Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (681-716)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟ. τίς ποτ᾽ ὠνόμαξεν ὧδ᾽ [στρ. α]
ἐς τὸ πᾶν ἐτητύμως—
μή τις ὅντιν᾽ οὐχ ὁρῶ-
μεν προνοί-
αισι τοῦ πεπρωμένου
685 γλῶσσαν ἐν τύχᾳ νέμων; —τὰν
δορίγαμβρον ἀμφινεικῆ
θ᾽ Ἑλέναν; ἐπεὶ πρεπόντως
ἑλένας, ἕλανδρος, ἑλέ-
690 πτολις, ἐκ τῶν ἁβροπήνων
προκαλυμμάτων ἔπλευσε
Ζεφύρου γίγαντος αὔρᾳ,
πολύανδροί
τε φεράσπιδες κυναγοὶ
695 κατ᾽ ἴχνος πλατᾶν ἄφαντον
κελσάντων Σιμόεντος
ἀκτὰς ἐπ᾽ ἀεξιφύλλους
δι᾽ ἔριν αἱματόεσσαν.

Ἰλίῳ δὲ κῆδος ὀρθ- [ἀντ. α]
700 ώνυμον τελεσσίφρων
μῆνις ἤλασεν, τραπέ-
ζας ἀτί-
μωσιν ὑστέρῳ χρόνῳ
καὶ ξυνεστίου Διὸς πρασ-
705 σομένα τὸ νυμφότιμον
μέλος ἐκφάτως τίοντας,
ὑμέναιον, ὃς τότ᾽ ἐπέρ-
ρεπε γαμβροῖσιν ἀείδειν.
μεταμανθάνουσα δ᾽ ὕμνον
710 Πριάμου πόλις γεραιὰ
πολύθρηνον
μέγα που στένει κικλήσκουσ᾽
Ἄπαριν τὸν αἰνόλεκτρον,
παμπορθῆ πολύθρηνον
715 αἰῶν᾽ ἀμφὶ πολιτᾶν
μέλεον αἷμ᾽ ἀνατλᾶσα.

***
ΧΟΡΟΣΠοιός να της το ᾽δινε έτσι αυτό τ᾽ όνομα τόσο ταιριασμένο; μην κάποιος που δε βλέπομε, μα βλέποντας αυτός το πεπρωμένο τη γλώσσα οδήγαε στο σωστό; Ελένη! απ᾽ τους πολλούς γαμπρούς κονταρογυρευτή, γιατ᾽ απ᾽ αλήθεια ελεεινή

690 αντρών φθορά και καραβιών και κάστρων απ᾽ την παστάδα κίνησε την ωριοπλουμιστήμε τις πνοές του γίγαντα Ζεφύρου. Και κυνηγοί αναρίθμητοι σιδεροφορεμένοι ξοπίσω από τις άφαντες των καραβιών συρμές αράξαν στου Σιμόεντα τις φουντωτές οχτιές για αίμα και φόνο διψασμένοι.
Μέσα στην Τροία η θεία η Οργή, που άτελη η κρίση της δε μένει, την έμπασε — όχι χαράς

700 μα χάρου, αλήθεια, νύφη την Ελένη· για να ξοφλήσουν με καιρό του τραπεζιού και του Διός του Συνεστίου την προσβολή κείνοι που τότε για τιμή της νύφης μ᾽ όλη εψέλναν τη φωνή τους του Υμέναιου το χαρούμενο τραγούδι, που βουλήτης Μοίρας το ᾽φερνε να ψάλουν οι γαμπροί.

710 Τον ξέμαθ᾽ όμως τον σκοπό του Πρίαμου η αρχαία η πόλη  και τώρ᾽ αντίς, πολύθρηνη στενάζει και βογγά και Πάρη τον κακόγαμπρο βαριά αναθεματά για το αίμα, που πλερώσαν όλοι.