Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (686-719)

ΧΟ. τί μέμονας, τέκνον; μή τί σε θυμοπλη- [στρ. α]
θὴς δορίμαργος ἄτα φερέτω· κακοῦ δ᾽
ἔκβαλ᾽ ἔρωτος ἀρχάν.

ΕΤ. ἐπεὶ τὸ πρᾶγμα κάρτ᾽ ἐπισπέρχει θεός,
690 ἴτω κατ᾽ οὖρον, κῦμα Κωκυτοῦ λαχόν,
Φοίβῳ στυγηθὲν πᾶν τὸ Λαΐου γένος.

ΧΟ. ὠμοδακής σ᾽ ἄγαν ἵμερος ἐξοτρύ- [ἀντ. α]
νει πικρόκαρπον ἀνδροκτασίαν τελεῖν
αἵματος οὐ θεμιστοῦ.

695 ΕΤ. φίλου γὰρ ἐχθρά μοι πατρὸς μέλαιν᾽ Ἀρὰ
ξηροῖς ἀκλαύτοις ὄμμασιν προσιζάνει,
λέγουσα κέρδος πρότερον ὑστέρου μόρου.

ΧΟ. ἀλλὰ σὺ μὴ ᾽ποτρύνου· κακὸς οὐ κεκλή- [στρ. β]
σῃ βίον εὖ κυρήσας· μελάναιγις [δ᾽] οὐκ
700 εἶσι δόμων Ἐρινύς, ὅταν ἐκ χερῶν
θεοὶ θυσίαν δέχωνται.

ΕΤ. θεοῖς μὲν ἤδη πως παρημελήμεθα,
χάρις δ᾽ ἀφ᾽ ἡμῶν ὀλομένων θαυμάζεται·
τί οὖν ἔτ᾽ ἂν σαίνοιμεν ὀλέθριον μόρον;

705 ΧΟ. νῦν ὅτε σοι παρέστακεν· ἐπεὶ δαίμων [ἀντ. β]
λήματος ἂν τροπαίᾳ χρονίᾳ μεταλ-
λακτὸς ἴσως ἂν ἔλθοι θελεμωτέρῳ
πνεύματι· νῦν δ᾽ ἔτι ζεῖ.

ΕΤ. ἐξέζεσεν γὰρ Οἰδίπου κατεύγματα·
710 ἄγαν δ᾽ ἀληθεῖς ἐνυπνίων φαντασμάτων
ὄψεις, πατρῴων χρημάτων δατήριοι.
ΧΟ. πιθοῦ γυναιξί, καίπερ οὐ στέργων ὅμως.

ΕΤ. λέγοιτ᾽ ἂν ὧν ἄνη τις· οὐδὲ χρὴ μακράν.

ΧΟ. μὴ ἔλθῃς ὁδοὺς σὺ τάσδ᾽ ἐφ᾽ ἑβδόμαις πύλαις.
715 ΕΤ. τεθηγμένον τοί μ᾽ οὐκ ἀπαμβλυνεῖς λόγῳ.

ΧΟ. νίκην γε μέντοι καὶ κακὴν τιμᾷ θεός.

ΕΤ. οὐκ ἄνδρ᾽ ὁπλίτην τοῦτο χρὴ στέργειν ἔπος.

ΧΟ. ἀλλ᾽ αὐτάδελφον αἷμα δρέψασθαι θέλεις;

ΕΤ. θεῶν διδόντων οὐκ ἂν ἐκφύγοις κακά.

***
ΧΟΡΟΣ
Τί ᾽ν᾽ αυτός, γιε μου, ο πειρασμός; η θεοβλάβη που
με λύσσα πολεμόχαρη γιομίζει σου το νου;
μη σε ξεσύρει· την αρχή πνίξε πάθους κακού.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Μια που το σπρώχνει έτσι ο θεός το πράμα, ας πάει
690πρίμα στου Κωκυτού το γραμμένο της κύμα
όλη, στο Φοίβο η βδελυχτή, του Λάιου η γέννα.

ΧΟΡΟΣ
Πολύ ωμοβόρα επιθυμιά σε σπρώχνει, φονικό
να κάμεις, που πικρό θενά ᾽χει το καρπό,
γιατ᾽ είναι κρίμ᾽ αντίθεο το αίμα τ᾽ αδερφικό.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Γιατ᾽ η κακιά μαύρη Κατάρα ενός πατέρα
καθώντας πλάι μου αδάκρυτη με ξερά μάτια
μου λέει πως κέρδος μια ώρα πριν να ᾽ρθει το τέλος.

ΧΟΡΟΣ
Μα εσύ μην παρασέρνεσαι· κι ούτ᾽ άναντρο κανείς
θε να σε πει που πέτυχες να σώσεις τη ζωή·
700τα μαύρα αφήνει φεύγοντας η μαύρ᾽ η Ερινύς
που τη θυσία τους δέχουνται οι θεοί.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Οι θεοί! μα τώρα πια λίγο μας λογαριάζουν
και μόνο αξία στα μάτια τους έχει ο χαμός μας·
τί να τον γαλιφεύουμε το χάρο ακόμα;

ΧΟΡΟΣ
Καν τώρα, όσο ᾽ναι έτσι κοντά· γιατί με τον καιρό
μπορεί να στρέψ᾽ η γνώμη της κι η Μοίρα σου να ᾽ρθει
μεταλλαγμένη, πνέοντας μ᾽ αγέρα πιο απαλό·
μα τώρ᾽ ακόμα βράζει μ᾽ άγρια οργή.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Γιατί από τις κατάρες ξέσπασε του Οιδίπου·
710κι αληθινά τα οράματα του ύπνου μου βγήκαν,
που με μαχαίρι μας μοιράζανε το βιος του.

ΧΟΡΟΣ
Άκου και μας γυναίκες, αν και δε μας στρέγεις.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Λέγετε, αν έχει διάφορο· με λίγα λόγια.

ΧΟΡΟΣ
Άφησ᾽ το δρόμο αυτό στην έβδομη την πύλη.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Με λόγια δε στομώνεις γνώμη ακονισμένη.

ΧΟΡΟΣ
Μα έχει τιμή από τους θεούς κι άδοξη νίκη.

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Δεν πάει το λόγο αυτό να στρέγει ο στρατιώτης.

ΧΟΡΟΣ
Μα το αίμα του ίδιου σου αδερφού θες να τρυγήσεις;

ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Κακό που δίνουνε οι θεοί δεν το ξεφεύγεις.