Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (136.1-140.1)

136. ΚΥΩΝ ΚΡΕΑΣ ΦΕΡΟΥΣΑ [136.1] κύων κρέας ἔχουσα ποταμὸν διέβαινε· θεασαμένη δὲ τὴν ἑαυτῆς σκιὰν κατὰ τοῦ ὕδατος ὑπέλαβεν ἑτέραν κύνα εἶναι μεῖζον κρέας ἔχουσαν. διόπερ ἀφεῖσα τὸ ἴδιον ὥρμησεν ὡς τὸ ἐκείνης ἀφαιρησομένη. συνέβη δὲ αὐτῇ ἀμφοτέρων στερηθῆναι, τοῦ μὲν μὴ ἐφικομένῃ, διότι μηδὲν ἦν, τοῦ δέ, διότι ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ παρεσύρη.
πρὸς ἄνδρα πλεονέκτην ὁ λόγος εὔκαιρος.

137. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ
[137.1] κύων πρὸ ἐπαύλεώς τινος ἐκοιμᾶτο· λύκος δὲ τοῦτον θεασάμενος καὶ συλλαβὼν οἷός τε ἦν καταφαγεῖν. ὁ δὲ αὐτοῦ ἐδεήθη πρὸς τὸ παρὸν μεθεῖναι αὐτὸν λέγων· «νῦν μὲν λεπτός εἰμι καὶ ἰσχνός. μέλλουσι δέ μου οἱ δεσπόται γάμους ἄγειν. ἐὰν οὖν ἀφῇς με νῦν, ὕστερον λιπαρώτερον καταθοινήσεις με». ὁ δὲ πεισθεὶς αὐτῷ τότε μὲν ἀπέλυσε, μεθ᾽ ἡμέρας δὲ ὀλίγας ἐλθὼν ὡς ἐθεάσατο αὐτὸν ἐπὶ τοῦ δώματος κοιμώμενον, κατεκάλει πρὸς αὐτὸν ὑπομιμνῄσκων τῶν ὁμολογιῶν. ὁ δὲ ὑποτυχὼν ἔφη· «ἀλλ᾽, ὦ λύκε, ἐὰν αὖθίς με πρὸ τῆς ἐπαύλεως κοιμώμενον ἴδῃς, μηκέτι γάμους ἀναμείνῃς».
οὕτως οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων, ὅταν περί τι κινδυνεύσαντες ἐκφύγωσι, ταῦτα ὕστερον φυλάττονται.

138. ΚΥΝΕΣ ΛΙΜΩΤΤΟΥΣΑΙ
[138.1] κύνες λιμώττουσαι ὡς ἐθεάσαντο ἔν τινι ποταμῷ βύρσας βρεχομένας, μὴ δυνάμεναι αὐτῶν ἐφικέσθαι συνέθεντο ἀλλήλαις, ὅπως πρῶτον τὸ ὕδωρ ἐκπίωσιν, εἶθ᾽ οὕτως ἐπὶ τὰς βύρσας παραγένωνται. συνέβη δὲ αὐτὰς πινούσας διαρραγῆναι ‹πρὶν› ἢ τῶν βυρσῶν ἐφικέσθαι.
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων δι᾽ ἐλπίδα κέρδους ἐπισφαλεῖς μόχθους ὑφιστάμενοι φθάνουσι πρῶτον καταναλισκόμενοι ἢ ὧν βούλονται περιγενόμενοι.

139. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΛΑΓΩΟΣ
[139.1] κύων θηρευτικὸς λαγωὸν συλλαβὼν τοῦτον ποτὲ μὲν ἔδακνε ποτὲ δὲ αὐτοῦ τὰ χείλη περιέλειχεν. ὁ δὲ ἀπαυδήσας ἔφη πρὸς αὐτόν· «ἀλλ᾽, ὦ οὗτος, παῦσαί με δάκνων ἢ καταφιλῶν, ἵνα γνῶ, πότερον ἐχθρὸς ἢ φίλος μου καθέστηκας».
πρὸς ἄνδρα ἀμφίβολον ὁ λόγος εὔκαιρος.

140. ΚΩΝΩΨ ΚΑΙ ΤΑΥΡΟΣ
[140.1] κώνωψ ἐπιστὰς κέρατι ταύρου καὶ πολὺν χρόνον ἐπικαθίσας ἐπειδὴ ἀπαλλάττεσθαι ἔμελλεν, ἐπυνθάνετο τοῦ ταύρου, εἰ ἤδη βούλεται αὐτὸν ἀπελθεῖν. ὁ δὲ ὑποτυχὼν ἔφη· «ἀλλ᾽ οὔτε, ὅτε ἦλθες, ἔγνων οὔτε, ἐὰν ἀπέλθῃς, γνώσομαι».
τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα ἀδύνατον, ὃς οὔτε παρὼν οὔτε ἀπὼν ἐπιβλαβὴς ἢ ὠφέλιμός ἐστι.


***
136. Το σκυλί με το κρέας.
[136.1] Ήταν κάποιο σκυλί που κρατούσε ένα κομμάτι κρέας στο στόμα του και πήγε να περάσει τον ποταμό. Μόλις όμως αντίκρισε το είδωλό του μέσα στο νερό, νόμισε πως υπήρχε εκεί κάτω άλλο σκυλί που κρατούσε ακόμη πιο μεγάλο τεμάχιο κρέας. Γι᾽ αυτό παράτησε τη δική του λεία και όρμησε μπρος να αρπάξει το κρέας εκείνου του άλλου σκυλιού. Και ποιό το αποτέλεσμα; Φυσικά τα έχασε και τα δύο κομμάτια — το ένα δεν μπόρεσε να το πιάσει, διότι δεν υπήρχε καν, ενώ το άλλο παρασύρθηκε από το ποτάμι.
Ο μύθος ταιριάζει για άπληστο άνθρωπο.

137. Ο σκύλος και ο λύκος.
[137.1] Ήταν ένας σκύλος που το είχε ρίξει στον ύπνο μπροστά σε κάποιο αγροτόσπιτο, ώσπου για κακή του τύχη τον πήρε το μάτι του λύκου. Το θεριό, φυσικά, έπεσε αμέσως πάνω του, τον έπιασε και ετοιμαζόταν να τον κατασπαράξει. Τότε όμως ο σκύλος ρίχτηκε στα παρακάλια: «Άσε με, άσε με να ζήσω προς το παρόν!». Και μάλιστα πρόβαλε εύσχημη δικαιολογία: «Κοίτα εδώ τί λιπόσαρκος και κοκαλιάρης που είμαι τώρα! Να ξέρεις, όμως, ότι σύντομα τα αφεντικά μου θα γιορτάσουν τους γάμους τους. Λοιπόν, αν με αφήσεις σήμερα να ζήσω, θα με βρεις πιο καλοθρεμμένο μετά το γλέντι, και τότε θα το απολαύσεις περισσότερο που θα με ξεκοκαλίζεις». Ο λύκος πράγματι ξεγελάστηκε και τον αμόλησε εκείνη τη φορά. Μετά από λίγες μέρες, βέβαια, ξαναήλθε· έλα όμως που τότε βρήκε τον σκύλο να κοιμάται ψηλά πάνω στην ταράτσα. Του έβαλε, που λέτε, τις φωνές, θυμίζοντάς του την υπόσχεση που είχε δώσει. Όμως ο σκύλος, κόβοντάς του την πολυλογία, του πέταξε: «Καλά βρε μπουνταλά, άμα με ξαναβρείς άλλη φορά να κοιμάμαι μπροστά στο υποστατικό, μην κάτσεις πάλι να περιμένεις τους γάμους!».
Έτσι συμβαίνει και με τους μυαλωμένους ανθρώπους: Αν διατρέξουν κάποιον κίνδυνο και γλιτώσουν, μετά φυλάγονται από καθετί παρόμοιο.

138. Τα πεινασμένα σκυλιά.
[138.1] Ήταν μια φορά κάτι πεινασμένα σκυλιά, που αγνάντεψαν από μακριά μερικά δέρματα να μουλιάζουν μέσα στο ποτάμι. Πάσχισαν, που λέτε, να τα πιάσουν αλλά δεν μπορούσαν. Γι᾽ αυτό, λοιπόν, έκαναν συμφωνία μεταξύ τους να πιούνε πρώτα όλο το νερό· έτσι θα μπορούσαν μετά να φτάσουν άνετα ώς τα τομάρια. Και ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Όλο έπιναν και έπιναν μέχρι που έσκασαν, δίχως βέβαια να έχουν βάλει ακόμη τα δέρματα στο χέρι.
Έτσι συμβαίνει και με μερικούς ανθρώπους: Από επιθυμία για κέρδος ρίχνονται σε δουλειές παρακινδυνευμένες, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οι ίδιοι προτού προλάβουν να πάρουν στην κατοχή τους όσα προσδοκούσαν.

139. Το σκυλί και ο λαγός.
[139.1] Ήταν κάποιο κυνηγόσκυλο που έπεσε στα χέρια του ένας λαγός. Τον άδραξε λοιπόν και τη μία τον δάγκωνε, την άλλη του έγλειφε τα χείλη γύρω-γύρω. Στο τέλος πια απαύδησε ο λαγός και του φώναξε: «Σταμάτα πια, βρε χρυσέ μου, και διάλεξε: θα με δαγκώνεις ή θα με φιλάς; Να ξέρω κι εγώ τί από τα δύο είσαι τέλος πάντων, φίλος ή εχθρός μου».
Ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο διπρόσωπο.

140. Το κουνούπι και ο ταύρος.
[140.1] Ήταν κάποτε ένα κουνούπι που πήγε και στάθηκε πάνω στο κέρατο του ταύρου. Κάθισε, που λέτε, εκεί πάνω για πολλή ώρα, και μετά, όταν πια ήταν έτοιμο να πετάξει, του ήρθε να ρωτήσει τον ταύρο: «Ψιτ, λέω να φύγω τώρα. Τί λες, θα σου λείψω καθόλου;». Ο ταύρος τότε απάντησε : «Τί; Α, καλά, κοίτα να δεις, εγώ ούτε όταν ήλθες το πήρα είδηση, ούτε άμα φύγεις θα καταλάβω τίποτε».
Αυτός ο μύθος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αδύναμο άνθρωπο, ο οποίος ούτε βλάπτει ούτε ωφελεί με την παρουσία ή την απουσία του.