Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (766-791)

τέλειαι γὰρ παλαιφάτων ἀρᾶν [στρ. δ]
βαρέαι καταλλαγαί· τὰ δ᾽ ὀλο-
ὰ πενομένους παρέρχεται,
πρόπρυμνα δ᾽ ἐκβολὰν φέρει
770 ἀνδρῶν ἀλφηστᾶν
ὄλβος ἄγαν παχυνθείς.

τίν᾽ ἀνδρῶν γὰρ τοσόνδ᾽ ἐθαύμασαν [ἀντ. δ]
θεοὶ [καὶ] ξυνέστιοι πόλεος
ὁ πολύβοτός τ᾽ αἰὼν βροτῶν,
775 ὅσον τότ᾽ Οἰδίπουν τίον,
τὰν ἁρπαξάνδραν
κῆρ᾽ ἀφελόντα χώρας;

ἐπεὶ δ᾽ ἀρτίφρων [στρ. ε]
ἐγένετο μέλεος ἀθλίων
780 γάμων, ἐπ᾽ ἄλγει δυσφορῶν
μαινομένᾳ κραδίᾳ
δίδυμα κάκ᾽ ἐτέλεσεν·
πατροφόνῳ χερὶ τῶν
κρεισσοτέκνων [δ᾽ ἀπ᾽] ὀμμάτων ἐπλάγχθη· †

785 τέκνοις δ᾽ ἀρχαίας [ἀντ. ε.]
ἐφῆκεν ἐπίκοτος τροφᾶς,
αἰαῖ, πικρογλώσσους ἀράς,
καί σφε σιδαρονόμῳ
διὰ χερί ποτε λαχεῖν
790 κτήματα· νῦν δὲ τρέω
μὴ τελέσῃ καμψίπους Ἐρινύς.

***
Γιατί μια κατάρα παλιά
βαρύν εξοφλημό στο τέλος έχει·
κι αν ο όλεθρος τους ταπεινούς
φτωχούς ανθρώπους παρατρέχει,
μα τους τρανούς μεγαλοπίχειρους
που ο πλούτος των παραπαχαίνει
770 έξω από το μέτρο, συγκλαδόκορμο ξερίζωμα
τους περιμένει.

Ποιόν άνθρωπο καμιά φορά
τίμησαν κι οι συνέστιοι οι θεοί μας τόσο
κι η πολυσύχναστη αγορά
της πολιτείας μας, όσο
τιμούσαν τότε τον Οιδίποδα
όταν τη χώρα είχε απαλλάξει
από το τέρας, τόσους άντρες της
που είχεν αρπάξει;

Μα όταν στο τέλος του ξεφανερώθηκαν,
780 του μαύρου, οι θλιβεροί του γάμοι,
τρελός από τον πόνο τον αβάσταγο
διπλά κακά επήε να κάμει·
με το ίδιο χέρι ο πατροφονιάς
ξερίζωσε τα μάτια τα δικά του,
τα πιο ακριβά στον άνθρωπο
κι απ᾽ τα παιδιά του.

Και για τους γιους του μέσα στο άγριο
το πάθος του, γιατί τους είχε θρέψει,
πικρόγλωσσες, αλίμονο,
κατάρες βρήκε να γυρέψει·
το βιος του να μοιράσουν μια φορά
790 με σίδερο στο χέρι· και πώς τρέμω τώρα
να μην το κάμει η Ερινύα
ώραν την ώρα!