Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (587-635)

ΚΛ. ἀνωλόλυξα μὲν πάλαι χαρᾶς ὕπο,
ὅτ᾽ ἦλθ᾽ ὁ πρῶτος νύχιος ἄγγελος πυρός,
φράζων ἅλωσιν Ἰλίου τ᾽ ἀνάστασιν.
590 καί τίς μ᾽ ἐνίπτων εἶπε, «φρυκτωρῶν διὰ
πεισθεῖσα Τροίαν νῦν πεπορθῆσθαι δοκεῖς;
ἦ κάρτα πρὸς γυναικὸς αἴρεσθαι κέαρ.»
λόγοις τοιούτοις πλαγκτὸς οὖσ᾽ ἐφαινόμην.
ὅμως δ᾽ ἔθυον, καὶ γυναικείῳ νόμῳ
595 ὀλολυγμὸν ἄλλος ἄλλοθεν κατὰ πτόλιν
ἔλασκον εὐφημοῦντες ἐν θεῶν ἕδραις,
θυηφάγον κοιμῶντες εὐώδη φλόγα.
καὶ νῦν τὰ μάσσω μὲν τί δεῖ σέ μοι λέγειν;
ἄνακτος αὐτοῦ πάντα πεύσομαι λόγον.
600 ὅπως δ᾽ ἄριστα τὸν ἐμὸν αἰδοῖον πόσιν
σπεύσω πάλιν μολόντα δέξασθαι — τί γὰρ
γυναικὶ τούτου φέγγος ἥδιον δρακεῖν,
ἀπὸ στρατείας ἄνδρα σώσαντος θεοῦ
πύλας ἀνοῖξαι; — ταῦτ᾽ ἀπάγγειλον πόσει·
605 ἥκειν ὅπως τάχιστ᾽ ἐράσμιον πόλει·
γυναῖκα πιστὴν δ᾽ ἐν δόμοις εὕροι μολὼν
οἵανπερ οὖν ἔλειπε, δωμάτων κύνα,
ἐσθλὴν ἐκείνῳ, πολεμίαν τοῖς δύσφροσιν,
καὶ τἄλλ᾽ ὁμοίαν πάντα, σημαντήριον
610 οὐδὲν διαφθείρασαν ἐν μήκει χρόνου.
οὐδ᾽ οἶδα τέρψιν οὐδ᾽ ἐπίψογον φάτιν
ἄλλου πρὸς ἀνδρὸς μᾶλλον ἢ χαλκοῦ βαφάς.
τοιόσδ᾽ ὁ κόμπος, τῆς ἀληθείας γέμων,
οὐκ αἰσχρὸς ὡς γυναικὶ γενναίᾳ λακεῖν.
615 ΧΟ. αὕτη μὲν οὕτως εἶπε μανθάνοντί σοι
† τοροῖσιν ἑρμηνεῦσιν εὐπρεπῶς λόγον.
σὺ δ᾽ εἰπέ, κῆρυξ, Μενέλεων δὲ πεύθομαι,
εἰ νόστιμός τε καὶ σεσῳμένος πάλιν
ἥξει σὺν ὑμῖν, τῆσδε γῆς φίλον κράτος.
620 ΚΗ. οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως λέξαιμι τὰ ψευδῆ καλὰ
ἐς τὸν πολὺν φίλοισι καρποῦσθαι χρόνον.
ΧΟ. πῶς δῆτ᾽ ἂν εἰπὼν κεδνὰ τἀληθῆ τύχοις;
σχισθέντα δ᾽ οὐκ εὔκρυπτα γίγνεται τάδε.
ΚΗ. ἁνὴρ ἄφαντος ἐξ Ἀχαιικοῦ στρατοῦ,
625 αὐτός τε καὶ τὸ πλοῖον. οὐ ψευδῆ λέγω.
ΧΟ. πότερον ἀναχθεὶς ἐμφανῶς ἐξ Ἰλίου,
ἢ χεῖμα, κοινὸν ἄχθος, ἥρπασε στρατοῦ;
ΚΗ. ἔκυρσας ὥστε τοξότης ἄκρος σκοποῦ·
μακρὸν δὲ πῆμα συντόμως ἐφημίσω.
630 ΧΟ. πότερα γὰρ αὐτοῦ ζῶντος ἢ τεθνηκότος
φάτις πρὸς ἄλλων ναυτίλων ἐκλῄζετο;
ΚΗ. οὐκ οἶδεν οὐδεὶς ὥστ᾽ ἀπαγγεῖλαι τορῶς,
πλὴν τοῦ τρέφοντος Ἡλίου χθονὸς φύσιν.
ΧΟ. πῶς γὰρ λέγεις χειμῶνα ναυτικῷ στρατῷ
635 ἐλθεῖν τελευτῆσαί τε δαιμόνων κότῳ;

***
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Απ᾽ τη χαρά μου ερέκαξα και τότε αμέσως
που ήρθε το πρώτο μήνυμα της φλόγας, νύχτα,
κι είπε της Τροίας το πάρσιμο κι είπε το τέλος.
590 Και κάποιος με περίπαιξε: Σ᾽ αυτές τις φλόγες
δίνεις πίστη πως κιόλα πάρθηκ᾽ η Τρωάδα;
Ω πόσο το ᾽χει ο νους να πετά της γυναίκας!
Μ᾽ αυτά τα λόγια για λαφρόμυαλη με παίρναν,
μα εγώ θυσίες επρόσταξα κι όπως ορίζει
ο γυναίκειος νόμος, σήκωσαν στην πόλη ολούθε
ιερόν ολολυγμό μες στων θεών τις έδρες,
ενώ τις φάουσες κοίμιζαν μυριστές φλόγες.
Και τώρα τί τα πιότερα θέλω από σένα;
του ίδιου του βασιλιά θ᾽ ακούσω όλα τα πάντα
και θα βιαστώ να κάμω τα καλύτερά μου
600 για τα καλά του σεβαστού μου αντρός δεξίμια·
γιατί ποιό φως καλύτερο θα ιδεί γυναίκα
παρ᾽ απ᾽ τον πόλεμο ο θεός τον άντρα αν σώσει,
τις πόρτες να τ᾽ ανοίξει; — Πήγαινε και πε του
να ᾽ρθει το γρηγορότερο η χαρά της χώρας,
και νά ᾽βρει, όπως την άφησε, πιστή γυναίκα
μες στα παλάτια που τα φύλαγε σα σκύλα
για κείνον άγρυπνη και τρόμος στους εχθρούς του,
κι όμοια σ᾽ όλα τα πάντα, δίχως να του λύσω
610 καμιά σφραγίδα όσον καιρό τώρα που λείπει·
κι άνομη τέρψη, ή ξένου κακοφήμισμ᾽ άντρα
πιότερο απ᾽ του χαλκού το βάψιμο δε ξέρω.
Έτσι αν καυχιούμαι, οι λόγοι μου γιομάτοι αλήθεια
δεν είν᾽ αταίριαστοι για μια ευγενή γυναίκα.
ΧΟΡΟΣ
Άκουσες τώρα κι έμαθες, έτσι που σου είπε
σα ξάστερος εξηγητής, τα ωραία της λόγια·
μα εσύ — για το Μενέλαο θα σε ρωτήσω,
πες μου, έχει γλιτώσει, κήρυκα, και θά ᾽ρθει
μαζί με σας ο καλός άρχοντας της χώρας;
ΚΗΡΥΚΑΣ
620 Πώς να μπορέσω να το πω το έμορφο ψέμα,
και να το χαίρονται πολύν καιρόν οι φίλοι;
ΧΟΡΟΣ
Άμποτε να μας πεις καλά και να᾽ ν᾽ κι αλήθεια,
γιατί το ᾽να δεν κρύβεται χώρια ᾽πο τ᾽ άλλο.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Άφαντος μεσ᾽ από το στόλο των Αργείων
κι αυτός και το καράβι του· αυτή ᾽ν᾽ η αλήθεια.
ΧΟΡΟΣ
Μπροστά σας έκαμε πανιά απ᾽ την Τροία, ή τάχα
μπόρα σας βρήκε και τον χώρισε απ᾽ τους άλλους;
ΚΗΡΥΚΑΣ
Σαν άξιος πέτυχες τοξότης το σημάδι
και με δυο λόγια ιστόρησες κακό μεγάλο.
ΧΟΡΟΣ
630 Και δεν ακούστηκε απ᾽ τους άλλους μες στο στόλο,
αν ζωντανό τον είχανε, ή για χαμένο;
ΚΗΡΥΚΑΣ
Δεν ξέρει τίποτε σωστό να πει κανένας
έξω απ᾽ τον Ήλιο, που τον κόσμον όλο θρέφει.
ΧΟΡΟΣ
Πες μου λοιπόν, πώς βρήκε η τρικυμιά το στόλο
και πώς η θεϊκιά η οργή να πήρε τέλος;