Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η ιστορία του γέρου και του γερανού

Λένε πως πριν από πολύ καιρό, σε ένα μακρινό χωριό, έφτασε ένας άντρας με μακριά λευκά μαλλιά. Αυτός ο συγκεκριμένος άντρας πάντα συνοδευόταν από έναν γερανό. Ήταν ένα περίεργο ζευγάρι, ειδικά επειδή αυτά τα πουλιά δεν είναι συνήθως κοντά στους ανθρώπους. Ωστόσο, ο γέρος και ο γερανός πήγαιναν παντού μαζί.

Οι κάτοικοι του χωριού έλεγαν μεταξύ τους ότι αυτός ο άντρας ήταν πολύ σοφός. Έλεγαν πως ήταν διάσημος στην περιοχή για τις μεγάλες διδασκαλίες του. Παρά την φήμη του, ο άντρας ήταν πολύ ταπεινός. Εγκαταστάθηκε δίπλα σε ένα παχνί μαζί με τον γερανό του. Αυτός πάντα περπατούσε μπροστά από τον γέρο.
«Όταν βρίσκεται στην άκρη της αβύσσου και η νύχτα είναι σκοτεινή, ο σοφός ιππέας αφήνει την βασιλεία του και εμπιστεύεται το ένστικτο του αλόγου». – Armando Palacio Valdes-
Οι κάτοικοι άρχισαν να παραξενεύονται. Πήγαιναν πιο κοντά ώστε να μπορούν να τον βλέπουν από μακριά, αλλά ο άντρας φαινόταν να μην τους έβλεπε καν. Μόνο ο γερανός τους πρόσεχε. Σύντομα, οι κάτοικοι άρχισαν να του πηγαίνουν φαγητό και ρούχα επειδή πίστευαν ότι ήταν ανυπεράσπιστος. Ο γέρος και ο γερανός ευχαρίστησαν αυτούς που τους βοήθησαν με μια ευλογία.

Ο γέρος και ο γερανός διερωτώνται

Μια νύχτα, ένας αγρότης πήγε στο μέρος όπου ο γέρος και ο γερανός ξεκουράζονταν. Ο γερανός είδε τον άντρα να πλησιάζει και χτύπησε τα φτερά του για να ξυπνήσει τον άντρα, που κοιμόταν. Εκείνος ευλόγησε τον επισκέπτη και τον ρώτησε αν μπορούσε να τον βοηθήσει.

Ο αγρότης έκατσε μπροστά στον γέρο και του εξομολογήθηκε πως είχε μια ερώτηση. Είπε πως είχε ακούσει ότι ο γέρος ήταν πολύ σοφός και ήθελε να ξέρει αν μπορούσε να του απαντήσει στην ερώτηση του. Ο γέρος απάντησε, «κανείς δεν είναι αρκετά σοφός για να έχει όλες τις απαντήσεις, αλλά αν μπορώ να σε βοηθήσω θα το κάνω».

Ο αγρότης του είπε πως ήθελε να ξέρει πώς να ανοίξει τις πόρτες του παραδείσου και τις πόρτες της κόλασης. Ήθελε πάντα να έχει πρόσβαση στον παράδεισο και ποτέ δεν ήθελε να πάει στην κόλαση. Γι' αυτό χρειαζόταν να μάθει πώς να ανοίξει τις πόρτες, ώστε να αποφύγει να το κάνει.

Ο γέρος και ο γερανός άκουγαν προσεκτικά. Όταν ο αγρότης σταμάτησε να μιλά, ο γέρος είπε, «Τι ανόητη ερώτηση! Είναι προφανές πως είσαι ένας εντελώς ανίδεος άνθρωπος!»

Μόλις το άκουσε αυτό ο αγρότης, επειδή ήταν πολύ θυμωμένος, ήθελε να χτυπήσει τον γέρο. Ο γερανός παρενέβη και τον σταμάτησε. Τότε ο αγρότης είδε πως ο γέρος ήταν τυφλός και πως ο γερανός ήταν ο οδηγός του. Ένιωσε ντροπή που προσπάθησε να τον χτυπήσει και ο θυμός του εξαφανίστηκε. Ένιωσε συμπόνια για τον ανυπεράσπιστο γέρο άνθρωπο και του ζήτησε να τον συγχωρήσει. Ο γέρος τότε του είπε, «Ο θυμός σου άνοιξε την πόρτα της κόλασης. Η συμπόνια άνοιξε την πόρτα του παραδείσου.»

Η γνώση και η άγνοια

Ο αγρότης ήταν έκπληκτος. Ήξερε πως βρισκόταν με ένα πραγματικά σοφό δάσκαλο. Αμέσως ευχαρίστησε τον γέρο για το μάθημα του και πήγε να πει σε όλο το χωριό τι συνέβη. Μετά από αυτό, ένα μακρύ προσκύνημα άρχισε προς τον γέρο και τον γερανό. Κάποιοι ήθελαν απαντήσεις, ενώ άλλοι ήταν ικανοποιημένοι μόνο με το να βλέπουν και να είναι κοντά στον γέρο και στον γερανό του. Τους μεταδίδονταν γαλήνη.

Ένα απόγευμα ένας νεαρός πήγε να δει τον γέρο και τον γερανό του. Η στάση του ήταν μυστηριώδης. Πήγε κοντά του και μη χαμηλή φωνή είπε τα παρακάτω:

«Δάσκαλε, υπάρχουν άνθρωποι που λένε κακά λόγια για σένα…»

«Περίμενε ένα λεπτό!» είπε ο γέρος. «Είσαι σίγουρος γι' αυτό που ήρθες να μου πεις; Άκουσες κάποιον να μιλά άσχημα για μένα;»

Ο νεαρός σκέφτηκε για ένα λεπτό και ύστερα απάντησε:

«Όχι, δεν το άκουσα προσωπικά. Κάποιος μου είπε ότι ήταν αλήθεια… Στο χωριό, πως υπάρχει η φήμη…»

Ο γέρος και ο γερανός έμειναν ακίνητοι για μια στιγμή. Ο γέρος φαινόταν σκεπτικός. Ο γερανός, όπως πάντα ήταν στο πλευρό του, προστατευτικός. Το όμορφο πουλί όφειλε ευγνωμοσύνη στον γέρο γιατί την είχε απελευθερώσει από μια παγίδα στο δάσος. Από τότε, έγινε φίλη και προστάτης του, αφού ο γέρος ήταν τυφλός.

Ένα σπουδαίο μάθημα

Αφού συλλογίστηκε για λίγο, ο δάσκαλος μίλησε στον νεαρό που είχε έρθει να του πει για τις φήμες που κυκλοφορούσαν στο χωριό. Τον ρώτησε:

«Αυτό που ήρθες να μου πεις, είναι κάτι που θα είναι καλό για μένα ή για τον φίλο μου τον γερανό;»

Ο νεαρός σκέφτηκε για μια στιγμή. Τότε είπε:

«Όχι. Για να είμαι ειλικρινής είναι το αντίθετο. Αυτό που μου είπαν ότι κάποιοι λένε για εσάς είναι κάτι που θα σας ταράξει. Εσάς και τον φίλο σας,» είπε ο νεαρός κοιτώντας τον γερανό.

Ο γέρος και ο γερανός έμειναν ακίνητοι για ακόμα μια στιγμή. Τότε ο δάσκαλος είπε:

«Έχω μια τελευταία ερώτηση. Είναι απαραίτητο να ξέρω τι λένε οι άλλοι για μένα και για τον γερανό μου;»

«Στην πραγματικότητα, όχι», είπε ο νεαρός αφού το σκέφτηκε πολύ.

«Τότε φύγε», είπε ο γέρος. Αν δεν είσαι σίγουρος γι' κάτι, δεν κάνεις καλό με το να το πεις και δεν υπάρχει ανάγκη να το πεις. Δεν αξίζει να μιλάς γι' αυτό.