Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Γιατί κοιτάς τα ξένα βάσανα, κακοηθέστατε άνθρωπε, με μάτι κοφτερό, αλλά παραβλέπεις τα δικά σου;

ΠΕΡΙ ΠΟΛΥΠΡΑΓΜΟΣΥΝΗΣ

Τέτοιο (νόσημα του νου), επί παραδείγματι, είναι η πολυπραγμοσύνη, που είναι επιθυμία να μαθαίνουμε τα κακά των άλλων, ασθένεια που δεν θεωρείται απαλλαγμένη ούτε από φθόνο ούτε από κακοήθεια:

Γιατί κοιτάς τα ξένα βάσανα, κακοηθέστατε άνθρωπε,
με μάτι κοφτερό, αλλά παραβλέπεις τα δικά σου;

Μετάφερε απ’ έξω την πολυπραγμοσύνη σου και στρέψε την προς τα μέσα· αν σε χαροποιεί ν’ ασχολείσαι με την έρευνα των κακών, έχεις πολλά ν’ ασχοληθείς μέσα στο ίδιο σου το σπίτι: “Όσα τα νερά που κυλούν από τον Αλιζόνα, όσα τα φύλλα γύρω από τη δρυ”, τόσα σφάλματα θα βρεις στη δική σου ζωή και πάθη στην ψυχή σου και αμέλειες των καθηκόντων σου.

Όπως, δηλαδή, ο Ξενοφών λέει πως οι καλοί νοικοκυραίοι έχουν ιδιαίτερο μέρος για τα θυσιαστικά σκεύη και ιδιαίτερο μέρος για τα σκεύη του φαγητού, και ότι τα γεωργικά εργαλεία πρέπει ν’ αποθηκεύονται αλλού και χωριστά από αυτά τα πολεμικά όπλα, έτσι κι εσύ έχεις κατά μέρος κάποια παρακαταθήκη ελαττωμάτων που προέρχονται από φθόνο, άλλη αυτών που προέρχονται από ζήλια, άλλη από δειλία και άλλη από ασημαντολογία.

Πήγαινε κοντά τους, εξέτασέ τα. Φράξε τα παράθυρα και τα παραπόρτια της πολυπραγμοσύνης σου που ανοίγουν κατά τη μεριά του γείτονά σου και άνοιξε άλλα που οδηγούν προς τη δική σου, προς τα διαμερίσματα των ανδρών, προς τα διαμερίσματα των γυναικών, προς τα δωμάτια των υπηρετών σου.

Εδώ αυτή η πολυπραγμοσύνη και η ανάγκη σου να τα μαθαίνεις όλα θα βρουν απασχόληση που δεν θα είναι άχρηστη ούτε κακοήθης αλλά χρήσιμη και σωτήρια, αν πει ο καθένας στον εαυτό του:
Πού έσφαλλα; Τι καλό έκανα; Ποιο καθήκον παραμέλησα;

Εμείς όμως, ενώ αντιμετωπίζουμε τα δικά μας με μεγάλη νωθρότητα, άγνοια και αμέλεια, αναμειγνυόμαστε στις οικογένειες των άλλων· ο παππούς του γείτονά μας ήταν Σύρος και η γιαγιά του Θρακιώτισσα, ο δείνα χρωστάει τρία τάλαντα και δεν πλήρωσε τους τόκους.

Εξετάζουμε ακόμα και τέτοια θέματα, όπως από που επέστρεφε η γυναίκα του τάδε, και τι κουβέντιαζαν μεταξύ τους ο τάδε και ο δείνα στη γωνία.

Ο Σωκράτης όμως τριγύριζε ψάχνοντας να βρει με ποια επιχειρήματα έπειθε ο Πυθαγόρας· ο Αρίστιππος, επίσης, όταν συνάντησε τον Ισχόμαχο στην Ολυμπία, τον ρώτησε με ποιο τρόπο συζήτησης κατόρθωνε ο Σωκράτης να επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό τους νέους.

Όταν, λοιπόν, ο Αρίστιππος κατάφερε να συλλέξει μερικούς σπόρους και δείγματα των λόγων του, συγκινήθηκε τόσο πολύ που κατέρρευσε σωματικά, χλόμιασε και αδυνάτισε· τελικά έπλευσε στην Αθήνα και κατασίγασε τη δίψα που τον έκαιγε πίνοντας από την ίδια την πηγή και ασχολήθηκε με τη μελέτη του ίδιου του άνδρα και των λόγων και της φιλοσοφίας του, της οποίας τελικός σκοπός ήταν ν’ αναγνωρίσει κάποιος τα κακά του εαυτού του και ν’ απαλλαγεί από αυτά.

Ωστόσο υπάρχουν μερικοί που δεν αντέχουν ν’ αντιμετωπίσουν τη δική τους ζωή, θεωρώντας την εξαιρετικά δυσάρεστο θέαμα, ή να ρίξουν στον εαυτό τους, σαν φως τον λογισμό και να τον φέρουν ολόγυρα, αλλά η ψυχή τους, όντας γεμάτη από κάθε λογής κακά, φρίττοντας και τρομάζοντας απ’ όσα βρίσκονται μέσα της, πηδάει έξω και τριγυρνάει στα ξένα, αρχίζει να βόσκει εκεί και να παχαίνει την κακοήθεια της. Όπως, δηλαδή, το κατοικίδιο πουλί, ενώ η δική του τροφή βρίσκεται δίπλα του, χώνεται σε μια γωνιά και σκαλίζει εκεί όπου ίσως φαίνεται ένα μόνο σπυρί κριθάρι μέσα στις κοπριές, κατά παρόμοιο τρόπο οι πολυπράγμονες, προσπερνώντας θέματα και ιστορίες που είναι εκτεθειμένα σε κοινή θέα και ζητήματα των οποίων την έρευνά του δεν εμποδίζει κανείς ούτε ενοχλείται αν γνωστοποιηθούν, διαλέγουν τα κρυμμένα και τα άγνωστα προβλήματα κάθε σπιτιού.

Ήταν, όμως, πολύ έξυπνη η απάντηση που έδωσε ο Αιγύπτιος σε κάποιον που τον ρώτησε τι ήταν αυτό που κουβαλούσε σκεπασμένο: “Για τούτο είναι σκεπασμένο”. Και γιατί, παρακαλώ, έχεις εσύ την περιέργεια να μάθεις γι’ αυτό που είναι κρυμμένο; Αν δεν ήταν κακό, δεν θα ήταν κρυμμένο.

Όμως γι’ αυτά ακριβώς τα πράγματα τρυπώνει μέσα ο πολυπράγμων. Δεν θα έμπαινε πρόθυμα σε σοβαρό και αξιοπρεπές σπίτι σαν θεατής, ακόμα και αν τον καλούσαν να μπει· όμως αυτά που κρύβουν με κλειδιά και αμπάρες και εξώπορτες, αυτά ακριβώς είναι που ξεσκεπάζει και μεταφέρει μπροστά στους άλλους.

Για τούτο και ο κωμωδιογράφος Φιλιππίδης έδωσε άριστη απάντηση, όταν κάποτε τον ρώτησε ο βασιλιάς Λυσίμαχος: “Τι δικό μου θέλεις να μοιραστώ μαζί σου;” “Οτιδήποτε, βασιλιά”, είπε ο Φιλιππίδης, “εκτός από τα μυστικά σου”.

Όμως φαίνεται πως η πολυπραγμοσύνη δεν ευχαριστιέται με μπαγιάτικες συμφορές, αλλά τις θέλει ζεστές και φρέσκιες, και απολαμβάνει το θέαμα των καινούργιων τραγωδιών, χωρίς να έχει και μεγάλη προθυμία να σχετιστεί με την κωμική και φαιδρότερη πλευρά της ζωής.

Για τούτο, όταν κάποιος περιγράφει γάμο ή θυσία ή τιμητική προπομπή, ο πολυπράγμων είναι αδιάφορος και απρόσεχτος ακροατής, και δηλώνει ότι τις περισσότερες λεπτομέρειες τις έχει ακούσει ήδη, παρακινώντας τον αφηγητή να συντομεύει ή να τις παραλείπει. Αν όμως κάποιος που κάθεται εκεί κοντά αρχίσει να διηγείται τον βιασμό κόρης ή τη μοιχεία της συζύγου ή τη νόθευση δίκης ή τον τσακωμό αδελφών, ο πολυπράγμων ούτε νυστάζει ούτε παριστάνει τον απασχολημένο, “αλλά ζητάει και άλλες κουβέντες και προσφέρει και τα δύο του αυτιά” και κείνα τα λόγια:

Αλίμονο, πόσο πιο πρόθυμα φτάνει από την ευτυχία
το κακό στ’ αυτιά των ανθρώπων!

Είναι αληθινά όταν χρησιμοποιούνται για τους πολυπράγμονες. Όπως, δηλαδή, οι βεντούζες τραβούν από τη σάρκα ό,τι χειρότερο έχει, έτσι και τα αυτιά των πολυπραγμόνων τραβούν τις πιο ποταπές ιστορίες.

Αυτή είναι “η μοναδική μούσα και σειρήνα” για τους πολυπράγμονες, αυτή είναι το πιο ευχάριστο άκουσμά τους. Η πολυπραγμοσύνη, δηλαδή, είναι στην πραγματικότητα πάθος για την ανακάλυψη κρυφών και αφανέρωτων πραγμάτων· κανείς δεν κρύβει, άλλωστε, κάτι καλό που έχει, τη στιγμή, μάλιστα, που οι άνθρωποι προσποιούνται ότι έχουν κάποια αγαθά ενώ δεν τα έχουν. Αφού λοιπόν αυτό που ορέγεται ο πολυπράγμων είναι η αναζήτηση κακών, κατέχεται από πάθος που ονομάζεται χαιρεκακία, πάθος αδελφό του φθόνου και της κακεντρέχειας.

Φθόνος είναι η στεναχώρια για τα αγαθά του άλλου, ενώ χαιρεκακία είναι η ευχαρίστηση για τα κακά του άλλου· και τα δύο προέρχονται από το άγριο και θηριώδες πάθος, την κακοήθεια.
Ασφαλώς αυτό που κάνει πιο μισητούς τους τυράννους, που πρέπει να τα ξέρουν όλα, είναι η τάξη των ανθρώπων που αποκαλούν “αυτιά” και “κατασκόπους”.

Ο Δαρείος ο νόθος επειδή δεν είχε καθόλου αυτοπεποίθηση και έβλεπε τους πάντες με φόβο και καχυποψία, απέκτησε πρώτος ωτακουστές· κατάσκοποι επίσης σκορπίστηκαν ανάμεσα στον λαό των Συρακουσών από τους Διονυσίους. Για τούτο, όταν· μεταβλήθηκε το πολίτευμα, αυτούς πρώτους συνέλαβαν οι Συρακούσιοι και τους σκότωσαν με αποτυμπανισμό. Πραγματικά, το γένος των συκοφαντών προέρχεται από τη φυλή και τον οίκο των πολυπραγμόνων. Όμως ενώ οι συκοφάντες ψάχνουν να βρουν αν κάποιος έχει σχεδιάσει ή διαπράξει κάποιο παράπτωμα, οι πολυπράγμονες ερευνούν και δημοσιοποιούν ακόμα και τις αθέλητες ατυχίες των γειτόνων τους. Και λέγεται ότι ο άνθρωπος που αποκαλείται “αλιτήριος” απέκτησε κατά πρώτον την προσωνυμία αυτή από την πολυπραγμοσύνη του. Όπως φαίνεται, δηλαδή, κάποτε που είχε πέσει μεγάλος λιμός στην Αθήνα και κείνοι που είχαν στάρι δεν ήθελαν να συνεισφέρουν στο κοινό απόθεμα αλλά το άλεθαν κρυφά στα σπίτια τους τη νύχτα, μερικοί τριγύριζαν προσπαθώντας ν’ ακούσουν τον θόρυβο των μύλων, κι έτσι απέκτησαν το όνομα “αλιτήριοι”.

Με παρόμοιο τρόπο, απ’ ό,τι λένε, απέκτησε και ο “συκοφάντης” το όνομά του. Επειδή η εξαγωγή σύκων ήταν απαγορευμένη, οι άνθρωποι που αποκάλυπταν και έδιναν πληροφορίες εναντίον εκείνων που τα εξήγαγαν ονομάστηκαν “συκοφάντες”.

Δεν είναι, λοιπόν, ανώφελο να σκεφτούν και τούτο οι πολυπράγμονες, ώστε να ντραπούν για την ομοιότητα και τη συγγένεια της δικής τους ενασχόλησης με κείνη των ανθρώπων που κατ’ εξοχήν μισούνται και περιφρονούνται.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ