Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῶν συμμοριῶν (31-34)

Σχετική εικόνα[31] Καὶ μὴν οὐδ᾽ ὅ τινες δεδίασι, μὴ ξενικὸν πολὺ συστήσηται χρήματ᾽ ἔχων, ἀληθὲς εἶναί μοι δοκεῖ. ἐγὼ γὰρ ἡγοῦμαι ἐπὶ μὲν Αἴγυπτον καὶ Ὀρόνταν καί τινας τῶν ἄλλων βαρβάρων πολλοὺς ἂν ἐθελῆσαι τῶν Ἑλλήνων μισθοφορεῖν παρ᾽ ἐκείνῳ, οὐχ ἵν᾽ ἐκεῖνος ἕλῃ τινὰ τούτων, ἀλλ᾽ ἵν᾽ εὐπορίαν τιν᾽ ἕκαστος ἑαυτῷ κτησάμενος ἀπαλλαγῇ τῆς ὑπαρχούσης πενίας· ἐπὶ δὲ τὴν Ἑλλάδα Ἕλλην᾽ οὐδέν᾽ ἂν ἐλθεῖν ἡγοῦμαι. ποῖ γὰρ αὐτὸς τρέψεται μετὰ ταῦτα; εἰς Φρυγίαν ἐλθὼν δουλεύσει;

[32] οὐ γὰρ ὑπὲρ ἄλλου τινός ἐστιν ὁ πρὸς τὸν βάρβαρον πόλεμος ἢ περὶ χώρας καὶ βίου καὶ ἐθῶν καὶ ἐλευθερίας καὶ πάντων τῶν τοιούτων. τίς οὖν οὕτως δυστυχής ἐστιν ὅστις ἑαυτόν, γονέας, τάφους, πατρίδα εἵνεκα κέρδους βραχέος προέσθαι βουλήσεται; ἐγὼ μὲν οὐδέν᾽ ἡγοῦμαι. οὐ μὴν οὐδ᾽ ἐκείνῳ συμφέρει ξένοις κρατῆσαι τῶν Ἑλλήνων· οἱ γὰρ ἡμῶν κρατήσαντες ἐκείνου γε πάλαι κρείττους ὑπάρχουσιν· βούλεται δ᾽ ἐκεῖνος οὐκ ἀνελὼν ἡμᾶς ἐπ᾽ ἄλλοις εἶναι, ἀλλὰ μάλιστα μὲν πάντων, εἰ δὲ μή, τῶν γ᾽ ὑπαρχόντων δούλων ἑαυτῷ νῦν ἄρχειν.

[33] Εἰ τοίνυν τις οἴεται Θηβαίους ἔσεσθαι μετ᾽ ἐκείνου, ἔστι μὲν χαλεπὸς πρὸς ὑμᾶς ὁ περὶ τούτων λόγος· διὰ γὰρ τὸ μισεῖν αὐτοὺς οὐδ᾽ ἂν ἀληθὲς οὐδὲν ἡδέως ἀγαθὸν περὶ αὐτῶν ἀκούσαιτε· οὐ μὴν ἀλλὰ δεῖ τοὺς περὶ πραγμάτων μεγάλων σκοποῦντας μηδένα συμφέροντα λογισμὸν παραλιπεῖν διὰ μηδεμίαν πρόφασιν. ἐγὼ τοίνυν οἶμαι τοσοῦτ᾽ ἀπέχειν Θηβαίους τοῦ μετ᾽ ἐκείνου ποτ᾽ ἂν ἐλθεῖν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας,

[34] ὥστε πολλῶν ἂν χρημάτων, εἰ ἔχοιεν δοῦναι, πρίασθαι γενέσθαι τιν᾽ αὐτοῖς καιρὸν δι᾽ οὗ τὰς προτέρας ἀναλύσονται πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἁμαρτίας. εἰ δ᾽ ἄρα παντάπασί τις οὕτως οἴεται φύσει δυστυχεῖς Θηβαίους εἶναι, ἐκεῖνό γε δήπουθεν ἅπαντες ἐπίστασθε, ὅτι Θηβαίων τἀκείνου φρονούντων, ἀνάγκη τοὺς τούτων ἐχθροὺς τὰ τῶν Ἑλλήνων φρονεῖν.

***
[31] Επίσης έχω τη γνώμη ότι δεν είναι αληθές ούτε και αυτό που φοβούνται μερικοί, μήπως δηλαδή συγκροτήσει ο Βασιλιάς πολυάριθμο μισθοφορικό στράτευμα με τα χρήματα που διαθέτει. Εγώ δηλαδή νομίζω ότι, σε περίπτωση που ο Βασιλιάς βάδιζε εναντίον της Αιγύπτου ή του Ορόντα ή εναντίον κάποιου από τους βαρβάρους γενικά, πολλοί από τους Έλληνες θα ήταν πρόθυμοι να υπηρετήσουν ως μισθοφόροι του, όχι τόσο για να υποτάξει εκείνος κάποιον από αυτούς, όσο για να απαλλαγεί ο καθένας από τη μιζέρια που τον δέρνει, εξασφαλίζοντας μια κάποια οικονομική άνεση. Εναντίον της Ελλάδας όμως νομίζω ότι κανένας Έλληνας δεν θα στρεφόταν. Γιατί πού θα πάει μετά από μια τέτοια ενέργεια; Θα πάει στη Φρυγία για να γίνει δούλος.

[32] Μα ο πόλεμος εναντίον του βαρβάρου δεν γίνεται για κάποιον άλλον λόγο παρά για την πατρίδα, τη ζωή, τις παραδόσεις μας, την ελευθερία και όλα τα παρόμοια. Ποιος λοιπόν είναι τόσο απελπισμένος, που για ένα μικρό κέρδος θα θελήσει να θυσιάσει τον εαυτό του, τους γονείς, τους τάφους και την πατρίδα του; Εγώ τουλάχιστον νομίζω κανένας. Αλλά ούτε και σ᾽ εκείνον συμφέρει να νικήσουν μισθοφόροι του τους Έλληνες· γιατί αυτοί που θα μας νικήσουν είναι προ πολλού ανώτεροι από εκείνον· αλλά εκείνος δεν επιθυμεί καταστρέφοντάς μας να υποταχθεί σε άλλους, αλλά εκείνο που πάνω απ᾽ όλα επιθυμεί είναι να κυβερνά όλο τον κόσμο, ειδάλλως, τουλάχιστον αυτούς που τώρα είναι δούλοι του.

[33] Αν λοιπόν κάποιος φαντάζεται ότι οι Θηβαίοι θα προσχωρήσουν σ᾽ εκείνον, μου είναι δύσκολο να σας μιλήσω γι᾽ αυτούς· γιατί από μίσος προς αυτούς δεν μπορείτε να ακούσετε ευχάριστα κανέναν καλό λόγο γι᾽ αυτούς, ούτε και αν ακόμη ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Αλλ᾽ όμως όσοι στοχάζονται πάνω σε σοβαρά ζητήματα, δεν πρέπει με καμιά δικαιολογία να αφήνουν να τους ξεφύγει κανένας χρήσιμος συλλογισμός. Εγώ λοιπόν πιστεύω ότι είναι τόσο λίγες οι πιθανότητες να βαδίσουν οι Θηβαίοι μαζί με εκείνον εναντίον των Ελλήνων, τόσο λίγες μάλιστα,

[34] που θα εξαγόραζαν με πολλά χρήματα, αν είχαν να τα δώσουν, κάποιαν ευκαιρία γι᾽ αυτούς, για να εξαλείψουν τις προηγούμενες αμαρτίες τους προς τους Έλληνες. Αν ίσως πάλι πιστεύει κανείς ότι οι Θηβαίοι είναι από τη φύση τους τόσο κακόμοιροι, να είστε σίγουροι όλοι ανεξαιρέτως, και να μην αμφιβάλλετε καθόλου για ένα πράγμα τουλάχιστον, ότι, αν οι Θηβαίοι ταχθούν με το μέρος του Βασιλιά, αναπόφευκτα οι εχθροί τους θα σταθούν στο πλευρό των Ελλήνων.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Ίσως φαίνεται περίεργο να μιλάμε για τη γέννηση των νόμων σαν ανακάλυψη, όπου μπορούμε να την αποδώσουμε σε κάποιο συγκεκριμένο λαό και σε συγκεκριμένη χρονολογία. Γιατί, a priori, κάθε ομάδα ανθρώπων, όποια κι αν είναι, δεν μπορεί να επιβιώσει παρά μόνο αν τα μέλη της υπακούουν σε ορισμένο αριθμό κανόνων που διέπουν τη συμπεριφορά τους. Και όσα γνωρίζουμε για την αρχαία Ελλάδα λαμπρύνουν αυτό το αξίωμα. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε τη φύση αυτών των κανόνων.
 
Μπορεί να είναι θρησκευτικοί: στην περίπτωση αυτή συνδέονται συχνά με θεϊκούς χρησμούς και μεταδίδονται με ιερατική παράδοση. Μπορεί να είναι και οικογενειακοί: έτσι ο Ε. Benvemste (στο Le vocabulaire des institutions indo-europeennes, σ. 103) προσδιορίζει την έννοια Θέμις[1] της ομηρικής εποχής λέγοντας: «Στο έπος, με τη λέξη θέμις εννοούμε τις προ­διαγραφές που ορίζουν τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του καθενός υπό την εξουσία που ασκεί ο αρχηγός του γένους, είτε στην καθημερινή ζωή μέσα στο οικιακό περιβάλλον, είτε στις εξαιρετικές περιπτώσεις: συμμαχία, γάμος, μάχη-. Τέτοιοι κανόνες μπορούν επίσης να ισχύουν στις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών οικογενειών και στις σχέσεις με το μονάρχη: στην περίπτωση αυτή αποκτούν ήδη πολιτική σημασία Και όμως οι κανόνες αυτοί δεν είναι καθόλου νόμοι. Καθώς δεν έχουν συχνά άλλο λόγο ύπαρξης, εκτός από τη σιωπηρή παραδοχή εκείνων που τους τηρούν, οι κανόνες δεν έχουν την αξίωση να είναι έγκυροι, για ένα Κράτος στο σύνολο του, ούτε γνωστοί σε όλους, ούτε κυρίαρχοι από μόνοι τους.
 
Η αρχαία Ελλάδα παρουσιάζει όμως το μοναδικό πλεονέκτημα να μας καθιστά θεατές στη μεταλλαγή των κανόνων αυτού του είδους, σε πραγματικούς νόμους: παρακολουθούμε στα γεγονότα, στο λεξιλόγιο, τη γένεση μιας έννοιας στην οποία θα στηριχτεί αργότερα ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός μας.
 
Η ομηρική εποχή δεν γνώριζε νόμους: γνώριζε μόνο τους κανόνες που αναφέραμε προηγουμένως. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των βασιλέων. Η κοινωνία είναι φεουδαρχική. Η δικαιοσύνη αποδίδεται μέσα στην οικογένεια ή με αντίλογο και διαιτησία. Αν και χωρίς αμφιβολία, η κατάσταση αυτή εξελίχτηκε ικανοποιητικά από τη Μυκηναϊκή εποχή ως τις αρχές του 8ου αιώνα (πιθανή χρονολογική τοποθέτηση του Ομήρου) η εξέλιξη αυτή βαρύνει λιγότερο σε σχέση με τις μεγάλες αλλαγές που θα γνωρίσουν οι δύο επόμενοι αιώνες.
 
Από την αρχή του 8ου αιώνα βλέπουμε να οργανώνονται οι πόλεις: η εξάπλωση των αποικιών μας δίνει τη μαρτυρία.
 
Δυστυχώς δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για την ίδρυση αυτών τω\ πόλεων. Είναι όμως αναμφισβήτητο ότι μια τέτοια γέννηση χρειάστηκε να συνοδευτεί από μία πρώτη κοινή εφαρμογή των εθίμων και από μια πρώτη συναίνεση για το ρόλο που αντιστοιχεί στον καθένα. Είναι εκείνο που συνειδητοποίησε ο Πλάτων όταν, με την εξιδανικευμένη μέθοδό του, επικαλείται, στο 3ο βιβλίο των Νόμων (681 be), τον τρόπο με τον οποίον οι αντιπρόσωποι εξετάζουν τα έθιμα των διαφόρων ομάδων, ώστε να διακρίνουν όσα αξίζουν να διατηρηθούν στο όνομα του κοινού συμφέροντος.
 
Κυρίως όμως στις πόλεις αυτές συμβαίνει να εξαφανίζεται γρήγορα το μοναρχικό καθεστώς. Τη θέση του καταλαμβάνουν αριστοκρατικά καθεστώτα και τότε έγινε δυνατή η δημιουργία μιας πραγματικής πολιτικής ζωής. Αυτή η συμμετοχή στην εξουσία απαιτούσε φυσικά την επεξεργασία κοινών κανόνων, που θα καθόριζαν τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες του καθενός. Ο νόμος εμφανίζεται λοιπόν όταν, με τη μία ή την άλλη μορφή, οι πολίτες αποκτούν πρόσβαση στην πολιτική ζωή.
 
Την ίδια όμως εποχή, μία κεφαλαιώδης εφεύρεση πρόκειται να διευκολύνει την επεξεργασία αυτών των κοινών κανόνων: η εφεύρεση αυτή ήταν η γραφή.
 
Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται ακριβώς για εφεύρεση. Οι Έλληνες της Μυκηναϊκής Εποχής είχαν χρησιμοποιήσει τη συλλαβική γραφή που διαβάζουμε τελευταία στις πινακίδες, στις οποίες έχει διατηρηθεί. Αλλά αυτή η γραφή χάθηκε στο ναυάγιο του μυκηναϊκού πολιτισμού με την άφιξη νέων πληθυσμών. Αργότερα έμελλε ν’ αντικατασταθεί από το αλφάβητο το οποίον οι Έλληνες χρησιμοποιούν και σήμερα. Οι πρώτες γνωστές μαρτυρίες για τη χρήση αυτού του αλφάβητου ανάγονται στα μέσα του 8ου αιώνα. Η γραφή λοιπόν θα απόβαινε πολύ σύντομα, μέσον πολιτικής χειραφέτησης: με τη γραφή γινόταν, μια για πάντα και για τη χρήση όλων, εύκολος ο καθορισμός των κανόνων, που αντιστοιχούσαν ως τότε μόνο σε αόριστες παραδόσεις υποκείμενες, είτε στο απόκρυφο, είτε σε αυθαίρετες ερμηνείες. Ο πολιτικός νόμος δεν μπόρεσε ν’ αποκτήσει υπόσταση, παρά μόνο από την ημέρα που καταχωρήθηκε σε γραπτό κείμενο.
 
Και εδώ ακόμα ο Πλάτων μπορεί να χρησιμεύσει ως μαρτυρία, καθώς στο 3ο βιβλίο των Νόμων, δεν παραλείπει να επιμένει στο ρόλο που η γραφή. Στην αρχή, λέει, οι άνθρωποι δεν είχαν διόλου νόμους. Και εξηγεί: «Εκείνη την εποχή δεν είχαν ανάγκη από νομοθέτες και οι νόμοι δεν αποτελούσαν γενικό φαινόμενο. Οι άνθρωποι που ζούσαν τότε δεν ήξεραν να γράφουν αλλά όλοι ζούσαν σύμφωνα με χα έθιμα και τους πατροπαράδοτους νόμους, όπως θα λέγαμε σήμερα (680 α)[2] Και ο Ευριπίδης, υμνώντας στις Ικέτιδες την αθηναϊκή δημοκρατία, είναι εξ ίσου σαφής όταν υπογραμμίζει στο στίχο 432: Όταν όμως οι νόμοι είναι γραμμένοι, φτωχός και πλούσιος στέκουν πάντοτε ίσοι![3]
 
Πράγματι, η πολιτική χειραφέτηση, που υποβοήθησε το σχηματισμό των πόλεων, και η διάδοση της γραφής, που έδωσε στους κανόνες υπόσταση αντικειμενική και κοινή για όλους, δημιούργησαν πολύ γρήγορα ένα νομοθετικό έργο. Στο σημείο αυτό η παράδοση δεν είναι απόλυτα βέβαιη και πολλοί θρύλοι εμπλέκονται σε πολλά νέα πολιτικά δόγματα. Ωοτόκο, η Ελλάδα διατηρούσε την ανάμνηση μιας σειράς από μεγάλους «νομοθέτες» που έδωσαν σε διάφορες πόλεις σύνταγμα. Επιφανέστερος είναι εκείνος για τον οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα, δηλαδή ο Λυκούργος που συνέταξε τη νομοθεσία της Σπάρτης. Οπωσδήποτε, η μεγάλη - ρήτρα - της Σπάρτης, δηλαδή ο συνταγματικός νόμος της πόλης, φαίνεται να ανάγεται στα μέσα του 8ου αιώνα. Και άλλοι νομοθέτες έμειναν ονομαστοί στην Ελλάδα, όπως ο Ζάλευκος, νομοθέτης των Λοκρών, ο οποίος τοποθετείσαι στο 660 περίπου και ο Χαρώνδας ο νομοθέτης της Κατάνης γύρω στο 630. Υπήρξε στην Ελλάδα ένα γενικό κίνημα. Και οι πόλεις που δεν διέθεταν αρμόδιο πρόσωπο καλού σαν από αλλού κάποιον, για να θεσπίσει νόμους. Η Θήβα π. χ. φαίνεσαι όχι κάλεσε τον Κορίνθιο Φιλόλαο[4]. Όσο για την Αθήνα, η παράδοση αναφέρει όχι γνώρισε διαδοχικά δύο νομοθέτες: τον Δράκοντα, έναν ευγενή Αθηναίο στο τέλος του 7ου αιώνα, και τον Σάλωνα, τον περιφημότερο όλων, που έζησε στις αρχές του 6ου αιώνα και εγκαινιάζει την κλασική εποχή, που έμελλε να γίνει η εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας.
 
Mε την εμφάνιση της; δημοκρατίας, ο νόμος παίρνει στην Αθήνα το νόημα που θα αποτελέσει πρωτοτυπία στην ελληνική σκέψη. Περισσότερο από κάποιες γενικές αρχές, καθορισμένες στο όνομα μιας θεϊκής αποκάλυψης, κυρίως τους απλούς πρακτικούς κανόνες, που ορίζουν ποινές για ορισμένα αδικήματα, οι νόμοι στο δημοκρατικό πολίτευμα, θα ρυθμίσουν με γενική συναίνεση, τις διάφορες όψεις της κοινής ζωής. Το κύρος τους θα αντικαταστήσει την ατομική ή την ομαδική κυριαρχία, που από τότε θεωρείται ύβρις.
 
Ο νόμος αντιτάσσεται στην αυθαιρεσία.
 
Και εδώ εμφανίζεται η σχετική αδυναμία του Σόλωνα. Διότι, αφού στην πατρίδα του έπαιξε το ρόλο του διαιτητή μεταξύ φτωχών και πλουσίων και πρόσφερε μια σειρά νόμους, χαραγμένους σε ξύλο, δεν έδωσε στον εαυτό του την ικανοποίηση ότι πεθαίνοντας άφηνε την Αθήνα σε έννομη τάξη: ένα χρόνο πριν από το θάνατο του Σόλωνα και παρ’ όλες τις προσπάθειες του, ο Πεισίστρατος κατέλαβε την εξουσία στην Αθήνα, που γνώρισε και αυτή την τυραννία ύστερα από πολλές ελληνικές πόλεις. Οι Αθηναίοι θα γίνουν πάλι υπεύθυνοι της πολιτικής ζωής τους, μετά την ανατροπή της τυραννίας και με έναν καινούργιο νομοθέτη, σαφώς δημοκρατικότερο από τον Σόλωνα. Το σύνταγμα που καθιέρωσε ο Κλεισθένης διέλυσε το πλαίσιο με τις οικογενειακές κάστες, κατάργησε την εξουσία των μεγάλων οικογενειών και διαχωρίζοντας το λαό της Αθήνας σε φυλές, εγκαθίδρυσε το σύνταγμα με το οποίο θα κυβερνηθεί η κλασική Αθήνα: με τη Βουλή των Πεντακοσίων και τη Συνέλευση του Δήμου. Από τότε ο νόμος, θεμέλιο και αποτέλεσμα της δημοκρατίας, γίνεται πολιτικός νόμος, γίνεται ο νόμος.
 
Αυτό επιβεβαιώνει η εξέταση του λεξιλογίου. Γιατί η λέξη νόμος αρχίζει να εφαρμόζεται στον πολιτικό τομέα από εκείνη την εποχή.
 
Αρχικά δεν υπήρχε βέβαια καμιά λέξη που να υποδηλώνει κάτι, του οποίου την ύπαρξη κανείς δεν είχε προβλέψει. Και όμως η λέξη νόμος υπήρχε. Και αν δεν συναντάται στον Όμηρο[5] συναντάται σύντομα στη συνέχεια (στους, Ησίοδο, Αρχίλοχο, Θέογνι, Αλκαίο κ.α...). Μέσα όμως από τις ποικίλες έννοιες του[6] δεν προκύπτει καμιά έννοια πολιτική. Μπορεί να εφαρμοστεί στο τραγούδι και στη μουσική η ακόμα να υποδηλώνει μια ιεροτελεστία, μερικές φορές κάποια συνήθεια, άλλοτε ένα ηθικό αξίωμα. Συνδέεται προφανώς με τη ρίζα της λέξης νέμω που σημαίνει μοιράζω (αν και η σημασιολογική σχέση με το νέμω μερικές φορές καθορίζεται δύσκολα) και γενικά υποδεικνύει κάθε είδους κανόνα σε όλους τους τομείς.
 
Εξ άλλου, όταν άρχισαν να συντάσσουν τους νόμους δεν κατέφυγαν στη λέξη νόμος. Ο συνταγματικός νόμος της Σπάρτης ονομάζεται ρήτρα και η λέξη συνδέεται με το ρήμα λέγω. Επρόκειτο για σχέση εντιμότητας (όπως στην Οδύσσεια, ξ, 393, όπου η λέξη προσδιορίζει μια συμφωνία) ή για ένα λόγο ιερό[7]; Δεν έχει και τόση σημασία αφού η χρήση αυτή δεν συναντάται αλλού. Στην Αθήνα, το όνομα που δόθηκε αρχικά στους νόμους ήταν η λέξη Θεσμός, λέξη που παράγεται από το ρήμα τίθημι - θέτω[8]. Και το πέρασμα από υη λέξη θεσμός στη λέξη νόμος είναι από τα πιο αποκαλυπτικά.
 
Πράγματι, η λέξη Θεσμός (που υπάρχει ήδη στον Όμηρο), χρησιμοποιείται για τους νόμους του Δράκοντα. Και ο ίδιος ο Σόλων αποκαλεί τους δικούς του νόμους θεσμούς. Στο περίφημο απόσπασμα 24. όταν δηλώνει υπερήφανα ότι συνέταξε νόμους ίσους και για τον καλό και για τον κακό (στίχοι 18-20), χρησιμοποιεί τη λέξη θεσμοί. Προκύπτει το ερώτημα αν μεταχειρίζεται τη λέξη νόμος στο ίδιο ποίημα όταν, στους στίχους 15-16, λέει: «αυτό το κατόρθωσα με τη δύναμη του νόμου ενώνοντας τον καταναγκασμό και τη δικαιοσύνη Ο πάπυρος του κειμένου του Αριστοτέλη (στον οποίο περιέχεται το κείμενο αυτό) λέει πράγματι: κράζει νόμου (με τη δύναμη του νόμου). Αντίθετα, τα χειρόγραφα του Πλούταρχου και του Αίλιου Αριστείδη[9] λένε κράτει homou (με τη δύναμη του ανθρώπου) και πρέπει να εννοηθεί: αυτό το πραγματοποίησα με το κύρος μου ενώνοντας σε ένα τον καταναγκασμό και τη δικαιοσύνη . Οι εκδότες και οι σχολιαστές αμφιβάλλουν[10]. Μας είναι αρκετό να αναγνωρίσουμε ότι, ακόμα και αν το κείμενο είχε εδώ τη λέξη. νόμου, η έννοια δεν θα ήταν ακόμα εντελώς πολιτική: Θα υποδήλωνε, με μια ηθική και αφηρημένη μορφή, την ολοκάθαρη ιδέα ενός κανόνα, μιας τάξης που εισάγεται στη ζωή του ανθρώπου.
 
Ο Σόλων δεν χρησιμοποιεί τη λέξη νόμος με την έννοια του νόμου μιας πόλης. Αν και ορίζει την τάξη που επικρατεί έτσι ως ευνομία, είναι φανερό ότι δεν πρέπει να συνδεθεί η λέξη αυτή με τον νόμο[11].
 
Αντίθετα, εκ των υστέρων οι θεσμοί αυτοί θα φέρουν το όνομα νόμοι με την έννοια που έχουν ήδη στον Ηρόδοτο.
 
Από ποτέ χρονολογείται η νέα χρήση, και πού υπάρχει το πρώτο αποδεικτικό στοιχείο της;
 
Η αναζήτηση είναι διασκεδαστική και η επιβεβαίωση δύσκολη. Συναντώνται χρήσεις όπου η λέξη είναι δυνατόν να υποδηλώνει νόμους, πιθανότερο όμως είναι να υπονοεί τα τρέχοντα έθιμα σε διάφορες χώρες (όπως στον Αρχίλοχο, απ. 230 Bude ή ακόμα τρόπους ζωής (όπως στον Θέογνι, 290), δηλαδή κανόνες αρχής (στο αυτό 54). Αργότερα, προς τις αρχές του 5ου αιώνα, πληθαίνουν τα αβέβαια παραδείγματα. Στο 2ο Πύθειον του Πίνδαρου (στ «6> γύρω στο 475, η λέξη νόμος υποδηλώνει ένα είδος συντάγματος (μοναρχικό, δημοκρατικό, αριστοκρατικό). Στο πρώτο (στ. 62), το 470, τίθεται το ερώτημα αν πρόκειται για νόμους με την ακριβή έννοια της λέξης ή για μια τάξη πραγμάτων που ερμηνεύεται στα έθιμα. Η έννοια της νομοθεσίας γενικά επιβεβαιώνεται ήδη από τότε σε δύο ωραία αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Το ένα λέει ότι όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι αντλούν τη δύναμή τους από ένα θείο νόμο (απ. 114)[12] . και το άλλο ότι οι πολίτες οφείλουν να μάχονται για τους νόμους τους, όσο και για τα οχυρά τους (απ. 44). Τα παραδείγματα αυτά, ακόμα αβέβαια[13], διατυπώνονται όλα έξω από τον αθηναϊκό χώρο - όπως οι τρείς επιγραφές που ανακάλυψε ο Μ. Ostwald, όπου χρησιμοποιείται η λέξη νόμος για να υποδηλώσει νόμους (μεταξύ 465 και 455)[14]. Αντίθετα, υπάρχουν πολλά παραδείγματα στον Αισχύλο που, χωρίς να είναι καθοριστικά γιατί αποκλείεται στη δική του σκηνική πραγματικότητα η ιδέα «ον γραπτών νόμων) αναφέρονται σαφέστατα στην εξοικείωση με τον γραπτό νόμο στον κόσμο που ζει ο ποιητής. Η πρώτη ασφαλής μαρτυρία του νόμου με πολιτική έννοια, - κατά τον Μ. Ostwald - βρίσκεται στις Ικέτιδες, που ο μελετητής χρονολογεί με σωστή προσέγγιση μεταξύ 464-463. Είναι οι στίχοι 387-391: «Αν του Αίγυπτου οι γιοί σ’ εξουσιάζουν σύμφωνα με ιηι χώρας σου τους νόμους, οι συγγενείς σας λέγοντας πως είναι οι πιο στενοί, σ’ αυτούς ποιος θα θελήσει ν’ αντισταθεί; γιατί εσύ βέβαια πρέπει να φέρεις αποδείξεις πως δεν έχουν αυτοί απάνω σου καμιά εξουσία αν της πατρίδας σου έτσι οι νόμοι ορίζουν»[15]. Είναι πιθανόν να πρόκειται για κάποιο έθιμο, αλλά το ύφος υπονοεί την εξοικείωση με νομοθετικά κείμενα. Εξ άλλου, η ατμόσφαιρα δικαστικής κρίσης δίνει βαρύτητα στα δύο εδάφια των Ευμενίδων, όπου ο Αισχύλος γράφει, το 458, ότι ο νόμος απαγορεύει στο δολοφόνο να μιλήσει πριν εξαγνιστεί (448) η όχι κάποιος άνθρωπος είναι κατά τον νόμο» ικέτης της προστασίας του Απόλλωνα (576). Φυσικά εδώ πρόκειται για έθιμα θρησκευτικά. Ο αντίλογος όμως φαίνεται να μιμείται τις δικαστικές αγορεύσεις της εποχής. Και το γεγονός ότι τα παραδείγματα γίνονται όλο και περισσότερα[16] δείχνει ότι η συνήθεια να ανατρέχουν στον νόμο ήταν βαθιά ριζωμένη εκείνη την εποχή.
 
Μπορούμε λοιπόν να χρονολογήσουμε με βεβαιότητα την καινούργια χρήση από το τέλος του 6ου ή την αρχή του 5ου αιώνα. Και επειδή η λέξη θεσμός εξαφανίζεται διά μιας την ίδια εποχή[17] επιτρέπεται να σκεφτούμε ότι η ξαφνική επικράτηση της λέξης νόμος συνδέεται με την έλευση της δημοκρατίας. Είναι προφανές ότι αυτή η χρήση αρχίζει μια δεδομένη στιγμή, μεταξύ Πεισίστρατου και Περικλή. Θα ήταν ελκυστικό να σκεφτούμε ότι σχετίζεται με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η υπόθεση αυτή, που παρουσιάζουν σημαντικοί ελληνιστές[18], υποστηρίχτηκε με σθένος στο πρόσφατο βιβλίο του Ostwald Nomos and the beginnings of the Athenian democracy. Κατ’ αυτόν, η λέξη νόμος μαζί με τη λέξη ισονομία εισήχθησαν στην αθηναϊκή πολιτική ζωή με τον Κλεισθένη, το 507-506.
 
Η λέξη αυτή δεν πρόκειται να φύγει ποτέ πια. Και είναι αξιοσημείωτη η διαπίστωση όχι αυτή η λεκτική αλλαγή εκφράζεται περίλαμπρα στους ίδιους όρους που υποδηλώνουν ορισμένους δικαστικούς άρχοντες. Από τα μέσα του 7ου αιώνα υπήρχε στην Αθήνα το συμβούλιο των έξι «θεσμοθετών», επιφορτισμένων να μεταγράψουν τα θέσμια και να τα διατηρήσου για την εκδίκαση των διαφορών. Το συμβούλιο αυτό επέζησε και ο Αριστοτέλης περιγράφει το ρόλο του κατά τον 4ο αιώνα. Όταν όμως, προς το τέλος του 5ου αιώνα, οι μετριοπαθείς πήραν την εξουσία στην Αθήνα και αποφάσισαν να προβούν σε αναθεώρηση των νόμων, συγκρότησαν ένα καινούργιο συμβούλιο, το συμβούλιο των «νομοθετώ». Η αντίθεση αντανακλά την ανανέωση του λεξιλογίου που εκείνη την εποχή ήταν ριζωμένα στα ήθη.
 
Ίσως η διαφορά της αξίας των δύο λέξεων αποδίδει αυτή την αλλαγή. Για τον Μ. Ostwald, η λέξη θεσμός υπονοεί ότι ο νόμος έχει καθιερωθεί από ένα νομοθέτη που είναι πάνω και ξεχωριστά από τους άλλους. Η διάβαση από το θεσμό στον νόμο σημειώνεται τη στιγμή που απορρίπτετε η έννοια των νόμων οι οποίοι επιβάλλονταν εκ των έξω[19] Σε κάθε περίπτωση, είναι αναμφισβήτητο ότι η αλλαγή αυτή ανταποκρίνεται στην επιθυμία να σηματοδοτηθεί η είσοδος- σε μία καινούργια εποχή πιο εκσυγχρονισμένη και πιο θετική. Και δεν είναι απερισκεψία ν υποθέσουμε ότι ο θρίαμβος της νεαρής αθηναϊκής δημοκρατίας, επί τη περσικής εισβολής, συνέβαλε στην εδραίωση του νέου λεξιλογίου και τω νέων ιδεών. Πράγματι, οι Έλληνες υπήρξαν λίγο η πολύ φιλελεύθερο: και αν το σύνταγμά τους ήταν ολιγαρχικό είτε δημοκρατικό, ενώνονταν στην αντίθεση κατά του βαρβαρικού δεσποτισμού. Έτσι ώστε το μίσος τους κατά της τυραννίας ενισχύθηκε από μία πολιτιστική αντίθεση, προ την οποία μέχρι τότε δεν είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία.
 
            Ο νόμος - και ακριβέστερα ο γραπτός νόμος - έγινε τότε το ίδιο το σύμβολο αυτής της διπλής αντίθεσης: ενσάρκωνε για τους Έλληνες τον αγώνα κατά της τυραννίας και το δημοκρατικό ιδεώδες, αλλά και στον αγώνα κατά των βαρβάρων και το ιδεώδες μιας εξευγενισμένης ζωής.
 
Αυτές οι δυο αντιθέσεις ερμηνεύονται ταυτόχρονα σε ένα περίφημο απόσπασμα του Ηρόδοτου.
 
Ήδη πριν από τον Ηρόδοτο, στους Πέρσες του Αισχύλου, μια τραγωδία που παίχτηκε οκτώ μόνο χρονιά μετά τη Σαλαμίνα, η αντίθεση μεταξύ της ελληνικής ελευθερίας και της περσικής υποδούλωσης ήταν σαφής. Όσον αφορά τους Αθηναίους, ο κορυφαίος εκπλήσσει τη σύζυγο του Δαρείου όταν εκείνη τον ερωτά: Ποιός ο αρχηγός που διαφεντεύει το στρατό τους;». Και εκείνος της δίνει την υπερήφανη απάντηση: «Δεν είναι δούλοι μήδε υπήκοοι σε κανέναν» (241-242)[20]. Ο Αισχύλος όμως δεν μιλούσε ακόμα για τον νόμο. Αντίθετα, ο Ηρόδοτος επαναλαμβάνει την ίδια αντίθεση στην Ιστορία του δίνοντας ως κλειδί την έννοια του νόμου: στο 7ο βιβλίο του, ο Δαρείος εκπλήσσεται (όπως και η γυναίκα του στους Πέρσες) όταν αναλογίζεται ότι οι Έλληνες (στην περίπτωση αυτή οι Σπαρτιάτες, όχι οι Αθηναίοι) ενδέχεται να τολμήσουν να στραφούν εναντίον του: «Πώς είναι δυνατόν να αντισταθούν εις τόσον πολυάριθμον στρατόν, εάν βέβαια είναι όλοι τους εξ ίσου ελεύθεροι και δεν εξουσιάζονται από ένα μόνον;»[21] Και αποσαφηνίζοντας τη σκέψη του παρατηρεί: Εάν δηλαδή είναι υπό την εξουσίαν ενός μόνον προσώπου, όπως συνηθίζομεν ημείς, τότε φοβούμενοι τον ένα αυτόν είναι δυνατόν να φανούν γενναίοι και παρά το φυσικόν τους και αναγκαζόμενοι από την μάστιγα είναι δυνατόν να βαδίσουν κατά πολυαριθμοτέρου εχθρού, έστω και αν είναι αυτοί ολιγότεροι. Αν όμως αφεθούν ελεύθεροι, ούτε το πρώτον ούτε το δεύτερον θα κάνουν». Σε αυτή την έκπληξη του βαρβάρου, ο Δημάρατος απαντά με τον νόμο: «Διότι αν και είναι ελεύθεροι, εν τούτοις δεν είναι εις όλα ελεύθεροι. Από πάνω τους δηλαδή στέκει ένας κύριος, ο νόμος, και αυτόν τον φοβούνται πολύ περισσότερο ακόμα απ’ ό, τι φοβούνται σένα οι δικοί σου. Και φυσικά κάνουν ό, τι προστάζει εκείνος. Και τους προστάζει πάντοτε το ίδιο, δεν τους επιτρέπει δηλαδή να φύγουν από το πεδίον της μάχης, οσοιδήποτε και αν είναι οι εχθροί»[22] . Ο νόμος είναι λοιπόν συγχρόνως το συμπλήρωμα της ελευθερίας και ο εγγυητής της Και ο συνδυασμός αυτός χαρακτηρίζει την Ελλάδα.
 
Τα μεταγενέστερα κείμενα φτάνουν σπάνια την ίδια σταθερότητα στη διατύπωση. Αρκούνται να επιβεβαιώνουν γενικά την απόρριψη της απολυταρχίας. Μπορούμε όμως να διακρίνουμε πως ξέρουν, σε κάθε ευκαιρία, να θυμίζουν ότι ο νόμος πρέπει να θεωρείται ίδιον της Ελλάδας, Έτσι, στον Ευριπίδη, όταν ο Ιάσων αναπτύσσει επιχειρήματα επιδέξιου σοφιστή για ν αποδείξει ότι δεν οφείλει τίποτα στη Μήδεια, αναλύει τα πλεονεκτήματα που αυτή απέκτησε ακολουθώντας τον: Πρώτον ζεις στην Ελλάδα κι όχι σε βάρβαρη χώρα. Τι είναι δίκαιο έμαθες, σύμφωνα ζεις τους νόμους, όχι όπως αρέσει στους ισχυρούς»[23]. Ομοίως και στον Ορέστη, όταν ο Μενέλαος απολογείται ότι έγινε βάρβαρος ζώντας με τους βαρβάρους και υπενθυμίζει ότι είναι ελληνική ιδιότης να τιμάς το γένος σου, ο γέρο Τυνδάρεω του απαντά υπερήφανα (στ. 487): Ναι, αλλά να σέβεσαι και τους νόμους!»[24]
 
Οπωσδήποτε, όταν τα κείμενα επικαλούνται τον νόμο ως το αντίθετο τ τυραννίας, είναι αυτονόητο ότι υπονοούν ταυτόχρονα και την αντίθεση προς τους βαρβάρους τυράννους. Και η αντίθεση παρουσιάζεται συχνά.
 
Ο νεαρός Δίας στον Προμηθέα είναι ένας τύραννος[25] Αν και είναι θεός οι κριτικές που διατυπώνονται εναντίον του αντιπαραθέτουν την αυθαιρεσία του στην έννοια των γνωστών και σταθερών νόμων: «Το ξέρω πως είναι τραχύς κι ό, τι κάνει το νομίζει για δίκιο» (σ 198), κι ο Δίας νόμους καινούριους διαφεντεύει παράνομα» (159)[26]. Τέλος, «στους παλιούς θεούς ανέντροπα τη φαντασμένη του εξουσία να δείχνει (416-417)[27].
 
Εάν η έννοια των γραπτών νόμων δεν μπορεί να διατυπωθεί εδώ σε ό. της την ένταση, υπάρχει αντίθετα στο θέατρο του Ευριπίδη, ο οποίος, όπως ξέρουμε, δεν αποφεύγει τους υπαινιγμούς στην πολιτική της εποχής του.
 
Στην τραγωδία του Ικέτιδες, που γράφτηκε λίγο μετά το 424, ο Ευριπίδης αντιπαραθέτει τον Αθηναίο Θησέα προς έναν κήρυκα των Θηβών. Και ο Θησέας επαίρεται ότι η τυραννία είναι σε αυτόν άγνωστη: Και πρώτα, ξένε, αφέντη εδώ ζητώντας έκανες λάθος. Λεύτερη ΄ναι η πόλη κι ένας μονάχα δεν την κυβερνάει. Κυρίαρχος ο λαός...» (στ 403-405).[28] Ο κήρυκας τότε του απαντάει με μια αυστηρή κριτική της δημοκρατίας, καθεστώς στο οποίον, κατ’ αυτόν κυριαρχούν ταυτόχρονα η μηχανορραφία και η άγνοια. Έτσι έχουμε μια τυπική αντιπαράθεση, όπου οι αξίες των δύο καθεστώτων προβάλλονται διαδοχικά. Τι βρίσκει όμως ο Θησέας για να επικρίνει την τυραννία; Τι βρίσκει για να εξάρει τη δημοκρατία; Τον νόμο και ακριβέστερα το γραπτό νόμο: Χειρότερο κακό από το μονάρχη δε βρίσκεις σε μια πόλη. Πρώτα πρώτα νόμοι κοινοί για όλους δεν υπάρχουν, ένας εξουσιάζει κι έχει νόμο τη θέλησή του. ισότητα καμιά. Όταν όμως οι νόμοι είναι γραμμένοι, φτωχός και πλούσιος στέκουν πάντοτε ίσοι» (429 κ.σ.). Η κριτική της τυραννίας και το εγκώμιο της δημοκρατίας συνεχίζονται σε 25 στίχους, οι οποίοι συγκεντρώνουν μια ολόκληρη σειρά από επιχειρήματα που άλλα κείμενα προετοίμασαν Για αφετηρία, ο Ευριπίδης έχει θέσει ως αξίωμα τον νόμο. Η λέξη νόμος επαναλαμβάνεται χαρακτηριστικά σε τρεις διαδοχικούς στίχους. Και το καθεστώς που αντιτίθεται στην τυραννία καθορίζεται στην αρχή της φράσης και στην αρχή των στίχων με αυτή τη βασική προϋπόθεση: όταν όμως οι νόμοι είναι γραμμένοι...»[29]. Πριν από την ισότητα, πριν από την ελευθερία, στο αξίωμα και των δύο εννοιών βρίσκεται ο νόμος.
 
Και ο Σοφοκλής, που δεν εφαρμόζει όσο ο Ευριπίδης τον πολιτικό υπαινιγμό, βάζει εν τούτοις τον Θησέα να λέει και αυτός ότι, η Αθήνα είναι η πόλη όπου τίποτα δεν γίνεται χωρίς τον νόμο (Οιδίπους επί Κολωνώ, στ. 914).
 
Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλα αρκετά παραδείγματα περισσότερο ή λιγότερο σαφή από την αφθονία που μας παρέχει ο 4ος αιώνας. Υπάρχουν ωραιότατα στον Κατά Μειδίου λόγο του Δημοσθένη, όπως η περικοπή (188): «Γιατί ορκιστήκατε, Αθηναίοι, ότι θα υπακούτε τους νόμους. Χάρη στους νόμους έχετε όλοι τα ίδια δικαιώματα. Χάρη στους νό­μους έχετε τ αγαθά που έχετε»[30]. Υπάρχουν σαφέστατα παραδείγματα και στον Αισχίνη που διακηρύσσει στον Κατά Τιμάρχου (4) και επαναλαμβάνει στον Κατά Κτησιφώντος (6): Γνωρίζετε πολύ καλά ότι εις όλον τον κόσμον τρία είναι τα πολιτεύματα: το δικτατορικόν, το ολιγαρχικόν και το δημοκρατικόν. Εις το δικτατορικόν πολίτευμα, ως και εις το ολιγαρχικόν, κυβερνώνται αι πολιτείαι κατά τας διαθέσεις των κατεχόντων την εξουσίαν, ενώ αι λαοκρατούμεναι πολιτείαι κυβερνώνται κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν». Στον πρώτο από αυτούς τους δύο λόγους συνεχίζει: Καλώς γνωρίζετε ότι και τους πολίτες και το πολίτευμα των λαοκρατιών εξασφαλίζουν οι νόμοι, ενώ τους μονάρχες και τους ασκούντας ολιγαρχίαν η καχυποψία και η ένοπλος σωματοφυλακή. Τελικά, λίγο αργότερα δηλώ­νει: «Ημείς δε, οι έχοντες κράτος δικαίου και ισότητος ...» (5: έννομον πολι­τείαν)[31].
 
Ασφαλώς, όλοι οι συγγραφείς του 4ου αιώνα δεν είδαν τα πράγματα με τόσο απλό τρόπο. Εάν, για τους δημοκράτες, ο νόμος διέκρινε το καθεστώς τους, σε αντίθεση με τα άλλα, και, για ορισμένους, τους Έλληνες σε αντίθεση προς τους βαρβάρους, διέκρινε επίσης τους ανθρώπους σε σχέση με τα ζώα[32].
 
Εν τούτοις, ο νόμος δεν έπαψε ποτέ να φέρει στην ίδια τη σύστασή του τα σημάδια από τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε. Ακόμα και ο Πλάτων, που δεν είχε αδυναμία ούτε στην αθηναϊκή δημοκρατία, ούτε στην ισότητα που επέβαλλαν οι νόμοι της, θα ξανάβρισκε και αυτός, όταν συλλογιζόταν την τυραννία, διατυπώσεις που δεν αποδοκίμασε ο Θησέας των Ικέτιδων. Το βλέπουμε στην 7η και στην 8η επιστολή του. Σε αυτή την τελευταία, στο 354 b c. δείχνει πώς ο Λυκούργος μεταμόρφωσε την τυραννία σε ένα βασίλειο προορισμένο να συνεχιστεί: γιατί, όπως λέει, ο νόμος ήταν βασιλιάς στους ανθρώπους, όχι οι άνθρωποί, οι οποίοι γίνονταν τύραννοι των νόμων. Στην 7η επιστολή, στο 334 c, κάνει μία επίσημη προειδοποίηση: «Μην υποδουλώσετε τη Σικελία, ούτε άλλη χώρα, στην κυριαρχία ανθρώπων - αυτή είναι η δική μου συμβουλή - αλλά σε νόμους»[33].
 
Από τον Δημάρατο του Ηρόδοτου ως τον Πλάτωνα της 7ης επιστολής, περνώντας από τον Θησέα του Ευριπίδη, η παράδοση είναι η ίδια. Υπάρχει σε αυτή μία οξεία αίσθηση του κοινού νόμου, τον οποίον οι πολίτες είχαν την ικανότητα να δώσουν στον εαυτό τους, και από τον οποίον ανέμεναν ταυτόχρονα την ευταξία και την ελευθερία.
 
Για εκείνους, ήδη, η ελευθερία προσδιοριζόταν ως υπακοή στους νόμους.
 
Αυτή η εξωθρησκευτική και δημοκρατική άποψη ίου νόμου, που αντιστοιχούσε στις συνθήκες της ανακάλυψής του και ερμηνευόταν στην επιλογή του λεξιλογίου, δεν ήταν εν τούτοις χωρίς δυσκολίες. Είχε αφαιρεθεί κάθε λέξη που υπονοούσε επιβεβλημένη απόφαση, διαταγή κάποιου σε άλλον. Η λέξη όμως που υιοθετήθηκε και της οποίας οι εφαρμογές, όπως αναφέραμε προηγούμενα, ήταν πολυποίκιλες, προσφερόταν για διαφορετικούς επίσης συνδυασμούς, καθώς περιείχε μια λανθάνουσα διφορούμενη έννοια και πιθανές αποκλίσεις.
 
Ο νόμος συμφιλιώνει πράγματι το αφηρημένο ιδεώδες της ευταξίας με τις απλές πρακτικές συνήθειες.
 
Υπάρχει ένας θείος νόμος που ρυθμίζει με ποιον τρόπο συμμετέχει το κάθε τι στην τάξη του σύμπαντος. Κατά τον Ησίοδο, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, αν τα ζώα αλληλοσπαράσσονται, οι άνθρωποι έχουν λάβει δωρεά τη δικαιοσύνη και ανταμείβονται, όταν ξέρουν να συμμορφώνονται. Η τάξη, ο κανόνας, η ευρυθμία που διέπουν το σύνολο του σύμπαντος είναι αυτό για το οποίον οι άνθρωποι θα καυχηθούν επειδή πέτυχαν να κυριαρχήσει στις πόλεις τους. Επίσης ο Θέογνις μιλάει (54) περιφρονητικά γι’ αυτούς που κάποτε (όπως στην Οδύσσεια ο Κύκλωπας)[34] γνώριζαν ούτε δίκαιο ούτε νόμους. Ο «νόμος» αντιπροσωπεύει έτσι ένα ιδεώδες πολιτισμού. Είναι ο κανόνας καθ’ εαυτός, το αξίωμα της τάξης, και οι άνθρωποι τον χάρισαν στον εαυτό τους, όπως ο Δίας τον χάρισε στον κόσμο.
 
Αλλά στην άλλη άκρη του σημασιολογικού πεδίου ο νόμος υπενθυμίζει με ποιο τρόπο τα πράγματα εξελίσσονται στην πράξη με τη δύναμη της συνήθειας. Αυτό εξηγεί γιατί κατ’ αρχήν μιλούν για νόμο εκεί όπου οι παραδόσεις είναι περισσότερο καθιερωμένες, δηλαδή στον τομέα των θρησκευτικών τελετουργιών. Ο Ησίοδος μιλάει για θείο νόμο. αλλά μιλάει επίσης και για θυσίες που προσφέρονται σύμφωνα με τη συνήθεια (Θεογονία, 417). Και αυτή η έννοια θα διατηρηθεί σε όλη τη διαδρομή του ελληνισμού. Θα μιλήσουν επίσης για τον τρόπο συμπεριφοράς, για έθιμα που υπόκεινται σε κριτική και που οπωσδήποτε ποικίλουν από λαό σε λαό. Σε αυτή την περίπτωση, ο νόμος είναι λιγότερο σεβαστός, λιγότερο δικαιωμένος, λιγότερο ρυθμιστικός, από όσο ήταν σεβαστός, δικαιωμένος και ρυθμιστικός στην πρώτη περίπτωση.
 
Ο πολιτικός νόμος, ο νόμος με την έννοια που θα μας απασχολήσει εδώ, βρίσκεται στο σημείο επαφής των δύο αυτών εννοιών. Καθορίζει, μια για πάντα, στο όνομα ενός ιδεώδους για την τάξη. τις παραδόσεις και τα έθιμα στα οποία τα μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας αποδέχονται να συμμορφώνονται. Η κανονιστική αξία του βασίζεται στη συνήθεια[35] και επιβεβαιώνεται από αυτή[36].
 
Η λέξη νόμος περιέκλειε λοιπόν μέσα της μια ένταση ανάμεσα στις δύο αυτές αξίες - ρυθμιστική και θετική - από την οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα προκύψουν πολλά προβλήματα. Ερμήνευε όμως, με τον ίδιο τρόπο, την επιδίωξη να αναγνωριστεί μια ανθρώπινη τάξη και να δοθεί απόλυτη αξία στην καθημερινή συμπεριφορά, που θα αποτελέσει την υπερηφάνεια των Ελλήνων σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας και, σε κάποιο μέτρο, θα περάσει ολοζώντανη ως την εποχή μας.
--------------------------------------- 
 [1]  Με πλάγια οι τίτλοι των έργων.
 [2] Πλάτων, Νόμοι, μετ. Γ. Κουσουνέλος., «Κάκτος». Από την αυτή μετάφραση και τα παραθέματα που ακολουθούν. (Σ.μ.)
[3] Ευριπίδης, Ικέτιδες, μετ. Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος». Βλ. επόμενες σελίδες 29-30.
[4] Η χάση αυτή, ιδιαίτερα χαρακτηριστική στους Έλληνες, η οποία τους ώθησε να διατυπώσουν το γρηγορότερο γραπτώς τους κανόνες ενός σαφούς δικαίου, εξηγεί το εύλογο ερώτημα, αν είχαν εφαρμόσει ποτέ εθιμικό δίκαιο. (Βλ, π.χ. Ed. Meyer, Gesch. d. Alt, II, σ. 573, και Hirzel, Themis..., σ. 359).
[5] Στη ραψωδία, α της Οδύσσειας, στ. 3, πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», ο Ζηνόδοτος διάβαζε νόμον αντί νόον. Πολλοί μελετητές, όπως ο Wilamowitz και ο Hirzel, υπερασπίσθηκαν τη λέξη νόμον, αλλά η μοναδικότητα αυτή δεν επιβεβαιώνεται (Ehrenberg) και σήμερα έχει σχεδόν απορριψθεί.
[6] Ο Ostwald διακρίνει 13!.
[7] Πιθανόν να υπάρχει εδώ η ιδέα ενός κελεύσματος: ο Σιμωνίδης, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος (βιβλίο 7, 28), έλεγε όχι οι Σπαρτιάτες πέθαιναν «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» και φαίνεται ότι υπάρχει απήχηση στους δύο όρους.
[8] Από αυτό επίσης παράγεται η λέξη θέμις που σημαίνει δικαιοσύνη στην αρχική και θεία μορφή της. Ο Ε. Benveniste (Le vocabulaire des institutions indo-europeennes, o. 102-103) υπενθυμίζει τη σχέση της λέξης θέμις με τη λέξη θεμέλιο και επιμένει ότι η λέξη σημαίνει το οικογενειακό δίκαιο σε αντίθεση με τη λέξη δίκη που είναι το δίκαιο μεταξύ των οικογενειών της φυλής.
[9] Αίλιος Αριστείδης. Ρήτορας από την Μυσία (126-189 μ.Χ.). Σπούδασε σοφιστική στην Πέργαμο και στην Αθήνα με δάσκαλο τον Ηρώδη τον Αττικό.
[10] Στους υπερασπιστές της λέξης, νόμου πρέπει ν' αναφέρουμε τον Stier Ισ. 230» και τον Gigante (σ. 321, οι οποίοι επιμένουν στην υψηλή έννοια που δόθηκε τότε στη λέξη νόμος, που προσδιορίζει ένα ηθικό και θρησκευτικό ιδεώδες. Στους υπερασπιστές της λέξης homou είναι οι Ehrenberg (σ. ! 16) και Heimmann.
[11] Η λέξη ευνομία προέρχεται από το ρήμα ευ νεμεσθαι δηλαδή, με την ευρύτερη έννοια, να διοικείσαι καλά. Αυτό επισήμαναν ο Hirzel και ο Ehrenberg, ύστερα ο Itier και τέλος μελέτησε λεπτομερώς το θέμα ο Martin Ostwald σ. 62-137. Κατά τον Μ. Gigante, η λέξη υποδηλώνει την πολιτική αντανάκλαση ενός θείου νόμου.
[12] Κατά τον Μ. Ostwald, σ. 27. πρόκειται για ήθη.
[13] Ο Ostwald έχει επιφυλάξεις αλλά ο Hemimann. σ. 71. είναι λιγότερο αυστηρός
[14] Ostwald:, σ. 43-47.
[15] Ικέτιδες, μετ. Ε. Χαιζηανέστη, I. Ζαχαρόπουλος.
[16] Μπορούμε ν’ αναφέρουμε τους «καινούργιους νόμους» η τους «δικούς του νόμους» με τους οποίους ο νεαρός Δίας διαφεντεύει στον Προμηθέα. 158 και 415.
[17] Η λέξη χάνεται το 450
[18] Hirzel, Schroeder. Heinimann.
[19] Για τον Hirzel (θέμις..), η διαφορά βρίσκεται στην εξάπλωση: ο θεσμός είναι το θεμελιώδες αξίωμα των διαφόρων νόμων ή πρακτικών εθίμων. Ο θεσμός γίνεται νόμος όταν ο κανόνας γίνεται συνήθεια.
[20] Την αντίθεση αυτή θα ερμηνεύσουν πολλά νεώτερα κείμενα με ακόμα περισσότερη ένταση. Έτσι, στην Ελένη, ο Ευριπίδης γράφει: «Οι βάρβαροι είναι όλοι σκλάβοι εκτός από έναν · (276) και στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι: Το σωστό, να κυβερνούν Έλληνες βαρβάρους κι όχι βάρβαροι χους Έλληνες, γιατί οι βάρβαροι είναι δούλοι κι οι Έλληνες ελεύθεροι» 11399-1401). Δεν χρησιμοποιεί όμως τη λέξη νόμος. Πέρσαι, μετ. Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος».
[21] Ηρόδοτος, βιβλ. 7ο, 104 κ.σ., μετ. Ευαγ. Πανέτσος, «I. Ζαχαροπουλος». Από το ίδιο και τα άλλα εδάφια.
[22] Για τη διατύπωση νόμο δεσπότη βλ., σ. 70
[23] Μήδεια, 534-538, μετ. Γ. Γιατρομανωλάκη. Καρδαμίτσα Μήδεια, 534-538: νόμοις τε χρήσθαι
[24] Ορέστης, 486-487. μετ. Γιάννη Τσαρούχη, «Καστανιώιης». (Σ.μ.)Ανάλογες σκέψεις αλλά λιγότερο σαφείς βρίσκουμε στην Ελένη. 276 και στις Τρωάδες, 932.
[25] Η ίδια λέξη χρησιμοποιείται δέκα φορές. Το έργο πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να σχετίζεται με την πολιτική κατάσταση στη Σικελία, Ίσως γράφτηκε και παρουσιάστηκε σιη Γέ. Αντίθετα, ο βασιλιάς στις Ικέτιδες, όταν ζητάει τη συμβουλή του λαού, παρουσιάζει έναν άρχοντα συνταγματικό και, κατά μια έννοια, δημοκρατικό.
[26] Προμηθεύς Δεσμώτης, μετ Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος».
[27] Στο αρχαίο κείμενο η λέξη είναι αθέσμως (ο. 159).
[28] Ικέτιδες, μετ. Τάσος Ρούσσος, «Κάκτος».
[29] Ο Μ. Ostwald επιμένει στο βιβλίο του (σ. 43-47) όχι η λέξη νόμος δεν αφορά αναγκαστικά χο γραπτό νόμο και όχι η φύση ενός νόμου δεν αλλάζει είτε γραπτός είναι είτε όχι. Το απόσπασμα του Ευριπίδη δείχνει καλά όχι αν η νομική διαφορά είναι ασθενής, η πολιτική διαφορά είναι σημαντική. Ίδιον του ελληνικού νόμου είναι ο γραπτός νόμος αν και υπήρχαν και άγραφοι. Ο Ηρόδοτος λέει όχι η κυριαρχία του νόμου είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων, ενώ υπήρχαν και νόμοι των βαρβάρων.
[30] Βλ. σ. 138. Κατά Μειδίου, μετ. Νίκης Καλαμαρά-Φιλιππουπολίτη, «I. Ζαχαρόπουλος».
[31] Κατά Κτησιφώντος, Κατά Τιμάρχου, μετ. Η. Ηλιού, Γ. Κορδάτου, «I. Ζαχαρόπουλος».
[32] Βλ. σ. 161.
[33] Σε αυχές τις δύο διατυπώσεις συναντάμε την ίδια ηχώ στα κείμενα του Πίνδαρου και του Ηρόδοτου.
Μετ. Η. Κορμπέτη, «Εποπτεία .
[34] Ραψωδία ι, 214. Στην Οδύσσεια η λέξη είναι Θέμιστας και όχι νόμους.
[35] Ehrenberg σ. 104: με τη δημιουργία της νομικής παράδοσης, αναπτύσσεται μία αυθεντία με ρυθμιστικό χαρακτήρα
[36] Αριστοτέλης: Πολιτικά II 1269α, 20: «Και τούτο διότι ο νόμος ουδεμίαν άλλην δύναμιν έχει διά να πείθει πλην του έθους»

Ίνκιουμπι: Οι Νυχτόβιοι Ενεργειακοί Δαίμονες του Σεξ

Λίγο ή πολύ, είναι γνωστή η ύπαρξη της Σάκιουμπας (Succubus), του θηλυκού πρόστυχου δαίμονα που κυνηγά τους άνδρες για σεξ, από την ηλικία των 12-13 χρόνων και μετά. Λιγότερο γνωστό στους περισσότερους είναι το αρσενικό ισοδύναμο της, ο Ίνκιουμπας (Incubus). Σύμφωνα με την Εβραϊκή Δαιμονολογία, ο Ίνκιουμπας και η Σάκιουμπας είναι πρόστυχοι, χυδαίοι δαίμονες, οι οποίοι επισκέπτονται τα βράδια τις γυναίκες και τους άντρες αντίστοιχα, ενώ κοιμόνται. Ξαπλώνουν επάνω τους, πιέζοντας τους βαριά, και τους αποπλανούν. Μπορούν να τους επικαλεστούν Μάγισσες και Μάγοι, Γητευτές και Γητεύτρες που ακολουθούν το μονοπάτι της Μαύρης Μαγείας, καθώς και Σαμάνοι. Το όνομα “Incubus” προέρχεται από την λατινική λέξη “Incubare” που σημαίνει “να ξαπλώνω”. Αυτό γιατί τα θύματα τους συνήθως νιώθουν ένα βάρος επάνω στο στήθος τους κυρίως, το οποίο βάρος παραλύει όλο το σώμα. Κάποιες φορές έχουν την αίσθηση του πνιγμού ή της ασφυξίας. Στην Αρχαία Ελλάδα, το φαινόμενο αυτό το αποκαλούσαν “Εφιάλτη” ή “Πνιγαλίον”. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Γάιος Πλίνιος Σεκούνδος, Ρωμαίος συγγραφέας, ιστορικός, ναυτικός, δικηγόρος, φυσιοδίφης και φυσικός φιλόσοφος) χαρακτήρισε αυτό το φαινόμενο ως “Καταστολή” ή “Νυχτόβιες Ψευδαισθήσεις”.
 
Κατά την διάρκεια της υστερίας που είχε καταλάβει την Ευρώπη τα Πύρινα Χρόνια, οι Ίνκιουμπι (Incubi) θεωρούνταν πως ήταν όργανα στην υπηρεσία του Διαβόλου, οι οποίοι βασάνιζαν τους ανθρώπους με μοναδικό τους σκοπό να υποβιβάσουν τις ψυχές τους και να τους διαφθείρουν σε περισσότερες ανηθικότητες και αμαρτίες. Αυτοί οι δαίμονες όμως δεν είναι φαντάσματα του παρελθόντος, εκείνης της εποχής του φόβου και του σκοταδισμού. Επιθέσεις από Σάκιουμπι και Ίνκιουμπι αναφέρονται και στην σύγχρονη εποχή, σε περιπτώσεις κατάληψης.
 
Στην Εβραϊκή Δαιμονολογία, είναι αναγνωρισμένη η ύπαρξη και οι δραστηριότητες ενός Ίνκιουμπας σχετικά με έναν Μιδρασικό μύθο (η Μιδράς είναι είδος ραβινικής γραμματείας, που περιέχει βιβλική ερμηνεία και κήρυγμα) που αναφέρεται στη δαιμονική γενιά απογόνων του Αδάμ. Σύμφωνα με το Καμπαλιστικό κείμενο “Zohar” (σημαίνει “Μεγαλείο” ή “Ακτινοβολία”. Είναι το θεμελιώδες έργο λογοτεχνίας/βιβλιογραφίας της Εβραϊκής μυστικιστικής σκέψης της Καμπάλα), οι ενώσεις αυτές συνεχίζονται ακόμα από τους άνδρες που χωρίς να γνωρίζουν συνυπάρχουν με πνεύματα στον ύπνο τους. Ο υβριδικός απόγονος, μισός άνθρωπος και μισός δαίμονας, έχει δαιμονική φύση και βρίσκεται ψηλά στη δαιμονική βαθμίδα, αποκτώντας θέσεις εξουσίας και ηγεσίας. Έτσι, οι δαίμονες εκτιμούν ιδιαίτερα την συνουσία με τους ανθρώπους.
 
Φυσικά, οι Ίνκιουμπι δεν θα μπορούσαν να μην προκαλέσουν την προσοχή της Πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας. Σύμφωνα με κάποιους από τους τότε πατέρες της, όπως ήταν ο Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και ο Άγιος Τερτουλιανός μαζί με τον πρώτο Εβραίο ιστορικό Ιώσηπο Φλάβιο (ή Γιοσέφ μπεν Μαθία όπως ήταν το κανονικό του όνομα. Λόγιος και αγιολόγος) και κάποιους Πλατωνικούς φιλοσόφους, οι Ίνκιουμπι είναι παιδιά του Αβραμικού Θεού, άγγελοι που έπεσαν από την Χάρη και τον Παράδεισο επειδή ήρθαν σε συνουσία με θνητές γυναίκες. Οι απόγονοι τους ήταν τα γιγάντια σε μέγεθος Νεφιλείμ, τα οποία δεν θα μπορούσαν να είναι απόγονοι των θνητών ανδρών και γυναικών. Ο Άγιος Αυγουστίνος, μέσα στα Ίνκιουμπι συμπερίλαβε τους Παγανιστικούς Θεούς Σιλβάνους (Ρωμαϊκός Θεός των δασών και των πεδιάδων. Προστάτης των δασών και κυβερνήτης της άγριας βλάστησης) και Φαύνο (Ρωμαϊκός Θεός των κοπαδιών και των βοσκών, αντίστοιχος με τον Ελληνικό Πάνα), οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα ασελγής και συχνά τραυμάτιζαν τις θνητές γυναίκες πάνω στο πάθος τους. Προχωρώντας μπροστά κάποιους αιώνες, φτάνουμε στα Πύρινα Χρόνια. Κατά τη διάρκεια του Κυνηγιού των Μαγισσών, οι δαιμονολόγοι ξεσάλωσαν και έγραψαν χειρόγραφα κείμενα σχετικά με τις μάγισσες, τον Διάβολο και τους δαίμονες του. Περιέγραφαν την εμφάνιση τους, τη συμπεριφορά τους, τα χαρακτηριστικά των Ίνκιουμπι και κάποια γιατροσόφια ενάντια τους.
 
Οι Ίνκιουμπι προσελκύονται κυρίως από όμορφες γυναίκες, με όμορφα μαλλιά, νεαρές παρθένες, ενάρετες χήρες, και όλες τις “ευσεβή” γυναίκες. Οι καλόγριες ήταν οι πιο ευάλωτες και μπορούσαν να δεχτούν σεξουαλική επίθεση κατά την Εξομολόγηση καθώς και στο κρεβάτι τους. Ενώ η πλειοψηφία των γυναικών με τη βία υποτάσσονταν σε συνουσία με Ίνκιουμπι, ήταν και ορισμένες που με τη θέληση τους συνουσιάζονταν και μάλιστα το απολάμβαναν. Κάποτε ήταν κοινή πεποίθηση πως οι γυναίκες ήταν περισσότερο από τους άνδρες ευάλωτες να γίνουν σεξουαλικά θύματα των δαιμόνων, επειδή οι γυναίκες είναι κατώτερες από τους άνδρες και για το λόγο αυτό πιο αδύναμες να αντισταθούν στο πειρασμό.
 
Οι Ίνκιουμπι έχουν τεράστιο φαλλό και είναι τόσο σκληρός που προκαλεί έντονο πόνο στη θνητή γυναίκα. Σύμφωνα με τον Νίκολας Ρεμί (Γάλλος Μάγιστρος, δικαστής, δαιμονολόγος και διάσημος κυνηγός Μαγισσών. Γνωστός για το έργο του “Δαιμονολατρεία” (Demonolatry)), μια γυναίκα κατηγορήθηκε ότι ήταν Μάγισσα στο Χάροκορτ της βόρειας Γαλλίας το 1586. Η γυναίκα αυτή περιέγραψε το πέος του δαίμονα σαν ένα μακρύ εργαλείο κουζίνας χωρίς να διαθέτει όρχεις ή όσχεο. Μία άλλη γυναίκα, που επίσης κατηγορήθηκε ότι ήταν Μάγισσα, η Ντιντάτια του Μίρεμοντ της Γαλλίας, σε ομολογία της το 1588 είπε πως ήταν πάντα τόσο όρια της από το μεγάλο και διογκωμένο μέλος του δαίμονα που τα σεντόνια της ήταν πάντα μέσα στα αίματα. Σε ορισμένες αναφορές από παρόμοιες δίκες, οι γυναίκες περιέγραφαν το πέος του Ίνκιουμπας ως φολιδωτό, σαν το δέρμα των ερπετών.
 
Οι Ίνκιουμπι δεν ενδιαφέρονται για τεκνοποίηση, παρά μόνο για εξευτελιστικό και ταπεινωτικό σεξ. Ωστόσο, διαθέτουν την ικανότητα να τεκνοποιούν μια θνητή γυναίκα. Αλλά χωρίς όρχεις πως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο; Οι Ίνκιουμπι δεν διαθέτουν δικό τους σπέρμα, αλλά συλλέγουν σπέρμα από τους άνδρες κατά τις νυχτερινές τους ονειρώξεις, αυνανισμούς η ακόμα και από τη συνουσία τους, ενώ είναι μεταμορφωμένοι στο ισοδύναμο τους, τη Σάκιουμπας. Οι Ίνκιουμπι έχουν την δύναμη να διατηρούν το ανδρικό σπέρμα και να το χρησιμοποιήσουν αργότερα στα θύματα τους. Το δαιμονικό σπέρμα είναι κρύο και παγωμένο σαν παγοκρύσταλλο.  Από τη συνεύρεση τους με θνητές γυναίκες, τα παιδιά που θα γεννήσει, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως είναι παιδιά του άνδρα εκείνου που χωρίς την θέληση του έδωσε το σπέρμα του. Εδώ κάπου τα πράγματα ξεφεύγουν στη περιγραφή τους. Κανονικά, τα παιδιά που γεννιούνται από αυτή τη συνεύρεση είναι υβρίδια, μισά ανθρώπινα και μισά δαιμονικά. Παρόλο που η εμφάνιση τους είναι ανθρώπινη, η φύση τους είναι όμως δαιμονική, και μόλις φτάσουν την θνητή εφηβεία, αρχίζουν να εκδηλώνουν υπερφυσικές δυνάμεις. Και το πιο παράξενο είναι ότι, αυτά τα παιδιά γνωρίζουν ότι δεν είναι ανθρώπινα και αναζητούν την πραγματική τους φύση, αλλά και τον δαίμονα που τα δημιούργησε (κατά κάποιο τρόπο). Ο Ρεμί τα περιέγραψε ως τερατώδη πλάσματα, μισά δαιμονικά παιδιά με δυο στόματα, δυο κεφάλια, έξι δάχτυλα, δυο σειρές δόντια, γένια, τέσσερα μάτια, τρία χέρια, και τρία πόδια. Σαν σιαμαία δηλαδή αλλά στο πιο τερατόμορφο τους. Σε άλλα έλειπαν άκρα ή είχαν ένα μάτι στο μέτωπο ή στο γόνατο τους. Άλλα δεν είχαν καν ανθρώπινη μορφή και ήταν άμορφες μάζες σαν σφουγγάρια (ίσως και ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης να είναι ένα τέτοιο). Ο Ρεμί μάλιστα διηγείται μια περιγραφή από κάποιον μάρτυρα ενός τέτοιου πλάσματος: “Είχε ένα γαμψό ράμφος, ένα μακρύ απαλό λαιμό, τρεμάμενα μάτια, μια αιχμηρή ουρά, μια στριγκιά φωνή και πολύ γρήγορα πόδια, τόσο που έτρεξε γρήγορα να βρει μέρος για να κρυφτεί μέσα στον στάβλο”. Κάποια από τα παιδιά αυτά, κάποτε τα αποκαλούσαν “Ανταμίτιτσι” (Adamitici), καθώς πίστευαν πως ήταν απόγονοι από την άθραυστη γενιά του Αδάμ. Λόγω του μολυσματικού σπέρματος, τα ορφανά αυτά έκλαιγαν ή σφύριζαν σαν ερπετά συνέχεια, ήταν αποσκελετωμένα αλλά βαριά, και στράγγιζαν όλες τους τις νοσοκόμες από το γάλα και το αίμα τους, όταν τα θήλαζαν. Κάποια εκδήλωναν δυνάμεις υπερφυσικές, αντάξιες ενός ημίθεου ή ενός ήρωα.
 
Ο Ρεμί πρόσθεσε πως οι τερατώδεις γέννες ήταν λόγο “της λάγνας φαντασίας μιας λάγνας γυναίκας” και όχι του δαιμονικού σπέρματος. Πάνω σε αυτό, για να αιτιολογήσει τον ισχυρισμό του, αναφέρθηκε στον Εμπεδοκλή ο οποίος είχε πει πως η ομοιότητα ενός παιδιού προκαλείται από τις εντυπώσεις της μητέρας που βίωσε κατά τη διάρκεια της συνουσίας και της σύλληψης. Αν η γυναίκα είχε συχνές επαφές με έναν Ίνκιουμπας, αυτό θα επηρέαζε την φαντασία της, και θα έδινε στο παιδί της αυτή την εμφάνιση. Σε έναν μικρό αριθμό υποθέσεων που αφορούσαν την Μαγεία, ισχυρισμοί για βιασμό από Ίνκιουμπι απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι ήταν παραγωγές της γυναικείας μελαγχολίας ή ζωηρής φαντασίας. Λανθασμένες εγκυμοσύνες που εκδηλώνονταν από αυτή τη κατάσταση διαγράφονταν λόγω ότι ήταν από αέρια ή τυμπανισμό.
 
Σύμφωνα με τους τότε δαιμονολόγους, οι Μάγισσες έρχονταν σε συνουσία πρόθυμα και με τη θέληση τους με τους Ίνκιουμπι, κυρίως τις νύχτες των Σάμπατς. Το “ευαγγέλιο” των Ιεροεξεταστών, το “Μαλέους Μαλεφικάρουμ” (Malleus Maleficarum), γράφει μέσα “σε χρόνους πολύ πίσω στο παρελθόν, οι Ίνκιουμπας διάβολοι συνήθιζαν να μαστίζουν γυναίκες παρά τη θέληση τους, αλλά οι σύγχρονες Μάγισσες οικειοθελώς αγκαλιάζουν αυτή την απαίσια και άθλια δουλεία”. Πίστευαν πως κάποια Ίνκιουμπι ήταν τα “Οικεία Πνεύματα” (Familiars) των Μαγισσών, τα οποία τα έστελναν στους εχθρούς τους για να τους βασανίσουν. Μιας και η σεξουαλική συνεύρεση ήταν κάτι που περίμενε κανείς από μια Μάγισσα τότε, πολλές γυναίκες με την κατηγορία ότι ήταν Μάγισσες, βασανίστηκαν σύμφωνα με το “ευαγγέλιο” μέχρι να ομολογήσουν το έγκλημα τους. Το 1485, ο Ιεροεξεταστής Μπερνάντο Ριτένιο ντα Κόμο (Δομινικανός Ιεροεξεταστής και Ιεροκήρυκας. Το Κόμο, από την οποία ήρθε ο συγκεκριμένος, είναι πόλη στην Λομβαρδία της Ιταλίας), έστειλε 41 γυναίκες στο θάνατο με καταδίκη στη πυρά. Οι “ομολογίες” τους περί σεξ με Ίνκιουμπας, πέρα στα τόσα εγκλήματα Μαγείας, υποστηρίχθηκαν από δήθεν αυτόπτες μάρτυρες αλλά και με την εξ’ ακοής αποδεικτική μαρτυρία από “αξιόλογους μάρτυρες”.
 
Οι Ίνκιουμπι θεωρούνταν πως πάντα ήταν ορατοί στα μάτια της Μάγισσας αλλά περιοδικά ήταν ορατά για τους άλλους, ακόμα και για τα θύματα. Υπήρχαν αναφορές ανθρώπων που παρατήρησαν πως στους σπασμούς του πάθους ήταν μόνο αυτοί ορατοί. Οι άνδρες έβλεπαν Ίνκιουμπι να συνουσιάζονται με τη σύζυγο τους αλλά θεωρούσαν πως ήταν άλλοι άνδρες. Οι Ίνκιουμπι παραμόνευαν και σε συνηθισμένους ανθρώπους πέρα από Μάγισσες. Ο Ιταλός ιερέας Φρανσέσκο Μαρία Γκουάτσιο, στο έργο του “Κοπέντιουμ Μαλεφικάρουμ” (Compendium Maleficarum) αναφέρει την ιστορία μιας όμορφης ευγενούς κοπέλας, η οποία αρνήθηκε να παντρευτεί άνδρες της τάξης της, αλλά ερωτεύτηκε έναν Ίνκιουμπας. Ελεύθερα είπε στους γονείς της το απίθανο σεξ που έκαναν τα βράδια και κάποιες φορές και τη μέρα. Ένα βράδυ, οι γονείς της κοπέλας μαζί με έναν ιερέα και άλλους της περιοχής, γκρέμισαν τις πόρτες του σπιτιού και όρμησαν στο υπνοδωμάτιο της κοπέλας, με αναμμένες δάδες (θυμίζει λίγο το κυνήγι του Φράνκενσταϊν). Εκεί την βρήκαν να είναι στην αγκαλιά ενός απαίσιου δαίμονα, τόσο άσχημου που ξεπερνούσε την ανθρώπινη φαντασία. Ο Ιερέας άρχισε να απαγγέλει από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Όταν ο Ιερέας ξεστόμισε “ο Λόγος την σάρκα εποίησε”, ο δαίμονας άρχισε να ουρλιάζει και έβαλε φωτιά σε όλα τα έπιπλα και έφυγε μαζί με την οροφή του δωματίου. Η κοπέλα σχεδόν αμέσως γέννησε ένα αποκρουστικό τέρας, το οποίο οι μαμές το έκαψαν σε μεγάλη φωτιά που έστησαν.
 
Η Εκκλησία δίνει 5 κυρίως τρόπους με τους οποίους μπορεί κάποιος να ξεφορτωθεί έναν Ίνκιουμπας. Με την Ιερά Εξομολόγηση, με το να κάνει το σύμβολο του Σταυρού, με το να απαγγείλει το Άβε Μαρία (καθολική προσευχή προς την Παναγία, γραμμένο στα λατινικά. Στην ελληνική γλώσσα είναι γνωστό ως “Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου”), με την μετακόμιση σε άλλο σπίτι ή σε άλλη πόλη, με τον αφορισμό του δαίμονα από κάποιον της Ιεροσύνης. Άλλα γιατρικά είναι η απαγγελία της Υποδειγματικής Προσευχής (ή όπως είναι γνωστή αλλιώς “Πάτερ Ημών”) και το ψέκασμα με Αγιασμό.
 
Στην ιδέα της δυνατότητας της σεξουαλικής επαφής με δαίμονες, δεν είναι όλοι οι θεολόγοι και δαιμονολόγοι σύμφωνοι. Ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης είπε πως το σεξ με δαίμονες υπερβαίνει τις φυσικές τους δυνάμεις αλλά διατηρείται με την μοχθηρία τους και έτσι μπορεί να είναι επιτρεπτό από τον Θεό σε συνδυασμό με τις αμαρτίες ενός ανθρώπου. Ο Δανός Γιόχαν Βίερ (ιατρός, αποκρυφιστής, δαιμονολόγος και ακόλουθος του Χάϊνριχ Κορνίλιους Αγκρίπα) απέρριψε τους Σάκιουμπι και Ίνκιουμπι ως καθαρή φαντασία ενός αδαούς μυαλού. Θεώρησε επίσης πως είναι “περίεργη φαντασία” η ιδέα πως ένα Ίνκιουμπι μπορεί να γονιμοποιήσει μια γυναίκα, δανειζόμενο το σπέρμα από άνδρα με τη μορφή Σάκιουμπι.
 
Για πολλούς αιώνες, άνδρες και γυναίκες, στα πέρατα του πλανήτη, ανέφεραν σεξουαλικές επιθέσεις από αόρατες οντότητες, ενώ βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους. Ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, αποβολές ανηθικότητα, όλα αυτά αντιμετωπίστηκαν με διωγμό, οργή και κυνήγι. Το αν είναι θύματα δαιμονικών δυνάμεων ή ψυχολογικών/νοητικών διαταραχών, μόνο με βάση τη διαίσθηση αυτού που διαβάζει τις γραμμές ετούτες μπορεί να το κρίνει.

Τι κάνει η αγάπη στο σώμα μας σύμφωνα με την επιστήμη

Σχετική εικόναΌλοι γνωρίζουν ότι η αγάπη μας κάνει να νιώθουμε καλά, αλλά ξέρατε ότι υπάρχει μια πραγματική επιστήμη που το επιβεβαιώνει, πίσω από αυτό;

Θα θέλαμε να σας δείξουμε μερικά από τα πιο εκπληκτικά και επιστημονικά αποδεδειγμένα αποτελέσματα που έχει η αγάπη στο μυαλό και το σώμα σας.


Η αγάπη είναι μια φυσική ανακούφιση του πόνου.
Όλοι γνωρίζουμε ότι οι αγκαλιές μας κάνουν να αισθανόμαστε καλά. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η ωκυτοκίνη, (χημική ουσία στον εγκέφαλο που δημιουργεί την αίσθηση ηρεμίας και της εγγύτητας) που απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια μιας αγκαλιάς 10-20 δευτερολέπτων, μπορεί να καταπολεμήσει αποτελεσματικά τον πόνο, ειδικά τους πονοκεφάλους.

Επιπλέον, κοιτάζοντας μια φωτογραφία του αγαπημένου σας προσώπου αυξάνει το όριο αντοχής σας και μειώνει τον πόνο (έως 40% σε μέτριες περιπτώσεις και σε 15% σε σοβαρές). Ο εγκέφαλός μας συνδέει την εικόνα του συντρόφου μας με μια ευχάριστη διάσπαση που καθιστά οποιοδήποτε είδος πόνου πιο υποφερτό, ενεργώντας ως αναλγητικό.

Από μια διαφορετική οπτική γωνία, οι επιστήμονες έχουν επίσης αποδείξει ότι η σεξουαλική διέγερση και ιδιαίτερα οι οργασμοί κάνουν μεγάλη δουλειά στο να εμποδίζουν τον πόνο. Αυτό είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό για χρόνιο πόνο στην πλάτη, συμπτώματα αρθρίτιδας και κράμπες.

Η αγάπη φροντίζει την καρδιά σας
Μελέτες δείχνουν ότι οι εκφράσεις αγάπης μειώνουν την καρδιακή συχνότητα στο μισό. Αυτό είναι ακόμα πιο αποτελεσματικό σε καταστάσεις άγχους και μειώνει τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων μακροπρόθεσμα.

Εκτός αυτού, η ωκυτοκίνη – γνωστή ως η ορμόνη της αγάπης και ένα από τα πιο εκπληκτικά μόρια στον κόσμο – μειώνει το στρες, μειώνει την αρτηριακή πίεση, μειώνει την τακτική και κοινωνική ανησυχία, ενισχύει την αυτοεκτίμηση και μας βοηθά να αποφύγουμε και να καταπολεμήσουμε την κατάθλιψη.

Η αγάπη βοηθά το σώμα σας να καταπολεμά τις ασθένειες
Οι χειρονομίες που σχετίζονται με την αγάπη, από την κράτηση των χεριών στη σεξουαλική δραστηριότητα, αυξάνουν την παραγωγή ενδορφινών οι οποίες με τη σειρά τους ενισχύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα.

Ομοίως, τα άτομα με προβλήματα που αισθάνονται αγάπη, έχουν μια πολύ καλύτερη απάντηση στη θεραπεία και ένα ισχυρότερο κίνητρο για την καταπολέμηση των ασθενειών.

Η αγάπη αντιμετωπίζει την αϋπνία
Οι ορμόνες της αγάπης (οξυτοκίνη και ενδορφίνες) αναστέλλουν την απελευθέρωση της κορτιζόλης, η οποία είναι η ορμόνη που είναι υπεύθυνη για το άγχος και με τη σειρά της, προάγει φυσικά καλύτερη ανάπαυση. Επίσης, η «ορμονική αναδιάταξη» της αγάπης είναι, επιστημονικά αποδεδειγμένα, μια από τις πιο αποτελεσματικές θεραπείες για έναν καλό ύπνο.

Η αγάπη μειώνει την πιθανότητα εξάρτησης και μειώνει τα συμπτώματα στέρησης
Τα οπιούχα, η κοκαΐνη, η νικοτίνη, το αλκοόλ είναι τόσο εθιστικά επειδή επηρεάζουν τα επίπεδα ντοπαμίνης στο σώμα μας. Η ντοπαμίνη είναι η ορμόνη που είναι υπεύθυνη για την ξαφνική αίσθηση ευχαρίστησης και ευφορίας.

Η παρηγοριά λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, εκτός από την ντοπαμίνη, ενισχύει επίσης την απελευθέρωση της τεστοστερόνης και της ωκυτοκίνης, η οποία αποτελεί τον καλύτερο συνδυασμό για την αποφυγή και την καταπολέμηση του εθισμού.

Με άλλα λόγια, η αγάπη γεμίζει τη ζωή σας με την ευχαρίστηση και την έκσταση που χρειάζεστε. Αλλά ταυτόχρονα, η αίσθηση της αγάπης όταν καταπολεμάτε τον εθισμό, σας βοηθά κυριολεκτικά να αντιμετωπίσετε τα συμπτώματα στέρησης και να μειώσετε τους πόθους σας.

Η αγάπη προωθεί τη μακροζωία
Οι έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι σε σημαντικές σχέσεις, ειδικά στον γάμο, αισθάνονται πιο υγιείς και επωφελούνται από έναν υγιή τρόπο ζωής (συμπεριλαμβανομένων των επιλογών των τροφίμων, τα κανονικά γεύματα, την καλύτερη ανάπαυση, το λιγότερο άγχος κλπ.).

Όταν κάποιος είναι ζευγάρι, βοηθά τους ανθρώπους να μην είναι τόσο επιρρεπείς και να αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις πιο γρήγορα. Αυτό έχει αποδείξει, βασικά, ότι οι άνθρωποι που είναι ερωτευμένοι και σε μια σχέση τείνουν να ζουν περισσότερο.

Η αγάπη είναι θεραπεία
Οι άνθρωποι καταφεύγουν στη θεραπεία για πολλούς λόγους, αλλά τις περισσότερες φορές είναι επειδή θέλουν να ακουστούν και να τους καταλάβει κάποιους. Από όλους τους ειδικούς στον κόσμο, το πρόσωπο που είναι πιο ικανό και διαθέσιμο για να σας προσφέρει μια αποτελεσματική «θεραπεία», είναι ο άνθρωπος που αγαπάτε.

Η υποστήριξη και η στοργή των συντρόφων σας είναι τόσο ψυχικά όσο και σωματικά, το κύριο (και μερικές φορές το μοναδικό) «φάρμακο» με το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσετε τις φοβίες σας, την κατάθλιψη, τις κοινωνικές ανησυχίες και, τέλος, τη φυσική σας κατάσταση.

Η αγάπη και οι σημαντικές σχέσεις δεν συμβαίνουν μόνο σε μας. Επιλέγουμε να αγαπάμε, να βελτιώνουμε τις σχέσεις μας, να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά και τελικά επιλέγουμε να είμαστε ευτυχείς και να μένουμε υγιείς.

Ο μεγάλος ψυχολόγος Ρόμπερτ Στέρνμπεργκ λέει ότι «Χωρίς έκφραση, ακόμη και η μεγαλύτερη από τις αγάπες μπορεί να πεθάνει». Με αυτό το πνεύμα, ανοίξτε την καρδιά σας και δείξτε την αγάπη σας, γιατί αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να επωφεληθείτε περισσότερο από αυτήν.

Πρόσεχε ποιον εμπιστεύεσαι

Όταν έχετε μια επιθυμία ή ένα όνειρο, προσέξτε ποιον εμπιστεύεστε. Να προσέχετε με ποιον μοιράζεστε τις λαχτάρες σας, επειδή υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θέλουν να βάλουν εμπόδια στα όνειρα σας, αυτοί που θέλουν να σας υπονομεύσουν και φυσικά άνθρωποι που θα σας κρίνουν αργότερα γι' αυτά που καταφέρατε.

Ένα πράγμα που όλοι ξέρουμε είναι πως δεν είναι πάντα εύκολο να αναγνωρίσουμε τους ανθρώπους οι οποίοι είναι αξιόπιστοι. Ακόμα περισσότερο, αυτό που συχνά όλοι κάνουμε είναι να ανοίγουμε τις ιδέες μας και να τις παρουσιάζουμε ολόκληρες στους ανθρώπους γύρω μας. Μπορεί να ανοιχτούμε πριν συζητήσουμε με τους γονείς ή τους συγγενείς μας την επιθυμία μας να καταφέρουμε κάτι, να κάνουμε ένα ταξίδι, να πάρουμε το ρίσκο σε μια σχέση…

«Ο καλύτερος τρόπος για να ξέρετε αν μπορείτε να εμπιστευθείτε κάποιον είναι να τον εμπιστευθείτε.» -Ernest Hemingway

Και ακόμα, γρήγορα ο σαρκασμός του σκεπτικισμού εγείρεται, τα σαρκαστικά βλέμματα και λόγια παίρνουν την χαρά από τα όνειρα μας. «Βγάλε αυτή την ιδέα από το μυαλό σου. Είναι γελοία», «Στο λέω επειδή σε αγαπάω, αλλά αυτό που σκέφτεσαι είναι πέρα των πιθανοτήτων, να είσαι αντικειμενικός και ξέχνα αυτή την ιδέα»

Αυτά και άλλα λόγια είναι κάτι που συχνά πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν επίσης και αυτοί που δεν λένε τίποτα και μας κάνουν να πιστεύουμε πως μας υποστηρίζουν, πως μπορούμε να βασιστούμε στη βοήθεια τους, στην αποδοχή και στην φιλία τους. Ωστόσο την στιγμή που δεν το περιμένουμε, μας απογοητεύουν.

Τι κάνουμε; γιατί μερικές φορές παρασυρόμαστε και μοιραζόμαστε τις επιθυμίες και τις λαχτάρες μας με τους λάθους ανθρώπους;

Δεν είναι δικό σας λάθος: τα ανθρώπινα όντα είναι προγραμματισμένα να εμπιστεύονται τους άλλους

Όλοι έχουμε ακούσει την κλασσική περίπτωση όπου ένα άτομο θέλει να πάρει προαγωγή σε μια δουλειά και το λέει σε ένα συνεργάτη του στο πρωινό διάλειμμα. Μέχρι το μεσημεριανό, όλο το τμήμα ξέρει τα σχέδια του. Θα έπρεπε αυτός ο εργαζόμενος να είναι πιο συνετός; θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός και να είχε προβλέψει πως ο συνεργάτης του δε θα κρατούσε το στόμα του κλειστό;

Η απάντηση είναι και ναι και όχι. Είναι όχι επειδή σύμφωνα με την νευροβιολογία, είμαστε προγραμματισμένοι να εμπιστευόμαστε τους συνανθρώπους μας. Αυτό εξηγήθηκε σε μια μελέτη που εκδόθηκε στο περιοδικό Neuroscience όπου δείχνει πως η εμπιστοσύνη είναι θεμελιώδης στην κοινωνική ζωή, επειδή αλλιώς αν φοβόμασταν ότι θα προδοθούμε όλη την ώρα, αυτό θα ήταν πολύ αγχωτικό και τραυματικό για εμάς.

Από την άλλη είναι ναι επειδή, μερικές φορές δεν είμαστε προσεκτικοί ή να το θέσω αλλιώς δεν είμαστε τόσο καλοί στο να εφαρμόζουμε τους τρεις κανόνες που καθορίζουν την δυναμική της εμπιστοσύνης ή την αναζήτηση για ένα έμπιστο φίλο. Εδώ θα βρείτε πώς να τους εφαρμόσετε:

Να εμπιστεύεσαι ή να μην εμπιστεύεσαι ιδού η απορία

Όταν έχετε αμφιβολίες, να είστε προσεκτικοί. Ωστόσο, αυτό που μας συμβαίνει συνήθως είναι ότι ο ενθουσιασμός από μια νέα κατάσταση μας κάνει να ανοιχτούμε πολύ, σε σημείο να μοιραζόμαστε τις λάθος πληροφορίες με τους λάθος ανθρώπους.

Είναι ορθό να είμαστε προσεκτικοί και να εφαρμόζουμε αυτές τις απλές αρχές:

● Η αξιοπιστία είναι αναμφίβολα ο ακρογωνιαίος λίθος. Εμπιστευθείτε τις επιθυμίες και τα όνειρα σας σε αυτούς που σας έχουν δείξει σε άλλες περιπτώσεις πως μπορείτε να τους εμπιστευθείτε, σε ανθρώπους που δε θα σας κρίνουν και πάντα θα σας αποδέχονται γι' αυτό που είστε.

● Μια αληθινή συναισθηματική σύνδεση. Αυτή η δεύτερη διάσταση πάντα μας αναγκάζει να εμπιστευτούμε αυτούς τους ανθρώπους που έχουμε μια αληθινή και χρόνια συναισθηματική σχέση, οι οποίοι είναι οι φίλοι μας, ή οικογένεια ή ο σύντροφός μας.

● Η τελευταία αρχή έχει να κάνει με την συναισθηματική και γνωστική ενσυναίσθηση. Δεν είναι αρκετό απλώς να μεταφέρουμε τις ελπίδες, τα όνειρα και την ευτυχία μας. Θέλουμε επίσης να καταλάβει ο άλλος τι σκεφτόμαστε και να μπορεί να κατανοήσει την αντίληψη μας.

Φυσικά , μερικές φορές ακόμα και αν εφαρμόσουμε αυτές τις τρεις αρχές, το άτομο μπορεί να μας απογοητεύσει. Μπορεί ακόμα να είναι ο παιδικός φίλος που θα μας προδώσει ή ένας συγγενής ο οποίος θα αντιδράσει με ένα τρόπο που ποτέ δεν περιμέναμε. Το να ξέρουμε πως να αντιδράσουμε σε αυτές τις καταστάσεις θα μας βοηθήσει πολύ.

Να προσέχετε ποιον εμπιστεύεστε, οι άνθρωποι αποτυγχάνουν και θα σας απογοητεύσουν

Οι άνθρωποι μας απογοητεύουν, αλλά κάποιες φορές τους απογοητεύουμε κι εμείς. Όλοι μπορούμε να μεταφέρουμε, αν προσπαθήσουμε πολύ την αίσθηση ότι είμαστε τέλειοι αλλά κάνουμε και λάθη. Επομένως, με τον καιρό αναπτύσσουμε μια συγκεκριμένη φρόνηση, καλές πρακτικές βασισμένες στη διακριτικότητα και περιορισμένες αλλά με μια σοφή εγγύτητα για τους ανθρώπους οι οποίοι είναι πιο ιδιαίτεροι για εμάς. Αυτοί που είναι μαζί μας σε κάθε βήμα μας: και στις καταιγίδες και στις λιακάδες.

«Το να τους εμπιστευόμαστε όλους είναι ανόητο αλλά το να μην εμπιστευόμαστε κανέναν είναι αφελές.» -Γιουβενάλης

Η σοφία του να καταλάβουμε με ποιον θα πρέπει και με ποιον δεν θα πρέπει να μοιραστούμε ορισμένες πληροφορίες έρχεται με τον καιρό και την εμπειρία. Σιγά-σιγά θα καταλάβουμε ποιοι είναι ειδικοί στο να κόβουν τα φτερά των άλλων και αυτούς που είναι ικανοί να καταστρέψουν τα όνειρα των άλλων έτσι ώστε κανείς να μην είναι πιο σημαντικός από εκείνους. Γι' αυτούς τους ανθρώπους είναι ιεροσυλία αν τολμήσουμε να είμαστε πιο ελεύθεροι, πιο ικανοί και πιο χαρούμενοι από αυτούς.

Ο χρόνος επίσης θα μας διδάξει πως είναι καλύτερο να είμαστε διακριτικοί και προσεκτικοί με τα λόγια μας και να αγωνιζόμαστε για τα όνειρα μας με αποφασιστικότητα στη σιωπή. Την ίδια στιγμή το να αγνοούμε και την έγκριση των άλλων και την πιθανή κριτική ή σχόλια που μπορεί να γίνουν κάποια στιγμή θα μπορούσε να είναι εμπόδιο για τον δρόμο μας. Ας μάθουμε λοιπόν πως να επιλέγουμε ποιους θα εμπιστευτούμε, χωρίς να ξεχνάμε πως είναι η δική μας αυτοπεποίθηση που μας φέρνει πιο κοντά στους υψηλότερους και στους πιο γενναίους στόχους μας.

Το πόσο υγιείς είναι οι σχέσεις σου με τους άλλους, μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος σ’ αυτές όσο διαρκούν

Η πιο υποχρεωτική και σταθερή αντίδραση σε έναν συναισθηματικό δεσμό είναι, απλώς, να είσαι διατεθειμένος να μην προσκολληθείς στο άτομο εκείνο, σ’ εκείνη την κατάσταση, σ’ εκείνη τη σχέση. Κι αν ο δεσμός αυτός, όση χαρά κι αν σου δίνει, τελειώσει αύριο, να μπορείς, να πάρεις την απόφαση να τον ξεχάσεις. Μέχρι όμως να έρθει αυτή η στιγμή (που μπορεί να μην έρθει ποτέ), ενόσω δεν έρχεται το τέλος, προσπάθησε να είσαι ΤΕΛΕΙΩΣ αφοσιωμένος.

Είμαι αφοσιωμένος όπως εκείνοι που δηλώνουν ότι αφοσιώνονται από αγάπη, κι όχι όπως εκείνοι που αγαπούν από υποχρέωση.

Το πόσο υγιής είναι η σχέση σου με τους άλλους μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος όσο διαρκεί, και πόσο ελέγχεις, ψάχνεις μέσα σου και σιγουρεύεσαι ότι αυτό που έχεις είναι πράγματι αυτό που θέλεις και πρέπει να έχεις και όχι τα απομεινάρια εκείνου που είχες. Και αν έχει πεθάνει, έχει σημασία πόσο αποφασιστικά το αποχαιρετάς και φεύγεις από αυτό που έχει ήδη τελειώσει.

Λέω λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Και κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Είναι φοβερό να παραδεχτούμε ότι σε κάθε απώλεια υπάρχει όφελος. Ότι ο πόνος για την απώλεια θα τελειώσει αναγκαστικά με κάποιο κέρδος.

Και βέβαια δεν υπάρχει απώλεια χωρίς ένα όφελος, δεν υπάρχει απώλεια που δεν οδηγεί στην προσωπική ανάπτυξη!

Αγάπησα ό,τι έκανα κι αυτή ήταν η ανταμοιβή μου

Η δομή ολόκληρης της ζωής μας είναι τέτοια, που έχουμε διδαχθεί ότι αν δεν είμαστε αναγνωρισμένοι, τότε είμαστε ένα τίποτα, ότι δεν αξίζουμε. Αυτό που κάνεις δεν έχει σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι η αναγνώριση. Κι αυτό έχει φέρει τα πράγματα τα πάνω-κάτω. Αυτό που κάνεις, θα έπρεπε να είναι το σημαντικό, η ίδια η χαρά που σου δίνει. Δεν θα έπρεπε να κάνεις κάτι για την αναγνώριση, αλλά επειδή ευχαριστιέσαι το να είσαι δημιουργικός, επειδή αγαπάς αυτό καθαυτό το πράγμα που κάνεις.

Αυτός θα έπρεπε να είναι ο τρόπος για να βλέπεις τα πράγματα. Κάνεις κάτι επειδή το αγαπάς, όχι επειδή ζητάς αναγνώριση. Αν έρθει, δέξου την ήρεμα. Αν δεν έρθει, μην τη σκέφτεσαι. Η ικανοποίησή σου θα έπρεπε να βρίσκεται σε αυτό καθαυτό το πράγμα που κάνεις.

Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, άνθρωπος με τρομερή ενόραση στην ανθρώπινη ψυχολογία, αρνήθηκε το βραβείο Νόμπελ. Είπε: “Αρκετή επιβράβευση πήρα όταν δημιουργούσα τη δουλειά μου. Ένα βραβείο Νόμπελ δεν μπορεί να προσθέσει τίποτα σ’ αυτήν. Αντίθετα, με τραβάει προς τα κάτω. Τα βραβεία είναι καλά για τους ερασιτέχνες, για εκείνους που αναζητούν αναγνώριση. Εγώ είμαι αρκετά γέρος κι έχω ευχαριστηθεί τη ζωή μου. Αγάπησα ό,τι έκανα κι αυτή ήταν η ανταμοιβή μου. Και δεν θέλω καμία άλλη ανταμοιβή, επειδή τίποτα δεν μπορεί να είναι καλύτερο από αυτό που έχω ήδη λάβει.” Και είχε δίκιο. Οι σωστοί άνθρωποι όμως είναι τόσο λίγοι στον κόσμο και ο κόσμος είναι τόσο γεμάτος με λάθος ανθρώπους, οι οποίοι ζουν μέσα σε παγίδες.

Πρώτα μάθε να ζεις μόνος σου και μετά βρες ένα σύντροφο. Τότε μόνο μπορείς να αγαπήσεις

Συνεχίζουμε να συμπληρώνουμε τα κενά της ύπαρξής μας από τον άλλο, το αντικείμενο της αγάπης. Και συνεχίζουμε να κοιτάζουμε στα μάτια τον άλλο, ψάχνοντας για το είδωλο μας. Έτσι, όταν ο εραστής ή ο αγαπημένος εξαφανιστεί, ξαφνικά δημιουργείται μια τρύπα.

Επειδή χάνεις τον καθρέφτη που μπορούσες να βλέπεις το είδωλό σου, χάνεις το πρόσωπό σου. Δεν ξέρεις τώρα ποιός είσαι γιατί ο καθρέφτης σου έδινε ένα σχήμα, σηματοδοτούσε τα όριά σου ότι αυτό είσαι εσύ και κρατούσε σε συνοχή αυτό το σχήμα.

Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει κι εκείνη να νιώθει το ίδιο χαμένη, αφού λειτουργούσες κι εσύ σαν καθρέφτης του εγώ της. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα όταν οι εραστές χωρίζουν. Είχαν επενδύσει τόσα πολλά ο ένας στον άλλον.

Γι’ αυτό το λόγο, πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να παραμένουν μαζί, έστω κι αν η αγάπη τους έχει χαθεί πολύ καιρό πριν. Δεν μπορούν να αντέξουν να χάσουν τον άλλον.

Οι σύζυγοι δένονται μεταξύ τους, ξέροντας καλά, ότι παραμένουν στο τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα για να τους κρατήσει μαζί. Η αγάπη έχει χαθεί καιρό τώρα ή ίσως να μην υπήρξε και ποτέ. Και το ξέρουν, το έχουν συνειδητοποιήσει και νιώθουν μίζερα γι’ αυτό, αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε.

Χίλιες δυο φορές έχουν σκεφτεί να χωρίσουν, αλλά η τελική ιδέα του χωρισμού, φέρνει φόβο, γιατί το προσωπικό τους είδωλο βρίσκεται στα χέρια του άλλου. Αν ο άλλος δεν βρίσκεται πια εκεί, δεν ξέρεις ποιός είσαι. Ξαφνικά χάνεις την ταυτότητά σου. Χάνεις την ψυχή σου, τον εαυτό σου. Ξαφνικά όλα αναστατώνονται και τότε αρχίζεις να ζεις με τη μοναξιά σου. Αυτή είναι η τρύπα. Αυτή τη φορά μην προσπαθήσεις να την κλείσεις. Άφησέ την να υπάρξει, μάθε όμως να ζεις μόνος σου. Δεν λέω να είσαι μόνος σε όλη σου τη ζωή. Πρώτα όμως μάθε να ζεις μόνος σου και μετά βρες ένα σύντροφο. Τότε η σχέση θα είναι σε ένα τελείως διαφορετικό επίπεδο. Δεν θα είναι καθρέφτης. Μπορείς να ζήσεις μόνος σου και τότε μόνο μπορείς να αγαπήσεις. Τότε η αγάπη δεν θα είναι πια μια νευρωτική ανάγκη. Δεν θα είναι πια κάτι από το οποίο θα εξαρτάται ο αυτοπροσδιορισμός σου.

Μπορεί να είσαι μόνος. Ξέρεις τώρα χωρίς την αγάπη σου ποιός είσαι. Τότε η αγάπη γίνεται συνμοιρασιά. Τότε επειδή έχεις, θέλεις να μοιραστείς. Τότε η αγάπη δεν είναι ανάγκη, αλλά πολυτέλεια. Και όταν η αγάπη είναι πολυτέλεια, είναι όμορφη.

Στην αρχή, όταν δυο άνθρωποι συναντιούνται, δεν υπάρχουν προσδοκίες, όλα είναι απροσδόκητα, όλα είναι καταπληκτικά. Σιγά – σιγά, έρχονται οι προσδοκίες στη σχέση και μαζί και η δυστυχία, επειδή οι προσδοκίες σας ποτέ δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Όταν δεν εκπληρώνονται, αρχίζετε να θυμώνετε, να πολεμάτε και ο ένας να ρίχνει την ευθύνη στον άλλο. Τότε η όλη ιστορία καταντάει για γέλια. Αφήστε ο ένας τον άλλο με εντελώς καθαρό τρόπο. Ήταν ένα όνειρο που έχει περάσει. Απλώς τώρα μη δημιουργήσετε από το όνειρο κανέναν εφιάλτη.