Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

Ο Αριστοτέλης και η πολιτική ως ολοκλήρωση κάθε τέχνης και κάθε επιστήμης

Ο Αριστοτέλης ξεκινά το έργο του «Ηθικά Νικομάχεια» θέτοντας την τελεολογία ως βάση για την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς: «Κάθε τεχνική δεξιότητα και κάθε γνωστική δραστηριότητα, παρόμοια και κάθε πράξη και κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης έχει για στόχο της – κατά την παραδοχή όλων – κάποιο αγαθό. Σωστά, επομένως, είπαν για το αγαθό πως είναι αυτό που αποτελεί το στόχο όλων των πραγμάτων». (1094a 1, 1-3).
 
Με άλλα λόγια, καμία ενέργεια δε γίνεται άσκοπα. Όλες οι πράξεις αποβλέπουν σε κάτι, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι θα είναι ωφέλιμο, ότι δηλαδή θα εξυπηρετήσει κάποια ανάγκη είτε άμεση είτε μελλοντική. Κι όσο κι αν οι κοινές ανάγκες επιβάλλουν την εκπλήρωση κοινών στόχων (η καθολικά αποδεκτή ανάγκη για στέγαση ή μετακίνηση είναι το κίνητρο για την απόκτηση ενός σπιτιού ή ενός αυτοκινήτου, ως αναγνώριση της  αδιαπραγμάτευτης εκπλήρωσης του τελικού τους σκοπού), δεν αναιρείται η υποκειμενικότητα της οπτικής γωνίας κάθε ανθρώπου, αφού σε επιμέρους περιπτώσεις  αυτό που κάποιος θεωρεί ωφέλιμο μπορεί κάποιος άλλος να το απαξιώνει. Όμως, οι όποιες διαφωνίες σε σχέση με την προτεραιότητα του σκοπού που εξυπηρετείται δεν αλλάζουν την ουσία των κινήτρων της ανθρώπινης δράσης, που σε τελική ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι χρησιμοθηρική.
 
Η έννοια τέλος είναι η ολοκλήρωση του σκοπού, ο οποίος εξαρχής κινεί τη δράση. Η τελεολογία είναι η αντίληψη ότι κάθε ον είναι πλασμένο από τη φύση να εκπληρώσει το σκοπό για χάρη του οποίου υπάρχει. Κάθε πλάσμα, δηλαδή, είναι προορισμένο να φτάσει στην τέλεια κατάστασή του και να εκπληρώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σκοπό για τον οποίο είναι πλασμένο. Κι ακριβώς το ίδιο ισχύει για όλες τις τέχνες και όλες τις επιστήμες: «Δεδομένου, τώρα, ότι υπάρχουν πολλών ειδών πράξεις και πολλών ειδών τέχνες κι επιστήμες, δεν μπορεί παρά να είναι πολλά και τα τέλη· το τέλος π. χ. της ιατρικής είναι η υγεία, την ναυπηγικής το πλοίο, της στρατηγικής η νίκη, της διαχείρισης του σπιτικού ο πλούτος». (1094a 1, 7 – 11).
 
Από τη στιγμή που όλες οι τέχνες και οι επιστήμες εκπληρώνουν ένα σκοπό, είναι δεδομένο ότι διαρκώς εξελίσσονται προκειμένου να τον πετύχουν όσο το δυνατό πληρέστερα, δηλαδή ολοκληρωμένα. Κι αυτή είναι η έννοια της ολοκλήρωσης στο έργο του Αριστοτέλη, που έχει να κάνει με το εάν και κατά πόσο κάθε ενέργεια κατορθώνει να φτάσει στον τελικό της σκοπό, αφού μόνο έτσι ολοκληρώνεται, οδηγείται δηλαδή στο τέλος της.
 
Το ζήτημα είναι ότι τις περισσότερες φορές οι τέχνες δε λειτουργούν αυτοτελώς, αλλά εντάσσονται σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, σε μια συνολικότερη δράση μέσα στην οποία καλούνται να παίξουν το δικό τους ρόλο: «Όπου λοιπόν αυτού του είδους τέχνες/επιστήμες κατατάσσονται κάτω από μιαν ορισμένη τέχνη/επιστήμη (η χαλινοποιητική π. χ., κατατάσσεται κάτω από την ιππευτική τέχνη – το ίδιο και όλες οι άλλες τέχνες, όσες κατασκευάζουν ιππευτικά εργαλεία· η ιππευτική πάλι τέχνη – μαζί και κάθε πολεμική πράξη – κατατάσσεται κάτω από τη στρατηγική τέχνη, και με τον ίδιο τρόπο άλλες τέχνες/επιστήμες κατατάσσονται κάτω από μιαν άλλη τέχνη/επιστήμη), σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα τέλη των υπερ-κείμενων τεχνών/επιστημών πρέπει να θεωρούνται (άρα και να επιλέγονται ως) μεγαλύτερης αξίας από τα τέλη των υπο-κείμενων τεχνών/επιστημών· ο λόγος είναι ότι τα τέλη των υπο-κείμενων τεχνών/επιστημών τα επιδιώκουμε ενόψει των τελών των υπερ-κείμενων τεχνών/επιστημών». (1094a 1, 11-18).
 
Με δεδομένο ότι όλες οι τέχνες και οι επιστήμες υπάγονται ως μέρη σ’ ένα συνολικότερο τελικό οικοδόμημα, γίνεται αντιληπτό ότι τα τέλη των επιμέρους τεχνών/επιστημών, δεν είναι παρά τα κομμάτια που συμπληρώνουν το ευρύτερο τέλος του όλου οικοδομήματος. Από αυτή την άποψη, το τέλος αυτό, που ολοκληρώνεται με τη σύνθεση όλων των μεμονωμένων τελών κάθε τέχνης και επιστήμης, είναι το υπέρτατο τέλος, το οποίο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι το υπέρτατο αγαθό: «Αν λοιπόν πράγματι υπάρχει κάποιο τέλος σε όλες τις πράξεις μας, ένα τέλος που το θέλουμε γι’ αυτό το ίδιο και όλα τα άλλα για χάρη του, και αν δεν επιδιώκουμε το καθετί για χάρη κάποιου άλλου πράγματος (γιατί τότε θα φτάναμε, βέβαια, στο άπειρο, με αποτέλεσμα η επιθυμία και η προσπάθειά μας να είναι κενή περιεχομένου και μάταιη), είναι φανερό ότι αυτό το τέλος είναι το αγαθό, και μάλιστα το υπέρτατο αγαθό». (1094a 2, 1-5).
 
Αυτό που μένει είναι να βρεθεί ποια είναι αυτή η ανώτατη τέχνη/επιστήμη που περιλαμβάνει όλες τις άλλες και χρησιμοποιεί τα τέλη τους ως ξεχωριστά εργαλεία για την επίτευξη του δικού της τέλους. Ο Αριστοτέλης θα απαντήσει ευθέως: «Αυτού του είδους τέχνη/επιστήμη φαίνεται πως είναι η πολιτική, αφού αυτή ορίζει ποιες τέχνες/επιστήμες πρέπει να καλλιεργούνται σε μια πόλη, με ποιες πρέπει να ασχολείται ο κάθε επιμέρους πολίτης και ως ποιο βαθμό· βλέπουμε επίσης ότι από τις διάφορες τέχνες/επιστήμες, αυτές που συγκεντρώνουν επάνω τους την πιο μεγάλη εκτίμηση του κόσμου, είναι υπο-κείμενες σ’ αυτήν, π. χ. η στρατηγική, η οικιακή διαχείριση, η ρητορική». (1094a 2, 11-13, 1094b 2, 1-3).
 
Με άλλα λόγια, η πολιτική είναι το τέλος όλων των άλλων τεχνών/επιστημών και κατ’ επέκταση αποτελεί το υπέρτατο αγαθό για την άνθρωπο: «Δεδομένου επίσης ότι η πολιτική κάνει χρήση των υπόλοιπων “πρακτικών” τεχνών/επιστημών, και δεδομένου ότι η πολιτική ορίζει με τους νόμους της τι πρέπει να κάνουμε και τι όχι, το τέλος της πρέπει, σκέφτομαι, να περιέχει τα τέλη όλων των άλλων τεχνών/επιστημών. Συμπέρασμα: αυτό το τέλος θα πρέπει να είναι το αγαθό για τον άνθρωπο». (1094b 2, 3-7).
 
Όταν λοιπόν ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για πολιτική, αναφέρεται πρωτίστως στους νόμους και στο «τι πρέπει να κάνουμε και τι όχι». Με δυο λόγια, δεν αναφέρεται στην πολιτική με την έννοια της δεινότητας, δηλαδή της ικανότητας του πολιτικού άνδρα που είναι σε θέση να ξεχωρίζει στην πολιτική σκηνή ασκώντας επιρροή στους άλλους με τη δύναμη του λόγου, αλλά με την έννοια της συνύπαρξης, δηλαδή της πολιτικής αρετής που πρέπει να έχουν όλοι οι πολίτες προκειμένου να επιτευχθεί η αρμονική συμβίωση. Είναι φανερό ότι για τον Αριστοτέλη αυτό που προέχει είναι η πόλη. Ο άνθρωπος ως πολιτικό ον από τη φύση (όπως καταδεικνύει στο έργο του «Πολιτικά») είναι αδύνατο να βρει ευτυχία μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Η συνύπαρξη αποτελεί γι’ αυτόν μοναδική λύση, αφού μόνο έτσι μπορεί να φτάσει στην ευτυχία.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που το τέλος της πόλης τίθεται ψηλότερα από οποιοδήποτε άλλο τέλος, καθώς η συλλογικότητα κρίνεται υπεράνω οποιασδήποτε ατομικότητας: «Ακόμα και αν αυτό είναι έτσι το ίδιο για το άτομο και για την πόλη, το τέλος/αγαθό της πόλης εμφανίζεται, βέβαια, σαν κάτι το σημαντικότερο και τελειότερο και για να το επιδιώξει κανείς και για να το διαφυλάξει». (1094b 2, 7-9).
 
Κι εδώ, βέβαια, δε γίνεται λόγος για την τυφλή υποταγή του πολίτη σε μια πόλη που ορίζει όλες τις συμπεριφορές. Μια τέτοια αντίληψη είναι κατάφωρα στρεβλή, αφού αντί να οδηγήσει τους πολίτες στην ευτυχία, τους συνθλίβει καταπιέζοντας τις επιθυμίες τους. Η πόλη στοχεύει στην απελευθέρωση των πολιτών ενθαρρύνοντας την προσωπική τους ολοκλήρωση, η οποία θα συμβάλει θετικά και στο σύνολο. Με άλλα λόγια, με την ενθάρρυνση και την καλλιέργεια των δεξιοτήτων κάθε πολίτη ξεχωριστά ανοίγει ο δρόμος για το τέλος σε ατομικό επίπεδο, ως ξεχωριστό λιθαράκι για το συνολικό τέλος, το οποίο αφορά ολόκληρη την πόλη. Κι αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, η ολοκλήρωση του πολίτη, μέσω των ασχολιών που εκείνος επιλέγει, αποτελεί την ευτυχία σε ατομικό επίπεδο, που λειτουργεί ως προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της πόλης, δηλαδή την ευτυχία σε συλλογικό επίπεδο, που είναι η ύψιστη μορφή ευτυχίας.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης δείχνει ιδιαίτερο σεβασμό στην ατομική επιθυμία, γιατί ενδιαφέρεται για το προσωπικό τέλος κάθε ανθρώπου: «δεν είναι καθόλου λίγο να το επιδιώξει και να το πετύχει και ένα μόνο άτομο, για ένα ολόκληρο όμως έθνος και για ολόκληρες πόλεις το πράγμα είναι πιο ωραίο και πιο θεάρεστο». (1094b 2, 9-11). Κι αυτή ακριβώς είναι η χρυσή τομή που θέλει να διαφυλάξει ο Αριστοτέλης: η συνοχή της πόλης, που τίθεται ως άμεση προτεραιότητα, χωρίς όμως να καταπιέζεται κανένας πολίτης. Γι’ αυτό «δεν είναι καθόλου λίγο» η τελείωση του πολίτη ατομικά, αλλά αυτό πρέπει να συμπλέει με την τελείωση της πόλης ως σύνολο.
 
Το ότι η τελεολογική ανωτερότητα της πόλης θα επιβάλει τη θυσία του ατόμου, αν αυτό χρειαστεί (σε περίπτωση που η πόλη βρεθεί σε πόλεμο το άτομο οφείλει να θυσιαστεί για τη σωτηρία της), δε μειώνει την τεράστια σημασία της ολοκλήρωσης κάθε πολίτη σε ατομικό επίπεδο. Εξάλλου, αυτό είναι και το νόημα της πόλης: η παροχή της αυτάρκειας σε όλα τα επίπεδα (όχι μόνο σε υλικά αγαθά), που θα οδηγήσει τους πολίτες στην κατάκτηση της ευτυχίας, δηλαδή στην ατομική ολοκλήρωση. Η προτεραιότητα της πόλης που μεταφράζεται σε καταπίεση, δηλαδή σε άρνηση της ατομικότητας αποτελεί στρέβλωση, καθώς αναιρείται η ουσία της, που δεν είναι άλλη από την ευτυχία όλων των πολιτών.
 
Η διασφάλιση αυτής της ισορροπίας είναι ζήτημα της πολιτικής, η οποία έχει να κάνει με την οργάνωση της κοινωνίας σ’ αυτό το πλαίσιο. Γι’ αυτό η πολιτική είναι ανώτερη από όλες τις τέχνες κι όλες τις επιστήμες, γιατί αν αποτύχει, η πόλη θα κινδυνέψει με διάλυση, κι αν η πόλη διαλυθεί τότε όλες οι άλλες τέχνες (στρατηγική, ρητορική, οικιακή διαχείριση, ιατρική κλπ) ματαιώνονται. (Αλήθεια, τι νόημα έχει ένας γιατρός ή ένας στρατηγός όταν ζουν ολομόναχοι εκτός πόλης;) Ο νόμος είναι το καθοριστικό στοιχείο που θα εξασφαλίσει την αρμονία της συλλογικότητας. Θα καθορίσει δηλαδή τους τρόπους της σύμπλευσης του ατομικού με το συλλογικό τέλος. Όταν το ατομικό τέλος προσφέρει και στο συλλογικό, είναι θεμιτό κι επαινείται. Όταν όμως υπονομεύει το συμφέρον της πόλης είναι επιβλαβές και διώκεται. Ο ρήτορας που είναι λαοπλάνος και συμβουλεύει πράγματα που θα ζημιώσουν την πόλη για προσωπικό όφελος είναι κατακριτέος, γιατί το δικό του τέλος έρχεται σε αντίθεση με εκείνο της πόλης. Το ίδιο κι ο κλέφτης ή αυτός που διαπράττει εγκλήματα κάθε είδους. Το τέλος αυτών δε χρειάζεται στην πόλη. Γι’ αυτό και τίθεται εκτός νόμου. Κι αυτή είναι η οπτική της προτεραιότητας που δίνει ο Αριστοτέλης στην πόλη· όχι της επιβολής ή του καταναγκασμού που οδηγεί τον πολίτη στο ανελεύθερο.
 
Γι’ αυτό και σέβεται απολύτως τη διαφορετικότητα των απόψεων που μπορεί να υπάρχουν πάνω στο θέμα της διαχείρισης των πολιτικών θεμάτων. Ο σεβασμός στη διαφορετικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από το σεβασμό κάθε ατομικότητας που δικαιούται να έχει προσωπική γνώμη: «Ενσχέσει με τις όμορφες και δίκαιες πράξεις, με τις οποίες ασχολείται, ως γνωστόν, η πολιτική επιστήμη, υπάρχει τόση διαφορά και τόση ποικιλία γνωμών, ώστε φτάσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν ως αποτέλεσμα συμβάσεων και όχι εκ φύσεως. Παρόμοια ποικιλία γνωμών υπάρχει και στα αγαθά, για το λόγο ότι πολλοί έχουν βλαφτεί στο παρελθόν από αυτά· υπήρξαν πράγματι άνθρωποι που καταστράφηκαν από τον πλούτο τους, όπως και άλλοι που καταστράφηκαν από την αντρεία τους». (1094b 3, 4-9).
 
Η φράση «φτάσαμε να θεωρούμε ότι υπάρχουν ως αποτέλεσμα συμβάσεων» (εννοείται οι όμορφες και δίκαιες πράξεις) απευθύνεται προφανώς στους σοφιστές, οι οποίοι πίστευαν ότι η πόλη δεν είναι από τη φύση, αλλά αποτέλεσμα σύμβασης προκειμένου να μην αφανιστούν οι άνθρωποι από τα θηρία, καθώς σε ατομικό επίπεδο η επιβίωση ήταν πολύ δύσκολη (αν όχι ανέφικτη) μέσα σε μια φύση εχθρική. Ο Αριστοτέλης απορρίπτει συνολικά αυτή την άποψη υποστηρίζοντας ότι η πόλη δημιουργήθηκε από τη φυσική παρόρμηση του ανθρώπου να ζήσει μαζί με τους άλλους. Ως φύσει πολιτικό ον, ο άνθρωπος θα δημιουργούσε πόλεις σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν δεν κινδύνευε καθόλου από τα θηρία.
 
Κι αυτός είναι επιπλέον λόγος που καταδεικνύει τη σπουδαιότητα της πολιτικής, αφού η πολιτική διασφαλίζει την ύπαρξη της πόλης, δηλαδή την εξασφάλιση ότι ο άνθρωπος θα ζήσει σύμφωνα με τη φύση του. Το ζήτημα είναι ότι η πολιτική δεν αποτελεί μετρήσιμο μέγεθος, γεγονός που επηρεάζει ολόκληρη τη μεθοδολογία της προσέγγισής της: «Μιλώντας λοιπόν για τέτοιου είδους θέματα και με τέτοιο σκεπτικό, πρέπει να μένουνε ευχαριστημένοι αν καταφέρνουμε να δείξουμε την αλήθεια με τρόπο χοντρικό και σχηματικό· μιλώντας για πράγματα που μόνο γενικά και όχι πάντα είναι αληθινά, πρέπει να μένουμε ευχαριστημένοι όταν φτάνουμε σε ανάλογα συμπεράσματα». (1094b 3, 10-13).
 
Κι αναλόγως πρέπει να πράξουν και οι δέκτες: «Με το ίδιο πνεύμα όμως πρέπει να γίνονται αποδεκτές οι σχετικές κρίσεις και από τους ακροατές: ο μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να ζητάει σε κάθε περιοχή έρευνας τόση ακρίβεια όση επιτρέπει η φύση του θέματος· προφανώς είναι το ίδιο παράλογο να δεχόμαστε πιθανολογικούς συλλογισμούς από έναν μαθηματικό και να ζητούμε επιστημονικές αποδείξεις από έναν ρήτορα». (1094b 3, 10-19).
 
Η άποψη ότι η πολιτική δεν αποτελεί κάτι απολύτως μετρήσιμο, όπως τα μαθηματικά, και κατ’ επέκταση δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει το θέμα παρά μόνο καταδεικνύοντας τις γενικές του γραμμές (η άποψη, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια αν μιλάμε για την πολιτική), δεν είναι μόνο το στίγμα της μετριοπαθούς στάσης ενός φιλοσόφου που από θέση αρχής μπορεί να δεχτεί αντιρρήσεις, αλλά και η ειλικρίνεια του ανθρώπου που τοποθετείται πάνω σε ένα θέμα γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να το μετατρέψει σε μέγεθος τόσο χειροπιαστό, ώστε να καταδείξει τους απόλυτους κανόνες της λειτουργίας του. Κατά συνέπεια, όποιος παρουσιάζεται ως κάτοχος της απόλυτης αλήθειας σε πολιτικά θέματα είναι ή φανατικός ή απατεώνας.
 
Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική δεν αποτελεί θεωρητική γνώση που μπορεί να χρησιμεύσει αν το φέρουν οι περιστάσεις, αλλά πράξη που εφαρμόζεται καθημερινά. Γι’ αυτό και δεν είναι τόσο προσιτή στους νέους, οι οποίοι λόγω απειρίας είναι πολύ δύσκολο να την κατανοήσουν: «Αυτός είναι ο λόγος που ο νέος άνθρωπος δεν είναι κατάλληλος ακροατής/σπουδαστής, όταν πρόκειται για μαθήματα πολιτικής τέχνης και επιστήμης· γιατί ο νέος δεν έχει ακόμη πείρα της ζωής, όμως οι λόγοι στην πολιτική ξεκινούν από τη ζωή και αυτήν έχουν για θέμα τους». (1095a 3, 2-4). Κι όχι μόνο αυτό: «Έπειτα ο νέος άνθρωπος, έχοντας την τάση να ακολουθεί τα πάθη του, ακούει μάταια και δίχως καμιά ωφέλεια αυτά τα μαθήματα, γιατί ο στόχος εδώ δεν είναι η γνώση αλλά η πράξη». (1095a 3, 5-7).
 
Κι αυτή ακριβώς είναι η ουσία της πολιτικής τέχνης: δε σχετίζεται απλά με θεωρητικές γνώσεις που θα μπορούσε να τις σπουδάσει κανείς, αλλά έχει να κάνει με την καθημερινή ζωή του ανθρώπου, καθώς είναι αλληλένδετη με τις πράξεις που προβαίνει κανείς σε καθημερινή βάση. Όμως, οι πράξεις έχουν να κάνουν με τα πάθη των ανθρώπων. Από αυτή την άποψη, η πολιτική σχετίζεται αναγκαστικά με την ηθική καλλιέργεια του πολίτη, δηλαδή με το κατά πόσο κατάφερε να τροχίσει τα πάθη του βελτιώνοντας τον εαυτό του. Κι αυτό δεν είναι θέμα εκπαίδευσης, με την έννοια της κατανόησης και διαχείρισης πληροφοριών πάνω σε ένα θέμα. Είναι κάτι βαθύτερο και πολύ πιο ουσιαστικό. Είναι θέμα παιδείας. Ο εκπαιδευμένος σε κάτι δε σημαίνει ότι είναι και πεπαιδευμένος, αφού όποιος κατέχει βαθιές γνώσεις και στο πιο εξειδικευμένο επιστημονικό θέμα δε σημαίνει ότι έχει καταφέρει να χαλιναγωγήσει τα πάθη του.
 
Γι’ αυτό το λόγο δεν είναι μόνο οι νέοι που κρίνονται ακατάλληλοι για την πολιτική τέχνη: «Ούτε έχει καμιά σημασία αν το άτομο για το οποίο μιλούμε είναι νεαρό στην ηλικία ή ανώριμο από την πλευρά του χαρακτήρα· γιατί η έλλειψη δεν έχει να κάνει με τα χρόνια, αλλά με το ότι το άτομο αυτό ζει κάτω από την επήρεια των παθών του και κάτω από αυτήν την επήρεια επιδιώκει ό,τι επιδιώκει». (1095a 3, 7-9).
 
Κι αυτός είναι ο λόγος που η γνώση δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση της πολιτικής, που νοείται μόνο ως υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος. Ο μοναδικός δρόμος που θα οδηγήσει στην πολιτική αρετή είναι η καλλιέργεια των παθών μας, δηλαδή η διάπλαση του ηθικού χαρακτήρα: «Γι’ αυτού του είδους τα άτομα η γνώση δε σημαίνει καμιά ωφέλεια – ακριβώς όπως για τα άτομα που δεν έχουν τη δύναμη να ελέγχουν τον εαυτό τους· για τους ανθρώπους όμως που τις επιθυμίες και τις πράξεις τους τις κατευθύνουν κάποιοι λογικοί κανόνες, η γνώση αυτών των πραγμάτων είναι εξαιρετικά ωφέλιμη». (1095a 3, 10-13).
 
Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα της πολιτικής αρετής στην ορθή του βάση από την εισαγωγή του στα «Ηθικά Νικομάχεια». Η πολιτική έχει να κάνει πρωτίστως με την ηθική καλλιέργεια, κι αντιστρόφως η ηθική καλλιέργεια των πολιτών είναι θέμα εξόχως πολιτικό. Αν θέλει κάποιος να αλλάξει την κοινωνία, οφείλει πρώτα να αλλάξει τον εαυτό του. Να μάθει δηλαδή να αναζητά την ατομική του ολοκλήρωση (τέλος) μέσα στα όρια της ηθικής αρετής, ώστε να συμπλέει και με την ολοκλήρωση (τέλος) της πόλης. Η απόκτηση της ηθικής αρετής εκλαμβάνεται από τον Αριστοτέλη ως ύψιστη πολιτική πράξη καθιστώντας σαφές ότι η ηθική φιλοσοφία είναι κομμάτι (ή ακόμη καλύτερα προϋπόθεση) της πολιτικής φιλοσοφίας.
 
Από αυτή την άποψη τα «Ηθικά Νικομάχεια» είναι πρωτίστως έργο πολιτικό: «Οι παρατηρήσεις μας αυτές ενσχέσει με τον ακροατή/σπουδαστή, ενσχέσει με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η πραγματεία μας και ενσχέσει με το θέμα της έρευνάς μας ας θεωρηθούν ικανοποιητικός εισαγωγικός λόγος». (1095a 3, 13-15).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια