Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (738-781)

πάραυτα δ᾽ ἐλθεῖν ἐς Ἰλίου πόλιν [στρ. γ]
λέγοιμ᾽ ἂν φρόνημα μὲν
740 νηνέμου γαλάνας,
ἀκασκαῖον ‹τ᾽› ἄγαλμα πλούτου,
μαλθακὸν ὀμμάτων βέλος,
δηξίθυμον ἔρωτος ἄνθος.
παρακλίνασ᾽ ἐπέκρανεν
745 δὲ γάμου πικρὰς τελευτάς,
δύσεδρος καὶ δυσόμιλος
συμένα Πριαμίδαισιν,
πομπᾷ Διὸς ξενίου,
νυμφόκλαυτος Ἐρινύς.

παλαίφατος δ᾽ ἐν βροτοῖς γέρων λόγος [ἀντ. γ] 750
τέτυκται, μέγαν τελε-
σθέντα φωτὸς ὄλβον
τεκνοῦσθαι μηδ᾽ ἄπαιδα θνῄσκειν,
755 ἐκ δ᾽ ἀγαθᾶς τύχας γένει
βλαστάνειν ἀκόρεστον οἰζύν.
δίχα δ᾽ ἄλλων μονόφρων εἰ-
μί. τὸ δυσσεβὲς γὰρ ἔργον
μετὰ μὲν πλείονα τίκτει,
760 σφετέρᾳ δ᾽ εἰκότα γέννᾳ.
οἴκων γὰρ εὐθυδίκων
καλλίπαις πότμος ἀεί.

φιλεῖ δὲ τίκτειν Ὕβρις [στρ. δ]
μὲν παλαιὰ νεά-
765 ζουσαν ἐν κακοῖς βροτῶν
Ὕβριν τότ᾽ ἢ τόθ᾽, ὅτε τὸ κύριον μόλῃ
φάος τόκου, δαίμονά τ᾽ ἔταν,
ἄμαχον ἀπόλεμον ἀνίερον,
770 Θράσος, μελαίνα μελάθροισιν Ἄτα,
εἰδομένα τοκεῦσιν.

Δίκα δὲ λάμπει μὲν ἐν [ἀντ. δ]
δυσκάπνοις δώμασιν,
775 τόν τ᾽ ἐναίσιμον τίει [βίον].
τὰ χρυσόπαστα δ᾽ ἔδεθλα σὺν πίνῳ χερῶν
παλιντρόποις ὄμμασι λιποῦσ᾽,
ὅσια προσέβατο δύναμιν οὐ
780 σέβουσα πλούτου παράσημον αἴνῳ·
πᾶν δ᾽ ἐπὶ τέρμα νωμᾷ.

***
Έτσι και κείνη, θα ᾽λεγα, πως στην αρχή
μέσα στου Ιλίου να φάνταζε την πόλη
740 σα μιαν ιδέα γαλήνης καλοκαιρινής,
σαν αρχοντιάς στολίδι ατίμητο,
σαν απαλό ματιών σαΐτεμα,
κι έρωτος άνθος που καρδιές λιγώνει.
Μ᾽ άλλαξεν όψη και πικρά
τα ξετελέματα έκαμε του γάμου,
έτσι κακόφερτη και κακοσύντυχη
που έπεσε μες στα σπίτια του Πριάμου,
προβοδισμένη από τον ξένο Δία
νυμφόκλαυτη μαύρη Ερινύα.

750 Είν᾽ ένας λόγος που στον κόσμο απ᾽ τα παλιά
χρόνια βαστά: πως σαν παραφουντώσει,
όσο που παίρνει, ενός σπιτιού η καλοτυχιά,
γεννοβολά κι άκλερη δε ξεφτά,
μ᾽ απ᾽ την καλή την τύχη στη γενιά
βαριά κακομοιριά θενα φυτρώσει.
Μα εγώ απ᾽ τους άλλους χωριστά
έχω δική μου γνώμη και για μένα
η ασέβεια μόνο τα πολλά παιδιά γεννά
760 που μοιάζουνε της μάνας που τα ᾽γέννα·
ενώ στα δίκαια σπίτια πάντα μία
καλλίτεκνη βαστάει ευτυχία.

Γιατ᾽ έτσι το ᾽χει, μες σε μια κακιά σειριά
η μια ανομία να γεννά την άλλη
αργά η νωρίς, όταν θα ᾽ρθει
η ώρα της γέννας η γραφτή,
που μαζί της τότε ξεπροβάλλει
ανίκητος κι αδάμαστος ο ανίερος
770 των σπιτιών μαύρος δαίμονας — η Θεοβλάβη,
που απ᾽ τους γονιούς που τη γεννούσανε
το κάθε της μοιασίδι κι έχει πάρει.

Μα η Δίκη λάμπει μες σε μαυροκάπνιστα
φτωχόσπιτα και να τιμήσει ξέρει
μια απλή κ᾽ ενάρετη ζωή·
ενώ απ᾽ τα χρυσοφόρτωτα
παλάτια με λερό το χέρι
παίρνει τα μάτια της και φεύγει και τραβά
σε αγνά κατώφλια, δίχως να ψηφά του πλούτου
780 τη ψευτοφημισμένη δύναμη
και κυβερνά τα τέλη αυτού και τούτου.