Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Ο ενεργός βίος έχει, ως επί το πλείστον, διεκπεραιωθεί, ο άνθρωπος δεν έχει πλέον να περιμένει τίποτε

Όσο, όμως, αυξάνει η ηλικία τόσο ευκολότερο και φυσικότερο γίνεται εδώ το sapere aude [τόλμα να γνωρίζεις]· μετά δε τα εξήντα η ορμή για μοναχικότητα είναι πια μια ορμή φυσική, ενστικτοειδής, καθώς τώρα όλα συμπράττουν για την προαγωγή της. Η ισχυρότερη έλξη προς την κοινωνικότητα, ο έρωτας δηλ. για τις γυναίκες και η γενετήσια ορμή, δεν δρα πλέον· από τις μύριες πλάνες και ανοησίες, έχει κανείς πια απελευθερωθεί· ο ενεργός βίος έχει, ως επί το πλείστον, διεκπεραιωθεί, ο άνθρωπος δεν έχει πλέον να περιμένει τίποτε, σχέδια και προθέσεις δεν έχει πια· η γενεά στην οποία πραγματικά ανήκει δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή· έχοντας γύρω του μία ξένη γενεά, ο άνθρωπος είναι ήδη αντικειμενικά και ουσιαστικά μόνος.

Συνάμα δε, καθώς η ροή του χρόνου έχει επιταχυνθεί, θέλει ν’ αξιοποιήσει πνευματικά αυτόν που του απομένει· διότι τώρα, εφόσον, βέβαια, το μυαλό έχει διατηρήσει τις δυνάμεις του, οι πολλές αποκτηθείσες γνώσεις κι εμπειρίες, η βαθμηδόν τελειωθείσα επεξεργασία όλων των σκέψεων και η μεγάλη ευχέρεια στην εξάσκηση όλων των πνευματικών δυνάμεων καθιστά την μελέτη κάθε είδους ευκολότερη και πιο ενδιαφέρουσα από ποτέ. Τώρα πια, βλέπει κανείς με διαύγεια μύρια πράγματα που παλαιότερα περιεβάλλοντο από ομίχλη, καταλήγει σε συμπεράσματα και νιώθει όλη του την υπεροχή.

Ως συνέπεια της μακρόχρονης πείρας, έχει πάψει να περιμένει πολλά πράγματα από τους ανθρώπους, καθώς αυτοί, συνολικά θεωρούμενοι, δεν αποδεικνύονται πιο αξιόλογοι όταν τους γνωρίζουμε καλύτερα· αντίθετα, τώρα γνωρίζει κανείς ότι – εξαιρουμένων κάποιων ευτυχών συγκυριών – δεν θ’ απαντά παρά μόνο πολύ ελαττωματικά δείγματα της ανθρώπινης φύσης, τα οποία είναι καλύτερα να μην αγγίζει.

Έτσι, δεν υπόκειται πλέον στις συνήθεις πλάνες, αλλά σύντομα διακρίνει τι είναι ο καθένας και σπάνια νιώθει την επιθυμία να συσχετισθεί περισσότερο μαζί του. Τέλος, και ειδικά εάν ο άνθρωπος έχει αναγνωρίσει την μοναχικότητα σαν μια παλιά καλή του φίλη, έχει προστεθεί επίσης και η συνήθεια της απομόνωσης και της τριβής με τον εαυτό του, έχοντας καταστεί “δευτέρα φύσις”.

Κατά συνέπεια, η αγάπη για την μοναχικότητα, η οποία παλαιότερα έπρεπε να κατακτηθεί με αγώνα κατά της κοινωνικής ορμής, είναι τώρα εντελώς απλή και φυσική: στην μοναξιά νιώθει κανείς όπως το ψάρι μέσα στο νερό. Ως εκ τούτου, κάθε ατομικότητα εξαιρετική κι άρα ανόμοια με τις υπόλοιπες και διαχωρισμένη απ’ αυτές νιώθει, λόγω της ουσιαστικής της αυτής απομόνωσης, στην μεν νεότητα θλίψη, στο δε γήρας ανακούφιση.

Εντούτοις, ο καθένας αποκτά το αληθινό αυτό προνόμιο του γήρατος πάντοτε κατ’ αναλογία προς τις διανοητικές του δυνάμεις, συνεπώς, το εξέχον μυαλό περισσότερο απ’ όλους, σε μικρότερο δε βαθμό προφανώς όλοι. Μόνον εντελώς ενδεείς κι ευτελείς φύσεις είναι στο γήρας τόσο κοινωνικές όσο και άλλοτε. Τέτοιοι άνθρωποι είναι για την κοινωνία – στην οποία και δεν ταιριάζουν πια – φορτικοί, το περισσότερο δε που καταφέρνουν είναι να τους ανέχονται, ενώ άλλοτε η συντροφιά τους ήταν περιζήτητη.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου