Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (489-537)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟ. τάχ᾽ εἰσόμεσθα λαμπάδων φαεσφόρων
490 φρυκτωριῶν τε καὶ πυρὸς παραλλαγάς,
εἴτ᾽ οὖν ἀληθεῖς, εἴτ᾽ ὀνειράτων δίκην
τερπνὸν τόδ᾽ ἐλθὸν φῶς ἐφήλωσεν φρένας.
κήρυκ᾽ ἀπ᾽ ἀκτῆς τόνδ᾽ ὁρῶ κατάσκιον
κλάδοις ἐλαίας· μαρτυρεῖ δέ μοι κάσις
495 πηλοῦ ξύνουρος διψία κόνις τάδε,
ὡς οὐκ ἄναυδος οὗτος, οὐ δαίων φλόγα
ὕλης ὀρείας, σημανεῖ καπνῷ πυρός,
ἀλλ᾽ ἢ τὸ χαίρειν μᾶλλον ἐκβάξει λέγων—
τὸν ἀντίον δὲ τοῖσδ᾽ ἀποστέργω λόγον·
500 εὖ γὰρ πρὸς εὖ φανεῖσι προσθήκη πέλοι.

— ὅστις τάδ᾽ ἄλλως τῇδ᾽ ἐπεύχεται πόλει,
αὐτὸς φρενῶν καρποῖτο τὴν ἁμαρτίαν.

ΚΗΡΥΞ
ἰὼ πατρῷον οὖδας Ἀργείας χθονός,
δεκάτῳ σε φέγγει τῷδ᾽ ἀφικόμην ἔτους,
505 πολλῶν ῥαγεισῶν ἐλπίδων μιᾶς τυχών.
οὐ γάρ ποτ᾽ ηὔχουν τῇδ᾽ ἐν Ἀργείᾳ χθονὶ
θανὼν μεθέξειν φιλτάτου τάφου μέρος.
νῦν χαῖρε μὲν χθών, χαῖρε δ᾽ ἡλίου φάος,
ὕπατός τε χώρας Ζεύς, ὁ Πύθιός τ᾽ ἄναξ,
510 τόξοις ἰάπτων μηκέτ᾽ εἰς ἡμᾶς βέλη·
ἅλις παρὰ Σκάμανδρον ἦσθ᾽ ἀνάρσιος,
νῦν δ᾽ αὖτε σωτὴρ ἴσθι καὶ παιώνιος,
ἄναξ Ἄπολλον. τούς τ᾽ ἀγωνίους θεοὺς
πάντας προσαυδῶ, τόν τ᾽ ἐμὸν τιμάορον
515 Ἑρμῆν, φίλον κήρυκα, κηρύκων σέβας,
ἥρως τε τοὺς πέμψαντας, εὐμενεῖς πάλιν
στρατὸν δέχεσθαι τὸν λελειμμένον δορός.
ἰὼ μέλαθρα βασιλέων, φίλαι στέγαι,
σεμνοί τε θᾶκοι, δαίμονές τ᾽ ἀντήλιοι,
520 εἴ που πάλαι, φαιδροῖσι τοισίδ᾽ ὄμμασι
δέξασθε κόσμῳ βασιλέα πολλῷ χρόνῳ.
ἥκει γὰρ ὑμῖν φῶς ἐν εὐφρόνῃ φέρων
καὶ τοῖσδ᾽ ἅπασι κοινὸν Ἀγαμέμνων ἄναξ.
ἀλλ᾽ εὖ νιν ἀσπάσασθε, καὶ γὰρ οὖν πρέπει,
525 Τροίαν κατασκάψαντα τοῦ δικηφόρου
Διὸς μακέλλῃ, τῇ κατείργασται πέδον.
βωμοὶ δ᾽ ἄιστοι καὶ θεῶν ἱδρύματα,
καὶ σπέρμα πάσης ἐξαπόλλυται χθονός.
τοιόνδε Τροίᾳ περιβαλὼν ζευκτήριον
530 ἄναξ Ἀτρείδης πρέσβυς, εὐδαίμων ἀνήρ,
ἥκει, τίεσθαι δ᾽ ἀξιώτατος βροτῶν
τῶν νῦν· Πάρις γὰρ οὔτε συντελὴς πόλις
ἐξεύχεται τὸ δρᾶμα τοῦ πάθους πλέον.
ὀφλὼν γὰρ ἁρπαγῆς τε καὶ κλοπῆς δίκην
535 τοῦ ῥυσίου θ᾽ ἥμαρτε καὶ πανώλεθρον
αὐτόχθονον πατρῷον ἔθρισεν δόμον.
διπλᾶ δ᾽ ἔτεισαν Πριαμίδαι θἀμάρτια.

***
ΧΟΡΟΣ
Όπου και να ᾽σαι θενά ξέρομε είτε αν ήταν
490αληθινές οι επανωτές φωτιές και φλόγες,
ή μήπως το χαρούμενο ήρθε φως εκείνο
σαν όνειρο και μας ξεπλάνησε το νου μας.
Κήρυκα βλέπω, νά, που απ᾽ το γιαλό προβαίνει
μ᾽ ελιάς κλαδιά κατάσκεπος και μάρτυράς μου
ο κορνιαχτός, της λάσπης το στεγνό τ᾽ αδέρφι,
πως δε μου φέρνει ανάβοντας βουνίσια ξύλα
με των καψάλων τους καπνούς βουβά σημάδια,
μα ή απ᾽ τα λόγια του η χαρά μας θέλει αυξήσει
500ή — κάλλιον αμελέτητο το ενάντιο να ᾽ναι.

Μα είθε κι άλλο καλό να ᾽ρθει στα πρώτα επάνω
κι όποιος άλλες ευχές κάνει απ᾽ αυτές στην πόλη,
το κρίμα μόνος του ας τρυγά των λογισμών του.
ΚΗΡΥΚΑΣ
Ω χώματα της πατρικής μου χώρας του Άργους,
νά τέλος σας πατώ μετά ᾽πο δέκα χρόνια
κι απ᾽ τις πολλές που ράγισαν μια καν ελπίδα
μόστρεξε· γιατί πια δεν το ᾽χα ν ᾽αξιωνόμουν
σα θα πεθάνω, εδώ στη γη μου να με θάψουν.
Τώρα χαίρε, πατρίδα, χαίρε φως του ήλιου
και συ Ύψιστε της χώρας Δία και συ Πύθιε,
510 χωρίς πια με τα τόξα σου να μας σαϊτεύεις·
φτάνει όσο εκεί στο Σκάμαντρο μας πολεμούσες·
σωτήρας τώρα, ω Απόλλωνα, κι απαντοχή μας
γίνου· και σας ταπεινοπροσκυνώ της πόλης
τους θεούς όλους και τον πάτρωνά μου εμένα,
κήρυκα Ερμή, ακριβό των κηρύκων καμάρι·
κι ω ήρωες που μας στείλατε, καλοδεχτείτε
πάλι όσοι από το στρατό γλιτώσαν το κοντάρι.
Ω αγαπημένα μας βασιλικά παλάτια,
τιμημένα θρονιά κι άγιοι θεοί προσήλιοι,
520 μ᾽ όψη όπως πριν φαιδρή και με τιμή δεχθείτε
το βασιλιά μας ύστερ᾽ από τόσα χρόνια·
γιατ᾽ έρχεται ο Αγαμέμνονας να φέρει ο αφέντης
σε σας κι όλους αυτούς εδώ φως μες στη νύχτα.
Λοιπόν πανηγυρίστε τον γιατί του πρέπει,
που με του Δία τη δίκελλα του δικαιοκρίτη
την Τροία ξωλόθρεψε κι ανάσκαψε τη γη της
κι άφαντοι των θεών οι βωμοί και τα ιερά τους
κι ουδέ σπόρος δε μένει απ᾽ όλη τους τη χώρα.
Τέτοιο ζυγό στον τράχηλο έβαλε της Τροίας
530 κι έρχεται ο βασιλιάς ο Ατρείδης ο μεγάλος
της τύχης ο ακριβός, που μέσα στους ανθρώπους
τους τωρινούς οι πιότερες τιμές του αξίζουν.
Γιατ᾽ ούδ᾽ ο Πάρης ούδ᾽ η Τροία είναι να πούνε
αν άξιζε το κάμωμα το πάθημά τους.
Μ᾽ αποδειγμένος άρπαγας μαζί και κλέφτης
και το κλεψίμιο του έχασε κι εθέρισ᾽ έτσι
μ᾽ όλη μαζί τη γη το πατρικό του σπίτι
και πλέρωσαν διπλά το κρίμα οι Τρωαδίτες!