Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Ὑπὲρ Μεγαλοπολιτών (6-10)

[6] Ἀλλὰ νὴ Δία ταῦτα μὲν οὕτως δεῖν ἔχειν φήσομεν, δεινὸν δ᾽ εἰ, πρὸς οὓς παρεταττόμεθ᾽ ἐν Μαντινείᾳ, τούτους συμμάχους αἱρησόμεθα, εἶτα βοηθήσομεν τούτοις ἐναντί᾽ ἐκείνοις μεθ᾽ ὧν τότ᾽ ἐκινδυνεύομεν. κἀμοὶ ταῦτα δοκεῖ, προσδεῖσθαι δ᾽ ἔτι τοῦ «τὰ δίκαια ποιεῖν ἐθελόντων τῶν ἑτέρων.»

[7] εἰ μὲν τοίνυν ἐθελήσουσιν εἰρήνην ἅπαντες ἄγειν, οὐ βοηθήσομεν τοῖς Μεγαλοπολίταις· οὐδὲν γὰρ δεήσει· ὥστ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν ὑπεναντίον ἡμῖν ἔσται πρὸς τοὺς συμπαραταξαμένους, σύμμαχοι δ᾽ ἡμῖν οἱ μὲν ὑπάρχουσιν, ὥς φασιν, οἱ δὲ προσγενήσονται νυνί.

[8] καὶ τί ἂν ἄλλο βουλοίμεθα; ἐὰν δ᾽ ἀδικῶσι καὶ πολεμεῖν οἴωνται δεῖν, εἰ μὲν ὑπὲρ τούτου μόνον βουλευτέον, εἰ χρὴ Μεγάλην πόλιν ἡμᾶς προέσθαι Λακεδαιμονίοις ἢ μή, δίκαιον μὲν οὔ, συγχωρῶ δ᾽ ἔγωγ᾽ ἐᾶσαι καὶ μηδὲν ἐναντιωθῆναι τοῖς γε τῶν αὐτῶν μετασχοῦσι κινδύνων· εἰ δ᾽ ἅπαντες ἐπίστασθ᾽ ὅτι, ταύτην ἂν ἕλωσιν, ἴασ᾽ ἐπὶ Μεσσήνην, φρασάτω τις ἐμοὶ τῶν νῦν χαλεπῶν τοῖς Μεγαλοπολίταις, τί τόθ᾽ ἡμῖν συμβουλεύσει ποιεῖν. ἀλλ᾽ οὐδεὶς ἐρεῖ.

[9] καὶ μὴν πάντες ἐπίστασθ᾽ ὡς, καὶ παραινούντων τούτων καὶ μή, βοηθητέον, καὶ διὰ τοὺς ὅρκους οὓς ὀμωμόκαμεν Μεσσηνίοις, καὶ διὰ τὸ συμφέρον εἶναι κατοικεῖσθαι ταύτην τὴν πόλιν. σκοπεῖσθε δὴ πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς ποτέραν τὴν ἀρχὴν καλλίονα καὶ φιλανθρωποτέραν ποιήσεσθε τοῦ μὴ ᾽πιτρέπειν ἀδικεῖν Λακεδαιμονίοις, τὴν ὑπὲρ Μεγάλης πόλεως ἢ τὴν ὑπὲρ Μεσσήνης.

[10] νῦν μέν γε βοηθεῖν δόξετ᾽ Ἀρκάσι, καὶ τὴν εἰρήνην σπουδάζειν εἶναι βεβαίαν, ὑπὲρ ἧς ἐκινδυνεύσατε καὶ παρετάξασθε· τότε δ᾽ εὔδηλοι πᾶσιν ἔσεσθε οὐ τοῦ δικαίου μᾶλλον εἵνεκα Μεσσήνην εἶναι βουλόμενοι ἢ τοῦ πρὸς Λακεδαιμονίους φόβου. δεῖ δὲ σκοπεῖν μὲν καὶ πράττειν ἀεὶ τὰ δίκαια, συμπαρατηρεῖν δ᾽ ὅπως ἅμα καὶ συμφέροντ᾽ ἔσται ταῦτα.

***
[6] Μα τον Δία, θα δεχτούμε ότι έτσι έπρεπε να έχουν αυτά· θα ήταν όμως φοβερό να προτιμήσουμε ως συμμάχους μας αυτούς που αντιμετωπίσαμε στη Μαντίνεια και στη συνέχεια να τους βοηθήσουμε εναντίον εκείνων με τους οποίους μοιραστήκαμε τότε τους κινδύνους. Και εγώ είμαι της ίδιας γνώμης, αλλά να προστεθεί η φράση «εφόσον και οι άλλοι είναι αποφασισμένοι να κάνουν αυτό που είναι δίκαιο».

[7] Αν λοιπόν είναι όλοι αποφασισμένοι να τηρήσουν την ειρήνη, δεν θα βοηθήσουμε τους Μεγαλοπολίτες, γιατί δεν θα χρειαστεί· επομένως, δεν θα υπάρξει από την πλευρά μας τίποτε εντελώς εχθρικό προς τους «εν όπλοις» συντρόφους μας· εξάλλου, οι μεν είναι σίγουροι σύμμαχοί μας, όπως δηλώνουν, οι άλλοι θα γίνουν τώρα.

[8] Τι περισσότερο λοιπόν θα θέλαμε; Αν όμως οι Λακεδαιμόνιοι ενεργήσουν με άδικο τρόπο και πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να κάνουν πόλεμο, τότε, αν το ζήτημα για το οποίο πρέπει να αποφασίσουμε είναι τούτο μόνο, αν δηλαδή είναι σωστό να θυσιάσουμε τη Μεγαλόπολη σ᾽ αυτούς ή όχι, δεν είναι βέβαια δίκαιο, ωστόσο εγώ προσωπικά συμφωνώ να τους αφήσουμε και να μην εναντιωθούμε καθόλου σ᾽ αυτούς που μοιράστηκαν τους ίδιους κινδύνους με μας· από την άλλη όμως, αν όλοι γνωρίζετε καλά ότι μετά την κατάληψη της Μεγαλόπολης θα βαδίσουν εναντίον της Μεσσήνης, ας μου πει κάποιος από αυτούς που κρατούν τώρα σκληρή στάση απέναντι στους Μεγαλοπολίτες τι θα μας συμβουλεύσει τότε να κάνουμε. Δεν πρόκειται όμως να μου απαντήσει κανένας.

[9] Και όμως όλοι γνωρίζετε καλά, είτε μας το συνιστούν οι ομιλητές είτε όχι, ότι πρέπει να βοηθήσουμε τους Μεσσηνίους και γιατί είμαστε δεσμευμένοι από τους όρκους που δώσαμε σ᾽ αυτούς και γιατί είναι προς το συμφέρον μας να υπάρχει αυτή η πόλη. Αναρωτηθείτε απλώς πότε θα αρχίζατε την αντίστασή σας στις αδικίες των Λακεδαιμονίων με περισσότερη τιμή και γενναιοφροσύνη, στην περίπτωση υπεράσπισης της Μεγαλόπολης ή στην περίπτωση υπεράσπισης της Μεσσήνης.

[10] Στην πρώτη περίπτωση θα δείξετε ότι βοηθάτε τους Αρκάδες και ότι ενδιαφέρεστε για τη διασφάλιση της ειρήνης, για την οποία αντιμετωπίσατε κίνδυνο και πολεμήσατε· στην άλλη περίπτωση όμως θα δουν όλοι καθαρά ότι επιθυμείτε να υπάρχει αυτή η πόλη όχι τόσο χάριν του δικαίου όσο από φόβο προς τους Λακεδαιμονίους. Πρέπει κανείς να προσπαθεί πάντοτε να βλέπει ποιο είναι το δίκαιο και να ενεργεί σύμφωνα με αυτό· παράλληλα όμως να προσέχει αν αυτό θα είναι προς το συμφέρον του.

Ο Αριστοτέλης και η προβληματική του πλατωνικού αγαθού

Η θεωρία του Πλάτωνα για την αναζήτηση του αγαθού δεν έχει να κάνει μόνο με τον κόσμο των ιδεών που υπερέχει από εκείνο των αισθήσεων, αλλά και με την έννοια της ολότητας που του αποδίδεται. Αν και ο Πλάτωνας δεν ξεκαθάρισε ποτέ επακριβώς τι ορίζει ως αγαθό, γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κάτι υπέρτατο, εξόχως πνευματικό, που καθορίζει τα πάντα και αφορά το σύνολο όχι μόνο της ανθρώπινης δράσης, αλλά της ζωής γενικότερα.
 
Στο βιβλίο των αρχαίων ελληνικών του ΟΕΔΒ για τη θεωρητική κατεύθυνση της Γ΄ Λυκείου αναφέρεται σχετικά: «Ο Πλάτωνας δε δίνει μια σαφή ερμηνεία για αυτόν τον όρο που είναι από τους βασικότερους στο φιλοσοφικό του σύστημα παρά αρκείται σε ορισμένους υπαινιγμούς. Αγαθόν πάντως είναι α) το είναι κι ό,τι διατηρεί το είναι· β) η τάξη, ο κόσμος και η ενότητα που διαπερνά και συνέχει την πολλαπλότητα· γ) ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη (Πολ. 509a). Η έκφραση αυτό το αγαθόν φαίνεται να δηλώνει την ύψιστη αρχή και την πηγή του όντος και της γνώσης». (σελ. 120).
 
Αυτή – η σχεδόν θεϊκή – απόδοση του αγαθού δεν αφορά μόνο τη δημιουργία και τη διατήρηση της ζωής (είναι κι ό,τι διατηρεί το είναι), αλλά και τη συνέχεια του κόσμου ως ρυθμιστής της πολλαπλότητας προς επίτευξη της τάξης. Η τάξη, οι νόμοι που διέπουν τον κόσμο είναι η εγγύηση της ενότητας, αφού αλλιώς η πολλαπλότητα (που καθορίζεται π.χ. από τις διαφορετικές καιρικές συνθήκες, την εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, την εναλλαγή των εποχών, τη διαφορετικότητα των ζωντανών οργανισμών και ούτω καθεξής) θα οδηγούσε στο ασυνάρτητο. Ο άνθρωπος, αν θέλει να προσεγγίσει την τελειότητα αυτής της σύνθετης τάξης που διέπει τον κόσμο (μέσω όλων των εκφάνσεων της πολλαπλότητας), δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταφύγει στις ιδέες. Μόνο η γνώση και η επιστήμη μπορούν να αντιπαρατεθούν στο μεγαλείο της φυσικής ισορροπίας που κυβερνά τον κόσμο. Κι αυτός είναι ο λόγος που συγκαταλέγονται επίσης στον ορισμό του αγαθού (ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη), ως μοναδικό εργαλείο του ανθρώπου για να το κατανοήσει.
 
Από την πλευρά του, ο μεγάλος μαθητής του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην τοποθέτηση του δασκάλου του: «Ίσως, πράγματι, είναι προτιμότερο να εξετάσουμε σε βάθος το κορυφαίο αγαθό ως μια καθολική οντότητα και να αναρωτηθούμε τι ακριβώς θέλει αυτό να πει». (1096a 6, 12-13). Το σίγουρο είναι ότι ο μαθητής έρχεται σε δύσκολη θέση, αφού δεν είναι εύκολο να αντιπαρατεθεί στο μεγάλο δάσκαλο: «Φυσικά, μια τέτοια συζήτηση καταντάει να είναι πολύ επίπονη, αφού αυτοί που παρουσίασαν τη θεωρία για τις Ιδέες ήταν φίλοι μας». (1096a 6, 13-15).
 
Στη φιλοσοφία, όμως, δε χωράνε συναισθηματισμοί. Αυτό που προέχει είναι η αναζήτηση της αλήθειας, αρχή που υποστηρίζουν ομόφωνα τόσο ο δάσκαλος, όσο και ο μαθητής: «Ίσως όμως κανείς δε θα διαφωνήσει ότι είναι καλύτερο – κάτι παραπάνω: ότι είναι ανάγκη – να είμαστε έτοιμοι ακόμη και τις πιο προσωπικές μας αντιλήψεις να αναιρέσουμε, αν είναι με τον τρόπο αυτό να σωθεί η αλήθεια – έναν λόγο παραπάνω αφού είμαστε και φιλόσοφοι: έχοντας κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε δύο φίλους, έχει ιερό χρέος να προτιμήσει την αλήθεια». (1096a 6,15-18).
 
Ο Αριστοτέλης διαφωνεί πρωτίστως στην εκδοχή της ολότητας που προτάσσει το πλατωνικό αγαθό, αφού η ολότητα εκμηδενίζει όλα τα όρια παραβλέποντας τη διαφορετικότητα των τομέων της ανθρώπινης (κι όχι μόνο) δράσης. Σε τελική ανάλυση, μια τέτοια εκδοχή δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην ασάφεια, καθώς ταυτίζεται με όλες τις εκδοχές του «είναι», παράμετρος που λειτουργεί περισσότερο χαοτικά παρά διαφωτιστικά: «Επειδή η λέξη “αγαθό” χρησιμοποιείται με όσες σημασίες και η λέξη “είναι” (λέγεται, πράγματι, στην κατηγορία της ουσίας, π.χ. για το θεό και για το νου, στην κατηγορία της ποιότητας, π.χ. για τις αρετές, στην κατηγορία της ποσότητας, π.χ. για το σωστό μέτρο, στην κατηγορία της σχέσης, π.χ. για το χρήσιμο, στην κατηγορία του χρόνου, π.χ. για την κατάλληλη στιγμή, στην κατηγορία του τόπου, π.χ. για την τοποθεσία διαμονής, και ούτω καθεξής), είναι φανερό ότι το “αγαθό” δεν μπορεί να είναι μια λέξη κοινή, κάτι το καθολικό και ένα· γιατί τότε δε θα χρησιμοποιούνταν για όλες τις κατηγορίες, αλλά μόνο για μία». (1096a 6, 26-32).
 
Κατ’ επέκταση, τίθεται και η προβληματική της ολότητας του συνόλου των επιστημών: «Δεδομένου ότι για όλα όσα εμπίπτουν σε μία Ιδέα υπάρχει και μία επιστήμη, μία επιστήμη θα έπρεπε να υπάρχει και για όλα τα αγαθά. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι υπάρχουν πολλές, ακόμη και στην περίπτωση που ο προσδιορισμός “αγαθό” χρησιμοποιείται για πολλά επιμέρους πράγματα κάτω από την ίδια κατηγορία. Παράδειγμα η κατηγορία της κατάλληλης στιγμής: με την κατάλληλη στιγμή στον πόλεμο ασχολείται η επιστήμη της στρατηγικής, ενώ με την κατάλληλη στιγμή στην αρρώστια η ιατρική· με το μέτρο στην τροφή η ιατρική, ενώ με το μέτρο στην άθληση η γυμναστική». (1096a 6, 33-38).
 
Ο Αριστοτέλης διαφωνεί, επίσης, και με τη χρήση του όρου «καθεαυτό» που χρησιμοποιείται από τους πλατωνιστές όταν αναφέρονται στο αγαθό. Η επίκληση της λέξης «καθεαυτό» (καθεαυτό αγαθό) επιδιώκει να αποδώσει την ύψιστη καθαρότητα στην έννοια δίνοντας τη σημασία της βαθύτερης ουσίας, την τελική της υπόσταση. Ο Αριστοτέλης βρίσκει ότι μια τέτοια απόδοση στερείται νοήματος: «Μπορεί επίσης κανείς να αναρωτηθεί τι θέλουν άραγε να πουν με αυτό το “καθεαυτό” που προσθέτουν στα επιμέρους πράγματα, δεδομένου ότι και για τον “άνθρωπο καθεαυτόν” και για τον “άνθρωπο” ο ορισμός είναι ένας και ο αυτός – αφού είναι άνθρωποι, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στον έναν και στον άλλον. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε καμιά επίσης διαφορά και ανάμεσα στο “αγαθό καθεαυτό” και στο “αγαθό”». (1096a 6, 38-39 – 1096b 6, 1-3).
 
Σε τελική ανάλυση, είναι σαν να επιχειρείται η απόδοση της έννοιας του αγαθού με μια πλήρη-ισοπεδωτική γενίκευση, που εκμηδενίζει όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά προτάσσοντας το ενιαίο της ουσίας, της ποιότητας και της δυνατότητας συσχετισμού κάθε πράγματος, παράγοντες που εν πολλοίς διαμορφώνουν το αποκαλούμενο «καθεαυτό»: «Η λέξη όμως αγαθό είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται και στην κατηγορία της ουσίας και στην κατηγορία της ποιότητας και στην κατηγορία της σχέσης, και το “καθεαυτό”, δηλαδή η ουσία, προηγείται φύσει από το “ενσχέσει προς” (γιατί η σχέση μοιάζει με παραφυάδα και με συμπληρωματική, δευτερεύουσα ιδιότητα του όντος) – και άρα δεν μπορεί να υπάρχει μια κοινή Ιδέα για την ουσία και για τη σχέση». (1096a 6, 21-26).
 
Βεβαίως, ο Αριστοτέλης προς αποσαφήνιση όλων των παραμέτρων δε θα μπορούσε να αποσιωπήσει τον πλατωνικό διαχωρισμό των αγαθών σε «καθεαυτά» και «για χάρη εκείνων», αναγνωρίζοντας ότι ενδεχομένως ο διαχωρισμός αυτός να επιφέρει αντιρρήσεις στα όσα μέχρι τώρα υποστήριξε: «Διαφαίνεται, πάντως, μια αντίρρηση πάνω σε όσα είπαμε ως τώρα, με το σκεπτικό ότι οι υποστηρικτές των Ιδεών δε μιλούν για όλα τα αγαθά, αλλ’ ότι με το νόημα της μιας Ιδέας μιλούν μόνο για τα αγαθά που επιδιώκονται και αγαπώνται γι’ αυτό που είναι τα ίδια, ενώ τα αγαθά που έχουν τη δύναμη να γεννούν τα αγαθά που είπαμε, να διαφυλάττουν – κατά κάποιο τρόπο ή να εμποδίζουν το αντίθετο, λέγονται “αγαθά για χάρη εκείνων”, και, πάντως, με ένα νόημα δευτερεύον». (1096b 6, 9-15).
 
Εν τέλει, πλατωνικά πάντα, υπάρχουν δύο ειδών αγαθά: «Είναι, άρα, φανερό ότι για τα αγαθά μπορούμε να μιλούμε με δύο τρόπους: αγαθά καθεαυτά και αγαθά για χάρη εκείνων». (1096b 6, 15-16). Ο Αριστοτέλης, αφού ονομάσει τα αγαθά που υπάρχουν προς εξασφάλιση των καθεαυτό αγαθών ωφέλιμα αγαθά, θα προχωρήσει στο κατά πόσο τα καθεαυτά αγαθά μπορούν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση της πλατωνικής Ιδέας. «Χωρίζοντας λοιπόν τα ωφέλιμα αγαθά από τα καθεαυτά αγαθά, ας εξετάσουμε αν τα κεθεαυτά αγαθά ονομάζονται αγαθά με το νόημα της μιας Ιδέας». (1096b 6, 17-18).
 
Κι εδώ ξεκινά ένας νέος κύκλος προβληματισμών: «Ποια αγαθά θα βάζαμε στον αριθμό των καθεαυτά αγαθών; Θα ήταν αυτά που οι άνθρωποι τα επιδιώκουν ακόμη κι όταν μένουν μόνα τους, π.χ. τη φρόνηση και την όραση, καθώς και κάποιες ηδονές και τιμές;» (1096b 6, 18-20). Τα πράγματα δεν είναι καθόλου ξεκάθαρα: «Αυτά, πράγματι, τα αγαθά θα τα έβαζε κανείς στα καθεαυτά αγαθά, ακόμη κι αν οι άνθρωποι τα επιδιώκουν για χάρη κάποιων άλλων». (1096b 6, 21-22).
 
Το δυσδιάκριτο του διαχωρισμού των πλατωνικών αγαθών δεν μπορεί παρά να γεννήσει νέα ερωτήματα: «Ή μήπως αγαθό καθεαυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η Ιδέα του αγαθού;» (1096b 6, 22-23). Βρισκόμαστε ξανά μπροστά στην ολότητα του πλατωνικού αγαθού, που είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, καθώς η διαφορετικότητα των ορισμών σε όλα τα προαναφερθέντα αγαθά την αποκλείει: «Οι ορισμοί […] της τιμής, της φρόνησης και της ηδονής ως μορφών του αγαθού είναι χωριστοί και διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Το “αγαθό”, επομένως, δεν είναι κάτι το κοινό με το νόημα μιας Ιδέας». (1096b 6, 26-29). Κι αν πρέπει το θέμα να διατυπωθεί αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα το θέσει ξεκάθαρα: «στην περίπτωση αυτή η Ιδέα δε θα έχει κανένα απολύτως περιεχόμενο». (1096b 6, 23).
 
Πράγματι, τι νόημα μπορεί να έχει μια Ιδέα, που τελικά συνταιριάζει τα ασυνταίριαστα, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει, πολύ περισσότερο να εφαρμόσει ή να αναζητήσει, και δεν μπορεί ούτε να διατυπωθεί επακριβώς ακόμη και από αυτόν που τη συνέλαβε; «… και αν ακόμη υπήρχε ένα αγαθό που να μπορεί να λέγεται από κοινού για τα αγαθά, ή ένα χωριστό αυθύπαρκτο αγαθό, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε ούτε να γίνει πράξη ούτε να αποκτηθεί από τον άνθρωπο. Εμείς όμως ένα τέτοιο αγαθό αναζητούμε τώρα». (1096b 6, 36-39).
 
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της αριστοτελικής διαφωνίας με το μεγάλο του δάσκαλο. Ο Πλάτωνας αναζητά το πεδίο της αλήθειας έξω από τα μέτρα του ανθρώπου. Γι’ αυτό εκθειάζει τον κόσμο των Ιδεών υποτιμώντας τις αισθήσεις. Για τον Πλάτωνα ο αισθητός κόσμος δεν είναι πραγματικός. Είναι το απείκασμα της πραγματικότητας, μια ψεύτικη αντανάκλαση του αληθινού κόσμου, του κόσμου των Ιδεών. Εκείνοι που εγκλωβίζονται στα δεσμά του αισθητού κόσμου είναι οι απαίδευτοι άνθρωποι, οι δεσμώτες, που δε θα μπορέσουν ποτέ να δουν το αληθινό φως, εκτός αν καταφέρει να τους απεγκλωβίσει ο φιλόσοφος. Η άγνοια και η εμμονή στην περιορισμένη αντιληπτική δυνατότητα των αισθήσεων θα τους στερήσει τη θέαση του αγαθού.
 
Για τον Αριστοτέλη, ένα τέτοιο αγαθό, ξεκομμένο από τα ανθρώπινα μέτρα στερείται νοήματος. Ο Αριστοτέλης είναι ο φιλόσοφος που πατά με τα δυο πόδια πάνω στη γη. Οι αισθήσεις έχουν γι’ αυτόν τεράστια σημασία. Ο άνθρωπος είναι αδύνατο να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα αν δε βασιστεί στις αισθήσεις του. Γι’ αυτό και τα περισσότερα παραδείγματα που χρησιμοποιεί στηρίζονται στην παρατήρηση. Για τον Αριστοτέλη η φιλοσοφία δεν είναι απλώς μια θεωρητική κατασκευή, που αφήνει τον άνθρωπο απ’ έξω. Αντίθετα, οφείλει να έχει συνεχώς το βλέμμα της πάνω στον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Φιλοσοφία ξεκομμένη από τον άνθρωπο, δεν είναι φιλοσοφία, όπως και αγαθό που δεν αφορά τις ανθρώπινες δυνατότητες δεν είναι αγαθό.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που το πλατωνικό αγαθό είναι αδύνατο να τον ικανοποιήσει: «θα μπορούσε ίσως κανείς να το θεωρήσει σωστό να γνωρίσουμε το απόλυτο αυτό αγαθό με το βλέμμα μας στραμμένο στα αγαθά που μπορούν να αποκτηθούν και να πραγματοποιηθούν: έχοντάς το ως πρότυπο και ως υπόδειγμα, θα γνωρίσουμε καλύτερα αυτά που είναι αγαθά για μας, και γνωρίζοντάς τα, θα τα επιτύχουμε και θα τα αποκτήσουμε ευκολότερα». (1097a 6, 1-4).
 
Εξάλλου, αυτός είναι και ο τρόπος που δουλεύουν οι επιστήμες: «μολονότι όλες τους επιδιώκουν κάποιο αγαθό και ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να καλύψουν το κενό που δημιουργεί η έλλειψή του, αφήνουν στην άκρη τη γνώση του απόλυτου, του καθεαυτό αγαθού – και, φυσικά, δεν είναι καθόλου εύλογο, μια τόσο μεγάλη βοήθεια όλοι ανεξαίρετα οι εκπρόσωποι των τεχνών να την αγνοούν και να μη ζητούν να ωφεληθούν από αυτήν». (1097b 6, 6-9).
 
Ακόμη και οι πρακτικές-χειρωνακτικές τέχνες είναι αδύνατο να καθοδηγηθούν από την Ιδέα του πλατωνικού αγαθού: «Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να δει τι όφελος θα έχει για την τέχνη ο υφάντης ή ο μαραγκός από τη γνώση αυτού του απόλυτου αγαθού, ή πώς θα γίνει καλύτερος γιατρός ή καλύτερος στρατηγός αυτός που θα έχει αντικρίσει την ίδια τη σχετική Ιδέα. Προφανώς ούτε την υγεία την εξετάζει ο γιατρός με αυτόν τον τρόπο· αυτό που εξετάζει είναι η υγεία του ανθρώπου, ίσως μάλιστα η υγεία του συγκεκριμένου ανθρώπου· γιατί ο γιατρός θεραπεύει συγκεκριμένα άτομα». (1097a 6, 10-16).
 
Τα απόλυτα δεν έχουν σχέση με τα ανθρώπινα κι αυτή είναι η βαθύτερη προβληματική του πλατωνικού αγαθού. Από αυτή την άποψη, και η αναζήτηση της αλήθειας δεν μπορεί παρά να αφορά τα ανθρώπινα μεγέθη. Μιλάμε, δηλαδή, όχι για την απόλυτη, αλλά για την ανθρώπινη αλήθεια. Κι αυτό δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις διδασκαλίες των σοφιστών, γιατί εκείνοι προχώρησαν στην άρνηση της αλήθειας υποστηρίζοντας τη δυναμική της υποκειμενικότητας. Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι υπάρχει ο δρόμος της αλήθειας κι αυτόν προσπαθεί να ακολουθήσει με όση αντικειμενικότητα διαθέτει. Όμως, ο δρόμος αυτός οφείλει να μην υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα. Γιατί, αν τα υπερβεί, αχρηστεύεται.
 
Αριστοτέλης: «Ηθικά Νικομάχεια»

Κανέναν δεν μπορείς να σώσεις αν δεν θέλει να σωθεί

Ποιος δεν έχει νιώσει κάποια στιγμή την ανάγκη να βοηθήσει κάποιον που είναι φανερό πως χρειάζεται βοήθεια; Να γίνει για λίγο μικρός ή μεγάλος ήρωας και σωτήρας για κάποιον άλλο; Και ποιος δεν έχει νιώσει αργά ή γρήγορα απογοήτευση στη διαπίστωση πως κανέναν δεν μπορείς να σώσεις αν δεν θέλει ο ίδιος να σωθεί;

Οι ήρωες είναι αναπόσπαστο κομμάτι των επιρροών μας παιδιόθεν και αν κρίνουμε από τον διεθνή κινηματογράφο που αναπαράγει κι ενδυναμώνει διαρκώς τους ήδη υπάρχοντες ήρωες των παιδικών μας χρόνων – ενώ παράλληλα δεν παύει να δημιουργεί συνεχώς καινούργιους – φαίνεται πως εξακολουθεί να παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μας. Ίσως γιατί είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδεατής φύσης μας, την οποία αφού αδυνατούμε να προσεγγίσουμε αλλιώς, αρκούμαστε να προσεγγίσουμε μέσω αυτών, εικονικά έστω.

Δεν είναι λίγες οι φορές ωστόσο που κάποιος δίπλα μας, κοντά μας ή και εντελώς άγνωστος, ζητάει τη βοήθειά μας, εκλιπαρεί γι’ αυτήν ή και την απαιτεί ίσως. Και τότε, συνήθως αυτόματα, σπεύδουμε να τον βοηθήσουμε με όποιον τρόπο μπορούμε, σύμφωνα πάντα με τις επιταγές της ηθικής μας, του δεσμού που μας συνδέει μαζί του ή τον βαθμό της κοινωνικής μας ευαισθησίας.

Η αλληλεγγύη και ο ανθρωπισμός μας επιβάλλουν να συνδράμουμε στην αδυναμία του άλλου. Και η ενσυναίσθηση ή η υψηλή αίσθηση ευθύνης, μας οδηγεί σαν πυξίδα σ’ αυτούς πολλές φορές, υπαγορεύοντάς μας να βρούμε λύσεις που εκείνοι δεν μπόρεσαν να βρουν για τους ίδιους. Και αυτό είναι υπέροχο, ειδικά όταν δεν γίνεται για προβολή του Εγώ και κοινωνικές ή άλλες σκοπιμότητες. Γιατί ενισχύει τα υψηλά μας αισθήματα προς τον συνάνθρωπο, ενδυναμώνει την πίστη μας στο καλό και ικανοποιεί την ανάγκη μας για προσφορά.

Μέχρις ενός σημείου όμως. Μέχρι το σημείο που εκείνος αρνείται την βοήθειά μας, ή αρχίζει να στηρίζεται εξ ολοκλήρου σ’ αυτήν, αρνούμενος την ευθύνη του για τη ζωή του και απομυζώντας μας κυριολεκτικά, απαιτώντας να είμαστε διαρκώς αρωγός του προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει. Γιατί είναι άλλο να απλώνεις το χέρι σου σε κάποιον που πέφτει στο γκρεμό για να τον βοηθήσεις να στηριχτεί και να ορθοποδήσει και άλλο να απαιτεί να τον πιάσεις χωρίς εκείνος να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να ακουμπήσει έστω το χέρι σου. Και γιατί είναι άλλο να βοηθάς κάποιον που πνίγεται να σωθεί και άλλο να τον αφήσεις να γαντζωθεί επάνω σου κινδυνεύοντας έτσι να σε παρασύρει στον πνιγμό μαζί του.

Το ενδιαφέρον και η ευθύνη μας για τη ζωή και την ευημερία του άλλου, είναι απόδειξη πως είμαστε άνθρωποι. Αν όμως αυτά δεν συνάδουν με την αναγνώριση της ευθύνης που έχει ο καθένας απέναντι στη δική του ζωή πρωτίστως, καταλήγει δυστυχώς, καταχρηστικό κι ανούσιο.

Ο έρωτας χτίζεται από ολόκληρους ανθρώπους και όχι δύο μισά

Η χειρότερη από τις αντιλήψεις που έμαθαν και μετέφεραν οι γονείς στα παιδιά τους είναι πως υποτίθεται ότι βρισκόμαστε στην αναζήτηση του άλλου μας μισού. Γιατί να μην προσπαθούμε να βρούμε κάποιον ολόκληρο αντί να συμβιβαστούμε με κάποιον μισό;
 
Ο έρωτας που προτείνουμε χτίζεται μεταξύ ολόκληρων ανθρώπων που συναντιούνται, όχι ανάμεσα σε δύο μισά που χρειάζονται το ένα το άλλο για να νιώσουν ολόκληρα. Όλες οι ιστορίες αγάπης καταλήγουν σ’ ένα ευτυχές τέλος: «Παντρεύτηκαν, κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…» Ας ξυπνήσουμε τους κοιμισμένους: η σχέση δεν είναι έτσι. Η σχέση είναι ένας νέος δρόμος – μία πρόκληση.
 
Αυτό που μπορώ να περιμένω από μία σχέση είναι ένας σύντροφος στο δρόμο μου, στη ζωή, κάποιος που να με τρέφει και με τη σειρά του να τρέφεται από την παρουσία μου. Αλλά πάνω απ’ όλα, κάποιος που δεν θα παρεμβαίνει στο δρόμο της ζωής μου.
Όταν χρειάζομαι τον άλλο για να ζήσω, η σχέση μετατρέπεται σε εξάρτηση.
Και υπό εξάρτηση, επιλογές δεν μπορούν να γίνουν.
Και χωρίς επιλογή δεν υπάρχει ελευθερία.
Και χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει αληθινός έρωτας.
Και χωρίς αληθινό έρωτα μπορεί να υπάρχουν γάμοι, αλλά δεν υπάρχει σχέση.

Πόνος vs Χαρά

Αναλογίστηκες ποτέ πόσο περισσότερο πονάς από ότι χαίρεσαι; Πόσο πολύ μοιράζεσαι τον πόνο σου και πόσο λίγο τη χαρά σου;

Μήπως με την πρώτη ευκαιρία αυτομαστιγώνεσαι κιόλας;

Πες μου, έχεις βρει τρόπο να ενεργοποιείς το κουμπί της χαράς εντός σου;

Κάνε μια αυτοπαρατήρηση και θυμήσου, πόσο εύκολα αναζητάς από τους άλλους να σου απαλύνουν τον πόνο;

Από την μάνα, να σε χαϊδέψει και να σε πάρει αγκαλιά να κλάψεις στον ώμο της, μέχρι την κολλητή ή τον κολλητό, να σου επιβεβαιώσει το δίκιο σου και την υπεροχή σου έναντι όλων των άλλων! Για το ζευγάρι σου δε, άσε μη το συζητάς… ΕΔΩ ΥΠΑΡΧΕΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ. Πρέπει να σου απαλύνει τον πόνο αλλιώς γιατί είστε ζευγάρι , σωστά;

Όλες όμως αυτές οι λύσεις που χρησιμοποιείς είναι έξω από σένα. Αν η μαμά έχει χρόνο θα σε ¨κανακέψει¨, αν δεν έχει θα απογοητευτείς ακόμη περισσότερο και ο πόνος θα αυξηθεί. Αν ο κολλητός έχει τα δικά του θα σου πει μια κουταμάρα και θα σε πάει πιο κάτω και από εκεί που ήσουν. Για το ζευγάρι σου ξέρεις, το ‘χεις περάσει πολλές φορές. Στην αρχή της σχέσης είναι το απόλυτο όπλο έναντι του πόνου γιατί υπάρχει έρωτας. Κι ο έρωτας γιατρεύει κάθε πληγή. Όμως αν ο έρωτας αυτός έχει ημερομηνία λήξης; έληξε μαζί του και η δράση του παυσίπονού σου και τότε επιστρέφεις στη μοναξιά.

Στο σημείο αυτό της ύπαρξης που είσαι υποχρεωμένος να αντέξεις, να αντέξεις τη μόνη-αξία τη δική σου. Κι εκεί μέσα από επιλογή και πνευματική ανάταση να προετοιμαστείς να ενεργοποιήσεις το κουμπί της χαράς και του ορφικού έρωτα. Του έρωτα αυτού που αντιπροσωπεύει το δυναμικό στοιχείο πάσης γενέσεως και φωτός!

Στο σημείο αυτό που όταν βρεθείς ο πόνος είναι περιστασιακός. Έρχεται μόνο για να σου θυμίσει το μεγαλείο της χαράς. Της χαράς που δεν έχει όρια ούτε αρχή κ τέλος. Της χαράς που είναι εδώ και σε περιμένει να την ανακαλύψεις. Εδώ έχεις να κάνεις μόνο μία κίνηση. Να σπάσεις το ταβάνι αυτό που σε χωρίζει από εκείνη.

Ξεκίνα αποφασίζοντας ένα πράγμα: ¨φτάνει πια δεν θέλω να εξελίσσομαι μέσα από πόνο. Επιλέγω το μονοπάτι της χαράς¨

Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω να σε προϋπαντήσω.

Καλωσήρθες!

Ανάγκες και επιθυμίες: Δύο διαφορετικές έννοιες που συγχέονται

Δεν είναι λίγες οι φορές που συγχέουμε τις ανάγκες μας με τις επιθυμίες μας. Επομένως δε μπορούμε να καλύψουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, δημιουργώντας ένα κενό το οποίο χρειάζεται να καλυφθεί και συχνά γίνεται με λάθος τρόπο. Μπορεί για παράδειγμα να χρειαζόμαστε συναισθηματική φροντίδα (ανάγκη) και να προσπαθούμε να το καλύψουμε αγοράζοντας ρούχα (επιθυμία). Εξίσου σύνηθες φαινόμενο είναι και να μη γνωρίζουμε τις ανάγκες μας και τις επιθυμίες μας καταπιέζοντας με αυτό τον τρόπο τον εαυτό μας.

Ο κάθε άνθρωπος έχει ανάγκες και επιθυμίες και είναι δικιά του ευθύνη να τις αναγνωρίσει αλλά και να τις φροντίσει. Με τον όρο ανάγκη εννοούμε αυτό που χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε. Οι επιθυμίες χωρίζονται σε μικρές, που αλλιώς λέγονται προτιμήσεις των οποίων η πραγματοποίηση μας φέρνει χαρά και σε μεγάλες, οι οποίες κινούνται σε μια γενικότερη κατεύθυνση και η πραγματοποίησή τους μας φέρνει αίσθηση πληρότητας. Οι επιθυμίες ωστόσο δεν είναι ανάγκες, δεν είναι κάτι που χρειαζόμαστε αλλά κάτι που θέλουμε.

Οι ανάγκες είναι η τροφή, το καταφύγιο, ο ρουχισμός, η ιατρική περίθαλψη, η σωματική και συναισθηματική φροντίδα, η εκπαίδευση, η πνευματικότητα, το σεξ και οι οικονομικοί πόροι. Παραδείγματα συναισθηματικής φροντίδας είναι ο χρόνος, η προσοχή και η κατεύθυνση από τους άλλους.

Είναι δική μας ευθύνη να καλύπτουμε τις ανάγκες μας και να ζητάμε βοήθεια μόνο όταν πραγματικά τη χρειαζόμαστε. Συχνά περιμένουμε από τους άλλους να φροντίσουν τις ανάγκες μας και περιμένουμε να ξέρουνε και τον τρόπο. Οι ανάγκες που κυρίως χρειάζονται αλληλεπίδραση για να καλυφθούν είναι η σωματική και συναισθηματική φροντίδα.

Ωστόσο χρειάζεται αφενός να είμαστε σε θέση να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας και να ζητάμε από κάποιον κατάλληλο να τις καλύψει και αφετέρου να μάθουμε να καλύπτουμε τις ανάγκες των άλλων τη κατάλληλη στιγμή. Είναι σημαντικό όμως προτού ανταποκριθούμε στο αίτημα κάποιου για βοήθεια να σκεφτούμε πρώτα εάν προάγουμε με αυτό τον τρόπο κάποια δυσλειτουργική συμπεριφορά και κατ’ επέκταση τη δική μας δυσαρέσκεια. Για παράδειγμα εάν η σύντροφος χρειάζεται τη πλήρη αποκλειστικότητα, επιζητώντας μια εξαρτητική σχέση- εγώ είμαι διατεθειμένος να τη δώσω;

Όσον αφορά τη διάκριση των επιθυμιών σε μικρές και μεγάλες, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μικρών επιθυμιών μπορεί να είναι ένα συγκεκριμένο ρούχο που αν και δεν το «χρειάζομαι» επειδή έχω γεμάτη ντουλάπα, θα με χαροποιούσε να το έχω γιατί το θεωρώ πολύ της μόδας για φέτος και σκέφτομαι ότι θα μου πήγαινε.

Ενδεικτικά παραδείγματα μεγάλων επιθυμιών θα μπορούσαν να είναι η σχέση ή ο γάμος με ένα συγκεκριμένο άτομο, η απόκτηση παιδιού, η λαχτάρα για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, η επιθυμία ανάπτυξης μιας επιχείρησης κτλ.

Είναι βοηθητικό για εμάς να μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να διακρίνουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, να δίνουμε στην επίτευξή τους ή μη επίτευξή τους το συναίσθημα που τους αναλογεί και να υπάρχει μια ισορροπία. Να μη φτάνουμε στο σημείο να ζητάμε ή ακόμη και να απαιτούμε την αποκλειστική κάλυψή τους από τρίτους ούτε όμως και στο άλλο άκρο, να προσπαθούμε να τις καλύψουμε όλες μόνοι μας.

Το να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας και να τους δίνουμε τον απαραίτητο χρόνο και χώρο να εκφραστούν είναι κάτι το οποίο μπορεί να μας οδηγήσει σταδιακά σε μια πιο ισορροπημένη και καλύτερης ποιότητας ζωή.

Οι δυνατοί άνθρωποι ομορφαίνουν την καθημερινότητα μας

Άνθρωπος υγιής πνευματικά, σωματικά και ψυχικά, παλεύει εδώ και καιρό να ξυπνήσει τον γίγαντα της δύναμης που κατοικεί μέσα στην ψυχή του. Αξιοπρεπέστατος και γλυκύτατος, αγωνιά και κοπιάζει εδώ και χρόνια να ελέγξει την ζωή του, να ανακαλύψει τον σκοπό της προσπάθειάς που καταβάλλει, μακριά από την ζεστασιά της αγέλης.

Όλοι οι δρόμοι του οδηγούν στην καλύτερη επιβίωση. Ότι έχασε εύκολα, δύσκολα το ξανακέρδισε. Αντιλαμβάνεται πλήρως αυτό που ζει, μα ταυτόχρονα τα μάτια του κρύβουν μία απεριόριστη δύναμη που έχει καταφέρει να αφυπνίσει, σε σχέση με τους υπόλοιπους που την έχουν ρίξει σε χειμερία νάρκη.

Αν κάτσεις να μιλήσεις μαζί του θα καταλάβεις ότι δύσκολα η ζωή θα τον γονατίσει. Είναι που έμαθε τους φόβους του να τους αντιμετωπίζει με χαμόγελα πόνου. Είναι που τα όνειρά του, διαμορφώνουν μια δύσκολη, μα όμορφη ζωή και κάθε τι καταστροφικό που εμφανίζεται μπροστά του με περίσσεια ψυχική δύναμη το διώχνει.

Ελπίζει πάντα πως υπάρχει μπροστά του και κάτι άλλο που θα τον βοηθάει στις δύσκολες στιγμές του. Ελπίζει, πως στην προσπάθεια και στα θέλω, υπάρχει πάντα ανταπόκριση.

Δεν συνηθίζει να γυρίζει πίσω να βλέπει τις διαδρομές του, μα δεν τις ξεχνάει ποτέ, έμαθε να τις σέβεται. Δύσκολα θυμώνει και δύσκολα σε θυμώνει.

Μένει πάντα εκεί που θέλει με τις όποιες συνέπειες. Στρέφει το βλέμμα του και σε κοιτάει κατάματα και τα μάτια του αντηχούν αλήθειες, η χροιά της φωνής του ηρεμία και καθαρότητα.

Οι δοκιμασίες που πέρασε έχουν πάψει να ηχούν στα αυτιά του, παρά μόνο αν τις ακούσεις να στις εξιστορεί επανέρχονται.

Είναι από εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που από το μηδέν είναι ικανοί να δημιουργήσουν τα πάντα. Καθαρή και επικίνδυνη κατηγορία, που κρατάει καλά φυλαγμένα μέσα της όλα τα βιώματα.

Σκέφτεται, θυμάται, αναβιώνει, διηγείται, νιώθει, συναναστρέφεται, χαμογελάει αλλά δεν νοσταλγεί πια. Προχωράει, πορεύεται, ονειρεύεται, μα κυρίως καρφώνει το βλέμμα του μπροστά και προχωρά αγέρωχα και τίμια.

Αυτή είναι η δύναμή του, ότι ακόμα και αν τον αναγκάζουν να ζει στον κόσμο των άλλων, αυτός δεν τον επιλέγει.

Όλα έχουν ομορφιά, απλά δεν μπορούν οι πάντες να τη δουν

«Κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις» λέει και ξαναλέει επανηλημένα ο σοφός λαός. Το λέει συνήθως για καταστάσεις, μα φαίνεται να λειτουργεί το ίδιο καλά αποτυπώνοντας μία φιλοσοφία για τους ίδιους τους ανθρώπους.

Το γιν και το γιανκ, ο δυισμός στην Αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η επανηλημένα τονισμένη διαφορετικότητα κατά τα αρχαία και νέα συγγράμματα του «φαίνεσθαι» και του «είναι».
Μία αιώνια επανάληψη που παρουσιάζει την ύπαρξη δύο κόσμων στην ανθρώπινη ψυχή, διαγράφοντας το απόλυτο και εξυψώνοντας την θεωρία του σχετικού.

Αυτό που ορίζει την διαφορετικότητα και συνάμα την μοναδικότητα κάθε ανθρώπου, η ψυχή, φαίνεται να μην είναι κάτι το απόλυτο (καλός ή κακός άνθρωπος), αλλά κάτι σχετικό που μέσα του εμπεριέχει όχι έναν αλλά δύο κόσμους. Ακόμα και ο διαχωρισμός στους δύο αυτούς κόσμους είναι σχετικός και ξεχωριστός για κάθε ανθρώπινη ψυχή.

Για παράδειγμα, για κάποιον ο ένας κόσμος να είναι αυτό που παρουσιάζει στους υπόλοιπους ανθρώπους και ο άλλος αυτός που κρατάει για τις ώρες που θα είναι μόνος του. Για άλλον ίσως είναι ο εαυτός που του αρέσει να έχει στην δουλειά και ο εαυτός που επέλεξε να έχει στην προσωπική του ζωή. ‘Ισως ο διαφορετικός τρόπος που αντιδρούμε σε μερικές καταστάσεις να είναι για μερικούς ανθρώπους αυτός ο λεπτός διαχωρισμός.

Για άλλους, λοιπόν, είναι η στιγμή, για άλλους η ύπαρξη ή μη ανθρώπων γύρω του, η σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σε αυτόν και σε εκείνους τους ανθρώπους, οι συγκυρίες, και η τολμηρή απαρίθμηση αυτών που ορίζουν αυτήν την ευαίσθητη διαχωριστική μας γραμμή μπορεί να συνεχίζεται αιώνια, να γίνει τόσο μεγάλη που θα απωθεί όποιον τυχόν αναγνώστη μπει στην παγίδα να την διαβάσει.

Παρ ‘όλ’ αυτά οι δύο μας κόσμοι είναι εξίσου σημαντικοί καθώς η ύπαρξη και των δύο τους καθιστά ίσους. Ίσως με αυτή την θεωρία τελικά να πρέπει να αγαπήσουμε δύο εαυτούς και όχι έναν. Και όσο και αν αυτό βάζει τον συνήθως βαριεστημένο άνθρωπο σε μία κουραστική διαδικασία αναγνώρισης και αποδοχής των δύο κόσμων μπορεί να τον βοηθήσει να αγαπήσει τόσο τον εαυτό του όσο και τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Υιοθετώντας αυτόν τον τρόπο σκέψης και αντίληψης ίσως μπορέσει να διακρίνει την αλήθεια πίσω από τα φαινόμενα. Έναν δεύτερο καλά κρυμμένο κόσμο πίσω από αυτόν που παρόλο που φαίνεται πραγματικός ίσως είναι απλά μια επιφάνεια, μία ιδέα, πολύ παραπάνω μία επιθυμία τους πως θα ήθελε να είναι κάθε άνθρωπος…

Αν ο καθένας από εμάς μπορέσει να απαλλαχθεί από την καχυποψία που συνοδεύει αυτή την φιλοσοφία αμέσως θα καταλάβει τι εννοούσε ο Κομφούκιος όταν είπε «όλα έχουν ομορφιά απλά δεν μπορούν οι πάντες να την δουν».

Οι νόμοι της αλήθειας και της μισής αλήθειας

Στην ιστορία των μαθηματικών οι αρχαίοι Έλληνες κατέχουν ξεχωριστή θέση επειδή επινόησαν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται τα σύγχρονα μαθηματικά: μέσω αξιωμάτων, αποδείξεων, θεωρημάτων, περισσότερων αποδείξεων, περισσότερων θεωρημάτων κ.ο.κ. Κατά τη δεκαετία του 1930, ωστόσο, ο Αυστροαμερικανός μαθηματικός Κουρτ Γκέντελ -φίλος του Αϊνστάιν απέδειξε ότι αυτή η προσέγγιση είναι κάπως ανεπαρκής: οι περισσότερες μαθηματικές θεωρίες, όπως κατέδειξε, πρέπει είτε να είναι ασυνεπείς είτε να εμπεριέχουν αλήθειες που δεν μπορούν να αποδειχθούν. Παρόλα αυτά, η πορεία των μαθηματικών συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό σύμφωνα με το ελληνικό πρότυπο, το πρότυπο του Ευκλείδη. Οι Έλληνες, ιδιοφυείς γεωμέτρες, δημιούργησαν ένα μικρό σύνολο αξιωμάτων, δηλαδή προτάσεων που θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές χωρίς να έχουν αποδειχθεί, και βάσει αυτών προχώρησαν στην απόδειξη πολλών όμορφων θεωρημάτων που περιγράφουν λεπτομερώς τις ιδιότητες των ευθειών, των επιπέδων, των τριγώνων και άλλων γεωμετρικών σχημάτων. Με αυτές τις γνώσεις αντιλήφθηκαν, για παράδειγμα, ότι η Γη είναι σφαιρική και μάλιστα υπολόγισαν και την ακτίνα της. Είναι σίγουρα αξιοπερίεργο γιατί ένας πολιτισμός που ήταν σε θέση να διατυπώσει ένα θεώρημα όπως η πρόταση υπ’ αριθμ. 29 του βιβλίου I των Στοιχείων του Ευκλείδη -«όταν μια ευθεία τέμνει δύο παράλληλες ευθείες, οι εντός εναλλάξ γωνίες που σχηματίζονται είναι ίσες, οι εντός, εκτός και επί τα αυτά γωνίες είναι ίσες, και οι εντός και επί τα αυτά γωνίες είναι ίσες με το άθροισμα δύο ορθών γωνιών»- δεν δημιούργησε και μια θεωρία που να αποδεικνύει ότι αν ρίξουμε δυο ζάρια δεν είναι και τόσο συνετό να στοιχηματίσουμε την Κορβέτ μας στο ενδεχόμενο να φέρουν και τα δύο έξι.

Οι Έλληνες βέβαια όχι μόνο δεν είχαν Κορβέτ, δεν είχαν ούτε ζάρια. Ωστόσο, είχαν ροπή προς τα τυχερά παιχνίδια. Διέθεταν επίσης άφθονα κουφάρια ζώων, κι έτσι έριχναν «αστραγάλους» από διάφορα ζώα, δηλαδή μικρά οστά από τη φτέρνα του ζώου. Ο αστράγαλος έχει έξι έδρες, όμως μόνο οι τέσσερεις είναι αρκετά ευσταθείς ώστε να μπορεί να σταθεί το οστό σε μία από αυτές. Σύγχρονοι ερευνητές επισημαίνουν ότι, λόγω της κατασκευής του οστού, η πιθανότητα να σταθεί σε καθεμία από τις τέσσερεις αυτές έδρες δεν είναι η ίδια: δύο από τις έδρες έχουν πιθανότητα περίπου 10% η καθεμιά και οι άλλες δύο έχουν πιθανότητα από 40%. Σ’ ένα συνηθισμένο παιχνίδι ρίχνονταν τέσσερεις αστράγαλοι. Το αποτέλεσμα που εθεωρείτο καλύτερο ήταν μεν σπάνιο, αλλά όχι το σπανιότερο: ήταν η περίπτωση όπου οι τέσσερεις αστράγαλοι στέκονταν σε διαφορετική έδρα ο καθένας. Ο συνδυασμός αυτός ονομαζόταν “βολή της Αφροδίτης” και είχε πιθανότητα περίπου 384 στις 10.000. Οι Έλληνες, ωστόσο, που δεν διέθεταν κάποια θεωρία της τυχαιότητας, δεν το γνώριζαν αυτό.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους αστραγάλους και όταν έθεταν ερωτήσεις στα μαντεία τους. Από τα μαντεία οι ερωτώντες λάμβαναν απαντήσεις που υποτίθεται ότι ήταν τα λόγια των θεών. Πολλές σημαντικές επιλογές που έκαναν εξέχοντες Έλληνες βασίζονταν στις συμβουλές των μαντείων, όπως μαρτυρεί ο ιστορικός Ηρόδοτος, αλλά και συγγραφείς όπως ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Ωστόσο, παρά τη σημασία της ρίψης αστραγάλων τόσο στα τυχερά παιχνίδια όσο και στη θρησκεία, οι Έλληνες δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια να κατανοήσουν τις κανονικότητες που διέπουν αυτές τις ρίψεις.

Γιατί οι Έλληνες δεν ανέπτυξαν κάποια θεωρία πιθανοτήτων; Μια εξήγηση είναι πως πολλοί Έλληνες πίστευαν ότι το μέλλον εκτυλίσσεται σύμφωνα με τη θεϊκή βούληση. Αν το αποτέλεσμα μιας ρίψης αστραγάλων σήμαινε «παντρέψου τη γεροδεμένη Σπαρτιάτισσα που σε έβαλε κάτω σ εκείνο τον αγώνα πάλης πίσω από το σχολείο», ο νεαρός Έλληνας δεν θα θεωρούσε το αποτέλεσμα της ρίψης το ευτυχές (ή ατυχές) προϊόν μιας τυχαίας διεργασίας· θα θεωρούσε ότι είναι η βούληση των θεών. Με δεδομένη μια τέτοια θεώρηση, η κατανόηση της τυχαιότητας δεν θα είχε νόημα. Κατά συνέπεια, η μαθηματική πρόβλεψή της θα φαινόταν αδύνατη. Μια άλλη εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στην ίδια τη φιλοσοφική αντίληψη που έκανε τους Έλληνες τόσο μεγάλους μαθηματικούς: είχαν εμμονή με την απόλυτη αλήθεια, η οποία αποδεικνύεται μέσω της λογικής και των αξιωμάτων, και αντιπαθούσαν τις αβέβαιες αποφάνσεις. Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, για παράδειγμα, ο Σιμμίας λέει στον Σωκράτη ότι «τα επιχειρήματα που βασίζονται σε πιθανολογίες είναι παραπλανητικά» και ότι «εάν δεν χρησιμοποιηθούν με ιδιαίτερη προσοχή, ενδέχεται να εξαπατήσουν τόσο στη γεωμετρία όσο και σε άλλα». Στον Θεαίτητο, ο Σωκράτης λέει ότι ο μαθηματικός που «επιχειρηματολογεί σε θέματα γεωμετρίας βασιζόμενος σε πιθανότητες και εικοτολογίες δεν αξίζει τίποτα». Ωστόσο, ακόμα και οι Έλληνες που πίστευαν ότι όσοι ασχολούνταν με τις πιθανότητες άξιζαν κάτι ενδεχομένως να δυσκολεύονταν να συγκροτήσουν μια συνεπή θεωρία εκείνη την εποχή, προτού δηλαδή καθιερωθεί η συστηματική τήρηση αρχείων, διότι οι άνθρωποι έχουν, ως γνωστόν, εξαιρετικά φτωχή μνήμη όταν προβαίνουν σε εκτίμηση της συχνότητας -συνεπώς και της πιθανότητας συμβάντων του παρελθόντος.

Ποιες είναι περισσότερες: οι αγγλικές λέξεις με έξι γράμματα που το πέμπτο γράμμα τους είναι το n ή οι αγγλικές λέξεις με έξι γράμματα που τελειώνουν σε -ing; Οι περισσότεροι απαντούν ότι είναι οι λέξεις που τελειώνουν σε -ing. Γιατί; Επειδή είναι πιο εύκολο να σκεφτεί κανείς λέξεις με κατάληξη -ing παρά να βρει γενικώς και αορίστως λέξεις με έξι γράμματα που έχουν για πέμπτο γράμμα το n. Ωστόσο, δεν είναι ανάγκη να ψάξει κανείς στο λεξικό αγγλικής γλώσσας της Οξφόρδης -δεν χρειάζεται καν να ξέρει να μετρά-για να αποδείξει ότι αυτή η απάντηση είναι λανθασμένη: το σύνολο των λέξεων που έχουν έξι γράμματα με πέμπτο το n περιλαμβάνει όλες τις λέξεις που έχουν έξι γράμματα και τελειώνουν σε -ing. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτόν τον τύπο λάθους «μεροληψία διαθεσιμότητας», επειδή όταν ανασυνθέτουμε το παρελθόν δίνουμε αδικαιολόγητα μεγάλη σημασία σε αναμνήσεις που είναι ζωηρότερες και συνεπώς πιο διαθέσιμες προς ανάσυρση.

Το κακό με τη μεροληψία της διαθεσιμότητας είναι ότι διαστρεβλώνει με ύπουλο τρόπο την εικόνα μας για τον κόσμο επειδή διαστρεβλώνει την αντίληψή μας για τα παρελθόντα γεγονότα και για το περιβάλλον μας. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι έχουν την τάση να υπερεκτιμούν το ποσοστό των αστέγων που είναι ψυχικά ασθενείς, διότι όταν συναντούν έναν άστεγο που δεν συμπεριφέρεται περίεργα αυτό δεν τους κάνει εντύπωση, και δεν σπεύδουν να μιλήσουν σ’ όλους τους φίλους τους γι’ αυτόν τον μη αξιοπρόσεκτο άστεγο που συνάντησαν. Όταν όμως συναντούν έναν άστεγο που περπατάει χτυπώντας τα πόδια του και γνέφοντας με τα χέρια του σ’ έναν φανταστικό σύντροφό του ενώ τραγουδάει το «When the Saints Go Marching In», έχουν την τάση να συγκρατούν στη μνήμη τους το περιστατικό. Πόσο πιθανό είναι, από τις πέντε ουρές στα ταμεία του σούπερ-μάρκετ, να διαλέξετε αυτή που καθυστερεί περισσότερο; Αν δεν σας έχει καταραστεί κάποιος που κάνει μαύρη μαγεία, η απάντηση είναι ότι η πιθανότητα είναι περίπου 1 στις 5. Γιατί λοιπόν όταν ανατρέχετε στο παρελθόν έχετε την εντύπωση πως διαθέτετε ένα υπερφυσικό ταλέντο να διαλέγετε την ουρά που αργεί περισσότερο; Διότι όταν όλα πηγαίνουν καλά εστιάζετε την προσοχή σας σε πιο ενδιαφέροντα πράγματα, ενώ όταν η κυρία που βρίσκεται μπροστά σας και έχει ένα μόνο πράγμα στο καρότσι της αποφασίζει να κάνει φασαρία επειδή το κοτόπουλό της κοστίζει 1,50 δολάριο το κιλό παρότι είναι σίγουρη ότι στο τμήμα κρεάτων η ταμπέλα έγραφε 1.49, τότε το περιστατικό σάς κάνει εντύπωση.

Διαστρεβλώνοντας την αντίληψή μας για το παρελθόν, η μεροληψία διαθεσιμότητας περιπλέκει κάθε προσπάθειά μας να το κατανοήσουμε. Αυτό ίσχυε για τους αρχαίους Έλληνες όσο ισχύει και για μας σήμερα. Τότε όμως υπήρχε ακόμη ένα μεγάλο εμπόδιο στο να διαμορφωθεί μια πρώιμη θεωρία της τυχαιότητας, ένα εμπόδιο πρακτικής υφής: μολονότι η στοιχειώδης θεωρία πιθανοτήτων απαιτεί μόνο τη γνώση αριθμητικής, οι Έλληνες δεν γνώριζαν αριθμητική, τουλάχιστον όχι μια εύχρηστη μορφή της. Για παράδειγμα, στην Αθήνα του 5ου αιώνα πΧ, στο απόγειο του ελληνικού πολιτισμού, για να γράψει κανείς αριθμό χρησιμοποιούσε ένα είδος αλφαβητικού κώδικα. Τα πρώτα εννέα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου αντιστοιχούσαν στους αριθμούς που εμείς συμβολίζουμε με 1 ως 9. Τα επόμενα εννέα γράμματα αντιστοιχούσαν στους αριθμούς 10, 20, 30 και ούτω καθεξής.

Τέλος, τα τελευταία έξι γράμματα και τρία επιπλέον σύμβολα αντιστοιχούσαν στις εννέα εκατοντάδες (100, 200 κ.ο.κ. μέχρι το 900). Αν δυσκολεύεστε σήμερα με τις αριθμητικές πράξεις, φανταστείτε να έπρεπε να αφαιρέσετε το ΔΓΘ από το ΩΨΠ! Ακόμη χειρότερα, η σειρά με την οποία γράφονταν οι μονάδες, οι δεκάδες και οι εκατοντάδες δεν είχε ιδιαίτερη σημασία: μερικές φορές οι εκατοντάδες γράφονταν πρώτες, άλλοτε τελευταίες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν δινόταν καμία απολύτως σημασία στη σειρά. Τέλος, οι Έλληνες δεν διέθεταν μηδέν.

Η έννοια του μηδενός έφτασε στην Ελλάδα όταν ο Αλέξανδρος εισέβαλε στη Βαβυλωνιακή Αυτοκρατορία το 331 π.Χ. Ακόμα και τότε, παρόλο που οι Αλεξανδρινοί άρχισαν να το χρησιμοποιούν για να συμβολίσουν την απουσία αριθμού, το μηδέν δεν χρησιμοποιούνταν σαν καθαυτό αριθμός. Στα σύγχρονα μαθηματικά ο αριθμός 0 έχει δύο βασικές ιδιότητες: στην πρόσθεση είναι ο αριθμός που όταν προστίθεται σε οποιονδήποτε άλλο αριθμό τον αφήνει αμετάβλητο, ενώ στον πολλαπλασιασμό είναι ο αριθμός που όταν πολλαπλασιάζεται με οποιονδήποτε άλλο παραμένει ο ίδιος αμετάβλητος. Αυτή η έννοια εισήχθη μόλις τον 9ο μ.Χ. αιώνα από τον Ινδό μαθηματικό Μαχαβίρα.

Ακόμα και μετά την ανάπτυξη ενός εύχρηστου αριθμητικού συστήματος, χρειάστηκε να περάσουν πολλοί αιώνες μέχρι να φτάσουν οι άνθρωποι να αναγνωρίσουν ότι η πρόσθεση, η αφαίρεση, ο πολλαπλασιασμός και η διαίρεση αποτελούν θεμελιώδεις αριθμητικές πράξεις – και να αντιληφθούν σταδιακά ότι η υιοθέτηση κατάλληλων συμβόλων θα έκανε τον χειρισμό τους πολύ ευκολότερο. Έτσι, χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τον 16ο αιώνα για να είναι ο δυτικός κόσμος πραγματικά έτοιμος να αναπτύξει μια θεωρία πιθανοτήτων. Ωστόσο, παρά το μειονέκτημα ενός δύσχρηστου συστήματος υπολογισμών, ο λαός που έκανε τα πρώτα βήματα προόδου για την κατανόηση της τυχαιότητας ήταν αυτός που κατέκτησε τους Έλληνες – οι Ρωμαίοι.

Οι Ρωμαίοι γενικά περιφρονούσαν τα μαθηματικά, ή τουλάχιστον τα μαθηματικά των Ελλήνων. Όπως αναφέρει ο Ρωμαίος πολίτικος Κικέρωνας, που έζησε από το 100 έως το 43 π.Χ., οι Έλληνες απέδιδαν τις υψηλότερες τιμές στον γεωμέτρη-κατά συνέπεια, σε τίποτα άλλο δεν σημείωσαν τόσο λαμπρή πρόοδο όσο στα μαθηματικά. Εμείς όμως ως όριο αυτής της τέχνης έχουμε θέσει τη χρησιμότητα της στη μέτρηση και την αρίθμηση”. Πράγματι, ενώ θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ένα ελληνικό εγχειρίδιο θα εστίαζε στην απόδειξη της ομοιότητας αφηρημένων τριγώνων, ένα τυπικό ρωμαϊκό κείμενο επικεντρωνόταν σε προβλήματα όπως ο υπολογισμός του πλάτους ενός ποταμού όταν ο εχθρός κατέχει την απέναντι όχθη. Με τέτοιου είδους μαθηματικές προτεραιότητες, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ενώ οι Έλληνες γέννησαν μαθηματικές αυθεντίες όπως ο Αρχιμήδης, ο Διόφαντος, ο Ευκλείδης, ο Εύδοξος, ο Πυθαγόρας και ο Θαλής, οι Ρωμαίοι δεν ανέδειξαν ούτε έναν μαθηματικό. Πρωτεύουσα θέση στη ρωμαϊκή κουλτούρα κατείχαν οι ανέσεις και ο πόλεμος, όχι η αλήθεια και η ομορφιά. Κι όμως, ακριβώς επειδή επικεντρώθηκαν σε πρακτικά ζητήματα, οι Ρωμαίοι θεώρησαν σημαντική την κατανόηση των πιθανοτήτων. Έτσι, ενώ απέδιδε μικρή αξία στη θεωρητική γεωμετρία, ο Κικέρωνας έγραψε ότι “οι πιθανότητες είναι ο κύριος οδηγός της ζωής”.

Ο Κικέρωνας υπήρξε ίσως ο κορυφαίος υπέρμαχος των πιθανοτήτων κατά την αρχαιότητα. Τις χρησιμοποίησε για να αμφισβητήσει την κοινή πεποίθηση ότι η επιτυχία στα τυχερά παιχνίδια οφειλόταν σε θεϊκή παρέμβαση, γράφοντας ότι “αυτός που παίζει συχνά θα πετύχει αργά ή γρήγορα τη βολή της Αφροδίτης: ενίοτε, μάλιστα, θα την πετύχει δύο, ακόμη και τρεις, φορές στη σειρά. Είμαστε λοιπόν τόσο ελαφρόμυαλοι ώστε να λέμε με βεβαιότητα ότι κάτι τέτοιο συνέβη λόγω προσωπικής παρέμβασης της Αφροδίτης και όχι από καθαρή τύχη;”. Ο Κικέρωνας πίστευε ότι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει και να προσδοκά ένα ενδεχόμενο ακόμη κι αν η πραγμάτωσή του θα οφειλόταν αποκλειστικά στην τύχη. Χρησιμοποίησε μάλιστα ακόμη και ένα στατιστικό επιχείρημα για να γελοιοποιήσει την πίστη στην αστρολογία. Ενοχλημένος από το γεγονός ότι, αν και απαγορευμένη δια νόμου στη Ρώμη, η αστρολογία ζούσε και βασίλευε, ο Κικέρωνας επισήμανε ότι το 216 π.Χ. στις Κάννες, ο Αννίβας, επικεφαλής ενός στρατεύματος 50.000 Καρχηδονίων και συμμαχικών δυνάμεων, κατατρόπωσε τον πολύ μεγαλύτερο ρωμαϊκό στρατό, κατασφάζοντας πάνω από 60.000 από τους 80.000 στρατιώτες του. “Είχαν όλοι οι Ρωμαίοι που σκοτώθηκαν στις Κάννες το ίδιο ωροσκόπιο;” αναρωτήθηκε. “Κι όμως, είχαν όλοι το ίδιο τέλος”. Αν ο Κικέρωνας γνώριζε ότι δύο χιλιάδες περίπου χρόνια αργότερα μια επιστημονική μελέτη για την εγκυρότητα των αστρολογικών προβλέψεων στο περιοδικό Nature θα συμφωνούσε με τα συμπεράσματα του, μάλλον θα ένιωθε περήφανος. Από την άλλη πλευρά, η εφημερίδα New York Post με συμβουλεύει σήμερα, ως Τοξότης που είμαι να αντιμετωπίσω με αντικειμενικότητα τις αρνητικές κριτικές και να κάνω όποιες αλλαγές φαίνονται απαραίτητες.

Τελικά, η σημαντικότερη κληρονομιά που μας άφησε ο Κικέρωνας όσον αφορά την τυχαιότητα είναι ο όρος probabilis που χρησιμοποίησε, από τον οποίο προέρχεται ο όρος probability (πιθανότητα) που χρησιμοποιούμε σήμερα. Το πρώτο κείμενο, όμως, στο οποίο η “πιθανότητα” χρησιμοποιείται ως καθιερωμένος τεχνικός όρος είναι ο κώδικας του ρωμαϊκού δικαίου, ο Πανδέκτης, τον οποίο συνέταξε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα. Για να εκτιμήσουμε τον τρόπο με τον οποίο εφάρμοσαν οι Ρωμαίοι τη μαθηματική σκέψη στη νομική θεωρία, θα πρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική συγκυρία: Το ρωμαϊκό δίκαιο των αρχών του Μεσαίωνα βασιζόταν στις πρακτικές των γερμανικών φυλών. Κι αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα ωραίες. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους κανόνες για την ένορκη κατάθεση. Η ειλικρίνεια, ας πούμε, ενός συζύγου που αρνιόταν ότι είχε σχέσεις με τη γυναίκα που έραβε τους χιτώνες της συζύγου του θα αποδεικνυόταν όχι από την ικανότητά του να αντέξει την πιεστική εξέταση του ευέξαπτου συνηγόρου της αντιδίκου, αλλά από το αν θα παρέμενε πιστός στην εκδοχή του ακόμη και μετά από βασανιστήρια – με πυρωμένο σίδερο. (Ας επανέλθει αυτός ο θεσμός και θα δείτε πολύ περισσότερα διαζύγια να διευθετούνται εξωδικαστικά.)

Αντικαθιστώντας, ή τουλάχιστον συμπληρώνοντας, την πρακτική της εκδίκασης μιας υπόθεσης μέσω μάχης, οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να θεραπεύσουν μέσω της μαθηματικής ακρίβειας τις ανεπάρκειες του παλαιού, αυθαίρετου συστήματος τους. Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, η ρωμαϊκή αντίληψη περί δικαίου χρησιμοποίησε διανοητικά προχωρημένες έννοιες. Αναγνωρίζοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και οι καταθέσεις των μαρτύρων παρουσιάζουν συχνά αντιφάσεις, και ότι ο καλύτερος τρόπος για να λυθούν τέτοιες αντιφάσεις είναι να ποσοτικοποιηθεί η αναπόφευκτη αβεβαιότητα, οι Ρωμαίοι επινόησαν την έννοια της ημιαπόδειξης, η οποία εφαρμοζόταν σε περιπτώσεις όπου δεν υπήρχαν αδιάσειστοι λόγοι για την αποδοχή ή απόρριψη των αποδεικτικών στοιχείων ή των μαρτυρούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ρωμαϊκό δόγμα περί αποδεικτικών στοιχείων περιελάμβανε ακόμη πιο λεπτές διαβαθμίσεις απόδειξης, όπως στο εκκλησιαστικό διάταγμα που όριζε ότι “ένας επίσκοπος δεν μπορεί να καταδικαστεί παρά μόνο αν υπάρχουν εβδομήντα δύο μάρτυρες… ένας καρδινάλιος δεν μπορεί να καταδικαστεί παρά μόνο αν υπάρχουν σαράντα τέσσερεις μάρτυρες, ένας καρδινάλιος διάκονος της Ρώμης εάν δεν υπάρχουν τριάντα έξι μάρτυρες, ένας υποδιάκονος, ένας ακόλουθος ιερέα, ένας εξορκιστής, ένας αναγνώστης ή ένας θυρωρός της εκκλησίας εάν δεν υπάρχουν επτά μάρτυρες”. Για να καταδικαστεί κανείς με βάση αυτούς τους κανόνες, θα έπρεπε όχι μόνο να έχει διαπράξει το έγκλημα αλλά να έχει πουλήσει και εισιτήρια για το θέαμα. Παρόλα αυτά, η αναγνώριση του ότι οι πιθανότητες να αληθεύει μια μαρτυρία ενδέχεται να ποικίλλουν κατά περίπτωση και ότι είναι αναγκαίο να υπάρχουν κάποιοι κανόνες για τον συνδυασμό τέτοιων πιθανοτήτων ήταν μια αρχή. Έτσι, η αρχαία Ρώμη υπήρξε -αναπάντεχα- το μέρος όπου δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα συστηματικό σύνολο κανόνων που βασίζονταν στην έννοια των πιθανοτήτων.

Δυστυχώς, είναι δύσκολο να χειριστεί κανείς επιδέξια αριθμητικές ποσότητες όταν έχει να κάνει με VΙΙΙ και XIV. Τελικά, παρόλο που το ρωμαϊκό δίκαιο ήταν ως έναν βαθμό νομικά ορθολογικό και συνεπές, υστερούσε σε μαθηματική εγκυρότητα. Για παράδειγμα, στο ρωμαϊκό δίκαιο δύο ημιαποδείξεις ισοδυναμούσαν με μια πλήρη απόδειξη· Αυτό ίσως να ακούγεται λογικό σε κάποιον που δεν έχει συνηθίσει να σκέφτεται σε ποσοτικό πλαίσιο, σήμερα όμως που είμαστε εξοικειωμένοι με τα κλάσματα η παραπάνω παραδοχή οδηγεί στο εξής ερώτημα: αν δύο ημιαποδείξεις συνιστούν μια πλήρη βεβαιότητα, τότε με τι ισοδυναμούν τρεις ημιαποδείξεις; Σύμφωνα με τον ορθό τρόπο σύνθεσης των πιθανοτήτων, όχι μόνο δύο ημιαποδείξεις δίνουν κάτι λιγότερο από πλήρη βεβαιότητα, αλλά επιπλέον, αν αθροίσουμε έναν πεπερασμένο αριθμό μερικών αποδείξεων, το αποτέλεσμα δεν θα ισούται ποτέ με πλήρη βεβαιότητα, διότι για να συνθέσουμε πιθανότητες δεν τις προσθέτουμε, αλλά τις πολλαπλασιάζουμε.

Αυτό μας οδηγεί στον επόμενο νόμο, που διέπει τη σύνθεση των πιθανοτήτων: Αν δύο ενδεχόμενα Α και Β είναι ανεξάρτητα, τότε η πιθανότητα, να. πραγματοποιηθούν και τα δύο ισούται με το γινόμενο των πιθανοτήτων να. πραγματοποιηθεί το καθένα από αυτά. Ας υποθέσουμε ότι ένα έγγαμο άτομο έχει, κατά μέσο όρο, 1 περίπου πιθανότητα στις 50 να πάρει διαζύγιο κάθε χρόνο. Από την άλλη, ένας αστυνομικός έχει περίπου 1 πιθανότητα στις 5000 να σκοτωθεί κατά την εκτέλεση του καθήκοντος κάθε χρόνο. Ποια είναι η πιθανότητα ένας έγγαμος αστυνομικός να πάρει διαζύγιο και να σκοτωθεί μέσα στον ίδιο χρόνο: Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, αν αυτά τα δύο ενδεχόμενα ήταν ανεξάρτητα, η πιθανότητα αυτή θα ήταν 1/50 Χ 1/5000, δηλαδή 1/250.000 · Φυσικά τα ενδεχόμενα δεν είναι ανεξάρτητα, αλλά συνδέονται μεταξύ τους: αν κάποιος πεθάνει, δεν μπορεί -διάολε- να πάρει μετά διαζύγιο. Συνεπώς, η πιθανότητα μιας τόσο μεγάλης κακοτυχίας είναι στην πραγματικότητα κάτι λιγότερο από 1 στις 250.000.

Γιατί όμως πολλαπλασιάζουμε αντί να προσθέτουμε; Ας υποθέσουμε ότι φτιάχνετε ένα πακέτο από κάρτες με τις φωτογραφίες των 100 ανδρών που έχετε γνωρίσει μέχρι σήμερα μέσω της ιστοσελίδας γνωριμιών στην οποία συμμετέχετε, δηλαδή τους άνδρες εκείνους που στη φωτογραφία που έχουν αναρτήσει στο διαδίκτυο συχνά μοιάζουν με τον Τομ Κρουζ. αλλά εκ του σύνεγγυς φέρνουν συχνότερα προς τον Ντάννυ ΝτεΒίτο. Ας υποθέσουμε ακόμη ότι στο πίσω μέρος της κάθε κάρτας έχετε καταγράψει ορισμένα στοιχεία γι’ αυτούς, δηλαδή χαρακτηριστικά όπως «έντιμος» (ναι ή όχι) και «ελκυστικός» (ναι ή όχι). Τέλος, ας υποθέσουμε ότι 1 στους 10 άνδρες, αυτές τις εν δυνάμει αδελφές ψυχές, έχει αξιολογηθεί με «ναι» σε ένα από τα δύο χαρακτηριστικά. Πόσα άτομα από τα 100 της συλλογής σας θα περάσουν επιτυχώς τη δοκιμασία και για τα δύο χαρακτηριστικά; Ας ξεκινήσουμε από το χαρακτηριστικό «έντιμος» (θα μπορούσαμε κάλλιστα να ξεκινήσουμε από το «ελκυστικός»).

Αφού 1 στις 10 κάρτες έχουν “ναι” όσον αφορά το χαρακτηριστικό «έντιμος», οι 10 από τις 100 κάρτες μάς κάνουν. Από αυτούς τους 10 άνδρες πόσοι είναι ελκυστικοί; Και πάλι 1 στους 10, άρα παραμένει μόνο 1 κάρτα. Το πρώτο 1 στα 10 μειώνει την πιθανότητα σε 1/10 – το ίδιο κάνει και το δεύτερο 1 στα 10, οπότε το τελικό αποτέλεσμα είναι 1 κάρτα στις 100. Αυτός είναι ο λόγος που πολλαπλασιάζουμε. Αν τώρα έχετε κι άλλες απαιτήσεις πέρα από την εντιμότητα και την ελκυστικότητα, θα πρέπει να συνεχίσετε να πολλαπλασιάζετε, οπότε… καλή τύχη.
Προτού συνεχίσουμε, θα πρέπει να τονίσουμε μια σημαντική λεπτομέρεια: τη φράση αν δύο ενδεχόμενα Α και Β είναι ανεξάρτητα.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η σύνθετη πιθανότητα ισούται με το γινόμενο των απλών μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανενός είδους συνάφεια μεταξύ των δύο ενδεχομένων.
Υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες οι πιθανότητες πρέπει να προστίθενται, και αυτό είναι το αντικείμενο του επόμενου νόμου μας. Ο νόμος αυτός αφορά την περίπτωση που θέλουμε να μάθουμε την πιθανότητα να πραγματοποιηθεί ένα ενδεχόμενο ή ένα άλλο ενδεχόμενο, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίπτωση, όπου θέλαμε να μάθουμε ποια είναι η πιθανότητα να πραγματοποιηθούν δύο ενδεχόμενα ταυτόχρονα. Ο νόμος είναι ο εξής: Αν μια κατάσταση μπορεί να έχει πάνω από μία διαφορετικές και διακριτές μεταξύ τους πιθανές εκβάσεις Α, Β. Γ. κ.ο.κ.. τότε η πιθανότητα να πραγματοποιηθεί η έκβαση Α ή η έκβαση Β ισούται με το άθροισμα των μεμονωμένων πιθανοτήτων των εκβάσεων Α και Β, ενώ το άθροισμα των πιθανοτήτων όλων των πιθανών εκβάσεων (δηλαδή των A. Β, Γ, κ.ο.κ.) ισούται με 1 (δηλαδή με 100%). Όταν θέλετε να μάθετε ποια είναι η πιθανότητα να συμβούν αμφότερα δύο ανεξάρτητα ενδεχόμενα Α και Β, πολλαπλασιάζετε· όταν θέλετε να μάθετε ποια είναι η πιθανότητα να συμβεί οποιοδήποτε από δύο αμοιβαία αποκλειόμενα ενδεχόμενα Α και Β, προσθέτετε.

Αυτοί είναι οι τρεις νόμοι, (μαζί με τον πρώτο νόμο των πιθανοτήτων που είναι βασικός: Ή πιθανότητα να συμβούν δύο ενδεχόμενα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μεγαλύτερη από την πιθανότητα να συμβεί το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Πώς εξηγείται αυτό; Είναι απλή αριθμητική: η πιθανότητα να συμβεί το ενδεχόμενο Α = η πιθανότητα να συμβούν τα ενδεχόμενα Α και Β + η πιθανότητα να συμβεί το Α και να μη συμβεί το Β), παρότι εξαιρετικά απλοί αποτελούν ουσιαστικά τη βάση της θεωρίας των πιθανοτήτων. Αν εφαρμοστούν σωστά, μπορούν να διαφωτίσουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της φύσης και της καθημερινής ζωής. Τους εφαρμόζουμε συνεχώς στις καθημερινές μας διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Όμως, όπως και οι Ρωμαίοι νομοθέτες, δεν τους εφαρμόζουμε πάντα σωστά.

LEONARD MLODINOW, ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥ

Στα ανθρώπινα πράγματα δεν υπάρχει τίποτα καθαρό και αμιγές

«Όταν οι άνθρωποι γλιστρούν και πέφτουν στην ανάμνηση των δυστυχιών τους, δεν θέλουν να συνέλθουν ή να αναπνεύσουν. Όμως, όπως με τα χρώματα σε έναν πίνακα, έτσι και στην ψυχή είναι καλό να προβάλλουμε τις λαμπερές και χαρούμενες εμπειρίες και να κρύβουμε και να πνίγουμε τις σκυθρωπές το να τις σβήσουμε, άλλωστε και να απαλλαγούμε εντελώς από αυτές είναι αδύνατον.

«Γιατί η αρμονία του σύμπαντος, όπως αυτή ανάμεσα στη λύρα και στο τόξο, επιτυγχάνεται μέσα από τις εναλλαγές»[είναι ρήση του Ηρακλείτου, που επικαλείται εδώ ο Πλούταρχος] και στα ανθρώπινα πράγματα δεν υπάρχει τίποτα καθαρό και αμιγές.

Όμως, όπως στη μουσική υπάρχουν χαμηλοί και ψηλοί φθόγγοι, και, όπως στη γραμματική υπάρχουν φωνήεντα και σύμφωνα, κι ωστόσο μουσικός ή γραμματικός δεν είναι ο άνθρωπος που αντιπαθεί και αποφεύγει το ένα ή το άλλο, αλλά μάλλον αυτός που ξέρει πώς να τα χρησιμοποιεί όλα και να τα αναμειγνύει σωστά, έτσι και στα ανθρώπινα, που είναι σε αντίθεση το ένα προς το άλλο, (αφού, κατά τον Ευριπίδη, «αδύνατο να χωριστούν καλό και κακό, αλλά κάποια μείξη τους υπάρχει κι έτσι πετυχαίνεται το ωραίο)» .

«Ούτως εις την των κακών μνήμην υπορρυέντες ανενεγκείν μη θέλωσι μηδ’αναπνεύσαι.δει δ’ώσπερ εν πινακίω χρωμάτων εν τη ψυχή των πραγμάτων τα λαμπρά και φαιδρά προβάλλοντας αποκρύπτειν τα σκυθρωπά και πιέζειν.εξαλείψαι γαρ ουκ εστί παντάπασιν ουδ’απαλλαγήναι • «παλίντροπος γαρ αρμονίη κόσμου,όκωσπερ λύρης και τόξου», και των ανθρωπίνων καθαρόν ουδέν ουδ’αμιγές. αλλ’ώσπερ εν μουσική βαρείς φθόγγοι και οξείς εν δε γραμματική φωνήεντα και άφωνα γράμματα, μουσικός δε και γραμματικός ουχ ο θάτερα δυσχεραίνων και υποφεύγων αλλ’ο πάσι χρήσθαι και μειγνύναι προς το οικείον επιστάμενος, ούτω και των πραγμάτων αντιστοιχίας εχόντων (επεί κατά τον Ευριπίδην «ουκ αν γένοιτο χωρίς εσθλά και κακά, αλλ’έστι τις σύγκρασις, ώστ’έχειν καλώς»)».

Πλούταρχος, «Περί ευθυμίας»

Πως λειτουργεί η επιλεκτική μνήμη

Υπάρχει μια κατηγορία αμνησιών οι οποίες λέγονται ψυχογενείς αμνησίες. Είναι οπισθόδρομες και συνήθως χαρακτηρίζονται από αναστρέψιμη απώλεια των αυτοβιογραφικών αναμνήσεων. Με απλούστερα λόγια, κατά κύριο λόγο αναφέρονται σε γεγονότα του παρελθόντος και τις περισσότερες φορές είναι πράγματα που αφορούν τον εαυτό και επανέρχονται. Έχει επικρατήσει, λόγω του ονόματος, να πιστεύεται ότι προκαλούνται από ψυχολογικά αίτια. Κάτι τέτοιο στηρίζεται από το γεγονός ότι δεν συνυπάρχουν φυσιολογικές βλάβες. Εντυπωσιάζουν μιας και «χτυπούν» μόνο προσωπικές αναμνήσεις. Παρόλη βέβαια τη γοητεία τους υπάρχουν πολλά πράγματα ακόμα στο σκοτάδι.

Στο DSM-IV οι ψυχογενείς αμνησίες ταξινομούνται ως λειτουργικές αμνησίες στις Διασχιστικές Διαταραχές. Το σημείο κλειδί των Διασχιστικών Διαταραχών είναι η διάσπαση των ενοποιημένων συνειδητών λειτουργιών, της αυτοβιογραφικής μνήμης, της ταυτότητας, της αντίληψης. Τα συμπτώματα των Διασχιστικών Διαταραχών έχουν όμως ευρύ χαρακτήρα. Έτσι, έχουμε μέσω της επηροής σε διάφορους μηχανισμούς τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή, τη διασχιστική διαταραχή της ταυτότητας, τη διαταραχή αποπροσωποίησης, της διασχιστικής διαταραχής μη προσδιοριζομένης αλλιώς. Κοινώς παρονομαστής είναι κάποιο γεγονός ή μια αλληλουχία γεγονότων που πυροδοτεί μια αλυσιδωτή αντίδραση. Τα γεγονότα αυτά μπορεί να είναι κακοποίηση σεξουαλική ή φυσική, απαγωγή, βιασμός, αιμομιξία, εμπειρίες σε στρεσογόνες σκηνές.

Αυτό που κρατάει το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα είναι το γεγονός ότι είναι επιλεκτική. Κανένα άλλο αμνησικό σύνδρομο δεν εξειδικεύεται τόσο πολύ στις αυτοβιογραφικές ή ειδικές του πλαισίου αναφοράς αναμνήσεις. Πώς είναι να διαγράφονται ξαφνικά κομμάτια της ταυτότητας κάποιου; Πώς μπορεί να νιώθει μέσα του κάποιος χωρίς να ξέρει πως έχει φτάσει εκεί που είναι;

Η απώλεια της αίσθησης του εαυτού όπως συναντιέται εδώ, καλείται αποπροσανατολισμός στο πρόσωπο. Δεν έχει καμία σχέση με πιο γνωστές αμνησίες που αφορούν το χώρο ή το χρόνο. Με την παρουσία κάποιας άνοιας ή εκτεταμένης οργανικής πάθησης συνυπάρχει τέτοιου είδους αμνησία. Για αυτό το λόγο, όταν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλά υπάρχει αυτή η αμνησία διεγείρεται τόσο πολύ το ενδιαφέρον. Η λογοτεχνεία και η επιστήμη λάτρεψαν αυτό το φαινόμενο.

Στη διασχιστική αμνησία συνήθως προηγείται ένα τραυματικό συμβάν και χαρακτηρίζεται από ανικανότητα του ατόμου να θυμηθεί σημαντικές προσωπικές πληροφορίες ή πρόσφατα γεγονότα, η οποία είναι τόσο έντονη ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί στη συνήθη λήθη ή σε κόπωση. Η διαταραχή δεν οφείλεται σε μια γενική ιατρική κατάσταση ή σε άμεσες φυιολογικές επιδράσεις μιας ουσίας. Υπάρχουν πέντε τύποι διασχιστικής αμνησίας. Η εντοπισμένη αμνησία υφίσταται όταν ο ασθενής δεν μπορεί να θυμηθεί συμβάντα που έλαβαν χώρα στη διάρκεια μιας περιγεγραμμένης χρονικής περιόδου, συνήθως στις πρώτες ώρες από ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός. Η επιλεκτική αμνησία υφίσταται όταν ο ασθενής αδυνατεί να θυμηθεί μέρος των πληροφοριών. Η γενικευμένη αμνησία υφίσταται όταν ο ασθενής αδυνατεί να θυμηθεί ολόκληρη τη ζωή του. Η διαρκής αμνησία υφίσταται όταν ο ασθενής είναι ανίκανος να θυμηθεί γεγονότα μετά από έναν συγκεκριμένο χρόνο μέχρι και το τώρα. Η συστηματοποιημένη αμνησία υφίσταται όταν ο ασθενής δεν μπορεί να θυμηθεί κατηγορίες πληροφοριών.

Εξαιρώντας τη γενικευμένη αμνησία, οι υπόλοιπες έχουν πολύ δύσκολη διάγνωση μιας και δεν γίνονται συνειδητές μέχρι να αρχίσουν να προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα. Άξιο παρατήρησης είναι το «γέμισμα» του κενού που δημιουργείται, το οποίο συνήθως είναι ασυνεπές/μυθοπλασία. Δεν αναγνωρίζονται κατεχόμενα αντικείμενα. Δεν αναγνωρίζονται τελεσμένες πράξεις.

Η διασχιστική φυγή είναι μια σπάνια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από αιφνίδια και απροσδόκητη φυγή από τον συνήθη χώρο του υποκειμένου. Σε αυτό το διάστημα δεν υπάρχει μνήμη του παρελθόντος και συνήθως δημιουργείται και μια νέα ταυτότητα.

Η πιο γνωστή διαταραχή της ταυτότητας, παλαιότερα γνωστή σαν διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας, προκαλεί ιδιαίτερη προσοχή. Είναι η βαρύτερη από τις διασχιστικές διαταραχές. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία δύο ή περισσότερων χωριστών ταυτοτήτων ή καταστάσεων προσωπικότητας που περιοδικά ελέγχουν τη συμπεριφορά του ατόμου. Η διαταραχή δεν οφείλεται σε άμεσες φυσιολογικές επιδράσεις μιας ουσίας ή άλλης ιατρικής συνθήκης.

Άλλες πιο ήπιες διαταραχές είναι οι παραμνησίες. Πιο γνωστά είδη είναι του ήδη ειδωθέντος(déjà vu), όπου μια νέα κατάσταση φέρεται ώς γνωστή, και του ουδέποτε ειδωθέντος (jamais vu), όπου μια οικεία εμπειρία εμφανίζεται ως νέα. Στο φυσιολογικό πληθυσμό εμφανίζονται σε περιόδους πίεσης. Ακόμη, αναφέρεται μια κατάσταση γνωστή ως αναδιπλασιαστική παραμνησία, όπου το άτομο παραγνωρίζει ένα μέρος ή χρόνο ή πρόσωπο θεωρώντας το οικείο.

Τι χρειάζεται λοιπόν; Να φοβάται κανείς μήπως κάποια στιγμή πέσει θύμα του ίδιου του μυαλού του; Φυσικά και όχι. Σημαντικό είναι να μάθει κανείς ν’ αντιμετωπίζει τα γεγονότα, όπως έρχονται, όσα κι αν έρχονται, όσο δύσκολα κι αν είναι. Σημαντικό ακόμα είναι να στηρίζει ο ένας τον άλλον σε τέτοιες στιγμές

Γιατί οι άνθρωποι δεν μιλάνε;

Δεν αναφέρομαι στους θρασείς αντιρρησίες σε ό,τι κι αν διαβάσουν ή ακούσουν που δεν ανταποκρίνεται στη δική τους δομημένη θεώρηση ζωή. Δεν αναφέρομαι ούτε στους «εξυπνάκηδες» που θέλουν να κάνουν επίδειξη πληροφορίας (θεωρητικά, γιατί η προσωπική στάση ζωής τους παραμένει πάντα αθέατη), διεκδικώντας αξία και εγωιστικό όφελος, χωρίς ουσιαστικά να κατανοούν βαθύτερα αυτό που λένε.

Αναφέρομαι στους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους – εμένα και εσένα – που προσπαθούν να ζήσουν απλά τη ζωούλα τους, να λύσουν τις προσωπικές, πρακτικές, υπαρξιακές τους απορίες, να μάθουν πέντε πράγματα ώστε να λειτουργούν ουσιαστικά την καθημερινότητά τους και τέλος να θεραπεύουν τον εαυτό τους και αυτούς που αγαπούν από τα δεινά τους (σωματικά – ψυχολογικά – νοητικά).

Γιατί λοιπόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν μιλάνε, δεν ρωτάνε, δεν εκφέρουν προσωπική άποψη, παρά διαβάζουν ή ακούν βουβά, χωρίς να εκδηλώνουν τον εαυτό τους; Γιατί δεν τολμούν τις απορίες τους, τις απλές, αληθινές, αυθόρμητες σκέψεις τους; Γιατί δειλιάζουν μπροστά στις «αυθεντίες» ή όποιον φαίνεται να γνωρίζει περισσότερα από αυτούς;

Μερικοί από τους λόγους που οι άνθρωποι δεν μιλάνε και κρυφά ομολογούν στον εαυτό τους είναι:

Δεν γνωρίζω αρκετά ώστε να εκφέρω άποψη
Δεν γράφω σωστά, δεν ξέρω να εκφράζομαι σωστά.
Θα γελοιοποιηθώ
Μπορεί να είναι λάθος αυτό που θα πω
Ας μην εκτεθώ εγώ, θα περιμένω να ρωτήσει κάποιος άλλος πρώτα.
Θα απειλήσω την εικόνα μου, αυτό που θέλω να προβάλλω
Υπάρχουν κρυφές πτυχές του εαυτού μου που δεν θέλω να φανερώσω

Πίσω από αυτές τις αρχικές δικαιολογίες που ο καθένας μας παραδέχεται σε κάποιες στιγμές, ανάλογα με τον ποιον ή τι έχουμε απέναντί μας, βρίσκεται η υποτίμηση του εαυτού μας και η εξουσία που άθελά μας παραδίδουμε σε ονόματα, αξιώματα, δημόσια πρόσωπα, αυθεντίες. Υπάρχει επίσης και η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση του "κακού" που αναζητά το κρυφό.

Όλο αυτό είναι μια υποσυνείδητη λειτουργία που έχουμε μάθει πολύ νωρίς να λειτουργούμε. Θα μπορούσαμε να πούμε βολικά, ότι συνδέεται άμεσα με την παιδική μας ηλικία, τότε που μας έλεγαν «να σιωπούμε όταν μιλάνε οι μεγάλοι», τότε που αξιολογούμασταν σύμφωνα με αυτά που γνωρίζαμε και όχι σύμφωνα με τις ερωτήσεις που θέταμε, τότε που χάθηκε ασυνείδητα η παιδικότητα και η αθωότητά μας. Και φυσικά, χωρίς να χρειάζεται να πάμε ακόμα πιο πίσω (ή πιο βαθιά) στην κατανόησή μας, θα διαπιστώσουμε ότι τα πιο πάνω είναι αρκετά για να διαμορφώσουν τον συμβιβασμένο χαρακτήρα μας. Μέρα με τη μέρα, γεγονός με γεγονός, επανάληψη με επανάληψη.

Ολόκληρο το σύστημα της κοινωνίας του μάτριξ των κατώτερων ενστίκτων που έχουμε δημιουργήσει, ενισχύει την υποτίμηση του εαυτού μας, όσο αναπτύσσει την εγωιστική αντίδραση, την επιφανειακή θεωρητικο-λογικο-αναλυτική διαφωνία και ενισχύει το δυαδικό μοτίβο «πειθούς – υποταγής/συμβιβασμού». Σας φαίνεται περίεργο; Κοιτάξτε λίγο γύρω σας. Τι άλλο συμβαίνει παρά προσπάθειες να πείσουν οι μεν τους δε ή υποταγής όσων αισθάνονται αδύναμοι, εν αγνοία, ασήμαντοι;

Χρειάζεται να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε ανεξάρτητα άτομα όπως νομίζουμε και όπως φαίνεται στην επιφάνεια της μορφολογικής ύπαρξής μας. Είμαστε αλληλένδετοι και επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον ΚΑΙ θετικά ΚΑΙ αρνητικά, με τρόπους που αδυνατούμε να αντιληφθούμε μέσα από τις αισθήσεις μας και την κατώτερη διάνοια. Πώς; Συναισθηματικά και νοητικά.

Είναι τεράστια πλάνη να πιστεύουμε ότι επειδή το συναίσθημα δεν εκφράζεται, επειδή η σκέψη δεν ομολογείται, άρα και δεν επηρεάζει, δεν φτάνει στον αποδέκτη της. Τεράστια πλάνη! Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει: ό,τι δεν ομολογείται, επηρεάζει πολύ περισσότερο από το ομολογούμενο. Γιατί;

Μα γιατί, κρατώντας το μέσα μας ενισχύεται, παραμορφώνεται και παίρνει διαστάσεις παράνοιας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Η κατώτερη διάνοια δημιουργεί (εν αγνοία μας πάντα) μορφοποιήσεις, σενάρια, εκδοχές, που ελάχιστα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και όλο αυτό, απλά επειδή πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρξει το «κρυφό». Στην ουσία βέβαια, δεν κρυβόμαστε και είναι αδύνατον να αποσυνδεθούμε από το σύνολο των ανθρώπων, από το περιβάλλον μας από τη συλλογική ενέργεια. Απλά έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να προφυλαχτούμε, αποκρύπτοντας τον εαυτό μας. Μόνο τον εαυτό μας ξεγελάμε.

Στην πραγματικότητα, αυτή η μυστικοπάθεια, η ανάγκη διατήρησης της ατομικότητάς μας ανεξάρτητα και ανεπηρέαστα από τους άλλους, είναι και η αιτία της δυστυχίας μας, της οδύνης που μετατρέπεται σε ηδονή, από την οποία δεν καταφέρνουμε να απεγκλωβιστούμε. Όσο μας απωθεί, τόσο μας έλκει. Όσο την απορρίπτουμε αναζητώντας τη σύνδεση, άλλο τόσο την έχουμε ανάγκη, φοβούμενοι για την ακύρωση και την ανυπαρξία μας.

Δεν χρειαζόμαστε άλλους επικριτές, αυθεντίες, εξουσιαστές. Χρειαζόμαστε ανθρώπους και ευκαιρίες ώστε να βγούμε από τις περιοριστικές πρακτικές μας και να τολμήσουμε την εκδήλωση του εαυτού μας, απλά και αληθινά. Χρειαζόμαστε κοινότητες, ανοιχτούς χώρους έκφρασης για όσους είναι έτοιμοι να κάνουν το άλμα της εξωτερίκευσης του εαυτού τους. Χρειαζόμαστε χώρους ελεύθερης έκφρασης (με την πραγματική έννοια του όρου), λειτουργώντας την αθωότητα, την αληθινή, αυθόρμητη έκφραση του εαυτού μας.

Σίγουρα δεν γίνεται ακόμα αυτοί οι χώροι να είναι «ανοιχτοί» στο πλατύ κοινό, αφού πολλοί είναι αυτοί που έχουν ακόμα ανάγκη να παρουσιάζουν την «αυθεντικότητά τους», την υπεροχή τους και την επιφανειακή επικριτική τους ταυτότητα, μη θέλοντας να μετακινηθούν από τη ζώνη άνεσης των ήδη διαμορφωμένων δεδομένων τους. Όμως είναι χώροι όπου η εκδήλωση του κάθε εαυτού θα αρχίσει να διαφαίνεται καθώς συμβάλλουμε όλοι μαζί στην διεύρυνση της συνειδητότητάς μας, ΜΑΖΙ και όχι υποτακτικά.

Μαθαίνουμε επηρεαζόμενοι, συνθέτουμε συλλογικά το πάζλ της συνειδητότητάς μας, προσθέτουμε ο ένας στον άλλον, λαμβάνουμε ο ένας από τον άλλον, μοιραζόμαστε αυτά που γνωρίζουμε ενώ ταυτόχρονα αυτά μεταβάλλονται σε επιπρόσθετες πληροφορίες που γίνονται γνώση βιωματικά στις ζωές μας.

Για όλους του πιο πάνω λόγους, οι δημόσιοι χώροι και τα διαδικτυακά δημόσια βήματα, δεν αλλάζουν ουσιαστικά την πραγματικότητά μας, αλλά ενισχύουν την διεκδίκηση της εικόνας μας, προς μια εξ’ ολοκλήρου δέσμευση της ελεύθερης βούλησης και της δημιουργικής μας έκφρασης. Το παιχνίδι παίζεται στα παρασκήνια του επιφανειακού νου, πίσω από τα φαινόμενα, που συχνά εξαπατούν.

Γεγονός ο πρώτος κβαντικός επεξεργαστής με 50 κβαντικά «μπιτ»

Ένα ακόμη ορόσημο στον μακρύ δρόμο για τη δημιουργία κβαντικών υπολογιστών πέτυχε η μεγάλη αμερικανική εταιρεία ΙΒΜ, η οποία ανακοίνωσε ότι δημιούργησε τον πρώτο επεξεργαστή με 50 κβαντικά «μπιτ» ή κβαντικά δυφία (qubits).

Είναι η πρώτη φορά που μια εταιρεία επιτυγχάνει κάτι τέτοιο, πράγμα που δίνει συγκριτικό πλεονέκτημα στην ΙBM έναντι της Google και άλλων τεχνολογικών εταιρειών, που συμμετέχουν στην άκρως ανταγωνιστική κβαντική «κούρσα».

Οι κβαντικοί υπολογιστές, οι οποίοι βρίσκονται ακόμη στα σπάργανα, υπόσχονται ταχύτητα υπολογισμών πολύ μεγαλύτερη από τους τωρινούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Αυτό συμβαίνει επειδή στους σημερινούς υπολογιστές, το bit, η βασική μονάδα πληροφορίας, μπορεί να πάρει είτε την τιμή «0» είτε την τιμή «1». Όμως το κβαντικό μπιτ (qubit), η στοιχειώδης μονάδα κβαντικής πληροφορίας, μπορεί να παίρνει τις τιμές «0», «1» ή «0 και 1» ταυτόχρονα.
 
Η ΙΒΜ ανακοίνωσε ότι αφενός δημιούργησε ένα σύστημα με 20 κβαντικά «μπιτ» που είναι ήδη έτοιμο για χρήση και αφετέρου ότι ανέπτυξε το πρώτο -ακόμη πειραματικό- σύστημα IBM Q με επεξεργαστή 50 qubits.

Η εταιρεία έκανε γνωστό ότι το σύστημά της με τα 20 qubits θα είναι διαθέσιμο online στους πελάτες της από το τέλος του 2017, προκειμένου να διερευνήσουν τις δυνατότητες πρακτικής εφαρμογής του. Η επόμενη γενιά κβαντικών συστημάτων της ΙΒΜ θα ενσωματώσει τον ισχυρότερο επεξεργαστή των 50 qubits.

Ο πρώτος κβαντικός υπολογιστής που κατέστη online διαθέσιμος από την ΙΒΜ σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο, ήταν τον Μάιο του 2016. Στο διάστημα που μεσολάβησε, η εταιρεία έχει κάνει περαιτέρω προόδους και φαίνεται να προηγείται στις εξελίξεις από κάθε άλλο ανταγωνιστή της.

Εκτός από τον τομέα του υλικού (hardware), η ΙΒΜ συνεχίζει να αναπτύσσει ένα ολόκληρο «οικοσύστημα» κβαντικής υπολογιστικής, που περιλαμβάνει ανοικτό λογισμικό (software) και εκπαιδευτικό υλικό για την κβαντική κοινότητα των χρηστών.

Ήδη, περισσότεροι από 60.000 χρήστες από όλο τον κόσμο (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, σχολεία κ.α.) έχουν πραγματοποιήσει πάνω από 1,7 εκατομμύρια online κβαντικά πειράματα στους υπολογιστές της ΙΒΜ. Παράλληλα, η ΙΒΜ συνεργάζεται με άλλες εταιρείες (Samsung, Honda, Hitachi, Canon κ.α.) για να αναπτύξει βιομηχανικές και άλλες πρακτικές κβαντικές εφαρμογές.

Αριστοτέλης: Η μεταφυσική υπόθεση στη φυσική θεωρία

Όταν στην Αρχαιότητα βρέθηκε ένα ατιτλοφόρητο γραπτό του Αριστοτέλη ακολουθώντας την εργασία του ‘Τα φυσικά’ , οι εκδότες του πρώτου αιώνα του έδωσαν τον τίτλο ‘Μετά τα φυσικά’. Από τότε ο όρος αυτός (μεταφυσική) χρησιμοποιείται για τις μελέτες εκείνες που πιστεύεται ότι υπερβαίνουν τα όρια του υλικού κόσμου της φυσικής, φτάνοντας στην ουσία ή στον πυρήνα μιας υποτιθέμενης απόλυτης και τελικής πραγματικότητας η οποία υπάρχει βαθύτερα απ’ τα φαινόμενα.

Πολλοί άνθρωποι για λόγους που έχουν σχέση με τη βιολογική μας ιστορία, πιστεύουν πως μια τέτοια πραγματικότητα υπάρχει, υπάρχει ένας τέλειος κόσμος πέρα απ’ το βασίλειο της ατελούς ύλης. Στις θρησκείες ο κόσμος αυτός προσεγγίζεται με την αποκάλυψη  ή άλλα κανάλια, που ξεπερνούν τις αισθήσεις. Στη δυτική φιλοσοφία η μεταφυσική εγκαθίσταται με τον κόσμο των ιδεών του Πλάτωνα, απ’ τον οποίο οι αισθήσεις μας σύρουν μια παραμορφωμένη εικόνα της αληθινής πραγματικότητας. Πέρα απ’ την πραγματικότητα , υπάρχει  η αληθινή πραγματικότητα. Σε αυτήν δεν φτάνει η παρατήρηση ούτε το πείραμα, είναι πέρα από την ανθρώπινη δράση , είναι η πραγματικότητα χωρίς καμιά αναφορά στην ανθρώπινη περιοχή των αισθήσεων. Αυτή είναι η ερμηνεία της μεταφυσικής με την οποία η φυσική, στηριγμένη στο πείραμα και στα μαθηματικά, διέκοψε κάθε σχέση.

Όμως φαίνεται ότι  κάποια ίχνη που τη θυμίζουν, υπάρχουν ακόμα  στις ρίζες κάθε φυσικής θεωρίας: αυτά  είναι το νόημα που δίνει στον κόσμο κάθε φυσική θεωρία, μέσω μιας οριακής υπόθεσης, αναπόδεικτης προς το παρόν πειραματικά, (η μεταφυσική συνιστώσα) που θα επαληθευτεί ή θα απορριφτεί απ’  τα μελλοντικά πειράματα. Για την ερμηνεία του κόσμου λοιπόν, πέρα από την περιγραφή,  φαίνεται αναγκαία μια μεταφυσική υπόθεση.

H ίδια η φυσική εμπειρία δεν μπορεί να ασχοληθεί με το νόημα αλλά η ανάγκη του ανθρώπου γι αυτό, που είναι αιώνια και ταυτισμένη με το νοητικό του σύστημα, το εισάγει από διπλανές πόρτες της συνείδησης μέσα στις φυσικές θεωρίες, με τη μορφή των μεταφυσικών υποθέσεων. Μια γνώση χωρίς αυτές θα απευθύνεται σε κάποια τεχνητή νοημοσύνη κι όχι στην ανθρώπινη. Η επιστήμη παράγει και παράγεται απ’ τη μεταφυσική.

Η μεταφυσική υπόθεση

Σε κάθε φυσική θεωρία υπάρχουν μεταφυσικά αξιώματα που συνδυάζονται με τα φυσικά αξιώματα. Τα δεύτερα βασίζονται σε μετρήσεις, ενώ τα πρώτα εξασφαλίζουν τα δεύτερα από την άποψη του νοήματος.  Ο Αριστοτέλης το εντόπισε πριν 2500 χρόνια διδάσκοντας ότι:

Αν δεν υπάρχει κάτι νοητό, πέρα από τα φαινόμενα (καθέκαστα), αλλά όλα ήταν αισθητά,  δεν θα είχαμε επιστήμη για κανένα πράγμα, εκτός μονάχα αν λέει κανείς ότι η αίσθηση είναι η επιστήμη. (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά 999 β 1)

Ο Einstein  τα εντοπίζει ξανά στην περίπτωση της θεωρίας του Νεύτωνα η οποία ήταν η μεγαλύτερη αντίπαλος της  μεταφυσικής. Γράφει σχολιάζοντας την «σύλληψη» του απόλυτου χώρου από το Νεύτωνα ότι:

Αυτό που είναι ουσιώδες είναι  ότι εκτός από τα παρατηρήσιμα αντικείμενα, κάτι άλλο, που δεν είναι αισθητό, πρέπει να θεωρηθεί σαν πραγματικό, για να καταστούν πραγματικότητες  η επιτάχυνση ή η περιστροφή. (Ο Einstein για τον απόλυτο χώρο του  Νεύτωνα)

Ο Schlick γράφει ότι η επιστήμη είναι η αναζήτηση της αλήθειας και η φιλοσοφία η αναζήτηση του νοήματος αλλά για το θέμα μας θεωρούμε ως επιστήμη τα «φυσικά» αξιώματα και ως φιλοσοφία τα «μεταφυσικά» αξιώματα μιας φυσικής θεωρίας. Έτσι έχουμε τελικά τη φυσική φιλοσοφία, έτσι ήταν πάντα, απλά σήμερα τα μαθηματικά ενσωματώθηκαν στην ερμηνεία των φυσικών αρχών. Η σχέση F=mγ του Νεύτωνα που μαθαίνουμε στο Λύκειο είναι ένα φυσικό αξίωμα, ο απόλυτος χώρος  όμως είναι μια μεταφυσική αρχή.

Μέσα σε κάθε μεγάλο φυσικό κρύβεται ένας μεταφυσικός.

Αυτά περιγράφονται από τον Duhem:

…κατά τον Duhem μια φυσική θεωρία μπορεί να αναλυθεί σε δύο διακριτά μέρη: το «αναπαραστατικό» και το «εξηγητικό». Το πρώτο ταξινομεί τους νόμους (φαινόμενα) ενώ το δεύτερο είναι αυτό με το οποίο η επιστήμη επιδιώκει να «συλλάβει» την πραγματικότητα (reality) που βρίσκεται κάτω απ’  τα φαινόμενα. Αυτό το δεύτερο το «εξηγητικό» δεν διαθέτει λογική δομή και σχετίζεται με τα μεταφυσικά πιστεύω του ερευνητή ….όταν η πρόοδος της πειραματικής φυσικής αντιτίθεται σε μια θεωρία και την αναγκάζει να τροποποιηθεί, τότε το εξηγητικό μέρος της παλιάς θεωρίας αποβάλλεται για να δώσει τη θέση του σε μια άλλη εξήγηση…

Δηλαδή  η πρόταση του Αριστοτέλη: «κάθε ελεύθερο σώμα (στο οποίο δεν ασκούνται δυνάμεις) έχει την τάση να κινείται από μόνο του ψάχνοντας το φυσικό του τόπο» απερρίφθη απ’ τα πειράματα του Γαλιλαίου, που διαπίστωναν την κίνηση της γης και καταργούσαν τους Αριστοτελικούς φυσικούς τόπους. Η νέα εξηγητική αρχή της κίνησης ήταν ο απόλυτος χώρος!

Η μεταφυσική συνιστώσα κάθε φυσικής θεωρίας είναι η προσωπική υπόθεση που κάνει ο ερευνητής για να ερμηνεύσει, δηλαδή να δώσει νόημα στα εμπειρικά δεδομένα, γιατί σ’ αυτό που υποθέτει, δεν μπορεί να εκτελεστεί κανένα πείραμα στην εποχή του.

Ήταν ο Νεύτων  με το Hypothesis non fingo  που δεν απέφυγε τις μεταφυσικές υποθέσεις, με κορυφαία αυτή του απόλυτου χώρου.

Μπορεί κανείς ακόμα να διαβλέψει στη μεταφυσική υπόθεση κάτι σαν  πνευματικό ένστικτο, που βρίσκεται πίσω από τη  φυσική θεωρία, ή σαν τον παντοτινό και αιώνιο αδιάγνωστο όρο που θα υπάρχει στην αντιστοίχηση της ανθρώπινης εμπειρίας προς ένα κατανοητό πρόγραμμα.

Η μεταφυσική συνιστώσα κάθε φυσικής θεωρίας είναι η προσωπική υπόθεση που κάνει ο ερευνητής για να ερμηνεύσει, δηλαδή να δώσει νόημα στα εμπειρικά δεδομένα, γιατί σ’ αυτό που υποθέτει, δεν μπορεί να εκτελεστεί κανένα πείραμα στην εποχή του. Ο απόλυτος χώρος του Νεύτωνα «έδεσε» τη δυναμική θεωρία του της κίνησης, όμως ο Νεύτων δεν μπορούσε  να πειραματιστεί στον απόλυτο χώρο, ο οποίος καταργήθηκε μόνο όταν το πείραμα τον απέρριψε.

Η αναζήτηση αυτού του  μεταφυσικού νοήματος που αναφέρεται στα πράγματα,  είναι γόνιμη για τη φυσική, η οποία βρίσκει μόνο σχέσεις κι όχι νόημα  για τα πράγματα. …η συμβολή του συνίσταται  στο ότι παρέχει στον επιστήμονα το κίνητρο εκείνο , το οποίο τον υποκινεί σε θαυμαστές ανακαλύψεις …Duhem.

Έτσι παρ’ όλα τα πειράματα και τα μαθηματικά, η μεταφυσική του νοήματος  επιβιώνει πάντα στις φυσικές θεωρίες.

Στη μέχρι τώρα ιστορία της φυσικής οι παρατηρήσεις του Duhem φαίνονται να επαληθεύονται, αν και οι «φανατικοί» φυσικοί ισχυρίζονται ότι δεν έχουν την ανάγκη κανενός νοήματος, αυτό που τους αρκεί είναι να λειτουργούν τα μαθηματικά και να παράγουν αποτελέσματα που επαληθεύονται από τα πειράματα. Όμως έτσι για το μέσο άνθρωπο, μέσα από τη μαθηματική μεταφυσική που αντικαθιστά τη μεταφυσική του νοήματος, η πραγματικότητα φαίνεται ένας  κόσμος αδιάγνωστος και ακατανόητος-  ένα γίγνεσθαι  άσκοπο το οποίο υπάρχει για να υπάρχει  και δεν κατατείνει πουθενά, είναι  μια πραγματικότητα για ειδικούς, τους νέους μάγους της φυλής,  όπως περίπου στα βάθη της ιστορίας του homo sapiens.

Πάντως φαίνεται καθαρά σήμερα ότι ο Maxwell ενοποίησε τον ηλεκτρισμό και την Οπτική, γιατί πίστευε ότι απέδιδε ένα νόημα στη φύση μέσα απ’ αυτή την ενοποίηση. Αυτό ήταν το κίνητρό του. Κάθε σκέψη έχει μια κρυμμένη σπίθα μεταφυσικής που τη γεννάει. Αν παρακολουθήσουμε τη θεωρία του, βεβαιωνόμαστε ότι είχε προαποφασίσει να ενσωματώσει την Οπτική στις λειτουργίες του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου. Γι’ αυτό στο ηλεκτρομαγνητικό του μοντέλο θα βρούμε τις μεταφυσικές  κατασκευές, που σκόπευαν σε  αυτήν την ενοποίηση. Το ρεύμα μετατοπίσεως, που ποτέ δεν παρατηρήσαμε,  ήταν αναγκαίο για να παραχθεί η εξίσωση κύματος. Ακόμα ο αιθέρας, που κανένα πείραμα δεν είχε αποκαλύψει την ύπαρξή του, ήταν απαραίτητος για τη διάδοση του κύματος. Η μεταφυσική κατασκευή, η εικόνα στο νου,  προϋπήρξε της μαθηματικής κατασκευής.

Η μεταφυσική κατασκευή του αιθέρα είναι ένα χαρακτηριστικό της αφήγησής μας. Ο  Μάξγουελ (1831-1878), ορίζοντας τα πεδία σαν καταστάσεις μηχανικής συμπίεσης ενός αόρατου αλλά υπαρκτού υλικού που γεμίζει το χώρο, του αιθέρα, πρόσθεσε ότι τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα θα πρέπει να θεωρούνται ως ελαστικές συμπιέσεις του αιθέρα. Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα ήταν δονήσεις αυτού του ενδιάμεσου αβαρούς και ρευστού υλικού, όπως τα κύματα της θάλασσας είναι δονήσεις του νερού και του ήχου δονήσεις του αέρα. Έτσι ο αιθέρας εγκαταστάθηκε στη φυσική και υπήρχαν απόψεις ότι ήταν πιο πρωταρχική έννοια κι από αυτήν της ύλης.

Όμως η θεωρία του αιθέρα κατερρίφθη από το πείραμα.  Το 1887 οι φυσικοί Άλμπερτ Μίκελσον και Έντουαρτ Μόρλεϊ (Albert Michelson-Edward W. Morley), θέλοντας να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη του αιθέρα, πραγματοποίησαν ένα οπτικό πείραμα που απέδειξε   πως αυτό το στοιχείο ήταν ανύπαρκτο! Σ’ αυτό το πείραμα απέδειξαν πως η ταχύτητα μιας δέσμης φωτός δεν μεταβάλλεται σε όποια κατεύθυνση ή απόσταση κι αν κινείται στην πειραματική διάταξη. Εφόσον λοιπόν δεν βρέθηκαν μεταβολές, αλλά «μηδενικό αποτέλεσμα», ο αιθέρας δεν υπήρχε.

Παράδειγμα: Η Αριστοτελική μεταφυσική

Η βασική μεταφυσική υπόθεση στο έργο του Αριστοτέλη είναι  ο «σκοπός» των φυσικών διεργασιών. Είναι το τελικό αίτιο που πρέπει  να μελετήσουμε σε κάθε διαδικασία της φύσης. Δεν είναι λοιπόν η ύπαρξη του μεταφυσικού νοήματος το ζητούμενο για τη σχέση  του Αριστοτελισμού με τη σύγχρονη φυσική, αλλά το ίδιο το νόημα.

Υπάρχουν κι άλλες μεταφυσικές υποθέσεις στον Αριστοτέλη, π.χ η πρώτη ύλη, η εντελέχεια , το πρώτο κινούν κλπ. και το θέμα για διερεύνηση είναι ποιες από αυτές επαληθεύτηκαν από τη φυσική  στη διάρκεια των αιώνων, αν επαληθεύτηκαν, ή πρόκειται για μυθολογική περιγραφή της φύσης.

Διερευνώντας την αξία του Αριστοτελισμού σε σχέση με τον πραγματικό κόσμο, λέμε ότι, αν είναι αλήθεια ότι οι ποιότητες γίνονται από ποσότητες , μπορεί κανείς να υποθέσει ότι οι δύο συλλογισμοί, ο ποιοτικός και ο ποσοτικός, θα είναι παράλληλοι κι όχι ασύμβατοι, κάτι σαν παράλληλη γνώση.

Στα πλαίσια αυτού του παράλληλου σχήματος οι μεταφυσικές υποθέσεις του Αριστοτέλη θα έχουν την ίδια αξία με αυτές των φυσικών, (αφού στην εποχή του Αριστοτέλη το πείραμα ήταν η απλή παρατήρηση η οποία δεν μπορούσε να αποκαλύψει βαθύτερες σχέσεις). Θα μπορούν ίσως να αποτελέσουν  «κίνητρο στους φυσικούς για θαυμαστές ανακαλύψεις».

Κι αυτό ήδη άρχισε να συμβαίνει. Σύγχρονοι  φυσικοί φιλόσοφοι και φυσικοί (Pope, Osborne, Srupes), επιστρέφουν στο Αριστοτελικό νόημα και σε μεταφυσικές αρχές του Αριστοτέλη, προσπαθώντας να περιγράψουν το ολιστικό σύμπαν.

Είναι λοιπόν πιθανή μια διείσδυση των Αριστοτελικών μεταφυσικών υποθέσεων στις σύγχρονες φυσικές θεωρίες; Οι σύγχρονες έννοιες της φυσικής προσεγγίζονται με τις Αριστοτελικές έννοιες; το Αριστοτελικό σχήμα μπορεί να αποδοθεί ως «εξηγητικό σχήμα» στη φυσική θεωρία;

Μερικά ερωτήματα προς αυτή την κατεύθυνση είναι:

Ποια έννοια της φυσικής προσεγγίζεται με την έννοια της πρώτης ύλης του Αριστοτέλη; (σε άλλο άρθρο δείχνουμε ότι αυτή η έννοια είναι η ενέργεια).

Η ύλη της φυσικής πλησιάζει περισσότερο  το μοντέλο του Δημόκριτου ή του Αριστοτέλη;

Συνδέεται η ‘καθαρή μορφή’ του Αριστοτελικού Ουρανού  με το χωρόχρονο της γενικής σχετικότητας;

Το τελικό αίτιο του Αριστοτέλη έχει σχέση με την αρχή της ελάχιστης δράσης;  Εισάγεται η τελεολογία στη σύγχρονη φυσική;

Έχει σχέση το πρώτο κινούν του Αριστοτέλη με τον απόλυτο χώρο του Νεύτωνα; Με το μετρικό πεδίο του χωρόχρονου;

Πώς εμφανίζεται η οντολογία του Αριστοτέλη,  στη Κβαντομηχανική;

Η «βούληση» του ηλεκτρονίου περιγράφεται με την Αριστοτελική εντελέχεια;

Η φυσική και η χημεία μπορούν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της ζωής;

Οι ‘πολλές ιστορίες’ του Feynman σχετίζονται με τη ‘δυνάμει ‘ πραγματικότητα του Αριστοτέλη;

Είναι η κβαντομηχανική η φυσική της καθαρής ύλης και η γενική σχετικότητα η φυσική της καθαρής μορφής;

Η διερεύνηση τέτοιων προτάσεων δεν θα «δικαιώνει» την Αριστοτελική φυσική, απ’ την οποία λείπουν τα μαθηματικά (ποσότητες) και η σκηνοθετημένη παρατήρηση (πείραμα), δηλαδή τελικά η γνώση, αλλά θα αποδώσει ένα   νόημα στη σύγχρονη φυσική, θεωρώντας (από την ιστορική της διαδρομή) ότι ένα τέτοιο νόημα είναι απαραίτητη συνιστώσα της.

Ανακάλυψαν σύμπλεγμα γαλαξιών σε απόσταση 11,1 δισ. ετών φωτός

cosclusterΟ απόλυτος ενθουσιασμός επικρατεί στη NASA, μετά την ανακάλυψη και πιο μακρινού γαλαξία που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα από τον άνθρωπο. Πρόκειται για τον CL J1001+0220, ο οποίος εντοπίστηκε από το παρατηρητήριο Chandra, αλλά και άλλα τηλεσκόπια, σε απόσταση 11,1 δισ. ετών φωτός από τη Γη! 
 
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, πρόκειται για μία… εξωπραγματική ανακάλυψη, καθώς η παρατήρηση και ανάλυσή του, θα προσφέρει στον άνθρωπο σημαντικότατες πληροφορίες για τα παλαιότερα αστικά συμπλέγματα του σύμπαντος. Ο αμέσως προηγούμενος στη λίστα των μακρινών γαλαξιών, είχε εντοπιστεί στα 700 εκατ. έτη φωτός από τη Γη.
 
«Αυτό το σμήνος γαλαξιών δεν εντυπωσιάζει μόνο για την απόστασή του από τη Γη, αλλά παρουσιάζει μία εκπληκτική για μας έκρηξη ανάπτυξης, όμοια της οποίας δεν έχουμε ξαναδεί», δήλωσε ο Τάο Γουάνγκ, επικεφαλής της γαλλικής επιτροπής ατομικής ενέργειας.
 
Το σύμπλεγμα αυτό απαρτίζεται από 11 γαλαξίες,  εκ των οποίων οι εννιά παρουσιάζουν απίστευτη δραστηριότητα γέννησης άστρων. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, μέσα σε διάστημα ενός έτους έχουν γεννηθεί πάνω από 3.000 ήλιοι (άστρα).
 
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η απίστευτη αυτή δραστηριότητα δεν ενεργοποιήθηκε πριν οι 11 γαλαξίες «παγιδευτούν» στο σύμπλεγμα που οι ίδιοι έχουν σχηματίσει με τις δυνάμεις που εκπέμπουν. «Θα έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε συγκλονιστικές πληροφορίες για τη λειτουργία των γαλαξιών και τη γέννηση των άστρων», δήλωσε ένας από τους επικεφαλής της έρευνας.

O Λόγος που Μισείται το Νόημα

Είναι γνωστός ο διχασμός που βιώνει ο άνθρωπος ανάμεσα στην ιδιωτική καθημερινότητά του και στον κοινωνικό και δημόσιο βίο του. Είναι εξαιρετικά παράδοξο το φαινόμενο αυτού του διχασμού και δεν θα μπορούσε να επιλυθεί, αν το άτομο δεν κατανοήσει τη δύναμη που έχει η καθημερινότητά του και τις δυνάμεις που την κυβερνούν. Απόλυτη γνώση δεν είναι δυνατόν να υπάρχει, αλλά ορισμένες αδρές γραμμές κατεύθυνσης ήδη είναι ορατές. Και φυσικά οι ατομικές διαφορές είναι αναρίθμητες και μη προσεγγίσιμες απόλυτα.

Ποια η αντίληψη του ανθρώπου για την κοινωνία
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της αντίληψης που έχει ο άνθρωπος για την κοινωνία είναι ότι αυτή αποτελεί τον «άλλον», ο οποίος είναι εν δυνάμει εχθρός αλλά και μέτρο σύγκρισης και φορέας αποδοχής του ίδιου. Όλοι οι φόβοι του εστιάζονται στον κίνδυνο που απορρέει από την ύπαρξη του εχθρού, χωρίς λογικά να μπορεί κανείς να αρνηθεί την επικινδυνότητα αυτή και γι’ αυτό εξάλλου είναι τόσο καλά θεμελιωμένη αυτή η αντίληψη.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι η κοινωνία γίνεται το χωνευτήρι της δικής του ατομικής ευθύνης λόγω του μεγέθους της, δηλαδή μέσα σε αυτήν οι δικές του ευθύνες για την κατάσταση τόσο της κοινωνίας όσο και τη δική του αναμειγνύονται με τις ευθύνες όλων των άλλων και χάνονται μέσα τους με αποτέλεσμα να αισθάνεται αποενοχοποίηση.

Ένα τρίτο στοιχείο είναι ότι η κοινωνία μπορεί ενίοτε να τον προστατεύει αλλά με ιδιαίτερη δύναμη τόσο απέναντι σε άλλες επικίνδυνες κοινωνικές δυνάμεις αλλά και απέναντι σε άλλους εξωτερικούς κινδύνους, δηλαδή αποτελεί ένα προστατευτικό κάλυμμα λόγω της πληθικής και οργανωμένης δυναμικής της.

Ένα τέταρτο στοιχείο είναι ότι οι διεργασίες ανάπτυξης και υπεροχής που διαδραματίζονται μέσα στους κοινωνικούς κύκλους, μικρούς ή μεγάλους, απορροφούν όλη την προσοχή του ανθρώπου (πέρα βέβαια από το άγχος της επιβίωσης) έτσι ώστε να τον προστατεύουν από την καταγραφή του ωμού φόβου του θανάτου που είναι το θεμέλιο της ζωής του.

Και το πέμπτο στοιχείο είναι ότι η διαπίστωση της εχθρικότητας της κοινωνίας αποτελεί όχι μόνον παράγοντα αποενοχοποίησης αλλά και δικαιολογίας για τις ατομικές επιλογές που έτσι ενισχύονται. Έτσι ο άνθρωπος στρέφεται στην ιδιωτική του ζωή θεωρώντας ότι ο εχθρός βρίσκεται έξω από αυτόν τον μικρόκοσμο και ότι αυτός ο ιδιωτικός κόσμος του δικαιούται να είναι το μοναδικό επίκεντρο της προσοχής του. Βέβαια δεν μπορούν να αποκλειστούν και άλλες οπτικές γωνίες. Το ζήτημα λοιπόν είναι να διευκρινιστεί αυτή η καθημερινότητα, δηλαδή ποια είναι η φύση της και αν είναι αυτή που επηρεάζεται κυρίαρχα από την κοινωνία ή το αντίστροφο.

Εδώ προκύπτουν ορισμένα αμείλικτα ερωτήματα
Το άτομο επιθυμεί κάτι αντίστροφο από αυτό που του «επιβάλλει» η κοινωνία ή μήπως όχι;

Είναι δυνατόν η κοινωνία να είναι ολότελα διαφορετική από τα άτομα; Και αυτό που επιθυμεί το άτομο στηρίζεται στους κανόνες της καθαρής λογικής, οι οποίοι αναγνωρίζουν το ίδιο δικαίωμα στην επιθυμία για όλους ή μήπως μόνον για τον εαυτό του;

Συνήθως οι άνθρωποι στην καλύτερη περίπτωση δεν αποδέχονται τα αποτελέσματα των πράξεών τους αλλά αφήνουν ανέπαφα τα αίτιά τους και αυτοτυφλώνονται για να μη το βλέπουν. Η μη αποδοχή των αποτελεσμάτων εκλαμβάνεται τότε ψευδώς ως μη-ευθύνη γι’ αυτά. Αυτή η αυτοτύφλωση είναι η βάση της αποενοχοποίησης. Ο άνθρωπος δεν θέλει να διακρίνει την αναπόφευκτη διαδρομή από τις ατομικές πράξεις μέχρι τα κοινωνικά αποτελέσματά τους και επιχειρεί αυτή την απόκρυψη, επειδή αυτή η διαδρομή είναι μακρά και μπορεί να ισχυριστεί πως δεν την κατανοεί ή επειδή λόγω του μάκρους της τα αποτελέσματα αυτά δεν πρόκειται να τον αγγίξουν στη σύντομη ζωή του.

Μπορούμε επίσης να πούμε πως η αντίληψη ότι η κοινωνία ή το κράτος ή ο,τιδήποτε ευρύτερο μπορεί να είναι διαφορετικό από τα άτομα που το απαρτίζουν στηρίζεται στο ότι ο άνθρωπος τα αντιλαμβάνεται όλα, ακόμα και τον εαυτό του, μηχανιστικά και επομένως έξω από αυτόν. Αυτή η αντίληψη του κόσμου ως μηχανής είναι θεμελιώδες στοιχείο πλάνης και γεννάει πολλά προβλήματα.

Μία τέτοια πρόχειρη καθημερινή πράξη που συνδέεται με το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι το ρουσφέτι. Και βέβαια, επειδή όλοι το επιδιώκουν για να επιλύσουν τα οικονομικά τους προβλήματα, το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα τεράστιο δίκτυο λειτουργίας του ρουσφετιού το οποίο αναπόφευκτα (γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει αλλοιώς) στηρίζει ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα, που αντί να είναι ουσιαστική διακυβέρνηση εκ μέρους του πολιτικού και ουσιαστική εκλογή εκ μέρους του πολίτη, είναι ένα εξωθεσμικό δούναι-λαβείν πέραν του νόμου και της ηθικής που καταλύει το δημοκρατικό πολίτευμα, την ισότητα και την ελευθερία.

Ο καθένας όμως ταυτόχρονα αισθάνεται πολύ μικρός και ασήμαντος για να παραδεχθεί ότι αυτή η μηδαμινή καθημερινή πράξη του έχει τέτοιες τεράστιες προεκτάσεις. Και αυτό γιατί δεν αποδέχεται ότι και ο άλλος έχει το «δικαίωμα» στην ίδια επιθυμία εξασφάλισης της ζωής του ή, ακόμη και αν το αποδεχθεί, αυτό ταυτόχρονα θα αποτελεί για τον ίδιο δικαιολογία για επιδίωξη του ανταγωνισμού. Κάποτε ο Θεμιστοκλής στην αρχαία Αθήνα είχε πει – παρά τις μεγάλες ικανότητές του – «Ποτέ είπε να μη καθήσω εις τούτον τον θρόνον, εις ον οι φίλοι μου δεν θα ωφελώνται παρ’ εμού περισσότερον των ξένων» (Βίοι Παράλληλοι Πλουτάρχου, Αριστείδης). Αυτή η αυθόρμητη και κοινή τάση των ανθρώπων έχει βαθιές ρίζες και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη κοινωνίας.

Αλλά πέραν από τις πράξεις που έχουν απευθείας κοινωνικό αντίκτυπο και είναι πολλές (το ρουσφέτι το αναφέραμε προχείρως), ας πάμε στις καθαρά ιδιωτικές πράξεις που δεν φαίνεται να έχουν επιρροή στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μία από αυτές -που μάλιστα έχει εξαιρετικά μεγάλη σπουδαιότητα αν και δεν φαίνεται- είναι η χρήση του ελεύθερου χρόνου. Ο ελεύθερος χρόνος είναι σαν ένας σκουπιδοτενεκές όπου ο άνθρωπος μπορεί να παραπετάξει τη ζωή του ως άχρηστη.

Ενώ θα έπρεπε να είναι ένας χρόνος αφιερωμένος ελεύθερα στην γνώση του εαυτού και του κόσμου καθώς και σε μια δημιουργικότητα και σε μια απελευθέρωση από την φυλάκιση της ανάγκης που διέπει την καθημερινότητα (π.χ. το εργασιακό στρες), ωστόσο του γίνεται τέτοια χρήση ώστε και πάλι να δημιουργεί είτε ανάγκη για μεγαλύτερο εργασιακό στρες, μια και είναι ένας χρόνος για ανόητη κοινωνική επαφή και για προβολή κοινωνική, πράγματα που απαιτούν οικονομική επάρκεια, ή μια εκτονωτική αφασία, χωρίς νόημα ζωής, που αποξενώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του και την κοινωνία.

Να σημειώσουμε εδώ αυτό που είπε ο Πρόεδρος της Ουρουγουάης Μουχίκα, ότι είχαν παλέψει για να καθιερωθεί το 6ωρο στην εργασία, αλλά οι άνθρωποι και μετά από αυτό συνέχισαν να εργάζονται και πάλι 12ωρο καθημερινά, γιατί ήθελαν να κερδίζουν χρήματα για να μπορούν να αγοράζουν κινητά τηλέφωνα και άλλα καταναλωτικά προϊόντα. Δεν μπορεί όμως τελικά να ισχυριστεί κανείς πως του επιβάλλεται η χρήση του ελεύθερου χρόνου του, αν και σίγουρα επηρεάζεται, αλλά μόνον επειδή ο ίδιος το επιτρέπει.

Επειδή ο άνθρωπος έχει αναπόφευκτα τάση για ανάπτυξη ή επέκταση, γι’ αυτόν τον λόγο, αν αυτή η ανάπτυξη δεν έχει δημιουργικό και συνειδησιακό χαρακτήρα, αναγκαστικά θα πάρει χαρακτήρα οργανωτικό και ειδωλικό. Το αποτέλεσμα στη σύγχρονη εποχή μας ήταν ο άκρατος καταναλωτισμός (τουλάχιστον στις οικονομικά ευημερούσες κοινωνίες που μπορούσαν να το κάνουν), η οικονομική ανάπτυξη με την επακόλουθη υλική άνεση και αποκτήματα που αποτελεί ένδειξη «ανάπτυξης», η κοινωνική υπεροχή και τελικά όπου είναι δυνατόν η εξουσιαστικότητα.

Τα άβια κεκτημένα αντικείμενα όπως τα υλικά πράγματα (χρήμα, πολυτέλειες) έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τον άνθρωπο και μέσω αυτών ο άνθρωπος αισθάνεται ότι παίρνει τη δική τους αθανασία. Η κοινωνική υπεροχή και εξουσιαστικότητα προκαλώντας εκμηδένιση ή έστω μείωση των άλλων αντισταθμίζει μερικώς τη μειονεξία που προκαλεί το βέβαιο του θανάτου.

Παντού παραμονεύει ο φόβος του θανάτου που βέβαια δεν αφορά μόνον τον θάνατο στο τέλος της ζωής, αλλά μπορεί να πάρει και διάφορες άλλες μορφές που σχετίζονται με τη μειονεξία ως εποικοδόμημα του θεμελιώδους αυτού φόβου. Και όπως λέει ο Γιάννης Ζήσης στο βιβλίο του Ειρήνη και Διανόηση «..Δυστυχώς ο νους ένα κίνητρο είχε στην ανάπτυξή του: τη μειονεξία στη φυσική επιβίωση, μειονεξία που έπρεπε να αντισταθμιστεί με επινόηση και συνειδητή πληροφορία».

Και η φήμη είναι υπό αυτή την έννοια «πράγμα» που μάλιστα αφήνει ένα τέτοιο αποτύπωμα στην κοινωνία το οποίο επίσης αντισταθμίζει αυτή τη θεμελιώδη μειονεξία. Οι μεγάλες θρησκείες προσπάθησαν να μειώσουν ή να εξαλείψουν αυτό τον φόβο, αλλά στην πορεία οι απαγορεύσεις καθώς και η απειλή της τιμωρίας (στον φαινόμενο ή στον αόρατο κόσμο) πήρε υπερβολικές διαστάσεις και έτσι αυτός ο φόβος έμεινε ακέραιος και μάλιστα κρυμμένος σήμερα και αγνώριστος πίσω από σύγχρονες μορφές ανεμελιάς.

Ένα άλλο παράδειγμα συναφές με τα παραπάνω είναι η χρήση του χρονικού διαστήματος της νεότητας που θεωρούνται τα πλέον πολύτιμα χρόνια από τον άνθρωπο – ενώ όλα τα χρόνια θα έπρεπε να θεωρούνται τέτοια. Άλλοτε αναλώνονται στη θεμελίωση μιας καριέρας πράγμα που σχετίζεται άμεσα με τα παραπάνω για καταναλωτισμό, υπεροχή και εξουσιαστικότητα, και άλλοτε για μια διασκόρπιση της ζωής στο τίποτε, όπου το τίποτε επιβεβαιώνει την ανυπαρξία περιορισμού και μοιάζει με το άβιο γιατί το άβιο λόγω της αβιότητάς του δεν βιώνει τον περιορισμό και έτσι αυτός είναι σαν να μην υπάρχει. Εδώ φαίνεται καθαρά η αντίληψη της ελευθερίας ως ανευθυνότητας.

Και ορθά ο Γιάννης Ζήσης στο ανέκδοτο βιβλίο του η Ευθύνη της Θέλησης αναφέρει ότι: «Είναι σαφές πως ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μπει σε έναν κύκλο εντατικοποίησης. Όμως ο κύκλος αυτός περιέχει και την εκτονωτική διασκέδαση, κυρίως ως Κοινωνία του Θεάματος. Η διασκέδαση αυτή είναι ενταγμένη σε μία περιβάλλουσα πραγματικότητα, η οποία δεν είναι καθόλου ικανοποιητική, ενώ παράλληλα είναι αρκετά εξαντλητική. Αυτή η κατάσταση συνοδεύεται με μια αίσθηση απώλειας του επίκεντρου της ζωής. Η ζωή δεν βιώνεται στο κέντρο της. Η αίσθηση του Εαυτού μας είναι αρκετά ρηχή, ενώ πνίγεται σ’ ένα αίσθημα δυσαρέσκειας και ταυτόχρονα διασκεδαστικής λήθης. Οι αντιλήψεις για την ζωή και το νόημα είναι ελλειμματικές και κυριαρχούνται από τα καθημερινά είδωλα».

Αυτός είναι ο λόγος που μισείται το νόημα, γιατί το νόημα αποτελεί έναν περιορισμό, έναν οδοδείκτη για το τι πρέπει να πράξουμε και έτσι θεωρείται ευθύνη και βάρος. Άλλοτε πάλι επιλέγεται ένα νόημα γνωστό από το παρελθόν, ώστε ο άνθρωπος να νοιώθει ασφάλεια ότι τίποτε δεν θα αλλάξει στη ζωή του. Αλλά το νόημα χωρίς το μέλλον δεν είναι νόημα.

Έτσι καταλήγει η καθημερινότητα του ανθρώπου να μην έχει κανένα νόημα και συνήθως το μόνο σοβαρό νόημα που έχει είναι η επιβίωση όταν αυτή είναι δύσκολη. Και φυσικά το νόημα δεν μπορεί να είναι έξωθεν δοτό. Αλλά ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχθεί το γεγονός ότι βιώνει έναν συνεχή ενδογενή διχασμό και ότι το νόημα δεν είναι κάτι έξω από αυτόν, αλλά απλώς η λανθάνουσα δυναμική του μέλλοντος μέσα του σε συσχετισμό με το παρόν, η οποία αποτελεί και αυτή μέρος του εαυτού του και πρέπει να εναρμονιστεί με το παρόν του. Γι’ αυτό χωρίς αυτογνωσία δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική διέξοδος.

Επειδή αυτή η κατάσταση είναι μαζική, δημιουργείται μία κοινωνική δυναμική τέτοια που οδηγεί σε συλλογικά και πολιτικά αδιέξοδα, μια και όλο το κοινωνικό οικοδόμημα έχει στηριχθεί στα αντίστοιχα ανόητα πρότυπα και φυσικά βάσει αυτών των προτύπων δεν μπορούν να διακριθούν ούτε εκείνοι που θα ήθελαν και θα μπορούσαν να βοηθήσουν στα κοινωνικά αδιέξοδα αληθινά. Το ότι η κοινωνία έχει μεγαλύτερη δύναμη από το άτομο δεν λέει τίποτα.

Η δύναμή της δεν είναι παρά η μεγέθυνση των ατομικών παρορμήσεων όλων των μελών της, μοιάζει δηλαδή με μεγεθυντικό φακό, αλλά από μόνη της δεν έχει ξεχωριστή δύναμη. Το ότι οι κοινωνίες και τα διάφορα συστήματα διακυβέρνησης φαίνονται να έχουν μια δική τους ισχύ είναι αληθινό μόνον επιφανειακά.

Αυτή η αυταπάτη στηρίζεται στη δύναμη αδράνειας των ανθρώπων που όμως είναι επιλογή τους και σε τελευταία ανάλυση απλώς σημαίνει πως η λειτουργία του συστήματος έχει ηθελημένα αφεθεί στην αδράνεια όλων καθώς και στην εκμετάλλευση όσων θέλουν να το εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κοινωνία μπορεί να μεγεθύνει σε αποτελεσματικότητα τόσο το κακό όσο και το καλό που είναι μέσα στον άνθρωπο. Αυτό λοιπόν το αυτονόητο της καθημερινής ζωής είναι πλήρες αδιεξόδων και εμπεριέχει τα αίτια για ένα ζοφερό μέλλον.

Αυτός ο εσωτερικός διχασμός οδηγεί τον άνθρωπο να νομίζει πως δεν έχει καμία ευθύνη για το κοινωνικό γίγνεσθαι με τη δικαιολογία ότι γενικά και αόριστα επιθυμεί το καλό, αλλά η αλήθεια είναι ότι την ίδια στιγμή θέλει να κρατήσει τον ανταγωνισμό ως ακέραια τη δύναμη καταστροφής της κοινωνικής συνοχής και η επιθυμία του για το καλό (όποια μορφή ιδανικού κι αν έχει) στην πραγματικότητα είναι σαν ένα είδωλο δευτερεύουσας σημασίας και κατώτερο από τις ατομικές επιδιώξεις του, δηλαδή πρώτα ο ατομικός εαυτός και μετά τα ιδανικά.

Το οξύτερο λοιπόν πρόβλημα του ανθρώπου (και το βαθύτερο) είναι το πώς θα εναρμονίσει το μερικό με το ευρύτερο, και σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να παραμεριστεί το ένα ή το άλλο. Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στον ίδιο άνθρωπο, όπου υπάρχουν πολλές διαφορετικές τάσεις αντιφατικές μεταξύ τους και το πρόβλημα είναι ποιο είναι το σημείο εναρμόνισής τους και ποιες πρέπει να υποχωρήσουν απέναντι σε υπέρτερες ή σημαντικότερες.

Ένα παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια, όπου συγκρούονται οι τάσεις ανευθυνότητας και «ελευθερίας» με τις τάσεις φροντίδας και ανάληψης ευθύνης. Εδώ η εναρμόνιση βέβαια δεν μπορεί να σημαίνει λίγη φροντίδα και λίγη ανευθυνότητα, αλλά πρέπει να βρίσκεται ένα σημείο υπέρβασης στο οποίο η ευθύνη θα πρέπει να είναι έκφραση ελευθερίας και όχι υποταγής.

Η ευθύνη αποτελεί το μέγιστο σημείο της ελευθερίας όταν είναι αυτοεγκαινιαζόμενη και ορθά κατευθυνόμενη. Όμως όλα αυτά απαιτούν πολλή σκέψη και εργασία και δεν μπορεί παρά να είναι σταδιακά βελτιούμενα. Αν όμως δεν γίνει η αναγκαία προσπάθεια, τότε η αλλαγή δεν πρόκειται να έλθει και η επιθυμία γι’ αυτήν θα είναι φρούδα και όχι έντιμη.