Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

Δεν το πιστεύω!

Σχετική εικόναΠοτέ μην πιστεύεις αυτό για το οποίο δεν μπορείς να αμφιβάλλεις -Robin Skelton
 
Εάν πιστεύεις όλα όσα ακούς, είσαι κορόιδο – αρ­γά ή γρήγορα κάθε απατεώνας της γειτονιάς σου θα έρθει να σου χτυπήσει την πόρτα. Αλλά πώς αποφασίζεις τι να πιστέψεις και τι να μην πιστέ­ψεις; Αυτό είναι το πρόβλημα. Και οι φιλόσοφοι προσπαθούν να το λύσουν αιώνες τώρα.
 
Δεν έχει νόημα να κάνουμε ερωτήσεις εάν πρόκειται να πιστέ­ψουμε όποια απάντηση μας δίνουν. Ομοίως, δεν έχει νόημα να κάνουμε ερωτήσεις εάν πρόκειται να είμαστε δύσπιστοι απένα­ντι σε όποια απάντηση μας δίνουν. Πώς μπορούμε να βρούμε τη σωστή ισορροπία στην καθημερινότητά μας ανάμεσα στην ευ­πιστία και τη δυσπιστία;
 
Παρότι αυτό είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουν όλοι οι φιλόσοφοι, οι ειδικοί στον τομέα της αμφιβολίας είναι οι σκεπτικιστές.
 
Ο σκεπτικισμός έχει μακρά ιστορία. Σύμφωνα με μια θεωρία, πρωτοεμφανίστηκε στην Ινδία και στην Ευρώπη τον έφερε ο Πύρρων ο Ηλείος (360-270 π.Χ.). Ανεξάρτητα από το αν αληθεύ­ει αυτή η θεωρία ή όχι, ο Πύρρων θεωρείται συνήθως ο ιδρυτής του δυτικού σκεπτικισμού, και έτσι ο αρχαίος σκεπτικισμός αποκαλείται μερικές φορές πυρρωνισμός προς τιμήν του.
 
Η ελληνι­κή λέξη «σκεπτικιστής» αρχικά σήμαινε απλώς κάποιον που έψαχνε να βρει απαντήσεις. Ο πυρρωνισμός ορισμένες φορές διαχωρίζεται από αυτό που αποκαλούμε σύγχρονο σκεπτικισμό, ο οποίος θεωρείται ότι πρωτοεμφανίζεται με τον Ντεκάρτ. Υπάρ­χουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ρευμάτων και εδώ θα ασχοληθούμε και με τα δύο.
 
Το είδος του σκεπτικισμού που συνδέεται με τον Ντεκάρτ απο­καλείται ορισμένες φορές «μέθοδος της αμφιβολίας». Επινόησε ένα νοητικό πείραμα που θα τον βοηθούσε να ανακαλύψει εάν υπήρχαν όρια στο για τι θα μπορούσε να αμφιβάλλει. Ακολουθεί το ίδιο πείραμα για να το δοκιμάσετε και εσείς…
 
Ο Ντεκάρτ θέλησε να ανακαλύψει εάν μπορούσε να αμφιβάλλει για τα πάντα. Φαντάστηκε πως υπήρχε ένας κακός δαίμονας στον οποίο το μόνο που προσέφερε ευχαρίστηση και νόημα στη ζωή ήταν το να εξαπατά τον Ντεκάρτ. Αυτό σήμαινε πως ανεξάρτητα από το πόσο βέβαιο φαινόταν κάτι, θα μπορούσε απλά να είναι άλλη μια περίπτωση εξαπάτησης από τον δαίμονα. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος ο Ντεκάρτ ανακάλυψε κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσε να αμ­φιβάλλει, όσο ισχυρός και πονηρός και αν ήταν ο δαίμονας. Εσείς νομί­ζετε ότι υπάρχει κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσατε να αμφιβάλλετε;
 
Ο Ντεκάρτ ανακάλυψε πως το μόνο πράγμα για το οποίο δεν θα μπορούσε να αμφιβάλλει ήταν η ικανότητά του να σκέφτεται. Αυτή του την ανακάλυψη την εξέφρασε στα λατινικά ως «cogito ergo sum», που σημαίνει: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω!». Δεν μπο­ρούσε να αμφισβητήσει την ίδια του την ύπαρξη, καθώς έπρεπε να υπάρχει για να είναι σε θέση να το αμφισβητήσει! Ωστόσο, δεν ήταν μόνο η αμφιβολία που επιβεβαίωνε την ίδια του την ύπαρξη. Κάθε είδους σκέψη είχε το ίδιο αποτέλεσμα, γιατί έπρε­πε να υπάρχει προκειμένου να σκέφτεται. Ακόμα κι αν πίστευε κάτι που ήταν τελείως λάθος, έπρεπε ο ίδιος να υπάρχει για να μπορέσει να το πιστέψει.
 
Το πείραμα του Ντεκάρτ ήταν μόνο αυτό, ένα πείραμα. Για τον Ντεκάρτ το πείραμα δεν κατέληξε σε αμφιβολία αλλά σε βεβαιό­τητα. Εφόσον έπεισε τον εαυτό του πως υπήρχε, κατόπιν κατά­φερε να πειστεί πως υπήρχε Θεός (έγινε λοιπόν ντεϊστής) , και αυτό του έδωσε όλες τις βάσεις που χρειαζόταν για να χτίσει το οικοδόμημα της γνώσης. Κάποιοι άλλοι έχουν πειστεί λιγότερο, αντί να θεωρήσουν το ζή­τημα λήξαν, πολλοί που ήρθαν μετά τον Ντεκάρτ πίστεψαν πως είχε επιδείξει τη δύναμη της αμφιβολίας χωρίς, όμως, να βρει το αντίδοτο της.
 
Ο Ντεκάρτ έθεσε το ζήτημα του πότε είναι δυνατό να αμφι­βάλλει κανείς, και η αλήθεια είναι πως είναι σχεδόν πάντα δυνα­τό.
 
Εντούτοις, οι σύγχρονοι κριτικοί του σκεπτικισμού τείνουν να επικεντρώνονται σε μιαν άλλη ερώτηση: πότε είναι λογικό να αμφιβάλλει κάποιος; Μόνο και μόνο επειδή μπορώ να κάνω κά­τι δεν σημαίνει ότι είναι και λογικό να το κάνω. Απλώς και μόνο επειδή μπορώ να οδηγήσω ένα φορτηγάκι γρήγορα μέσα από περιοχή πεζών σε ώρα αιχμής, αυτό από μόνο του δεν το καθιστά καλή ιδέα. Στην πραγματικότητα, μπορώ να σκεφτώ πολλούς λόγους που με υποχρεώνουν να μην το κάνω.
 
Πού είσαι τώρα που διαβάζεις όλα αυτά; Μπορείς να σκεφτείς έναν καλό λόγο να αμφιβάλλεις για το αν είσαι όντως εκεί; Εάν ναι, ποιος είναι αυτός ο λόγος; Εάν όχι, μπορείς να σκεφτείς ποιος θα μπορούσε να είναι ένας Ο καλός λόγος;
 
Θα υποθέσω πως οι περισσότεροι αναγνώστες δεν έχουν σοβα­ρές αμφιβολίες σχετικά με το που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή και έτσι θα επικεντρωθώ στο τελευταίο σκέλος αυτής της ερώ­τησης. Γιατί θα μπορούσα να αμφιβάλλω για το αν είμαι όντως εκεί που νομίζω ότι βρίσκομαι; Μια προφανής πιθανότητα είναι γιατί μπορεί να ονειρεύομαι. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να βρίσκομαι στο κρεβάτι μου, αλλά ο τόπος στον οποίο βρίσκομαι στο όνειρο μου, που είναι ο ίδιος με αυτόν που νομίζω ότι είμαι τώρα ενώ διαβάζω όλα αυτά, θα ήταν κάποιος άλλος. Παρ’ όλα αυτά, συνήθως δεν μου παίρνει πολύ να καταλάβω αν είμαι ξύ­πνιος ή όχι, και έτσι η αμφιβολία μου, ακόμα και αν είναι λογική, μοιραία δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ.
 
Είναι σχετικά εύκολο να σκεφτείς περιπτώσεις για τις οποίες είναι παράλογο να αμφιβάλλεις. Είναι, όμως, πιο δύσκολο να πεις πό­ση αμφιβολία είναι λογική. Οι αρχαίοι σκεπτικιστές, όπως ο Πύρρων, ακολούθησαν μια διαφορετική πορεία σκέψης που απέ­φευγε να αντιμετωπίσει το παραπάνω πρόβλημα.
 
Για αυτούς ήταν προφανές ότι τείνουμε να πιστεύουμε πράγματα παρότι οι απο­δείξεις δεν είναι επαρκείς και ότι αυτό είναι μια κακή συνήθεια. Πίστευαν πως αν δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για κάτι, τότε η μόνη λογική αντιμετώπιση είναι να αποφύγουμε να σχη­ματίσουμε άποψη σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Δεν τους απασχολούσε και τόσο το γεγονός πως μπορεί να κάνουμε λάθος όσο το ότι μπορεί να μην είμαστε ευτυχισμένοι. Το να σχηματίσεις μια άποψη που μπορεί να αποδειχτεί λανθασμένη είναι σαν να καταδικάζεις τον εαυτό σου να απογοητευτεί. Επειδή δεν είναι ανάγκη να σχηματίσουμε άποψη, μπορούμε να αποφύγουμε την απογοήτευση. Το να σχηματίσουμε άποψη είναι μια πιθανή αιτία πρόκλησης περιττού πόνου, γιατί συνηθίζουμε να δενόμαστε με τις απόψεις που έχουμε. Ο τρόπος που οι αρχαίοι σκεπτικιστές έθεταν το παραπάνω ζήτημα ήταν πως θα έπρεπε να «αναβάλ­λουμε την έκδοση απόφασης» σε ορισμένα πράγματα.
 
Υπήρχε μια ιστορία που έλεγε ότι οι φίλοι του Πύρρωνα έπρεπε να τον ακολουθούν πανιού σε περίπτωση που «ανέβαλε την έκδοση απόφασης» σχετικά με το αν βρισκόταν στην άκρη του γκρεμού ή όχι και έπεφτε! Εφόσον ο Πύρρων έζησε μέχρι τα βαθιά γερά­ματα, τότε ή η παραπάνω ιστορία είναι απολύτως αναληθής ή ο Πύρρων είχε πολλούς φίλους με πολύ ελεύθερο χρόνο στα χέρια τους.
 
Παρ’ όλα αυτά, αυτή η ιστορία για τον Πύρρωνα αντανακλά ένα από τα βασικά προβλήματα του σκεπτικισμού: η αναβολή της απόφασης κάνει την καθημερινή ζωή να φαίνεται σχεδόν αδύ­νατη. Εάν δεν υπάρχει κάποιος λόγος να κάνουμε κάτι αντί κάτι άλλου, πώς είναι δυνατόν ποτέ να πάρουμε κάποια απόφαση για το οτιδήποτε; Ακολουθώντας αυτήν τη λογική θα βρεθούμε στη θέση του «όνου του Μπουριντάν». 
 
Ευτυχώς, οι σκεπτικιστές ήταν αρκετά λογικοί ώστε να καταλάβουν ποιο είναι το πρόβλημα και να βρουν και τη λύση του. Όταν δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ακολουθούμε την πιο πιθανή επιλογή, και η πιο πιθανή επιλογή είναι αυτή που ακολουθούν οι περισσότεροι. Επομένως, εάν οι περισσότεροι πιστεύουν πως κάτι είναι «γκρεμός», τότε για πρακτικούς λόγους αυτή είναι η επιλογή που θα ακολουθήσουμε. Συνεπώς, αν και περιέργως, παρότι η φιλοσοφική τους θέση ήταν ριζοσπαστική, οι σκεπτικιστές ήταν γενικά κομφορμιστές, καθώς είχαν την τάση να παίρνουν το μέρος της πλειοψηφίας.
 
Αυτό που είχαν αντιληφθεί οι αρχαίοι σκεπτικιστές ήταν το γεγονός πως μόνοι μας δημιουργούμε προβλήματα από συνή­θεια, επομένως η λύση στα προβλήματά μας είναι να σταματή­σουμε να τα δημιουργούμε. Εάν δεν είναι ανάγκη να έχουμε μια σθεναρή άποψη για κάτι για το οποίο οι υπάρχουσες ενδείξεις στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσαν να μας κάνουν να υιο­θετήσουμε μια ήπια στάση, τότε δεν έχει νόημα να υιοθετήσου­με τη σθεναρή στάση.
 
Αυτό που υποστήριζαν οι σκεπτικιστές δεν ήταν ότι ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κάτι, αλλά ότι θα πρέπει να απαιτούμε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις πριν συμφω­νήσουμε με αυτό. Κατά τη γνώμη τους, κάτι τέτοιο ήταν εξαιρε­τικά απίθανο να συμβεί, αλλά δεν μπορούσαν και να το αποκλεί­σουν. Αυτό, βέβαια, για πρακτικούς λόγους δεν είχε σημασία, καθώς δεν χρειαζόμαστε αδιάσειστες αποδείξεις προκειμένου να ζήσουμε. Εάν όλοι τρώνε το ίδιο φαγητό και κανείς δεν δείχνει σημάδια δηλητηρίασης, εμένα μου αρκεί. Εάν περιμένω αδιά­σειστα στοιχεία πως το φαγητό που έχω μπροστά μου δεν έχει δηλητηριαστεί πριν το φάω, τότε το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι πως θα πεθάνω από ασιτία. Για τους αρχαίους σκεπτικιστές η αναβολή της απόφασης δεν καθιστούσε τη ζωή αδύνατη, απλώς την έκανε λιγότερο αγχωτική.
 
Ο σκεπτικισμός δεν πρέπει να συγχέεται με την αβεβαιότητα. Για παράδειγμα, η αρχή της αβεβαιότητας ή αρχή της απροσ­διοριστίας στη φυσική, όπως διατυπώθηκε από τον Βέρνερ Χάι­ζενμπεργκ, ορίζει πως ορισμένα πράγματα δεν μπορούμε να τα γνωρίζουμε, ούτε καν θεωρητικά. Αυτή η άποψη δεν ανήκει ούτε στον αρχαίο σκεπτικισμό, με την αναβολή της έκδοσης απόφασης, ούτε στον σύγχρονο σκεπτικισμό, με τη μέθοδο της αμφιβολίας. Ανήκει στον δογματισμό, καθώς εκφράζει κατηγο­ρηματικά τον ισχυρισμό πως κάτι είναι έτσι και μόνο. Αυτό που κάνει ο σκεπτικισμός είναι ότι μας καλεί να αμφισβητούμε, δεν απαιτεί από εμάς να αρνούμαστε. Το να μην πιστεύουμε όλα όσα ακούμε (ή διαβάζουμε) είναι πάντα μια σωστή συμβουλή.
 
Την επόμενη φορά που θα διαβάσετε μια ιστορία στην εφημερίδα, αναρωτηθείτε: «Να το πιστέψω ή μήπως έχω κάποιον καλό λόγο να αμφιβάλλω;». Και μετά: «Έχει, αλήθεια, καμία σημασία αν το πιστεύω ή όχι;».
 
Οι αρχαίοι σκεπτικιστές νόμιζαν πως η αναβολή της έκδοσης απόφασης ελάττωνε το άγχος της καθημερινότητας. Δοκιμάστε το και εσείς και δείτε αν λειτουργεί.
Η ζωή είναι αμφιβολία -Miguel de Unamuno y Jugo

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου