωνικής) και υποστήριξε πως η δόξα ήταν επιθυμητή για αυτή την ίδια, όπως ακριβώς εναγκαλιζόμαστε τους επιγενόμενους για αυτούς τους ίδιους, παρ’ όλο που δεν έχουμε καμιά γνώση ούτε επαφή μαζί τους. (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ)

Αυτή η γνώμη δεν παρέλειψε να γίνει πλατύτερα αποδεκτή, όπως με προθυμία γίνονται αποδεκτές οι γνώμες που περισσότερο προσαρμόζονται στις τάσεις μας. Ο Αριστοτέλης δίνει στη δόξα την πρώτη σειρά μεταξύ των εξωτερικών αγαθών: “Απόφυγε, σαν δύο κάκιστα άκρα, και να αναζητάς τη δόξα και να την αποφεύγεις”.

Πιστεύω πως αν είχαμε τα βιβλία που ο Κικέρων έγραψε περί αυτού του θέματος, θα μας διηγόταν πολλά χαριτωμένα· γιατί αυτός ο άνθρωπος κυριευόταν από τέτοια λύσσα για δόξα, ώστε, αν είχε τολμήσει, θα είχε – πιστεύω – πρόθυμα πέσει στην υπερβολή όπου έπεσαν άλλοι: ότι η ίδια η αρετή δεν είναι επιθυμητή, παρά για την τιμή που πάντα στέκεται πίσω της:

λίγο διαφέρει η θαμμένη νωθρότητα
από την κρυμμένη αρετή. (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Και αυτό είναι μια τόσο λαθεμένη γνώμη, ώστε θλίβομαι που μπόρεσε ποτέ να μπει στο μυαλό ανθρώπου, ο οποίος είχε την τιμή να φέρει το όνομα “φιλόσοφος”.

Αν αυτό ήταν αλήθεια, δεν θα έπρεπε να είναι κανείς ενάρετος παρά μόνο δημοσίως· και τα έργα της ψυχής, όπου βρίσκεται η αληθινή έδρα της αρετής, δεν θα υπήρχε λόγος να τα κρατήσουμε υπό έλεγχο και σε τάξη, παρά στο μέτρο που θα έφταναν στη γνώση των άλλων.

Η αρετή είναι πράγμα μάταιο και επιπόλαιο, αν αντλεί το κύρος και την αξία της από τη δόξα. Για τίποτα δεν θα επιχειρούσαμε να τη βάλουμε να κρατήσει τη σειρά της ξεχωριστά και δεν θα την αποσυνδέαμε από την τύχη· γιατί υπάρχει τίποτα πιο συγκυριακό από τη φήμη; Αληθινά η τύχη κυριαρχεί σε όλα τα πράγματα: άλλα τα δοξάζει κι άλλα τα κρατάει στα σκοτάδια, περισσότερο κατά την όρεξή της, παρά κατά την αλήθεια. Το να γίνουν οι πράξεις γνωστές και ορατές, είναι καθαρά έργο της τύχης.

Η μοίρα μας φέρνει σε επαφή με τη δόξα ανάλογα με το πώς της έρχεται. Την είδα πολύ συχνά να βαδίζει μπροστά από την αξία και συχνά να ξεπερνάει την αξία κατά πολύ. Εκείνος που πρώτος αναγνώρισε την ομοιότητα μεταξύ σκιάς και δόξας, έπραξε καλύτερα απ’ ό,τι είχε σκοπό. (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Αυτά είναι πράγματα εξαιρετικά μάταια.

Η σκιά πάει καμιά φορά μπροστά από το σώμα της και καμιά φορά το ξεπερνάει κατά πολύ σε μάκρος.

Ένα πραγματικά μεγάλο και σοφό πνεύμα κρίνει πως η τιμή, η οποία είναι ο κύριος σκοπός της φύσης του, βρίσκεται στις πράξεις και όχι στη δόξα. Όλη η δόξα που αξιώνω από τη ζωή μου είναι ότι τη έζησα ήσυχα· ήσυχα όχι σύμφωνα με τον Μητρόδωρο, τον Αρκεσίλαο ή τον Αρίστιππο, αλλά σύμφωνα με εμένα. Αφού η φιλοσοφία δεν κατάφερε να βρει κανένα δρόμο για την ησυχία που να είναι καλός για όλους, ας τον αναζητήσει καθένας προσωπικά για λογαριασμό του!

Σε ποιόν οφείλουν ο Καίσαρ και ο Αλέξανδρος αυτό το απέραντο μεγαλείο της φήμης τους, αν όχι στην τύχη; Πόσους άνδρες δεν εξολόθρευσε η τύχη στην αρχή της σταδιοδρομίας τους, για τους οποίους δεν έχουμε καμιά γνώση και οι οποίοι εκόμιζαν σε αυτές τις σταδιοδρομίες το ίδιο θάρρος με το δικό τους, αν η κακοτυχία τους δεν τους είχε σταματήσει μια και έξω την ώρα της γέννησης των εγχειρημάτων τους! Μέσα από τόσους πολλούς και ακραίους κινδύνους, δεν θυμάμαι να διάβασα πουθενά πως ο Καίσαρ πληγώθηκε ποτέ. Χίλιοι μύριοι πέθαναν από κινδύνους μικρότερους από ό,τι ο ελαχιστότερος των κινδύνων που εκείνος ξεπέρασε εκ του ασφαλούς. Ατελείωτες όμορφες πράξεις πρέπει να χαθούν παραμένοντας αμαρτύρητες, πριν μία φανεί να ωφελήσει. Δεν είμαστε πάντα στην κορυφή ενός προμαχώνα ή στην πρώτη γραμμή του στρατεύματός μας, ώστε να βρεθούμε στο οπτικό πεδίο του στρατηγού μας, σαν επί σκηνής. Πιανόμαστε εξαπίνης μεταξύ φράκτη και τάφρου· πρέπει να ριψοκινδυνέψουμε με αντίπαλο ένα κοτέτσι· πρέπει να ξεβγάλουμε τέσσερις μουσκετοφόρους από ένα σιτοβολώνα· πρέπει μόνοι να απομακρυνθούμε από τη διμοιρία μας και να αναλάβουμε μια αποστολή τελείως μόνοι μας, ανάλογα με την ανάγκη που παρουσιάζεται. Και αν προσέξουμε, θα βρούμε από πείρα πως οι λιγότερο λαμπρές περιστάσεις συμβαίνει να είναι πιο επικίνδυνες· και ότι στους πολέμους που έγιναν στον καιρό μας, περισσότεροι καλοί άνθρωποι χάθηκαν σε κοινές και λίγο σημαντικές περιστάσεις και στον καβγά για κάποια χαμοκέλα, παρά σε άξιους και ένδοξους τόπους.

Όποιος δεν είναι άνθρωπος του καλού παρά επειδή ο κόσμος θα το μάθει (και θα τον εκτιμήσουν περισσότερο, αφού θα το έχουν μάθει), όποιος δεν θέλει να πράξει το καλό παρά με την προϋπόθεση η αρετή του να φτάσει σε γνώση των ανθρώπων, αυτός δεν είναι άνθρωπος από τον οποίο μπορεί κανείς να αντλήσει κάποια εξυπηρέτηση.

Πιστεύω πως το υπόλοιπο εκείνου του χειμώνα
πράγματα έκαμε άξια να τα λάβει κανείς υπόψη·
όμως, άγνωστα τόσο κρατήθηκαν ως τα σήμερα,
ώστε δεν είναι φταίξιμό μου αν τώρα δεν τα λέω:
γιατί ο Ορλανδός πάντα ήταν έτοιμος να κάνει
τέτοια πράγματα, παρά να τα διηγείται ύστερα,
ούτε ποτέ τα κατορθώματά του κοινολογήθηκαν,
εκτός αν βρέθηκαν εύκαιροι μάρτυρες.
(ΑΡΙΟΣΤΟ, ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ ΟΡΛΑΝΔΟΣ)

Πρέπει να πηγαίνουμε στον πόλεμο για το καθήκον μας και να περιμένουμε την επιβράβευση, η οποία δεν μπορεί να λείπει από καμία όμορφη πράξη, όσο ταπεινή και αν είναι. Δεν πρέπει καν να σκεφτόμαστε την αρετή, αλλά την ικανοποίηση της οποίας μια καλορυθμισμένη συνείδηση γίνεται ο αποδέκτης, επειδή ενήργησε καλά. Πρέπει κανείς να είναι παλικάρι για τον ίδιο του τον εαυτό και για το πλεονέκτημα που αποτελεί το γεγονός να έχει το θάρρος του σε γερά και εξασφαλισμένα θεμέλια εναντίον των επιδρομών της τύχης.

Η αρετή αγνοεί την ντροπή της αποτυχίας
και λάμπει από τιμές ακηλίδωτες.
Δεν παίρνει ούτε αφήνει τους πελέκεις,
ανάλογα πώς το θέλει η εύνοια των πολλών. (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Η ψυχή μας οφείλει να παίζει το ρόλο της όχι προς επίδειξη αλλά στο καβούκι της, μέσα μας, όπου κανένα ζευγάρι μάτια δεν εισδύει παρά τα δικά μας μάτια βλέπουν. Εκεί μας προστατεύει από το φόβο του θανάτου, του πόνου και αυτής ακόμα της ντροπής. Εκεί μας προσφέρει αυτοπεποίθηση για να αντιμετωπίζουμε την απώλεια των παιδιών, των φίλων, των περιουσιών μας. Και όταν η ευκαιρία παρουσιάζεται, μας οδηγεί επίσης στους κινδύνους του πολέμου,

όχι για κάποιο κέρδος, αλλά για την ευπρέπεια της ίδιας της εντιμότητας. (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Τέτοια ωφέλεια είναι πολύ πιο σπουδαία και πολύ πιο αξιέπαινη να την εύχεται και να την ελπίζει κανείς, από ότι είναι η ευνοϊκή κρίση που οι άνθρωποι φτιάχνουν για εμάς.

Χρειάζεται να ξεδιαλέξεις από ένα ολάκερο έθνος μια ντουζίνα ανθρώπων προκειμένου να υπάρξει κρίση για λίγα στρέμματα γης. Όταν όμως είναι να βγει κρίση για τις τάσεις που εκδηλώνουμε και τις πράξεις μας (το δυσκολότερο και σπουδαιότερο ζήτημα που υπάρχει), προστρέχουμε στην ψήφο του κοινού και του όχλου, σε αυτή τη μάνα άγνοιας, αδικίας και ασυνέπειας. Είναι μήπως λογικό να βάζεις να εξαρτάται η ζωή ενός σοφού ανθρώπου από την κρίση των ανόητων;

Τι πιο μωρό να θεωρούμε πως εκείνοι που τον καθένα ξεχωριστά περιφρονούμε, μετρούν κάτι όλοι μαζί. (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Όποιος βάζει στόχο να αρέσει σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει: τέτοιος στόχος που δεν έχει ούτε μορφή ούτε πιάσιμο.

Δεν υπάρχει τίποτα τόσο ακατανόητο όσο ο νους του πλήθους. (ΤΙΤΟΣ ΛΙΒΙΟΣ)

Καμία τέχνη, καμία πνευματική ευστροφία δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν τα βήματά μας, ακολουθώντας έναν οδηγό που τόσο παρεκτρέπεται και τόσο παραπαίει. Σε αυτή την ανεμώδη σύγχυση από φήμες και γνώμες του όχλου που μας σπρώχνουν, δεν μπορεί να χαραχτεί κανένας δρόμος που να αξίζει. Ας μην ορίσουμε καθόλου για τον εαυτό μας σκοπό τόσο κλυδωνιζόμενο και άτακτο· ας πηγαίνουμε σταθερά πίσω από τη λογική· ο δημόσιος έπαινος ας μας ακολουθήσει από εκεί, αν θέλει· και όπως ο δημόσιος έπαινος εξαρτάται καθ’ ολοκληρία από την τύχη, δεν έχουμε κανένα λόγο να τον περιμένουμε από αυτόν το δρόμο, αλλά από εκείνον το διαφορετικό δρόμο που θα επιλέξουμε.

Ακόμα και αν δεν ακολουθούσα τον ευθύ δρόμο για την ευθύτητά του, θα τον ακολουθούσα επειδή βρήκα από πείρα πως, στο κάτω κάτω της γραφής, είναι γενικώς ο ευτυχέστερος και ο πλέον χρήσιμος.

Η θεία Πρόνοια έκαμε αυτό το δώρο στους ανθρώπους:

ό,τι έντιμο, αυτό και το πιο ωφέλιμο. (ΚΟΥΙΝΤΙΛΙΑΝΟΣ)

Ο γέρος πορθμέας έλεγε στον Ποσειδώνα, στη διάρκεια μεγάλης φουρτούνας: “Ω Θεέ, θα μας σώσεις, αν θέλεις· θα μας πνίξεις, αν θέλεις· ωστόσο θα κρατάω πάντα ίσιο το πηδάλιό μου”.
Γνώρισα στα χρόνια μου χιλιάδες ανθρώπους επιτήδειους, διπρόσωπους, παραπλανητικούς και πέραν πάσης αμφιβολίας γνώστες των πραγμάτων του κόσμου, που κατέστρεψαν τους εαυτούς τους, ενώ εγώ έσωσα τον εαυτό μου:

γέλασα, βλέποντας πως οι απάτες μπορούσαν ν’ αποτύχουν. (ΟΒΙΔΙΟΣ)

Υπάρχει ένα είδος φυσικής απόλαυσης να νιώθεις πως σε εγκωμιάζουν, αλλά της αποδίδουμε πολλή, πάρα πολλή αξία.

Τον έπαινο δεν φοβάμαι ούτε είμαι χοντρόπετσος·
αρνούμαι όμως πως στόχος κι υπέρτατος σκοπός είναι
το “μπράβο σου!” και το “τι ωραία!”. (ΠΕΡΣΙΟΣ)

Δεν νοιάζομαι ποιος να είμαι για τους άλλους, όσο νοιάζομαι ποιος να είμαι για τον εαυτό μου τον ίδιο. Θέλω να είμαι πλούσιος από μένα και όχι από δανεικά τρίτων. Αυτοί που είναι έξω από εμάς, βλέπουν αποτελέσματα και εξωτερικά φαινόμενα· καθένας μπορεί να κάνει τον υγιή από έξω, γεμάτος πυρετό και τρομάρα από μέσα. Δεν βλέπουν το μυαλό μου, βλέπουν μόνο τα φερσίματά μου.

Ποιον ευχαριστεί μια κίβδηλη τιμή και φοβίζει μια ψεύτικη κατηγορία
αν όχι τον κίβδηλο και τον ψεύτη; (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Να γιατί όλες αυτές οι κρίσεις που στηρίζονται σε εξωτερικά φαινόμενα είναι απίστευτα αβέβαιες και αμφίβολες· και δεν υπάρχει κανένας τόσο βέβαιος μάρτυρας, όσο ο καθένας για τον ίδιο του τον εαυτό.

Ό,τι η απειθάρχητη Ρώμη αποφασίζει, μην το δέχεσαι
και μη δοκιμάζεις να φέρεις στο ίσιο την άδικη ζυγαριά της:
μην αναζητάς τον εαυτό σου έξω από εσένα. (ΠΕΡΣΙΟΣ, ΣΑΤΙΡΕΣ)

Όταν μεριμνούμε να εξαπλωθεί το όνομά μας και να διαχυθεί σε πολλά στόματα, λέμε πως η φήμη μας μεγαλώνει· επιθυμία μας είναι το όνομά μας να γίνεται δεκτό από την καλή και να βγαίνει κερδισμένο επειδή μεγαλύνεται. Αυτό είναι το πλέον συγχωρητέο σε αυτή την πρόθεση. Η υπερβολή όμως αυτής της αρρώστιας φτάνει τόσο μακριά, ώστε αρκετοί αναζητούν να γίνεται κουβέντα για το άτομό τους με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Τρόγος Πομπήιος λέει για τον Ηρόστρατο και ο Τίτος Λίβιος για τον Μάνλιο Καπιτολίνο ότι επιθυμούσαν περισσότερο μια πλατιά παρά καλή φήμη. Αυτό το ελάττωμα είναι κοινό. Νοιαζόμαστε πιο πολύ να μιλούν οι άνθρωποι για μας, παρά πώς μιλούν· και μας είναι αρκετό πως το όνομά μας τρέχει από στόμα σε στόμα, παρά υπό ποιες συνθήκες συμβαίνει αυτό. Φαίνεται το πως να είσαι γνωστός σημαίνει να έχεις κατά κάποιο τρόπο τη ζωή σου και την αντοχή της φήμης σου στη φύλαξη των άλλων. Εγώ θεωρώ πως υπάρχω μόνο εν οίκω, δηλαδή μέσα μου· και όσο για την άλλη ζωή μου, εκείνη δηλαδή που έχει βρει καταφύγιο στη γνώση που εκείνοι οι οποίοι με αγαπούν έχουν για το άτομό μου, όταν την εξετάζω γυμνή και απλώς και μόνο καθαυτή, ξέρω καλά πως δεν νιώθω κέρδος ούτε ικανοποίηση άλλη από τη ματαιοδοξία μιας φανταστικής γνώμης. Και όταν θα είμαι πεθαμένος, θα τη νιώθω ακόμα λιγότερο και θα χάσω επιπλέον τελείως τα αληθινά πλεονεκτήματα, τα οποία συμβαίνει καμιά φορά να τη συνοδεύουν· δεν θα έχω τότε χέρια για να αδράξω τη φήμη ούτε να κρεμαστώ από αυτή, δεν θα έχει τρόπο ώστε να με αγγίξει ή να φτάσει ως εμένα.

Η ανταμοιβή μιας καλής πράξης είναι ότι την έκαμες. (ΣΕΝΕΚΑΣ)

Καρπός ενός αξιώματος είναι το ίδιο το αξίωμα. (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Θα ήταν ίσως δικαιολογημένο για έναν ζωγράφο ή έναν τεχνίτη ή ακόμα και κάποιον ασχολούμενο με τη ρητορική ή τη γραμματική, να αναλίσκεται ώστε να αποκτήσει όνομα από τα έργα του· οι πράξεις της αρετής όμως είναι υπερβολικά ευγενείς αφ’ εαυτών, ώστε να αναζητούν άλλην ανταμοιβή παρά από την ίδια τους την αξία και ιδιαιτέρως να την αναζητούν στη ματαιότητα των ανθρώπινων κρίσεων.