Σάββατο 28 Απριλίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (1-39)

ἑάλω ἡ Τροία
 
Δυο χρόνια πριν από τον θάνατό του ο Αισχύλος, το 458 π.Χ., κατέλαβε, ακόμη μια φορά, την πρώτη θέση στους δραματικούς αγώνες με τη μόνη σωζόμενη τριλογία, την Ορέστεια, που απαρτίζεται από τα θεματικώς συνεχόμενα έργα Ἀγαμέμνων, Χοηφόροι, Εὐμενίδες και αντλεί το θέμα της από τον μύθο των Ατρειδών. Στο επίκεντρο των δύο πρώτων έργων βρίσκεται ο φόνος, στον Αγαμέμνονα ο φόνος του ίδιου του Αγαμέμνονα, που γυρίζει νικητής από την Τροία, και της Κασσάνδρας από την Κλυταιμήστρα, στις Χοηφόρες ο φόνος της Κλυταιμήστρας και του Αίγισθου από τον Ορέστη. Στις Ευμενίδες η ακολουθία "φόνος - εκδίκηση με άλλο φόνο" αναιρείται με την ισόψηφη αθώωση του μητροκτόνου Ορέστη από τον Άρειο πάγο.
Την ασυνήθιστα μακρά πάροδο του Αγαμέμνονα, η οποία, κατά κάποιον τρόπο, λειτουργεί ως λυρική εισαγωγή σε ολόκληρη την τριλογία, και την αρχή του πρώτου επεισοδίου. Ο πρόλογος εκφέρεται από τον φύλακα, που δέκα χρόνια περιμένει νύχτα μέρα πάνω στη στέγη του σπιτιού του Αγαμέμνονα να δει το σημάδι της φωτιάς που θα σημάνει ότι έπεσε η Τροία. ΄Οταν το μήνυμα φτάνει, η απροσποίητη χαρά του φύλακα σκιάζεται από την ανησυχία για το μέλλον, η οποία τροφοδοτείται πιο πολύ από εκείνα που αποσιωπά ή υπαινίσσεται και όχι από εκείνα που λέει. Στην πάροδο ο χορός των γερόντων του Άργους, που έρχεται για να μάθει από τη βασίλισσα για ποιο λόγο προσφέρονται παντού θυσίες, ανατρέχει στο ξεκίνημα της εκστρατείας, θυμάται ότι τους δυο γιους τουΑτρέα τους προέπεμπε ως εκδικητές ο ξένιος Ζευς και μιλάει για τον οιωνό που φανερώθηκε τότε (δυο αετοί που σπάραζαν ετοιμόγεννη λαγίνα), για την εξήγηση που έδωσε ο Κάλχας (οι δυο αετοί είναι οι δυο Ατρείδες, που θα πάρουν κάποια μέρα την Τροία), αλλά και για τον φόβο του μάντη για την ενδεχόμενη οργή της Άρτεμης για τον σπαραγμό του ανυπεράσπιστου ζώου. Ανήσυχος ο χορός, καθώς ξαναφέρνει στον νου του τα λόγια του μάντη, απευθύνει τον περίφημο ύμνο στον Δία, σ᾽ αυτόν που θέσπισε τον νόμο πάθει μάθος.
Όμως η οργή του θεού δεν θ᾽ αργήσει να ξεσπάσει: άνεμοι από τον Στρυμόνα καθηλώνουν τα πλοία στην Αυλίδα και ο μάντης θέτει τον Αγαμέμνονα μπροστά στο δίλημμα ή να εγκαταλείψει την εκστρατεία ή να θυσιάσει την κόρη του στην Άρτεμη. Εκείνος, έχοντας να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κακά, επιλέγει το δεύτερο. Η στιγμή της θυσίας και οι αντιδράσεις της Ιφιγένειας περιγράφονται με τόσες λεπτομέρειες και τέτοια ενάργεια, ώστε, ακόμα και αν δεχθεί κάποιος ότι ο Αγαμέμνων δεν είχε άλλη επιλογή, το γεγονός αυτό δεν αμβλύνει διόλου την ανησυχία γι᾽ αυτά που θά ρθουν, μια ανησυχία που είναι έκδηλη ιδιαίτερα στους τελευταίους στίχους της παρόδου (6η αντιστροφή).

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


ΦΥΛΑΞ
Θεοὺς μὲν αἰτῶ τῶνδ᾽ ἀπαλλαγὴν πόνων,
φρουρᾶς ἐτείας μῆκος, ἣν κοιμώμενος
στέγαις Ἀτρειδῶν ἄγκαθεν, κυνὸς δίκην,
ἄστρων κάτοιδα νυκτέρων ὁμήγυριν,
5 καὶ τοὺς φέροντας χεῖμα καὶ θέρος βροτοῖς
λαμπροὺς δυνάστας, ἐμπρέποντας αἰθέρι
[ἀστέρας, ὅταν φθίνωσιν, ἀντολάς τε τῶν].
καὶ νῦν φυλάσσω λαμπάδος τὸ σύμβολον,
αὐγὴν πυρὸς φέρουσαν ἐκ Τροίας φάτιν
10 ἁλώσιμόν τε βάξιν· ὧδε γὰρ κρατεῖ
γυναικὸς ἀνδρόβουλον ἐλπίζον κέαρ.
εὖτ᾽ ἂν δὲ νυκτίπλαγκτον ἔνδροσόν τ᾽ ἔχων
εὐνὴν ὀνείροις οὐκ ἐπισκοπουμένην
ἐμήν —φόβος γὰρ ἀνθ᾽ ὕπνου παραστατεῖ,
15 τὸ μὴ βεβαίως βλέφαρα συμβαλεῖν ὕπνῳ—
ὅταν δ᾽ ἀείδειν ἢ μινύρεσθαι δοκῶ,
ὕπνου τόδ᾽ ἀντίμολπον ἐντέμνων ἄκος,
κλαίω τότ᾽ οἴκου τοῦδε συμφορὰν στένων
οὐχ ὡς τὰ πρόσθ᾽ ἄριστα διαπονουμένου.
20 νῦν δ᾽ εὐτυχὴς γένοιτ᾽ ἀπαλλαγὴ πόνων
εὐαγγέλου φανέντος ὀρφναίου πυρός.

ὦ χαῖρε λαμπτήρ, νυκτὸς ἡμερήσιον
φάος πιφαύσκων καὶ χορῶν κατάστασιν
πολλῶν ἐν Ἄργει, τῆσδε συμφορᾶς χάριν.
25 ἰοὺ ἰού.
Ἀγαμέμνονος γυναικὶ σημαίνω τορῶς
εὐνῆς ἐπαντείλασαν ὡς τάχος δόμοις
ὀλολυγμὸν εὐφημοῦντα τῇδε λαμπάδι
ἐπορθιάζειν, εἴπερ Ἰλίου πόλις
30 ἑάλωκεν, ὡς ὁ φρυκτὸς ἀγγέλλων πρέπει·
αὐτός τ᾽ ἔγωγε φροίμιον χορεύσομαι.
τὰ δεσποτῶν γὰρ εὖ πεσόντα θήσομαι
τρὶς ἓξ βαλούσης τῆσδέ μοι φρυκτωρίας.
γένοιτο δ᾽ οὖν μολόντος εὐφιλῆ χέρα
35 ἄνακτος οἴκων τῇδε βαστάσαι χερί.
τὰ δ᾽ ἄλλα σιγῶ· βοῦς ἐπὶ γλώσσῃ μέγας
βέβηκεν· οἶκος δ᾽ αὐτός, εἰ φθογγὴν λάβοι,
σαφέστατ᾽ ἂν λέξειεν· ὡς ἑκὼν ἐγὼ
μαθοῦσιν αὐδῶ κοὐ μαθοῦσι λήθομαι.

***
ΦΡΟΥΡΟΣ
Τους θεούς παρακαλώ να με γλιτώνουν τέλος

απ᾽ τα βάσανα αυτά, που ολάκερο ένα χρόνο

σαν το σκυλί πάνω στων Ατρειδών τις στέγες

κοιμάμενος τραβώ μ᾽ αυτή εδώ τη φρουρά μου·

κι έμαθα των νυχτερινών τη σύναξη άστρων

και τους λαμπρούς των άρχοντες, που μες στα ουράνια

φαντάζουν και στη γη χειμώνα ή θέρος φέρνουν,

άλλοι σαν πάνε σβήνοντας κι άλλοι σα βγαίνουν.

Κι ακόμα καρτερώ το σύνθημα της φλόγας,

τη λάμψη της φωτιάς, να φέρει απ᾽ την Τρωάδα

10την είδηση πως πάρθηκε· γιατ᾽ έτσι ορίζει

η αντρόψυχη καρδιά γυναίκας που όλο ελπίζει.

Και όταν τις νύχτες μου στο δροσομουσκεμένο

παραδέρνω το στρώμα, που όνειρα δεν ξέρει —

και πώς; αφού μου παραστέκει πάντα ο φόβος

για να μην κλείσει ο ύπνος τα ματόφυλλά μου —

όταν βαλθώ να τραγουδήσω ή μουρμουρίσω

για να βρω στο τραγούδι γιατρικό της νύστας,

πικρό μού γίνεται στο στόμα μοιρολόι

γι᾽ αυτού του παλατιού τις τύχες, που σαν πρώτα

με τον καλύτερο δεν κυβερνιέται τρόπο.

20Μ᾽ ας πάρουν καλό τέλος πια τα βάσανά μου

κι απ᾽ το σκοτάδι ας βγει καλομηνύτρα λάμψη.


Ω! ω!Καλώς μάς ήρθες φως, που μες στη νύχτα δείχτεις

αυγή σα μέρας και μηνάς πολλούς μες στ᾽ Άργος

χορούς που θα στηθούν γι᾽ αυτή την καλή τύχη.

Ω! ω!Δυνατά κράζω τη γυναίκα του Αγαμέμνονα

να σηκωθεί απ᾽ την κλίνη ευτύς και στο παλάτι

φωνές χαράς γι᾽ αυτή τη λάμψη να σηκώσει,

αν απ᾽ αλήθεια πάρθηκε του Ιλίου η πόλη,

30καθώς αυτή τώρα η φωτιά θέλει να δείξει.

Κι ο ίδιος καλήν αρχή στους χορούς κάνω πρώτος,

γιατί παίρνω δική μου των κυρίων την τύχη,

αφού τρεις φορές εξ αυτή η φωτιά μου ρίχτει.

Αχ! πότε να ᾽ρθει ο βασιλιάς μου να του σφίξω

τ᾽ αγαπημένο χέρι μέσα στο δικό μου!

πιότερα δε μιλώ· βόδι μεγάλο επάνω

στη γλώσσα μου πατά· μ᾽ αν έπαιρναν οι τοίχοι

φωνή θα τα ᾽λεαν ξάστερα· με νιώθουν όσοι

τα ξέρουν, κι όποιος δεν τα ξέρει — ας μη με νιώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου