Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῶν συμμοριῶν (3-13)

[3] Ἐγὼ νομίζω κοινὸν ἐχθρὸν ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων εἶναι βασιλέα, οὐ μὴν διὰ τοῦτο παραινέσαιμ᾽ ἂν μόνοις τῶν ἄλλων ὑμῖν πόλεμον πρὸς αὐτὸν ἄρασθαι· οὐδὲ γὰρ αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνας ὁρῶ κοινοὺς ἀλλήλοις ὄντας φίλους, ἀλλ᾽ ἐνίους μᾶλλον ἐκείνῳ πιστεύοντας ἤ τισιν αὑτῶν. ἐκ δὴ τῶν τοιούτων νομίζω συμφέρειν ὑμῖν τὴν μὲν ἀρχὴν τοῦ πολέμου τηρεῖν ὅπως ἴση καὶ δικαία γενήσεται, παρασκευάζεσθαι δ᾽ ἃ προσήκει πάντα καὶ τοῦθ᾽ ὑποκεῖσθαι.

[4] ἡγοῦμαι γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοὺς Ἕλληνας, εἰ μὲν ἐναργὲς [τι] γένοιτο καὶ σαφὲς ὡς βασιλεὺς αὐτοῖς ἐπιχειρεῖ, κἂν συμμαχῆσαι καὶ χάριν μεγάλην ἔχειν τοῖς πρὸ αὐτῶν καὶ μετ᾽ αὐτῶν ἐκεῖνον ἀμυνομένοις· εἰ δ᾽ ἔτ᾽ ἀδήλου τούτου καθεστηκότος προαπεχθησόμεθ᾽ ἡμεῖς, δέδι᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὴ τούτοις μετ᾽ ἐκείνου πολεμεῖν ἀναγκασθῶμεν, ὑπὲρ ὧν προνοούμεθα.

[5] ὁ μὲν γὰρ ἐπισχὼν ὧν ὥρμηκεν, εἰ ἄρ᾽ ἐγχειρεῖν ἔγνωκε τοῖς Ἕλλησι, χρήματα δώσει τισὶν αὐτῶν καὶ φιλίαν προτενεῖται, οἱ δὲ τοὺς ἰδίους πολέμους ἐπανορθῶσαι βουλόμενοι καὶ τοῦτον τὸν νοῦν ἔχοντες τὴν κοινὴν ἁπάντων σωτηρίαν παρόψονται. εἰς δὲ τὴν ταραχὴν ταύτην καὶ τὴν ἀγνωμοσύνην παραινῶ μὴ προκαθεῖναι τὴν πόλιν ἡμῶν.

[6] οὐδὲ γὰρ οὐδ᾽ ἀπ᾽ ἴσης ὁρῶ τοῖς τ᾽ ἄλλοις Ἕλλησι καὶ ὑμῖν περὶ τῶν πρὸς τὸν βασιλέα τὴν βουλὴν οὖσαν, ἀλλ᾽ ἐκείνων μὲν πολλοῖς ἐνδέχεσθαί μοι δοκεῖ τῶν ἰδίᾳ τι συμφερόντων διοικουμένοις τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἀμελῆσαι, ὑμῖν δ᾽ οὐδ᾽ ἀδικουμένοις παρὰ τῶν ἀδικούντων καλόν ἐστιν λαβεῖν ταύτην τὴν δίκην, ἐᾶσαί τινας αὐτῶν ὑπὸ τῷ βαρβάρῳ γενέσθαι.

[7] ὅτε δ᾽ οὕτω ταῦτ᾽ ἔχει, σκεπτέον ὅπως μήθ᾽ ἡμεῖς ἐν τῷ πολέμῳ γενησόμεθ᾽ οὐκ ἴσοι, μήτ᾽ ἐκεῖνος, ὃν ἡμεῖς ἐπιβουλεύειν ἡγούμεθα τοῖς Ἕλλησι, τὴν τοῦ φίλος αὐτοῖς δοκεῖν εἶναι πίστιν λήψεται. πῶς οὖν ταῦτ᾽ ἔσται; ἂν ἡ μὲν δύναμις τῆς πόλεως ἐξητασμένη καὶ παρεσκευασμένη πᾶσιν ᾖ φανερά, φαίνηται δὲ δίκαι᾽ ἐπὶ ταύτῃ φρονεῖν αἱρουμένη.

[8] τοῖς δὲ θρασυνομένοις καὶ σφόδρ᾽ ἑτοίμως πολεμεῖν κελεύουσιν ἐκεῖνο λέγω, ὅτι οὐκ ἔστιν χαλεπὸν οὔθ᾽ ὅταν βουλεύεσθαι δέῃ, δόξαν ἀνδρείας λαβεῖν, οὔθ᾽ ὅταν κίνδυνός τις ἐγγὺς ᾖ, δεινὸν εἰπεῖν φανῆναι, ἀλλ᾽ ἐκεῖνο καὶ χαλεπὸν καὶ προσῆκον, ἐπὶ μὲν τῶν κινδύνων τὴν ἀνδρείαν ἐνδείκνυσθαι, ἐν δὲ τῷ συμβουλεύειν φρονιμώτερα τῶν ἄλλων εἰπεῖν ἔχειν.

[9] ἐγὼ δ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νομίζω τὸν μὲν πόλεμον τὸν πρὸς βασιλέα χαλεπὸν τῇ πόλει, τὸν δ᾽ ἀγῶνα τὸν ἐκ τοῦ πολέμου ῥᾴδιον ἂν συμβῆναι. διὰ τί; ὅτι τοὺς μὲν πολέμους ἅπαντας ἀναγκαίως ἡγοῦμαι τριήρων καὶ χρημάτων καὶ τόπων δεῖσθαι, ταῦτα δὲ πάντ᾽ ἀφθονώτερ᾽ ἐκεῖνον ἔχονθ᾽ ἡμῶν εὑρίσκω· τοὺς δ᾽ ἀγῶνας οὐδενὸς οὕτω τῶν ἄλλων ὁρῶ δεομένους ὡς ἀνδρῶν ἀγαθῶν, τούτους δ᾽ ἡμῖν καὶ τοῖς μεθ᾽ ἡμῶν κινδυνεύουσι πλείους ὑπάρχειν νομίζω.

[10] τὸν μὲν δὴ πόλεμον διὰ ταῦτα παραινῶ μηδ᾽ ἐξ ἑνὸς τρόπου προτέρους ἀνελέσθαι, ἐπὶ δὲ τὸν ἀγῶνα ὀρθῶς φημι παρεσκευασμένους ὑπάρχειν χρῆναι. εἰ μὲν οὖν ἕτερος μὲν ἦν τις τρόπος δυνάμεως ᾗ τοὺς βαρβάρους οἷόν τ᾽ ἦν ἀμύνασθαι, ἕτερος δέ τις ᾗ τοὺς Ἕλληνας, εἰκότως ἂν ἴσως φανεροὶ πρὸς ἐκεῖνον ἐγιγνόμεθ᾽ ἀντιταττόμενοι·

[11] ἐπεὶ δὲ πάσης ἐστὶ παρασκευῆς ὁ αὐτὸς τρόπος καὶ δεῖ ταὔτ᾽ εἶναι κεφάλαια τῆς δυνάμεως, τοὺς ἐχθροὺς ἀμύνασθαι δύνασθαι, τοῖς οὖσι συμμάχοις βοηθεῖν, τὰ ὑπάρχοντ᾽ ἀγαθὰ σῴζειν, τί τοὺς ὁμολογουμένως ἐχθροὺς ἔχοντες ἑτέρους ζητοῦμεν; ἀλλὰ παρασκευασώμεθα μὲν πρὸς αὐτούς, ἀμυνούμεθα δὲ κἀκεῖνον, ἂν ἡμᾶς ἀδικεῖν ἐπιχειρῇ.

[12] καὶ νῦν μὲν καλεῖτε πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνας· ἂν δ᾽ ἃ κελεύουσιν οὗτοι μὴ ποιῆτε, οὐχ ἡδέως ἐνίων ὑμῖν ἐχόντων, πῶς χρὴ προσδοκᾶν τιν᾽ ὑπακούσεσθαι; ὅτι νὴ Δί᾽ ἀκούσονται παρ᾽ ἡμῶν ὡς ἐπιβουλεύει βασιλεὺς αὐτοῖς. αὐτοὺς δ᾽ οὐ προορᾶν, ὦ πρὸς τοῦ Διός, οἴεσθε τοῦτο; ἐγὼ μὲν γὰρ οἶμαι. ἀλλ᾽ οὔπω μείζων ἔσθ᾽ ὁ φόβος τῶν πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς ἀλλήλους ἐνίοις διαφορῶν. οὐδὲν οὖν ἀλλ᾽ ἢ ῥαψῳδήσουσιν οἱ πρέσβεις περιιόντες.

[13] τότε δ᾽, ἂν ἄρ᾽ ἃ νῦν οἰόμεθ᾽ ἡμεῖς πράττηται, οὐδεὶς δήπου τῶν πάντων Ἑλλήνων τηλικοῦτον ἐφ᾽ αὑτῷ φρονεῖ, ὅστις ὁρῶν ὑμῖν χιλίους μὲν ἱππέας, ὁπλίτας δ᾽ ὅσους ἂν ἐθέλῃ τις, ναῦς δὲ τριακοσίας, οὐχ ἥξει καὶ δεήσεται, μετὰ τούτων ἀσφαλέστατ᾽ ἂν ἡγούμενος σωθῆναι. οὐκοῦν ἐκ μὲν τοῦ καλεῖν ἤδη τὸ δεῖσθαι κἂν μὴ τύχητ᾽ ἀφαμαρτεῖν, ἐκ δὲ τοῦ μετὰ τοῦ παρεσκευάσθαι τὰ ὑμέτερ᾽ αὐτῶν ἐπισχεῖν δεομένους σῴζειν καὶ εὖ εἰδέναι πάντας ἥξοντάς ἐστιν.

***
[3] Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι κοινός εχθρός όλων των Ελλήνων είναι ο Βασιλιάς των Περσών· ωστόσο, δεν θα σας παρότρυνα για μόνο αυτόν τον λόγο να επωμισθείτε αποκλειστικά εσείς, χωρίς τους άλλους Έλληνες, το βάρος του πολέμου εναντίον του. Γιατί παρατηρώ ότι ούτε και οι ίδιοι οι Έλληνες συνδέονται με κοινή φιλία μεταξύ τους, μερικοί μάλιστα έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σ᾽ εκείνον παρά σε κάποιους από τους ίδιους. Ξεκινώντας λοιπόν από τέτοια δεδομένα νομίζω ότι σας συμφέρει να προσέξετε με ποιόν τρόπο η κήρυξη (: η αρχή) του πολέμου θα γίνει από όλους και θα είναι και δίκαιη, να ετοιμάζετε όμως παράλληλα όλα όσα πρέπει και αυτό να έχετε ως βάση της πολιτικής σας.

[4] Γιατί νομίζω, Αθηναίοι, ότι, αν γινόταν φανερό και δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι ο βασιλιάς των Περσών θα επετίθετο εναντίον των Ελλήνων, θα συμμαχούσαν με μας και θα χρωστούσαν μεγάλη ευγνωμοσύνη σ᾽ αυτούς που θα τους στήριζαν και μαζί τους θα πρόβαλλαν αντίσταση προς εκείνον. Αν όμως εμείς γίνουμε από τα πριν μισητοί στον Βασιλιά, ενόσω ένας τέτοιος πόλεμος θα είναι ακόμη άδηλος, φοβούμαι, Αθηναίοι, μήπως εκτός από εκείνον αναγκαστούμε να πολεμήσουμε και εναντίον αυτών για τους οποίους λαμβάνουμε πρόνοια.

[5] Γιατί εκείνος, αν είναι αποφασισμένος να επιτεθεί εναντίον των Ελλήνων, θα αναβάλει τα σχέδια του, θα δώσει χρήματα σε μερικούς από αυτούς και θα τους προτείνει φιλία· αυτοί από τη μεριά τους, καθώς επιθυμούν να βγουν κερδισμένοι στους μεταξύ τους πολέμους και έχοντας στρέψει εκεί την προσοχή τους, θα αδιαφορήσουν για την κοινή σωτηρία όλων των Ελλήνων. Σε τέτοια σύγχυση και απερισκεψία σας συμβουλεύω να μην σπρώξετε πρόωρα την πόλη μας.

[6] Γιατί σε ό,τι αφορά την πολιτική σας απέναντι στον Μεγάλο Βασιλιά, βλέπω ότι εσείς σκέφτεστε εντελώς διαφορετικά από ό,τι οι άλλοι Έλληνες (:ότι οι δικές σας σκέψεις δεν ξεκινούν καθόλου από την ίδια βάση με τους άλλους Έλληνες), αλλά υποθέτω ότι πολλοί από εκείνους, προσπαθώντας να ρυθμίσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα, θα αδιαφορήσουν για τους άλλους Έλληνες, ενώ εσείς, ακόμη και αν αδικείσθε, δεν θεωρείτε έντιμο να πάρετε από αυτούς που σας αδικούν μια τέτοια εκδίκηση, να αφήσετε δηλαδή κάποιους από αυτούς να υποταχθούν στους βαρβάρους.

[7] Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να εξετάσουμε με ποιόν τρόπο ούτε εμείς θα εμπλακούμε στον πόλεμο με άνισους όρους ούτε εκείνος, που, όπως πιστεύουμε, επιβουλεύεται τους Έλληνες, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη τους εμφανιζόμενος ως φίλος τους. Πώς λοιπόν θα επιτευχθούν αυτά; Αν καταστεί σαφές σε όλους ότι η στρατιωτική δύναμη της πόλης είναι δοκιμασμένη και πανέτοιμη, και αν είναι εξίσου σαφές ότι η πολιτική μας σκέψη και επιλογή είναι δίκαιη.

[8] Στους απερίσκεπτους συμβούλους σας όμως και σε όσους προτείνουν με τόσο ζήλο να κηρύξουμε πόλεμο, έχω να πω τούτο μόνο, ότι δεν είναι δύσκολο ούτε να αποκτήσεις τη φήμη του γενναίου, όταν χρειάζεται να πεις τη γνώμη σου, ούτε να φανείς δεινός ρήτορας, όταν κάποιος κίνδυνος είναι κοντά· αντίθετα, δύσκολο και πρέπον είναι να δείχνεις την παλικαριά σου μπροστά στον κίνδυνο, αλλά όταν έρθει η στιγμή των συμβουλών, να μπορείς να δίνεις λογικότερες συμβουλές από τους άλλους.

[9] Εγώ, Αθηναίοι, θεωρώ τον πόλεμο εναντίον του Βασιλιά δύσκολη υπόθεση για την πόλη, αλλά η σύγκρουση που θα προέκυπτε από έναν τέτοιον πόλεμο θα ήταν πιο εύκολη για μας· για ποιόν λόγο; Διότι για κάθε πόλεμο απαιτούνται απαραιτήτως τριήρεις, χρήματα και στρατηγικές θέσεις, και διαπιστώνω ότι όλα αυτά εκείνος τα έχει αφθονότερα από ό,τι εμείς, ενώ για τις συγκρούσεις αυτές καθεαυτές παρατηρώ ότι τίποτε δεν είναι τόσο απαραίτητο όσο άνδρες γενναίοι, και τέτοιοι νομίζω ότι ανέκαθεν υπήρχαν περισσότεροι τόσο σε μας όσο και σ᾽ αυτούς που διακινδυνεύουν στο πλευρό μας.

[10] Για τους παραπάνω λοιπόν λόγους σάς προτρέπω να μην αρχίσετε με κανέναν τρόπο πρώτοι εσείς τον πόλεμο, αλλά για μια σύγκρουση φρονώ ότι πρέπει εξαρχής να είστε σωστά προετοιμασμένοι. Αν λοιπόν υπήρχε κάποιος διαφορετικός τρόπος εξοπλισμού με τον οποίον θα μπορούσαμε να αποκρούσουμε τους βαρβάρους και διαφορετικός για να αντιμετωπίσουμε τους Έλληνες, δικαιολογημένα ίσως θα αφήναμε να φανεί ότι ετοιμαζόμαστε εναντίον εκείνου·

[11] αφού όμως για κάθε προετοιμασία ο τρόπος είναι ο ίδιος και ίδια πρέπει να είναι τα βασικά στοιχεία της στρατιωτικής μας δύναμης, να μπορούμε δηλαδή να αποκρούουμε τους εχθρούς, να βοηθούμε τους συμμάχους μας και να προστατεύουμε τα κεκτημένα, ποιος ο λόγος να ψάχνουμε για άλλους εχθρούς, τη στιγμή που έχουμε μπροστά μας τους δεδηλωμένους; Ας προετοιμαστούμε να αντιμετωπίσουμε αυτούς· έτσι θα αποκρούσουμε και εκείνον, αν επιχειρήσει να μας αδικήσει.

[12] Ας υποθέσουμε ότι καλείτε τώρα τους Έλληνες να συμπράξουν με σας· αν όμως δεν κάνετε όσα αυτοί σας ζητούν, στη στιγμή μάλιστα που μερικοί από αυτούς δεν βρίσκονται σε καλές σχέσεις μαζί σας, πώς πρέπει να περιμένετε ότι θα δεχθεί κάποιος από αυτούς την πρόσκλησή σας; Επειδή, μα τον Δία, λέτε, θα πληροφορηθούν από σας ότι ο Βασιλιάς τους επιβουλεύεται! Όμως, για όνομα του θεού, πιστεύετε ότι αυτοί δεν το προβλέπουν; Εγώ τουλάχιστον είμαι σίγουρος γι᾽ αυτό. Μόνο που σε μερικούς, για την ώρα, ο φόβος αυτός δεν είναι μεγαλύτερος από τις διαφορές που έχουν με σας ή μεταξύ τους. Συνεπώς, οι απεσταλμένοι μας που θα πηγαίνουν από πόλη σε πόλη δεν θα κάνουν τίποτε άλλο από το να λένε το ποίημά τους, όπως οι ραψωδοί.

[13] Αργότερα όμως, αν τυχόν επαληθευτούν όσα εμείς πιστεύουμε, τότε αναμφισβήτητα κανένας από όλους τους Έλληνες δεν θα έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ώστε, όταν δει ότι εσείς έχετε χίλιους ιππείς, οπλίτες όσους θα ήθελε κανείς, πλοία πολεμικά τριακόσια, να μην έρθει σε σας και να ζητήσει τη συμμαχία σας, με τη σκέψη ότι με μια τέτοια συμπαράσταση η σωτηρία τους θα είναι πέρα για πέρα εξασφαλισμένη. Επομένως, η πρόσκλησή σας αυτήν τη στιγμή σημαίνει ότι τους έχετε ανάγκη, και, αν δεν ανταποκριθούν, σημαίνει αποτυχία· ενώ περιμένοντας και ολοκληρώνοντας την προετοιμασία σας σημαίνει ότι θα σώσετε αυτούς που θα πέσουν στα πόδια σας, και να είστε σίγουροι ότι τότε όλοι θα προστρέξουν σε σας.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Tόσο ὁἩρόδοτος ὅσο και ὁ Θουκυδίδης μᾶς διδάσκουν αὐτό πού οἱ Ἕλληνες ἔμαθαν ἀπό τά ἐρείπια ταῶν άρχαίων ἀκροπόλεων: να εἶναι μετριόφρονες στην περηφάνια τους και περήφανοι για τη μετριοφροσύνη τους.
 
Ὁ ὅ­ρος Ἱ­στο­ρί­η - ἔτ­σι ὀ­νο­μά­ζει ὁ Ἡ­ρό­δο­τος το ἔρ­γο του – ση­μαί­νει ἔ­ρευ­να· ὁ ὅ­ρος αὐ­τός ὅ­μως δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζει μό­νον την ἀν­θρώ­πι­νη πνευ­μα­τι­κή προ­σπά­θει­α πού ὁ­δη­γεῖ στην εὕ­ρε­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας, ἀλ­λά και την ἔκ­θε­ση αὐ­τῆς τῆς ἀ­λή­θει­ας σ’ ἕ­να σύγ­γραμ­μα, δη­λα­δή τη γρα­πτή ἱ­στο­ρί­α. Ἡ ἱ­στο­ρί­α πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε ἀρ­χι­κά και τη γε­ω­γρα­φι­κή ἔ­ρυ­να. Αὐ­τή τη συ­στη­μα­τι­κή δι­ε­ρεύ­νη­ση τοῦ γνω­στοῦ κό­σμου την ἐγ­και­νί­α­σε λί­γο πρίν ἀ­π’ τον Ἡ­ρό­δο­το ὁ Ἑ­κα­ταῖ­ος.
 
            Με­θο­δο­λο­γι­κά δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος τις πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ ἔρ­γου του σε   τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες:

(α) σ’ αὐ­τό πού ὁ ἴ­δι­ος εἶ­δε,

(β) σ’ αύ­τό πού πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες, και

(γ) σ’ αὐ­τό πού γνω­ρί­ζει μό­νο ἀ­πό φῆ­μες.

Αὐ­τή ἡ με­θο­δι­κή ἀ­φε­τη­ρί­α ἔ­κα­νε την ἱ­στο­ρί­α ἐ­πι­στή­μη με τη ση­με­ρι­νή ἔν­νοι­α τῆς λέ­ξης.

            Η δι­ή­γη­ση τοῦ ἔ­πους δεν ἦ­ταν μι­α κε­νό­δο­ξη ποί­η­ση, ἀλ­λά θε­με­λι­ω­νό­ταν σέ γε­γο­νό­τα.

            Ὅ­ταν ὁ ποι­η­τής ἐλ­πί­ζει ὅ­τι θα μά­θει ἀ­πό τίς Μοῦ­σες την ἀ­λή­θει­α, πού οἱ ἴ­δι­ες ἔ­χουν γνω­ρί­σει, σκο­πεύ­ει κρι­τι­κά σ’ αὐ­τό πού μπο­ρεῖ να το θε­ω­ρή­σει γνή­σι­ο, πραγ­μα­τι­κό, και ὄ­χι στην ἀ­ό­ρι­στη φή­μη. Στο πλαί­σι­ο τῆς ποί­η­σης ἀρ­χί­ζει ἤ­δη ἕ­νας ὀρ­θο­λο­γι­σμός πού δι­ευ­κο­λύ­νει τη δη­μι­ουρ­γί­α τῆς φι­λο­σο­φί­ας, τα­ῶν φυ­σι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν, τῆς γε­ω­γρα­φί­ας και τῆς ἱ­στο­ρί­ας στην Ἑλ­λά­δα τοῦ 6ου και 5ου αἰ­ώ­να π.Χ.

            Ἡ προ­σπά­θει­α πάν­τως να δι­α­πι­στω­θεῖ μι­α σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στη μυ­θι­κή ἐ­πο­χή και στο πα­ρόν, με­τά τη με­σο­λά­βη­ση τῶν σκο­τει­νῶν αἰ­ώ­νων, ἀ­πο­τε­λεῖ την πρώ­τη δο­κι­μή να ἀ­να­γνω­ρι­στεῖ ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας· συγ­χρό­νως ὅ­μως δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἀμ­φι­βο­λί­ες ἄν οἱ δύ­ο ἐ­πο­χές, ἡ ἄ­γνω­στη πρώ­ι­μη ἐ­πο­χή και το γνω­στό πα­ρόν, μπο­ροῦν να συν­δε­θοῦν με­τα­ξύ τους. Ἔτ­σι τί­θε­ται το ἐ­ρώ­τη­μα: τι μπο­ροῦ­με να θε­ω­ρή­σου­με πραγ­μα­τι­κό; Τι εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό;

            Ὅ­πως οἱ Μοῦ­σες με­τα­δί­δουν στον ποι­η­τή μι­α γνώ­ση φυ­σι­κή σχε­τι­κά με αὐ­τό πού ἔ­χουν «δεῖ» οἱ ἴ­δι­ες, ἔτ­σι και ὁ Μάν­της ἔ­χει μι­α σα­φή ἀν­τί­λη­ψη γι­α ὁ­ρι­σμέ­νες σχέ­σεις δρά­σης και ἀν­τί­δρα­σης πού ἁ­πλώ­νον­ται ἀ­πό το πα­ρελ­θόν ὡς το μέλ­λον. Ἄν και δεν ἐ­πι­τρέ­πε­ται να πα­ρα­βλέ­ψου­με ὅ­τι αὐ­τό πού οἱ Μοῦ­σες «εἶ­δαν» και ἀ­νή­κει στο πα­ρελ­θόν εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τις σχέ­σεις πού εἶ­ναι ση­μαν­τι­κές γι­α το μάν­τη, ὡ­στό­σο και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις συλ­λαμ­βά­νε­ται με νη­φα­λι­ό­τη­τα κά­τι πού ἀ­ξί­ζει να το μά­θει κά­ποι­ος, κά­τι το ὑ­παρ­κτό και πρα­ηγ­μα­τι­κό. Ἐ­δῶ συ­ναν­τοῦ­με σέ ἐμ­βρυ­ώ­δη μορ­φή ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἱ­στο­ρί­ας. Ὅ­ταν ὁ Κάλ­χας πε­ρι­γρά­φει μι­α αἰ­τι­ο­λο­γι­κή σχέ­ση – πράγ­μα πού το πε­τυ­χαί­νει με κά­πως πο­λύ­πλο­κο και ἐ­πί­πο­νο τρό­πο – αὐ­τό ἔ­χει ἐ­πι­πτώ­σεις και στις φυ­σι­κές ἐ­πι­στή­μες πού πά­νε να δη­μι­ουρ­γη­θοῦν.

            Βέ­βαι­α ἡ γνώ­ση τοῦ μάν­τη (ὅ­πως και τοῦ ποι­η­τῆ) δεν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα προ­σω­πι­κῆς πνευ­μα­τι­κῆς προ­σπά­θει­ας, ἀλ­λά ὀ­φεί­λε­ται σε θε­ϊ­κή ἔμ­πνευ­ση. Ὡ­στό­σο ἡ δι­α­τύ­πω­ση γί­νε­ται μ’ ἕ­ναν τό­σο προ­σω­πι­κό τρό­πο, μ’ ἕ­ναν τρό­πο πού προ­α­ναγ­γέλ­λει την ἀ­φη­ρη­μέ­νη σκέ­ψη, ὥ­στε ἐ­πι­τρέ­πε­ται να ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι αὐ­τός ὁ Κάλ­χας και τά λό­γι­α του γι­α τις «λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ πα­ρόν­τος» εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα ἐ­κεί­νου πού μπο­ροῦ­με να το ὀ­νο­μά­σου­με Ὅ­μη­ρο , ποι­η­τή τῆς μή­νι­δος. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ στρο­φή πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἦ­ταν πο­λύ ση­μαν­τι­κή γι­α την ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς σκέ­ψης.

            Ἡ βα­σι­κή σκέ­ψη εἶ­ναι ὅ­τι οἱ θε­οί ἐ­νερ­γοῦν ὅ­πως τους ἀ­ρέ­σει. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τή εἶ­ναι εὐ­ε­ξή­γη­τη, γι­α­τί ὁ ἄν­θρω­πος στην ἀ­πο­χή τοῦ Ὁ­μή­ρου δεν αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­κό­μη τό­σο ὑ­πεύ­θυ­νος γι­α τις πρά­ξεις του ὅ­σο π.χ. τον 5ο αἰ­ώ­να, και ἑ­πο­μέ­νως κα­νείς δεν ἀ­παι­τοῦ­σε ἀ­πό τους θε­ούς μι­ά αὐ­στη­ρή λο­γι­κή. Ἀ­πό την ἄλ­λη με­ρι­ά ὁ Ὅ­μη­ρος δι­α­κρί­νει κά­ποι­α «αἰ­τι­ώ­δη σχέ­ση» μό­νο στις συ­νέ­πει­ες πού ἔ­χει μι­α ἀν­θρώ­πι­νη πρά­ξη, ἀλ­λά ό­χι και σ’ αὐ­τό πού ἀ­πο­τε­λεῖ την «αἰ­τί­α» με τη ση­μα­σί­α πού ἔ­χει ἡ λέ­ξη στίς θε­τι­κές ἐ­πι­στῆ­μες. Αἴ­τι­ος ση­μαί­νει στον Ὅ­μη­ρο «ἔ­νο­χος» - πα­ρό­λο πού αὐ­τή ἡ ση­μα­σί­α δεν ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει ἀ­κό­μη πλῆ­ρες ἠ­θι­κό βά­ρος.

            Ὁ Σό­λων ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­τυ­πώ­νει την ἴ­δι­α σκέ­ψη ὡς γε­νι­κό κα­νό­να (1, 17 κ.ἐ.): ὁ Δί­ας τι­μω­ρεῖ κά­θε ἀ­δι­κί­α και ἄν ἡ τι­μω­ρί­α δεν βρί­σκει τον δρά­στη, τό­τε πε­τυ­χαί­νει τους ἀ­πο­γό­νους του· μό­λο πού οἱ ἴ­δι­οι εἶ­ναι ἀ­θῶ­οι, πρέ­πει να πλη­ρώ­σουν τά παι­δι­ά ἤ τά ἐγ­γό­νι­α…Αὐ­τό πού γνω­ρί­ζει ὁ Κάλ­χας με τη βο­ή­θει­α τοῦ Ἀ­πόλ­λω­να και ὁ Ἡ­σί­ο­δος με τη βο­ή­θει­α τῶν Μου­σῶν, το γνω­ρί­ζει, ἔτ­σι πι­στεύ­ει ὁ Σό­λων ἡ Δί­κη: γνω­ρί­ζει δη­λα­δή ὅ­τι το πα­ρελ­θόν συν­δέ­ε­ται ὑ­πο­χρε­ω­τι­κά με το μέλ­λον, ὅ­τι το ἄ­δι­κο τι­μω­ρεῖ­ται μέ τον και­ρό. Ἡ δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Σό­λω­να εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ὀρ­θο­λο­γι­κή.

            Δεν αἰ­σθά­νε­ται μάν­της ἀλ­λά δά­σκα­λος. Θά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε οἱ συμ­πο­λί­τες του να ἀ­πο­φεύ­γουν την ἀ­δι­κί­α χά­ρη στη γνώ­ση και ὄ­χι ἀ­πό φό­βο γι­α την ποι­νή. Ὁ Δι­α­φω­τι­σμός πού προ­ε­τοι­μά­ζουν οἱ στί­χοι τοῦ Σό­λω­να και ἡ ἀ­φυ­πνι­σμέ­νη συ­νεί­δη­ση γι­α την προ­σω­πι­κή εὐ­θύ­νη κά­νουν ἐ­πι­τα­κτι­κό­τε­ρο το ἐ­ρώ­τη­μα: γι­α­τί χά­θη­κε ἡ λάμ­ψη τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς ἐ­πο­χῆς; Δέν πρέ­πει να ἔ­γι­νε κά­τι φο­βε­ρό, γι­α το ὁ­ποῖ­ο οἱ θε­οί τι­μώ­ρη­σαν τό­σο αὐ­στη­ρά τον ἡ­ρω­ι­κό κό­σμο;

            Οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πέ­κτη­σαν ἱ­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση, ἐ­πει­δή πί­στε­ψαν ὅ­τι με­τά ἀ­πό μι­α λαμ­πρή ἐ­πο­χή ἔ­πρε­πε να ζή­σουν μι­α σκο­τει­νή πε­ρί­ο­δο τι­μω­ρί­ας. Ἔτ­σι μα­θαί­νει ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι πρέ­πει να ἀ­πο­φεύ­γει την ὕ­βρη. Ἡ φρί­κη μπρο­στά στη φο­βε­ρή δύ­να­μη τοῦ ἐκ­δι­κη­τῆ θε­οῦ δί­δα­ξε τη σω­φρο­σύ­νη και τη σο­φή με­τρι­ο­φρο­σύ­νη πού θα γί­νει ἀρ­γό­τε­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρη ἑλ­λη­νι­κή ἀ­ρε­τή.

            Στα δη­μι­ουρ­γή­μα­τά τους οἱ Ἕλ­λη­νες προ­σπα­θοῦ­σαν να προ­φυ­λαχ­τοῦν ἀ­πό την ὑ­περ­βο­λή και την κα­τα­στρο­φή πού βρῆ­κε τον πα­λαι­ό μυ­θι­κό κό­σμο. Ὁ Σό­λων ἐκ­φρά­ζει αὐ­τή τη σκέ­ψη με τη με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νει­α: ὁ Δί­ας τι­μω­ρεῖ γι­α το ἄ­δι­κο ἀ­κό­μη και τά παι­δι­ά ἤ τά ἐγ­γό­νι­α τοῦ ἐ­νό­χου. Ἡ Δί­κη γνω­ρί­ζει το μέλ­λον και το πα­ρελ­θόν και ζη­τᾶ με το πέ­ρα­σμα του χρό­νου την ἐ­ξι­λέ­ω­ση. Δεν πρό­κει­ται γι­α ἁ­πλά λό­γι­α πού συν­δέ­ον­ται με την ἐ­πι­κή πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λά ἔ­χουν συ­νέ­πει­ες στις ἴ­δι­ες τίς πο­λι­τι­κές πρά­ξεις τοῦ Σό­λω­να. Ὁ Σό­λων προ­σπα­θεῖ, θα λέ­γα­με, να με­τα­βι­βά­σει το με­τα­φυ­σι­κό γε­γο­νός σε ἀν­θρώ­πι­να χέ­ρι­α, να τι­μω­ρή­σει τις βι­αι­ο­πρα­γί­ες πού ἔ­γι­ναν, και ἔτ­σι να ἐμ­πο­δί­σει ἀ­δι­κί­ες στο μέλ­λον. Κά­τι πρισ­σό­τε­ρο: θέ­λει να ἐ­φαρ­μό­σει θε­τι­κά το δί­και­ο ὀρ­γα­νώ­νον­τας το κρά­τος, κα­τα­νέ­μον­τας ἰ­σόρ­ρο­πα την ἰ­δι­ο­κτη­σί­α, φρον­τί­ζον­τας γι­α τους ἀ­σθε­νε­στέ­ρους και χτυ­πών­τας τήν κα­τά­χρη­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Οἱ νό­μοι του θέ­λουν να ἐ­ξα­σφα­λί­σουν γι­α το μέλ­λον ὅ­λα αὐ­τά. Ἔτ­σι δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να νέ­ο κρι­τή­ρι­ο γι­α μι­α ἔλ­λο­γη πο­λι­τι­κή πρά­ξη.

            Με το μέ­τρο αύτό ἀ­πο­κτᾶ και ¨η ἡ ἱ­στο­ρί­α και­νούρ­γι­ο νό­η­μα. Τέ­τοι­ες σκέ­ψεις ἀ­παν­τοῦν ἀρ­χι­κά κυ­ρί­ως στην ἀτ­τι­κή τρα­γω­δί­α και φι­λο­σο­φί­α, και ἐ­κεῖ γί­νον­ται βα­σι­κές.

            Οἱ Ἕλ­λη­νες μέ­νουν πι­στοί στην ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Σό­λω­να ὅ­τι μι­α ὑ­πε­ράν­θρω­πη δύ­να­μη τι­μω­ρεῖ την ἀ­δι­κί­α, πα­ρό­λο πού νι­ώ­θουν την και­νούρ­γι­α ὑ­πο­χρέ­ω­ση να ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται το δί­και­ο ὡς προ­σω­πι­κή τους ὑ­πό­θε­ση. Και σ’ αὐ­τό το ση­μεῖ­ο δι­α­τή­ρη­σαν τη σύ­νε­ση και την ἔν­νοι­α τοῦ μέ­τρου.

            Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος εἶ­ναι γε­νι­κά προ­σε­κτι­κός μέ το θέ­μα τῆς ἄ­με­σης ἐ­πέμ­βα­σης τῶν θε­ῶν στην ἱ­στο­ρί­α. Ὡς ἱ­στο­ρι­κός προ­σπα­θεῖ να ἐ­ξη­γή­σει τά γε­γο­νό­τα ἀ­πο­δί­δον­τάς τα σε ἀν­θρώ­πι­νες αἰ­τί­ες. Αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να ση­μαν­τι­κό βῆ­μα ἀ­πό τη μυ­θι­κή στην ὀρ­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη. Ἀλ­λά ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δεν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό­λυ­τα τους θε­ούς ἀ­πό την ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως κά­νει ὁ ἄ­με­σος δι­ά­δο­χός του, ὁ Θου­κυ­δί­δης.

            Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τη θε­ϊ­κή πρό­θε­ση ἐ­κεῖ ὅ­που ἤ­δη ὁ Ὅ­μη­ρος και ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ Σό­λων ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὅ­τι ἡ θε­ό­τη­τα τι­μω­ρεῖ την ὕ­βρη. Με αὐ­τόν τόν τρό­πο εἰ­σά­γει ἠ­θι­κές τά­σεις στην ἱ­στο­ρί­α του. Ὡ­στό­σο ἡ θε­ό­τη­τα ἐ­πεμ­βαί­νει μό­νο σε ὁ­ρι­σμέ­νες και συγ­κε­κρι­μέ­νες κα­τα­στά­σεις, και – αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­κό­μη ση­μαν­τι­κό­τε­ρο – οἱ θε­ϊ­κές προ­θέ­σεις στρέ­φον­ται ἐ­ναν­τί­ον τοῦ κα­κοῦ, ἀλ­λά δεν συμ­βάλ­λουν στην ἐ­πι­τυ­χί­α ἑ­νός κα­λοῦ και εὐ­πρόσ­δε­κτου σκο­ποῦ. Στο ση­μεῖ­ο αὐ­τό ἡ σύλ­λη­ψη τοῦ θεί­ου δι­α­φέ­ρει ἀ­πό την ἰ­ου­δα­ϊ­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α, στην ὁ­ποί­α ὁ θε­ός κα­τευ­θύ­νει ἕ­να γε­γο­νός σε κά­ποι­ο σκο­πό…Ἡ ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α δεν σχε­τί­ζε­ται με τέ­τοι­ες τε­λε­ο­λο­γι­κές ἑρ­μη­νεί­ες…Ἔτ­σι ἡ ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α κα­τόρ­θω­σε να ἀ­πο­φύ­γει τους κιν­δύ­νους πού κα­ρα­δο­κοῦ­σαν: την ἰ­δε­ο­λο­γί­α, την οὐ­το­πί­α και την ἔλ­λει­ψη ἀ­νο­χῆς.

            Την πά­λη γι­α την λή­ψη μι­ᾶς ἀ­πό­φα­σης , με τον τρό­πο πού την τό­νι­σε ἡ τρα­γω­δί­α, την πε­ρι­γρά­φει ὁ Ἡ­ρό­δο­τος π.χ. στο 7ο βι­βλί­ο (12 κ.ἑ.), ὅ­ταν ὁ Ξέρ­ξης σκεύ­τε­ται ἄν πρέ­πει νά ἐκ­στρα­τεύ­σει ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἑλ­λά­δας. (Ὡ­στό­σο αὐ­τό πού θα ὀ­νο­μά­ζα­με πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα τοῦ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἄ­γνω­στο.)

            Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δεν ἀ­νά­γει την ἱ­στο­ρί­α σε μι­α μο­να­δι­κή ἀρ­χή. Ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς ἔγ­κει­ται ἡ δύ­να­μή του: Μπο­ρεῖ π.χ. να πα­ρα­θέ­τει στην ἔκ­θε­ση τῶν γε­γο­νό­των την ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­προ­νο­η­σί­α, δη­λα­δή τις ἀ­νε­παρ­κεῖς προ­θέ­σεις τοῦ ἄν­θρώ­που, δί­πλα στη θε­ϊ­κή ἐ­πέμ­βα­ση, σε δι­α­φο­ρε­τι­κή κά­θε φο­ρά ἀ­να­λο­γί­α. Ἐ­πει­δή αὐ­τή ἡ πα­ρά­θε­ση γί­νε­ται με δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα και εὐ­αι­σθη­σί­α, οἱ δι­η­γή­σεις του ἀ­πο­κτοῦν τη γο­η­τεί­α μι­ᾶς πλού­σι­ας ποι­κι­λί­ας.

            Δυ­ό λό­γι­α ἀ­κό­μη γι­α τον Θου­κυ­δί­δη. Και γι’ αὐ­τόν το βα­σι­κό ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι: γι­α­τί πα­ρα­κμά­ζει μι­α δύ­να­μη; Ἡ ἀρ­χή τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ πα­ρόν­τος δί­νει στην ἱ­στο­ρί­α το νό­η­μά της. Γρά­φει (1, 22, 4): Ὅ­σο οἱ ἄν­θρω­ποι πα­ρα­μέ­νουν οἱ ἴ­δι­οι, θα συμ­βαί­νουν πάν­τα αὐ­τά πού πε­ρι­γρά­φω ἐ­δῶ· γι’ αὐ­τό και το βι­βλί­ο μου εἶ­ναι κτῆ­μα ἐς ἀ­εί. Ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι δι­α­θέ­τουν δύ­να­μη, πα­ρα­γνω­ρί­ζουν τίς δυ­να­τό­τη­τές τους και ἐμ­πι­στεύ­ον­ται τον ἑ­αυ­τό τους ὑ­περ­βο­λι­κά· ἔτ­σι κα­τα­στρέ­φον­ται. Ἑ­πο­μέ­νως, και ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­να­γνω­ρί­ζει την ἀλ­λα­γή ὡς ἀρ­χή τα­ῆς ἱ­στο­ρί­ας: ἡ ἄ­νο­δος ὁ­δη­γεῖ στην πτώ­ση. Τώ­ρα ὅ­μως δεν πρό­κει­ται γι­α μι­α με­τα­φυ­σι­κή δύ­να­μη πού δρᾶ, ἀλ­λά γι­α ψυ­χο­λο­γι­κή δι­α­δι­κα­σί­α πού νπο­ρεῖ να πε­ρι­γρα­φεῖ με ἀ­κρί­βει­α. Ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α τοῦ Θου­κυ­δί­δη πού ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἕ­να νό­μο στην ἱ­στο­ρί­α συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό μι­α ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α, γι­α­τί οἱ ἄν­θρω­ποι δεν δι­δά­σκον­ται ἀ­πό τις ἐμ­πει­ρί­ες τους. Ἐ­πι­τρέ­πε­ται να ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με ὅ­τι ἡ ἄ­πο­ψη αὐ­τή ἰ­σχύ­ει ὡς σή­με­ρα;

            Τό­σο ὁ Ἡ­ρό­δο­τος ὅ­σο και ὁ Θου­κυ­δί­δης μᾶς δι­δά­σκουν αὐ­τό πού οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­μα­θαν ἀ­πό τά ἐ­ρεί­πι­α τῶν ἀρ­χαί­ων ἀ­κρο­πό­λε­ων: να εἶ­ναι με­τρι­ό­φρο­νες στην πε­ρη­φά­νι­α τους και πε­ρή­φα­νοι γι­α τη με­τρι­ο­φρο­σύ­νη τους.

ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙΝΟ

Ανάμεσα στην ανάμνηση και στο τωρινό υπάρχει μια βασική διαφορά, η οποία μπορεί να παρατηρηθεί κάθε στιγμή. Σε κανένα σημείο του χρόνου δεν ταυτίζεται το τωρινό, με την ανάμνηση

Ανάμεσα σε αυτά τα δυο υπάρχει μια διαφορά ως προς το είδος και όχι μόνο ως προς την ένταση. Το τωρινό είναι αναμφισβήτητα τέτοιο. Με καμία προσπάθεια θέλησης ή φαντασίας δεν μπορείτε να εναλλάξετε αυτά τα δυο. Τώρα, τι είναι εκείνο που δίνει αυτή τη μοναδική ιδιότητα στο τωρινό; Το τωρινό είναι πραγματικό, ενώ υπάρχει μια αβεβαιότητα γύρω απ’ την ανάμνηση. Και αυτό γιατί, μια στιγμή πριν, η ανάμνηση ήταν τωρινή, μια στιγμή μετά και το τωρινό θα αποτελεί ανάμνηση. Τι είναι αυτό που καθιστά το τωρινό μοναδικό; Προφανώς, είναι η αίσθηση ότι είστε παρών. Στην μνήμη και στην προσδοκία υπάρχει ένα ξεκάθαρο αίσθημα, ότι πρόκειται για μια νοητική κατάσταση που παρατηρείται, ενώ στο τωρινό, το αίσθημα είναι κυρίως ότι είστε παρών και σε επίγνωση.

Όπου κι αν πάτε, την αίσθηση του εδώ και τώρα την κουβαλάτε μαζί σας, διαρκώς. Αυτό σημαίνει ότι είστε ανεξάρτητος από χώρο και χρόνο, ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι μέσα σε εσάς, κι όχι εσείς μέσα σε αυτά. Η ταύτιση του εαυτού σας με το σώμα, που είναι φυσικά περιορισμένο σε χώρο και χρόνο, είναι αυτή που σας δίνει το αίσθημα του πεπερασμένου. Στην πραγματικότητα είστε άπειρος και άχρονος

Δεν υπάρχει σύνθεση πολλών εαυτών, μόνο ένας Εαυτός υπάρχει και είστε εσείς εκείνος ο Εαυτός. Ο εαυτός που είστε, είναι ο μόνος Εαυτός που υπάρχει. Αποδιώξτε κι εγκαταλείψτε τις λανθασμένες σας ιδέες, γύρω από τον εαυτό σας και νάτος, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Ο νους σας μόνο είναι εκείνος που εμποδίζει την αυτογνωσία

Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που αποκαλείται νους. Υπάρχουν ιδέες και κάποιες από αυτές είναι λανθασμένες. Εγκαταλείψτε τις λανθασμένες ιδέες, γιατί είναι ψεύτικες και παρεμποδίζουν την θεώρηση του εαυτού σας.

Οι βεβαιώσεις είναι συνήθως λανθασμένες και οι αρνήσεις σωστές.

Μόνο με την άρνηση μπορεί κανείς να ζήσει. Η βεβαίωση είναι σκλαβιά. Το να αμφισβητείτε και να αρνείστε, είναι αναγκαίο. Είναι η ουσία της εξέγερσης και χωρίς εξέγερση δεν μπορεί να υπάρξει καμία ελευθερία.

Δεν υπάρχει κανένας άλλος, δεύτερος ή ανώτερος Εαυτός, για να τον αναζητήσετε. Εσείς είστε ο ύψιστος Εαυτός, μόνο που πρέπει να εγκαταλείψετε τις ψεύτικες ιδέες που έχετε για τον εαυτό σας. Και η πίστη και η λογική σας λένε ότι δεν είστε ούτε το σώμα, ούτε οι επιθυμίες και οι φόβοι του, ούτε είστε ο νους με τις φανταχτερές ιδέες του, ούτε ο ρόλος που η κοινωνία σας εξαναγκάζει να παίξετε, το πρόσωπο που υποτίθεται ότι είστε. Παραιτηθείτε από το ψεύτικο και το αληθινό θα αναδυθεί από μόνο του.

Λέτε ότι θέλετε να γνωρίσετε τον εαυτό σας. Είστε ο εαυτός σας, δεν μπορείτε να είστε τίποτε άλλο παρά αυτό που είστε. Άραγε η γνώση είναι χωριστή από την ύπαρξη; Οτιδήποτε μπορείτε να γνωρίσετε με το νου σας, είναι του νου σας, δεν είστε εσείς. Για τον εαυτό σας μπορείτε μόνο να πείτε: Εγώ είμαι, έχω επίγνωση, μου αρέσει αυτό:..

Δεν μπορείτε να είστε ζωντανός, γιατί είστε η ίδια η ζωή. Αυτό που υποφέρει είναι το πρόσωπο που φαντάζεστε ότι είστε, όχι εσείς. Διαλύστε το μέσα στην επίγνωση. Πρόκειται για ένα σκέτο σωρό αναμνήσεων και συνηθειών. Από την επίγνωση του απατηλού ως την επίγνωση της πραγματικής σας φύσης υπάρχει ένα χάσμα, που εύκολα θα το διασχίσετε, από τη στιγμή που θα κατέχετε πλήρως την τέχνη της καθαρής επίγνωσης...

Τι με δίδαξε ο Επίκουρος για τη ζωή

Ο Επίκουρος πάντα θα έχει μία θέση ξεχωριστή στην καρδιά μου. Αγαπώ και εκτιμώ πολλούς στοχαστές, αλλά είχα ανέκαθεν μία μεγάλη αδυναμία στο φιλόσοφο αυτό που τόσο πολύ παρερμηνεύτηκε, παρεξηγήθηκε αλλά και αγαπήθηκε.
      
Ο Επίκουρος έζησε μία ζωή μέσα σε αγαπημένους μαθητές και φίλους, βιώνοντας μία ζωή που για τη δική μας εποχή, τη διαβρωμένη σε μεγάλο βαθμό από ένα ψεύτικο lifestyle, θα έμοιαζε αδύνατη.
 
Ο Επίκουρος υπογράμμισε και τόνισε την αξία εκείνης της ζωής στην οποία έχει επιτευχθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ηδονή και τον πόνο. Όπως η κατάλληλη ποσότητα του φαγητού είναι απαραίτητη για την ηδονή, έτσι και η υπερβολική τροφή καταντάει βλαπτική και οδηγεί τον άνθρωπο στον πόνο.
 
Πόνος για τον Επίκουρο δεν είναι η δυσάρεστη σωματική αίσθηση που δημιουργείται από ένα εξωτερικό ερέθισμα, αλλά οτιδήποτε στερεί από τον άνθρωπο την κατάκτηση της ευτυχίας.
 
Ο Επίκουρος είναι μοναδικός στοχαστής στα μάτια μου, διότι:
 
• Είναι από τους λίγους στοχαστές που έβαλε τόσο ψηλά τη Φιλία για την ευδαιμονία του ανθρώπου, πεποίθηση που σφράγισε με τη ζωή του, πλαισιωμένος στον Κήπο από αγαπημένους φίλους και μαθητές. Για τον Επίκουρο δεν είχε σημασία το ότι οι φίλοι θα μας βοηθήσουν, αλλά η δική μας βεβαιότητα ότι στη συμφορά θα ενδιαφερθούν. Η Φιλία ανάγεται για τον Επίκουρο σε ύψιστη ανάγκη και μάλιστα τονίζεται η αξία της αληθινής φιλίας, της απαλλαγμένης από το συμφέρον και τη διπροσωπία.
 
• Ο Επίκουρος ήταν πρότυπο δασκάλου και αυτό φαίνεται από την αγάπη και αληθινό ενδιαφέρον που έτρεφε για τους μαθητές του. Από διάφορες επιστολές συμπεραίνουμε ότι δεν ξεχνούσε ούτε τους μαθητές του εκείνους που είχαν εγκατασταθεί σε άλλες πόλεις, ήθελε να μαθαίνει τα νέα τους μέσω επιστολών και τους παρηγορούσε στις συμφορές τους ή όταν λιγοψυχούσαν.
 
• Ο Επίκουρος δεν ενδιαφερόταν για τη γνώμη του καθενός. Ήξερε ότι ο περισσότερος κόσμος χλευάζει και υποβιβάζει αυτά που δεν μπορεί να καταλάβει. Δεν ήταν αυτοσκοπός του να αρέσει στους πολλούς, ούτε να ανήκει κάπου για να νοιώθει ίδιος και αποδεκτός.
 
• Ο Επίκουρος ανήκει στους μείζονες στοχαστές για μένα για τη στάση του απέναντι στο θάνατο. Με μία στάση απορριπτική για την ύπαρξη μίας ανώτερης δύναμης, στην επιστολή προς Μενοικέα έδωσε την ωραιότερη φράση που γράφτηκε ποτέ, για μένα, για το θέμα του θανάτου: ‘’Δε φοβάμαι το θάνατο. Όσο ζω είναι μακριά από εμένα, και όταν έρθει εγώ δε θα είμαι εκεί’’. Δε στάθηκε στο πώς να μη φοβάται κανείς το θάνατο, αλλά στο πώς να ζήσει κάποιος μία ευτυχισμένη ζωή. Δε φοβόταν το θάνατο, θεωρούσε ότι ο φόβος αυτός στερεί από τον άνθρωπο την ευτυχία και τον βυθίζει σε σκέψεις για κάποια μεταθανάτια τιμωρία ή επιβράβευση. Είναι γνωστή η σύνοψη της φιλοσοφίας του με τη γνωστή ‘’τετραφάρμακο’’:
 
Άφοβον ο θεός,
ανύποπτον ο θάνατος•
και ταγαθόν μεν εύκτητον,
το δε δεινόν ευεκκαρτέρητον.’’
 
• Ο Επίκουρος παρερμηνεύτηκε επειδή αναζητούσε την ηδονή. Η ηδονή όμως για τον Επίκουρο δεν είχε σχέση με την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, με την υπερβολική απόλαυση σωματικών ηδονών ή υλικών αγαθών, αλλά με την αναζήτηση της αταραξίας. Ο Επίκουρος τόνισε την αξία της ψυχικής ηρεμίας , της έλλειψης του πόνου εκείνου που στερεί από την ψυχή την ευτυχία και την ηρεμία και εναπόθεσε στο ύψιστο βάθρο ακόμα και για τη σωματική υγεία. Θεωρούσε την υγεία της ψυχής απαραίτητη για τη μακροημέρευση του ανθρώπου, ακόμα και για τη διατήρηση της σωματικής του υγείας. Και αυτό επιβεβαιώνεται ακόμα και σήμερα, η στεναχώρια και ο ψυχικός πόνος είναι βασική αιτία για την ύπαρξη σωματικών ασθενειών.
 
• Ο Επίκουρος τόνισε την αξία της λιτότητας. Και το λίγο και το πολύ βλάπτει. Ο άνθρωπος θα είναι ευτυχισμένος όταν μπορεί να απολαμβάνει αυτά που έχει ανάγκη με μέτρο και όχι με σπατάλη.

Ο Επίκουρος είναι ένας στοχαστής με μία στόφα μοναδική. Εύχομαι πολλοί άνθρωποι να εκμαιεύσουν πολλά χρήσιμα πράγματα για τη ζωή από τη φιλοσοφία του- όπως εγώ.

Δ. Λιαντίνης: O Έρωτας κι η ξακουστή Ερώτηση της Μαργαρίτας

Η επόμενη προκείμενη είναι ο έρωτας. Ο Φάουστ, προτού παραδοθεί στο διάβολο, δεν είχε περάσει το κατώφλι της οδαλίσκης με το κόκκινο σαλβάρι. Ούτε είχε τραγουδήσει το τραγούδι του γερο-μπέη.

Τώρα, δυνατός και νέος και οδηγημένος από το Μεφιστοφελή, ρίχνεται στη βουή του κόσμου. Ξεκινάει να κάμει το μεγάλο ταξίδι.

Ένα ταξίδι σαν εκείνο, ας πούμε, του παλαιού Οδυσσέα στις θάλασσες του Ποσειδώνα, του πελιδνού Δάντη στον Άδη της ψυχής μας, του αστρόβλητου Πλάτωνα στους υπερουράνιους τόπους. Μπροστά του έχει τη μακρυνή στράτα του πολύπαθου Οιδίποδα μέσα από τα σκοτάδια του ασυνείδητου, και τις φλόγες της συνείδησης.

Το ταξίδι του Φάουστ είναι ένας πλόας ανακαλύψεων και πείρας. Και θα τον φέρει να τρυγήσει τους ορίζοντες. Με τις φωνές των πουλιών και τα χρώματα του κυκλάμινου θα χτίσει κάστρα. Και θα θερίσει τις αχτίνες της νύχτας, για να θημωνιάσει στις αποθήκες του άστρα.

Έτσι, από την αρχή θα βρεθεί η Μαργαρίτα στο πέρασμα του. Θα την συναντήσει κεραυνοβόλα, και θα την ερωτευθεί ανεκλάλητα.

Στα δεκαπέντε της χρόνια, η Μαργαρίτα είναι αθώα και άδολη. Και έμορφη έως την άκρη. Τη γλαυκή θάλασσα έχει αγκαλιά. Και την πράσινη βουή των κήπων τροφό. Και τις μαρμαρυγές του Βέγα στα όνειρα.

Από τη συναπαντή του Φάουστ και της Μαργαρίτας ο Γκαίτε θα χτίσει ένα μεγάλο έρωτα στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης.

Έναν έρωτα που θα τον εξορύξει από τα κρύσταλλα της μεγάλης έμπνευσης. Τα υλικά του θα τα λάβει από τη στέρνα του Όμηρου με την Ανδρομάχη, του Δάντη με τη Βεατρίκη, του Πλάτωνα με τη Διοτίμα, του Σαίκσπηρ με την Ιουλιέττα, του Ευριπίδη με τη Μήδεια και την Άλκηστη.

Και όχι αλλιώτικα, παρά καθώς όλοι εκείνοι οι μεγάλοι ερωτολόγοι, την ουσία του έρωτα θα την αποκαλύψει στην καταστροφή και στην οδύνη.

Ο Γκαίτε θα μας ξαναδώσει με τη σειρά του το απόσταγμα της παλαιής σοφίας: ότι ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας.

Καθώς θα τελειώσει η τρυφερή ιστορία, η μικρή Μαργαρίτα θα βρεθεί χρεωμένη με πολλαπλό άγος. Θα σκοτώσει το εξώγαμο μωρό της. Θα φαρμακώσει τη μητέρα της. Θα σταθεί αφορμή να σφαχτεί ο στρατιώτης αδερφός της. Θα δικάσει τον εαυτό της να της κοπεί το κεφάλι από τον ουδέτερο δήμιο.

Και όλα αυτά τα φοβερά θα τα κάνει η Μαργαρίτα. Η παιδίσκη η ακηλίδωτη. Που πριν απαντήσει τον έρωτα, έζησε καθαρή όσο μία σταγόνα δροσιάς στο κύπελλο της αυγής.

Ο έρωτας λοιπόν. Αυτό το θεϊκό ζώο, το αυτόχθονο και το γηγενές, μας φέρνει στο κέντρο του προβλήματος. Ο έρωτας της Μαργαρίτας για το Φάουστ γεννά την ερώτηση της Μαργαρίτας για το θεό. Αναγκαιότητα, συγκυρία, ή επιλογή του ποιητή;

Ένα δείλι το νέο ζευγάρι περπατά στον κήπο της Μάρθας της ρουφιάνας. Άδημονεί, και χαίρεται, και γλυκοκουβεντιάζει. Στον πόθο του αποζητάει να βρει πόρο.

Εκείνο τον Πόρο, που ο Πλάτων στο Συμπόσιο τον ονομάζει πατέρα του έρωτα. Καθώς και μητέρα του έρωτα ονομάζει την Πενία. Τη θεία στέρηση, που αποζητά το πέρασμα, τον πόρο.

Με αφορμή αυτόν τον πόρο, έχω την ιδέα πως, εάν ο Γκαίτε γνώριζε καλύτερα, απ’ όσο εγνώριζε, τα δημοτικά μας τραγούδια, σίγουρα θα συνόδευε τον περίπατο των δύο ερωτευμένων στον κήπο με τους ωραίους στίχους του λαού μας:

Έβγας, ήλιε μου, έβγας, έβγα λιγουλάκι

Για να πορπατήσουμε στο περιβολάκι.

Νά ‘βρω πόρο νά ‘βρω, πέρα να περάσω,

Νά ‘βρω την αγάπη μου, να παίξω, να γελάσω
.

Σ' εκείνο λοιπόν τον περίπατο στον κήπο, η Μαργαρίτα σταματά ξαφνικά, κοιτάζει το Φάουστ στα μάτια, και τον ρωτάει:

Πιστεύεις στο θεό;

Glaubst du an Gott?

Αυτή είναι η ξακουστή Ερώτηση της Μαργαρίτας.

Το βάρος και την αξία της, που την έκαμαν οδηγητική για τη μέθοδο έρευνας του προβλήματος του θεού από τη σκοπιά της επιστήμης, η ερώτηση τα οφείλει στην απόκριση κυρίως που έδωκε ο Φάουστ.

Με άλλα λόγια είναι, όχι η ερώτηση της Μαργαρίτας αλλά η απόκριση του Φάουστ που γεννά το βαθύπλουτο του προβλήματος.

Παρόμοια, όπως είναι, όχι ο έρωτας του Δία για τη Λήδα στον Ευρώτα που γέννησε την αθάνατη Ιλιάδα, αλλά η Ελένη. Η απάντηση, δηλαδή, που έδωκε η Λήδα στον έρωτα του Δία.

Ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο θεό;

Ποιος τολμάει να ειπεί δεν πιστεύω στο θεό;

Έτσι αποκρίθηκε ο Φάουστ στην ερώτηση της Μαργαρίτας.

Η θέση αυτή ανθρώπινα συνιστά τη μόνη δυνατή απόκριση που μπορεί να δοθεί στο ερώτημα. Είναι η απόκριση, σύμφωνα με τη Λογική επιστήμη, που καταργώντας την αρχή της αντίφασης δέχεται το τρίτο, καθώς αλληλοαναιρεί το πρώτο και το δεύτερο. Όπως έδειξε και στη Φυσική εντελώς πρόσφατα η αρχή της Απροσδιοριστίας. Στο tertium non datur ο Φάουστ θα απαντήσει: tertium datur, τρίτον χωρεί. Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα, που είπε ο Ελύτης προτού γεράσει. Και τα χάσει

Γιατί η επαφή με τη φύση βελτιώνει την ψυχική διάθεση

Μια βόλτα στη φύση -π.χ. στο δάσος, στη θάλασσα ή σε ένα πάρκο- μπορεί να αλλάξει τη λειτουργία του εγκεφάλου και να βελτιώσει την ψυχική μας διάθεση και υγεία, σύμφωνα με μια μελέτη. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι της πόλης διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αγχωδών διαταραχών, κατάθλιψης και άλλων προβλημάτων ψυχικής υγείας, ίσως τελικά να οφείλεται στο ότι έχουν μικρότερη επαφή με τη φύση. Ωστόσο ήταν εντελώς άγνωστος ο βιολογικός μηχανισμός με τον οποίο το “πράσινο” ή το “μπλε” επηρεάζει την ψυχική υγεία μας.
 
Ο φυσικός και ζωτικός χώρος του ανθρώπου

Το θέμα διερεύνησαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, ενώ μια προηγούμενη μελέτη της ίδιας ομάδας βρήκε ότι τα άτομα που έκαναν μια βόλτα στο campus του Στάνφορντ, το οποίο είναι καταπράσινο, ένιωθαν πολύ πιο ευχάριστα από ό,τι όταν έκαναν την ίδια διαδρομή δίπλα στον μποτιλιαρισμένο δρόμο.
 
Στη νέα μελέτη τους, οι ερευνητές εξέτασαν προσεκτικά τις επιδράσεις που μπορεί να έχει μια βόλτα στην οποία σκεφτόμαστε τα στραβά και ανάποδα της ζωή μας, με συνέπεια να αισθανόμαστε χειρότερα για τον εαυτό μας. Αυτού του είδους ο “μηρυκασμός” σχετίζεται με αυξημένη δραστηριότητα ενός τμήματος του εγκεφάλου που λέγεται υπογονάτιος προμετωπιαίος φλοιός (subgenual prefrontal cortex). Πρόκειται για μια “δηλητηριώδη” νοερή διαδικασία που συχνά αποτελεί πρόδρομη κατάσταση της κατάθλιψης.
 
Τα ευρήματα  υποδηλώνουν ότι μια βόλτα στη φύση μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο βελτίωσης της ψυχικής διάθεσης και καταπολέμησης του άγχους και της κατάθλιψης, έγραψαν οι ερευνητές.

Οι ωφέλειες της επαφής με την φύση
  • Η επαφή με τη φύση φέρνει τον άνθρωπο σε επαφή με τον ίδιο του τον εαυτό, το σώμα του, τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του. Του προσφέρει μια αίσθηση ελευθερίας και άμεσης ευεξίας. Του δίνει την δυνατότητα να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις του και τα όριά του. Κεντρίζει την φαντασία και προσφέρει γνώσεις και νέες εμπειρίες, ιδιαίτερα στο βουνό. Τον βοηθάει να ξεφύγει από τις πιέσεις και τα άγχη της καθημερινότητας.
  • Επιπροσθέτως, η συχνή επαφή του ανθρώπου με το φυσικό, παρά με το ανθρωπογενές/αστικό περιβάλλον, επηρεάζει ευρύτερα τις αξίες και τις νοοτροπίες των ανθρώπων, κάνοντάς τους να δίνουν μεγαλύτερη αξία στην κοινοτική και κοινωνική ζωή, καθώς και στις στενές ανθρώπινες σχέσεις, ενώ γίνονται πιο γενναιόδωροι με το χρήμα, πιο ικανοί για αισθήματα αλληλεγγύης κλπ.
  • Όταν οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή με τη φύση αισθάνονται ένα μεγαλύτερο αίσθημα αυθεντικότητας και προσωπικής αυτονομίας. Αυτό, κατά τους ερευνητές, οδηγεί σε μείωση της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης από τον εαυτό του και τους γύρω του, αισθήματα που ταλανίζουν το σύγχρονο άνθρωπο, ιδίως των πόλεων, ο οποίος είναι πιο αδιάφορος για τους συνανθρώπους του σε σχέση με τους ανθρώπους της υπαίθρου.
  • Πιο συγκεκριμένα, στη ψυχική ζωή του ανθρώπου η επαφή με τη φύση, ασκεί πρωταρχικό ρόλο. Στη φύση ο άνθρωπος βρίσκει την ψυχική του γαλήνη και ξεκούραση και απ’ αυτήν αντλεί νέες δυνάμεις για να συνεχίσει τον αγώνα του. Κοντά στη φύση ο άνθρωπος δεν εξαγριώνεται, αντίθετα γίνεται πιο φυσιολογικός και απλός στους τρόπους και στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνει ένα πιο σωστό και πιο ανθρώπινο χαρακτήρα.
  • Οι φυσικές καλλονές, εξάλλου, είναι μια άλλη ευεργετική επίδραση της φύσης πάνω στον άνθρωπο. Τον γοητεύουν και του αναπτύσσουν το συναίσθημα της αρμονίας και του ωραίου. Τα ερεθίσματα που δέχεται από την ομορφιά της φύσης τον συγκινούν και τον κάνουν καλλιτέχνη και δημιουργό.
  • Ο αθλητισμός και η άσκηση κοντά στη φύση συμβάλλουν στη σωματική και ψυχική υγεία και ισορροπία. Προασπίζουν τον οργανισμό, έτσι ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει σε καταστάσεις άγχους και τον προστατεύουν από πλήθος ασθενειών, ψυχικών και σωματικών. Είναι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του στρες, καθώς όταν κανείς ασκείται τακτικά μειώνει τα επίπεδα άγχους, αλλά και κατάθλιψης και έχει γενικότερα καλύτερη διάθεση.
  • Το φως του ήλιου, ο καθαρός αέρας, η αίσθηση του νερού πάνω στο σώμα ή το πράσινο που περιβάλλει τον ασκούμενο ενισχύει τη θετική επίδραση της άσκησης. Οι αθλητικές δραστηριότητες και η άσκηση γενικότερα στη φύση επιδρούν ιδιαίτερα θετικά στην ψυχική και σωματική μας υγεία, αλλά και στο γνωστικό και κοινωνικό επίπεδο. Βελτιώνουν συνολικά τη ζωή μας, γι’ αυτό και είναι σημαντικό να τις συμπεριλαμβάνουμε αν όχι στην καθημερινότητά μας, τουλάχιστον στο εβδομαδιαίο πρόγραμμά μας.
  • Από την άλλη, η επαφή με τη φύση, επιδρά ακόμη και στην πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Γίνεται η πηγή ανεκτίμητων γνώσεων. Τα διάφορα φυσικά φαινόμενα αποτελούν ερεθίσματα για συστηματική έρευνα, που οδηγούν στη γνώση και αμέσως μετά στην επιστήμη.
  • Για όλους αυτούς τους λόγους, η επαφή με τη φύση αποτελεί τη βασική προϋπόθεση της ζωής του ανθρώπου. Είναι ο φυσικός και ζωτικός του χώρος.
Οι πέντε επιδράσεις που έχει η επαφή με τη Φύση στα παιδιά
 
Τα παιδιά περνούν καλύτερα έξω αλλά και γίνονται και καλύτερα πλάσματα όταν βρίσκονται στη φύση! Σύμφωνα με τις έρευνες, αυτά τα παιδάκια που περνούν περισσότερες ώρες έξω στη φύση είναι:
 
Πιο χαρούμενα: Ο ήλιος, ο καθαρός αέρας και η δραστηριότητες στη φύση ενθαρρύνουν τη θετική διάθεση και μειώνουν τις πιθανότητες για κατάθλιψη.
 
Πιο ήρεμα: Ο καθαρός αέρας καταπραΰνει τις αισθήσεις όλων των παιδιών. Ειδικά τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ επωφελούνται ιδιαίτερα από την ηρεμία και τη γαλήνη που προσφέρει η φύση.
 
Πιο υγιή: Πολλά παιδιά που δεν παίζουν αρκετά έξω στη φύση, έχουν μειωμένη Βιταμίνη D, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε άλλα προβλήματα υγείας. Επίσης, ο αέρας σε κλειστούς χώρους συνήθως δεν είναι υγιής, σε αντίθεση με τον αέρα σε εξωτερικούς χώρους που είναι γεμάτος οξυγόνο.
 
Πιο δημιουργικά: Το παιχνίδι έξω στη φύση είναι λιγότερο δομημένο σε σχέση με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά στο σπίτι. Έτσι τα παιδιά παίζοντας ενεργητικά έξω στη φύση χρησιμοποιούν ελεύθερα τη φαντασία τους αλλά ασκούν και το σώμα τους.
 
Λιγότερο αγχωμένα: Οι ήχοι, οι μυρωδιές και οι εικόνες που προσφέρει η φύση μειώνουν το άγχος και το στρες.
 
Επομένως, τα οφέλη της φύσης δεν αφορούν μόνο τα παιδιά, αλλά έχουν αντίκτυπο σε ολόκληρη την οικογένεια. Φροντίστε να το βάλετε στο πρόγραμμα και να απολαμβάνετε την επαφή με το φυσικό περιβάλλον.

Bukowski: Πρέπει να πληγωθείς μα πρέπει και να πληγώσεις

Η ζωή είναι περίεργη καθώς την ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα.

Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σου είναι αρκετή.

Για να μπορείς λοιπόν να πεις πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει..
Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου.
Πρέπει να γρατζουνιστούν τα γόνατα μα και τα σχέδιά σου.
Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δε ρίσκαραν.
 
Πρέπει να γευτείς λεμόνι και αλάτι για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος.
Πρέπει να γνωρίσεις τους λάθος ανθρώπους για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς.
Πρέπει να χάσεις το πτυχίο γαλλικών, την θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ.
Πρέπει να πληγωθείς μα πρέπει και να πληγώσεις.

Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου.
Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς.
Πρέπει να ξυπνήσεις ένα πρωί και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει.
Πρέπει να διαφωνήσεις με τους γονείς σου και να επιμείνεις στην θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες.

Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, την θέση parking ή έστω τη σειρά στο ταμείο.
Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα.
Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου.
Πρέπει να πιείς για να ξεχαστείς και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις.

Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση.
Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση.
Πρέπει να επιλέξεις το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και την λάθος κίνηση στο σκάκι.
Πρέπει να δοκιμάσεις ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη.
Πρέπει να απογοητευτείς από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα.
Πρέπει να χάσεις στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη.
Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο.

Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στην γραμμή του τερματισμού.
Πρέπει να δεις το τελευταίο λεωφορείο για την θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού.
Πρέπει να βρεις έναν άνθρωπο για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί.
Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ.

Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή άλλου, σε εκείνο το “εκεί” που τόσο σου έχει λείψει.
Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου.
Να δεις τον κόσμο σου να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου.

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δε θα καταφέρεις να τα έχεις όλα.

Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις.
Πρέπει να χάσεις το κορίτσι πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις.

Και πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις.

Μάθε να ακούς όπως σε ακούνε

Σου χαμογέλασε, αλλά δεν είδες τη μελαγχολία στα μάτια. Γέλασε δυνατά με το αστείο σου, αλλά δεν άκουσες την κραυγή που έβγαινε από βαθιά μέσα.

Ίσως να προσπάθησες να χτυπήσεις πόρτες μα δεν άνοιξε. Σε άκουσε. Μα ζει βλέπεις κλειδωμένος μέσα του, παγιδευμένος να ζει μόνος. Φωνάζει μα παίρνει απάντηση τον αντίλαλό του. Αναζητεί μια συντροφιά, μια παρέα μα η σκιά του τον παίρνει αγκαλιά και του ορκίζεται αιώνια πίστη.


Στέκεται μόνος στο σκοτάδι και όταν κοιτάζει προς το φως αυτό σβήνει. Ή μήπως δεν άναψε;

Ίσως θέλησες να του ξυπνήσεις συναισθήματα μα δεν τα βρήκες. Τα έχει κοιμίσει καλά, τόσο βαθιά μέσα του που δεν σε ακούνε. Ξεχάστηκαν βλέπεις. Κουράστηκε να προσπαθεί να τα νιώσει. Ίσως και να θέλησε να τα θυμηθεί μα δεν τα βρήκε. Πέθαιναν μαζί με τις προσπάθειες του να ανοίξει τις πόρτες τις καρδιάς του. Ή μήπως τις έκανε τοίχους;

Εσύ τον είδες στο δρόμο μα δεν τον πρόσεξες. Του μίλησες μα δεν τον άκουσες. Σου ζήτησε βοήθεια μα δεν το κατάλαβες. Κοίτα λοιπόν, να μάθεις να διαβάζεις καλύτερα. Να ακούς, όπως σε ακούνε. Να μιλάς, όπως θες να σου μιλάνε. Τότε θα δεις, πως πόρτες ανοίγουν και αγκαλιές μεγαλώνουν για να σε σφίξουν όπως ποτέ κανένας. Αντέχεις;

Οι αγωνιστές της ζωής είναι ισχυρότεροι

Η ζωή μας τεστάρει κάθε μέρα. Ο καθένας περνάει μια διαφορετική δοκιμασία. Κάποιοι παλεύουν με δύσκολους υπολογισμούς. Άλλοι αντιμετωπίζουν απλά μαθηματικά. Όλοι, όμως πρέπει ν’ ασχοληθούμε μ’ αυτό που μας έτυχε. Ωστόσο, ό,τι κι αν φέρει η ζωή στο δρόμο σας, εσείς αποφασίζετε αν θα’ στε θύμα ή αγωνιστής. Αν η ζωή σας θα είναι πικρή ή γλυκιά. Και εκείνοι που επιλέγουν να’ ναι γλυκιά – οι αγωνιστές – είναι οι ισχυρότεροι. Ο Ελβετός ψυχίατρος και συγγραφέας, Elisbeth Kübler-Ross, έχει πει: Οι πιο όμορφοι άνθρωποι είναι εκείνοι που’ χουν γνωρίσει την ήττα, τον πόνο, τον αγώνα, την απώλεια και βρήκαν το δρόμο τους. Αυτά τα άτομα έχουν μια εκτίμηση, μια ευαισθησία και μια κατανόηση της ζωής που τους γεμίζει με συμπόνια, ευγένεια κι ένα βαθύ ενδιαφέρον αγάπης. Μ’ άλλα λόγια, οι καλοί άνθρωποι δεν γεννήθηκαν καλοί – επέλεξαν να είναι.

Οι καλοί άνθρωποι φέρνουν φως στον κόσμο, επειδή προέρχονται από σκοτεινά παρελθόντα.
Στον κόσμο του σκότους στον οποίο γεννήθηκαν, χρησιμοποιούν τη θετικότητα ως ένα φανάρι για να δημιουργήσουν περισσότερο φως. Αντιμετωπίζουν συχνά κακοτυχίες. Ωθούνται σε επιζήμιες καταστάσεις, όπως τα ναρκωτικά ή η φτώχεια. Και έχουν μάθει όχι μόνο να πετυχαίνουν. Έχουν μάθει να ξεπερνούν. Πετάνε τα δεκανίκια και κάνουν το αδύνατο: Διδάσκουν τον εαυτό τους να τρέχει και να καλύπτει τη διαφορά με τους άλλους σε έναν κόσμο που δεν περιμένει κανέναν.

Οι καλοί άνθρωποι αγαπούν τα δύσκολα επειδή έχουν πληγωθεί περισσότερο.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι πιθανόν να σας περιποιηθούν καλύτερα αν έχουν πληγωθεί από έναν πρώην εραστή. Γιατί συμβαίνει αυτό; Τα άτομα που έχουν ραγισμένες καρδιές ξέρουν πως είναι να ξανακολλάνε τα κομμάτια τους.

Οι καλοί άνθρωποι έχουν μάθει με σκληρό τρόπο ότι τα μειονεκτήματα είναι ευκαιρίες για ανάπτυξη. 
Συνήθως γεννιούνται απαισιόδοξοι. Αλλά με την πάροδο του χρόνου, μαθαίνουν πώς να είναι θετικοί. Ίσως συνειδητοποιούν ότι κάθε μικρό πράγμα που φαίνεται να τους τραβάει κάτω στη ζωή γίνεται τελικά ένα σκαλοπάτι προς την επιτυχία.

Οι καλοί άνθρωποι δεν θέλουν να πληγωθούν οι άλλοι με τον τρόπο που πληγώθηκαν οι ίδιοι.
Μπορεί να έχουν δεχθεί πειράγματα για τις φακίδες τους, τα μεγάλα αυτιά ή την ακμή. Ίσως μια σωματική αναπηρία τους κάνει να αισθάνονται αόρατοι στους άλλους ανθρώπους. Ίσως η ίδια η αόρατη αναπηρία τους αποτρέπει από το να πάρουν τη φροντίδα που χρειάζονται. Και επειδή ξέρουν πως είναι να αισθάνεσαι βασανισμένος, δεν θα ήθελαν ποτέ να προκαλέσουν σε κάποιο άλλον αυτό το ίδιο είδος πόνου. Η καλοσύνη προκύπτει από εκείνους που έχουν γνωρίσει μόνο την σκληρότητα. Αντί να παρενοχλούν τους άλλους, οι καλοί άνθρωποι σπάνε την κυκλική φύση της αναισθησίας. Δίνουν φιλοφρονήσεις και λένε λόγια ενθάρρυνσης. Θέλουν οι άλλοι να αισθάνονται πραγματικά όμορφοι και με αυτοπεποίθηση αντί άσχημοι και κακοί.

Οι καλοί άνθρωποι επιλέγουν να είναι αγωνιστές που βοηθούν τους άλλους να επιβιώσουν.
Μπορούν να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε κατάσταση βρεθεί στον δρόμο τους. Ξέρουν ότι μπορούν να επιβιώσουν παντού, επειδή το έχουν ήδη κάνει. Γνωρίζοντας ότι μπορούν να υπομένουν, κάνουν ό,τι μπορούν για να βοηθήσουν τους άλλους να προχωρήσουν μπροστά. Στον αγώνα της ζωής, οι περισσότεροι δρομείς συνήθως κοιτάνε μόνο μπροστά και επικεντρώνονται στον εαυτό τους. Αλλά οι άνθρωποι που έχουν υποφέρει κοιτάνε εκείνους που μπορεί να βιώνουν παρόμοιες δυσκολίες. Φτιάχνουν το κέφι των φίλων, μοιράζουν μπουκάλια νερού και παρακινούν τους άλλους να τρέξουν μαζί τους. Γίνονται η χείρα βοηθείας που θα ήθελαν να είχαν για τον εαυτό τους

Γιατί θέλουμε όλοι να έχουμε έναν σύντροφο;

Γιατί, λοιπόν, θέλει κανείς να έχει κάποιο σύντροφο; Δεν μπορείς να ζεις μόνος σου ή μόνη σου σ΄ αυτό τον κόσμο χωρίς να παντρευτείς, χωρίς να έχεις παιδιά, χωρίς φίλους; Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν μόνοι, γι΄ αυτό θέλουν να έχουν συντρόφους. Χρειάζεται τεράστια νοημοσύνη για να είναι κανείς μόνος – και πρέπει να είσαι μόνος, για να ανακαλύψεις, τι είναι αλήθεια.

Είναι ωραίο να έχεις κάποιο σύντροφο, τον άντρα σου ή τη γυναίκα σου, κι επίσης να έχεις μωρά. Αλλά, βλέπετε, χανόμαστε μέσα σ΄ όλο αυτό το πράγμα, χανόμαστε μέσα στην οικογένεια, μέσα στη δουλειά μας, στην πλήξη, στη ρουτίνα μιας ζωής που φθείρει. Κι όλα αυτά μας γίνονται συνήθεια, οπότε μετά και μόνο η σκέψη ότι μπορεί να ζήσουμε μόνοι γίνεται τρομακτική, φοβόμαστε μήπως πραγματοποιηθεί.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε αφιερώσει όλη μας την πίστη σ΄ ένα πράγμα, έχουμε «βάλει όλα μας τα αυγά σ΄ ένα καλάθι», κι έτσι πιστεύουμε ότι στη ζωή μας δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από τον ή τη σύντροφό μας, την οικογένειά μας και τη δουλειά μας. Αν όμως υπάρχει πλούτος στη ζωή κάποιου, όχι ο πλούτος του χρήματος ή των γνώσεων που οποιοσδήποτε μπορεί ν΄ αποκτήσει, αλλά εκείνος ο πλούτος που είναι η χωρίς αρχή και τέλος κίνηση της αλήθειας, αν υπάρχει αυτός ο πλούτος, τότε η συντροφικότητα γίνεται δευτερεύον ζήτημα.

Αλλά, βλέπετε, η εκπαίδευση δεν μας μαθαίνει να είμαστε μόνοι. Κάνετε ποτέ ένα περίπατο μόνοι σας; Είναι πολύ σημαντικό να πηγαίνεις μόνος στην εξοχή, στη θάλασσα ή σε κάποιο πάρκο, να κάθεσαι κάτω από ένα δέντρο – όχι μ΄ ένα βιβλίο, όχι με συντροφιά, αλλά μόνος σου – και να παρατηρείς τα φύλλα που πέφτουν, ν΄ ακούς τον παφλασμό των κυμάτων, να παρακολουθείς το πέταγμα ενός πουλιού και τις ίδιες σου τις σκέψεις καθώς κυνηγάνε η μία την άλλη στον ουρανό του νου σου.

Αν μπορείς να μένεις μόνος σου και να παρατηρείς όλα αυτά τα πράγματα, τότε θα ανακαλύψεις απίστευτα πλούτη που καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να φορολογήσει, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να εξαγοράσει και που δεν πρόκειται ποτέ να χαθούν.

Η Αγάπη κάνει θαύματα

"Να μ' αγαπάς, όσο μπορείς να μ' αγαπάς..."

Άραγε πόσο βαθιά μπορεί να αγαπήσει κάποιος; Μπορεί να βάλει όρια στα συναισθήματα του; Μπορεί να τα μετρήσει ή να τα συγκρίνει με άλλες φορές και άλλους ανθρώπους;

Τα συναισθήματα ποικίλλουν. Δεν είναι ποτέ τα ίδια για αυτό και δεν μπορούν να συγκριθούν. Κάθε άνθρωπος που μπαίνει στην ζωή σου είναι και μια ξεχωριστή, μοναδική εμπειρία.

Είστε ένας μοναδικός συνδυασμός. Στην πραγματικότητα, δεν είναι μόνο αυτός που είναι διαφορετικός, αλλά και συ. Το πως είμαστε μέσα σε μια σχέση, ποιες πτυχές του εαυτού μας θα προβάλλουμε, το πως αντιδρούμε, όλα εξαρτώνται από το άτομο που έχουμε απέναντί μας.

Όχι, δεν παίζουμε κάποιο ρόλο, ούτε αλλάζουμε κοστούμια κάθε φορά. Απλώς αυτό που εκπέμπουμε βρίσκεται πάντα σε συνάρτηση με αυτό που λαμβάνουμε. Με άλλους ανθρώπους ταιριάζουμε περισσότερο και με άλλους λιγότερο.

Το ζητούμενο, όμως, είναι πάντα το ίδιο. Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Βαθιά και ειλικρινά.

Η αγάπη είναι ένα από τα ομορφότερα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος. Κι έχει τόσες πολλές μορφές και εκφάνσεις. Δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη.

Μπορεί να εκφραστεί με λόγια, με πράξεις, με εκφράσεις, με νεύματα, με τραγούδια, με χειρονομίες, ακόμη και με τη σιωπή.

Είναι πολυπόθητη.
Ο καθένας επιθυμεί να περιτριγυρίζεται από άτομα που τον αγαπούν για αυτό που είναι. Και είναι λογικό.

Αυτό σημαίνει πως και 'μεις με τη σειρά μας, πρέπει να μάθουμε να αποδεχόμαστε και να αγαπούμε τους άλλους για αυτό που εκείνοι είναι.

Γιατί θα το ξαναπώ,
η αγάπη είναι ένα από τα ομορφότερα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει κάποιος.

Η Αγάπη κάνει θαύματα.

Γιατί, ως γνωστόν, οι άνθρωποι δεν είμαστε φύση μονογαμικά όντα. Συνήθως, διάφοροι άνθρωποι περνάνε από τη ζωή μας, ο καθένας δίνοντάς μας κι ένα διαφορετικό μάθημα ζωής.

Σε κάθε σχέση μας, έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε κάτι παραπάνω για εμάς τους ίδιους.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Σύμφωνα με τη Μάτσιγκ Λάπντρον, ο ασκητής του Τσε πρέπει να αντιμετωπίσει τέσσερις δαίμονες που είναι οι λειτουργίες του ψεύτικου εαυτού του.

Ο πρώτος είναι ο "Δαίμονας που Μπλοκάρει τις Αισθήσεις". Όταν βλέπουμε κάτι αμέσως τίθεται σε κίνηση μια σειρά διαδικασιών. Διάφορες σκέψεις και μνήμες γι' αυτό το αντικείμενο έρχονται αμέσως στο μυαλό μας. Δημιουργούνται έτσι συσχετίσεις, λέξεις και ιδέες, επιθυμίες και κρίσεις γι' αυτό το πράγμα. Έτσι χάνουμε την πραγματική αντίληψή του αντικειμένου και προσκολλιόμαστε πάνω του. Αυτό είναι το πρώτο ελκτικό πεδίο.

Ο δεύτερος είναι ο "Δαίμονας που δεν Μπορεί να Ελεγχθεί". Αυτός είναι η ακατάπαυστη παρέλαση των σκέψεών μας, που ακολουθούν η μία την άλλη χωρίς διακοπή. Ο νους μας περιπλανιέται άσκοπα από τη μια σκέψη στην άλλη και διασπόμενοι χάνουμε εντελώς την επίγνωσή μας. Αυτό είναι το δεύτερο εκτικό πεδίο.

Ο τρίτος είναι "Ο Δαίμονας της Ευχαρίστησης". Αυτός φανερώνεται όταν βρίσκουμε κάτι ευχάριστο και κάνουμε οτιδήποτε για να επιμηκύνουμε τη διάρκειά του. Η επιθυμία μας γίνεται τότε μια προσκόλληση και μια εκτική συμπεριφορά που συσκοτίζει το νου μας.

Ο τέταρτος είναι "Ο Δαίμονας του Εγώ", που προγραμματίζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο διακρίνοντας συνεχώς τον "εαυτό" από τον "μη-εαυτό".

Αυτός μας εμποδίζει να καταλάβουμε την ουσιαστική ενότητα όλης της ύπαρξης. Είναι η χειρότερη ίσως συνήθειά μας και η πιο δύσκολη βέβαια να ξεπεραστεί.

Χρησιμοποιήστε τις έννοιες για να πάτε πέρα από αυτές

Όταν η αίσθηση “είμαι” αποβάλλει όλα αυτά με τα οποία είναι ταυτισμένη, ή με άλλα λόγια, όταν παραμένει μόνη της χωρίς να συνδέεται με καμία έννοια, αυτός είναι ο καθαρός διαλογισμός.

Τότε αυτά που σας λέω θα γίνουν αμέσως κατανοητά.

Χρησιμοποιήστε τις έννοιες για να πάτε πέρα από αυτές.

Δεν είναι δύσκολο.Γιατί; Επειδή η αληθινή φύση σας είναι ήδη πέρα από όλα αυτά.

Γι’ αυτό δεν βάζω ένα χρονικό όριο και δεν σας λέω ότι χρειάζεστε πολύ χρόνο. Μπορείνα πάρει χρόνο. Όσο περίεργο και αν φαίνεται, παίρνει χρόνο για να αντιληφθείς το άχρονο. Αλλά… Τα νέα μου είναι πάντα ευχάριστα.

Η πιο όμορφη ανακάλυψη βρίσκεται ήδη στη θέση της.

Δεν χρειάζεται να δημιουργήσετε μια κατάσταση, αλλά να ανακαλύψετε την κατάσταση που δεν είναι κατάσταση. Την κατάσταση όπου όλες οι άλλες καταστάσεις έρχονται και φεύγουν, αλλά αυτή δεν έρχεται και δεν φεύγει.

Γιατί οι Μαύρες Τρύπες μπορούν να «διαγράψουν» το ίδιο το Σύμπαν;

Οι μαύρες τρύπες είναι τα πιο ισχυρά πράγματα στο σύμπαν. Είναι μάλιστα τόσο δυνατά που μπορούν να κόψουν ολόκληρα αστέρια σε κομμάτια σε μέγεθος ατόμων! Αυτό βέβαια είναι αρκετά τρομακτικό. Έχουν ακόμη μία πιο ισχυρή και σκοτεινή ιδιότητα.. μπορούν να διαγράψουν το ίδιο το σύμπαν!

Μια μαύρη τρύπα εμφανίζεται όταν μια εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα ύλης συγκεντρώνεται σε ένα μικροσκοπικό χώρο. Στο κέντρο τους η βαρύτητα είναι σχεδόν απείρως ισχυρή και ότι πλησιάζει πολύ κοντά σχίζεται στα σωματίδια του. Ούτε καν το φως μπορεί να ξεφύγει και έτσι τις αντιλαμβανόμαστε σαν μαύρες σφαίρες. Αν έπεφτες σε μία μαύρη τρύπα τίποτα κακό δεν επρόκειτο να συμβεί μέχρι και αφού διέσχιζες το εξωτερικό της όριο το event horizon. Aυτό το σύνορο διαχωρίζει πλήρως τις μαύρες τρύπες από το υπόλοιπο σύμπαν: δεν μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτό εκτός και αν είμαστε διατεθειμένοι να μην επιστρέψουμε ποτέ!

Στα άκρα τους οι μαύρες τρύπες ακτινοβολούν την μάζα τους μακριά, όπως μια ζεστή κατσαρόλα στο μάτι που χάνει το νερό καθώς γίνεται ατμός. Αυτή ονομάζεται ακτινοβολία Hawking.

Οι μαύρες τρύπες χάνουν συνεχώς μικρή ποσότητα της μάζας τους μια διαδικασία που είναι απίστευτα αργή… Δηλαδή στο πολύ μακρινό μέλλον όταν το τελευταίο αστέρι στο σύμπαν θα έχει πεθάνει εδώ και τρισεκατομμύρια χρόνια , οι μαύρες τρύπες θα γίνουν όλο και πιο μικροσκοπικές μέχρι να εξαφανιστούν αφήνοντας πίσω μόνο ένα μικρό κομμάτι ακτινοβολίας. Κατά την διαδικασία αυτή όμως οι μαύρες τρύπες μπορεί να διαγράψουν κάτι θεμελιώδες: Πληροφορίες…

Οι πληροφορίες δεν είναι τίποτα το απτό. Γίνεται κατανοητό ως μία διάταξη των σωματιδίων. Τι σημαίνει πρακτικά όμως αυτό; Φανταστείτε μία δέσμη των ατόμων άνθρακα. Τοποθετήστε τα με έναν τρόπο και θα έχετε διαμάντι, με έναν άλλο τρόπο θα έχετε κάρβουνο. Τα άτομα δηλαδή είναι τα ίδια απλά αλλάζουν οι πληροφορίες. Χωρίς τις πληροφορίες τα πάντα στο σύμπαν θα ήταν τα ίδια, γι αυτό η πληροφορία είναι άφθαρτη μπορεί να αλλάξει σχήμα αλλά ποτέ δεν μπορεί να χαθεί. Εδώ λοιπόν οι μαύρες τρύπες παίρνουν διαφορετικά πράγματα και τα κάνουν το ίδιο δηλαδή καταστρέφουν πληροφορίες. Αυτό είναι που δημιουργεί το παράδοξο της πληροφορίας…

Ύπαρξη ανυπαρξία… Χωρίς πληροφορίες τα πάντα είναι σχετικά. Πώς όμως μπορούμε να λύσουμε αυτό το παράδοξο; Υπάρχουν μερικές πιθανότητες:

1) Οι πληροφορίες χάνονται για πάντα «πετώντας» όλους τους νόμους της φυσικής

2) Οι πληροφορίες είναι κρυμμένες. Ίσως ένα μέρος της μαύρης τρύπας διασπάται και φτιάχνει ένα μαύρο σύμπαν. Οι πληροφορίες θα μεταφέρονταν με τρόπο που δεν θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε αλλά τεχνικά δεν θα χάνονταν.

3) Οι πληροφορίες είναι ασφαλείς μετά από όλα αυτά , δεν έχουν χαθεί ή κρυφτεί.

Γνωρίζουμε λοιπόν ότι οι μαύρες τρύπες παγιδεύουν και μπορούν να διαγράψουν πληροφορίες αλλά ποτέ δεν σκεφτήκαμε τι γίνεται με αυτές στο ενδιάμεσο. Γι αυτό θα δώσουμε ένα παράδειγμα για να το σκεφτούμε λίγο καλύτερα…
Ας δημιουργήσουμε λοιπόν μια μαύρη τρύπα με άπλυτα. Καταρχάς θα γεμίσουμε ένα δωμάτιο με καλάθια για άπλυτα: Όσα περισσότερα άπλυτα θα τοποθετήσεις τόσο περισσότερο καλάθια θα βάλεις στο δωμάτιο. Αλλά κάποια στιγμή κάθε καλάθι είναι γεμάτο και το δωμάτιο είναι πλήρες στοιβαγμένο και ούτε μια επιπλέον κάλτσα δεν μπορεί να μπει. Αν όμως εξακολουθούμε να πιέζουμε την κάλτσα με πολλή ενέργεια και βία, το δωμάτιο καταρρέει στον εαυτό του και σχηματίζει μία μαύρη τρύπα. Όμως η ικανότητα του ίδιου του δωματίου δεν έχει αλλάξει η τοποθέτηση περισσότερων πραγμάτων ή πληροφοριών είναι ακόμη αδύνατη, οπότε τι θα συμβεί αν πετάξουμε περισσότερα άπλυτα σε αυτό το ίδιο το δωμάτιο; Μεγαλώνει λίγο για να φτιάξει χώρο για τις νέες πληροφορίες.

Μπορούμε άρα να καταλάβουμε πως μια μαύρη τρύπα μεγαλώνει την επιφάνεια της κατά ένα μικρό «πίξελ» για κάθε μικρή πληροφορία που «πετάμε» μέσα τους. Δηλαδή περισσότερες πληροφορίες μεγαλύτερη επιφάνεια.

Οι πληροφορίες είναι πράγματι αποθηκευμένες στην μαύρη τρύπα, τότε η ακτινοβολία Hawking έχει μια πιθανότητα να μάθει γι αυτές τις πληροφορίες και να τις πάρει μακριά από εκεί. Έτσι οι πληροφορίες δεν χάνονται οι τρύπες «ξεθωριάζουν». Το παράδοξο λοιπόν λύθηκε!

Εν κατακλείδι ξέρουμε ότι το σύμπαν είναι παράξενο και περίπλοκο γι αυτό τον λόγο οι μαύρες τρύπες μπορεί να είναι το κλειδί για την κατανόηση του χρησιμοποιώντας πάντα την φυσική όπως όλα τα άλλα. Οπότε αν αυτή η τρελή δυαδικότητα μεταξύ δισδιάστατου και τρισδιάστατου λειτουργεί για τις μαύρες τρύπες τότε θα μπορούσε να λειτουργήσει για ολόκληρο το σύμπαν και μέσα σε αυτό! Δεδομένου ότι ένα πρόσωπο μέσα σε μια μαύρη τρύπα δεν θα συνειδητοποιούσε ότι θα είναι κωδικοποιημένο σε μία πεπλατυσμένη επιφάνεια θα μπορούσαμε να μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα: Μπορεί στην πραγματικότητα να είσαι τεντωμένος σε μια επίπεδη οθόνη στο τέλος του σύμπαντος…

Αλλά ακόμη πρέπει να αλλάξουμε την αντίληψη μας για την πραγματικότητα με κάποιο τρόπο. Αν ότι πέφτει μες στην μαύρη τρύπα είναι αποθηκευμένο στο ορίζοντα γεγονότων της, αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι τα τρισδιάστατα πράγματα κωδικοποιούνται σε μια επίπεδη επιφάνεια. Αν οτιδήποτε πέφτει στην μαύρη τρύπα είναι αποθηκευμένο στον ορίζοντα γεγονότων της, έχουμε ένα όνομα σε αυτό: Ολόγραμμα…

Ένα ολόγραμμα είναι σαν μία τρισδιάστατη φωτογραφία, ένα επίπεδο κομμάτι πλαστικού που κωδικοποιεί μια τρισδιάστατη εικόνα. Μία μαύρη τρύπα είναι σαν ένα ολόγραμμα γιατί τα πάντα μέσα σε αυτή κωδικοποιούνται στο ορίζοντα γεγονότων της. Ένα πρόσωπο μέσα σε μία μαύρη τρύπα θα βιώσει την συνήθη τρισδιάστατη ζωή, αλλά για μας απέξω είναι πεπλατυσμένες εικόνες στην επιφάνεια της μαύρης τρύπας.

Από όλη λοιπόν την «βιογραφία» της μαύρης τρύπας συνειδητοποιούμε πως οι μαύρες τρύπες είναι πολύ ακραία «αντικείμενα» αλλά δεσμεύονται πάντα με τους ίδιους κανόνες…

Η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να μαθαίνει να διαβάζει το ανθρώπινο μυαλό!

Αποτέλεσμα εικόνας για facebook desconecta robotsΘα μπορούσε στο μέλλον η τεχνητή νοσημοσύνη, όχι μόνο να διαβάζει το περιεχόμενο του μυαλού ενός ανθρώπου, αλλά και να φτιάχνει μια βιντεοταινία από αυτό που βλέπει; Σίγουρα κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί σύντομα, αλλά τα πρώτα βήματα μόλις άρχισαν.


Μια ομάδα ερευνητών, που έκανε σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης "Cerebral Cortex", σύμφωνα με το "Science", δημιούργησαν ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, οι αλγόριθμοι του οποίου μπορούν να μαντέψουν εν μέρει τι σκέφτεται το ανθρώπινο μυαλό και μετά να προσπαθήσουν να μετατρέψουν αυτές τις σκέψεις σε εικόνες.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον κινεζικής καταγωγής επίκουρο καθηγητή Ζονγκμίνγκ Λίου των Σχολών Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών και Βιοϊατρικής Μηχανικής του Πανεπιστημίου Πέρντιου των ΗΠΑ, έβαλαν τρεις γυναίκες να βλέπουν εκατοντάδες βίντεο και την ίδια στιγμή ένα μηχάνημα λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI) κατέγραφε την εγκεφαλική δραστηριότητά τους.

Παράλληλα, ένα συνελικτικό νευρωνικό δίκτυο (convolutional neural network) βαθιάς μάθησης και επεξεργασίας εικόνας μάθαινε να συσχετίζει τις εικόνες στις βιντεοταινίες με τα μοτίβα στον εγκέφαλο των γυναικών. Από ένα σημείο και μετά, το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορούσε μόνο του να προβλέψει τι έβλεπαν οι εθελόντριες και, με βάση αυτή την εκτίμηση, οι ερευνητές ήσαν σε θέση να κάνουν μια χονδρική απεικόνιση του περιεχομένου του εγκεφάλου.

20 νέοι εξωπλανήτες βρέθηκαν από το Kepler μαζί και μια ‘παγωμένη’ Γη, στην οποία θα μπορούσε να φιλοξενήσει ζωή

Το διαστημικό τηλεσκόπιο Kepler ξεκίνησε το 2009 να εξερευνά τον γαλαξία μας αναζητώντας πλανήτες σε άλλα αστρικά συστήματα. Ο επονομαζόμενος «κυνηγός των πλανητών» μέχρι σήμερα έχει εντοπίσει περίπου δύο χιλιάδες εξωπλανήτες ενώ έχει υποδείξει την ύπαρξη άλλων τεσσάρων χιλιάδων περίπου.
 
Ο παγωμένος εξωπλανήτης KOI-7923.01  στο 97% του μεγέθους της Γης, αλλά ψυχρότερο που οι αστρονόμοι λένε ότι θα μπορούσε να είναι παρόμοιος με την αρκτική τούνδρα.
 
Οι αστρονόμοι χρησιμοποιώντας τον στόλο των διαστημικών τηλεσκοπίων και πολύ ισχυρά επίγεια τηλεσκόπια σε σχεδόν καθημερινή βάση επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πλανητών από αυτούς που έχει υποδείξει το Kepler. Ορισμένες φορές μάλιστα υπάρχει μαζική επιβεβαίωση με τους επιστήμονες να ανακοινώνουν την ταυτόχρονη ανακάλυψη δεκάδων εξωπλανητών. Αυτό συνέβη ξανά με τα στελέχη της αποστολής Kepler να ανακοινώνουν την ανακάλυψη 20 νέων εξωπλανητών.
 
number-terrestrial-sized-in-habitable-zoneΜε τη νέα ανάλυση, ο αριθμός των υποψήφιων βραχωδών κόσμων σε κατοικήσιμες ζώνες έχει πλέον αυξηθεί σε περίπου 50, με πάνω από 30 επιβεβαιωμένους ως εξωπλανήτες
 
H παγωμένη Γη
Ανάμεσα τους ξεχωρίζει ο εξωπλανήτης που έλαβε την κωδική ονομασία KOI-7923.01. Πρόκειται για ένα βραχώδη πλανήτη με μέγεθος σχεδόν όμοιο με αυτό της Γης. Ο πλανήτης βρίσκεται λίγο πιο μακριά από το μητρικό του άστρο του από ότι η Γη από τον Ηλιο και ολοκληρώνει μια περιστροφή γύρω από αυτό σε 395 μέρες. Επιπλέον το άστρο αυτό είναι λιγότερο θερμό από τον Ηλιο με αποτέλεσμα ή μέση θερμοκρασία στον KOI-7923.01 να είναι κατά πολύ χαμηλότερη από ότι στην Γη.
 
Σύμφωνα με τα στελέχη της αποστολής Kepler στον KOI-7923.01 οι συνθήκες μπορεί να είναι πολύ πιο κρύες από ότι στην Γη αλλά τέτοιες που να έχουν οδηγήσει στην δημιουργία περιοχών παρόμοιων με τις τούνδρες στην Γη με την παρουσία εκεί νερού σε υγρή μορφή και άρα να υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να έχουν αναπτυχθεί κάποιες μορφές ζωής έστω και σε μικροβιακό επίπεδο.
 
Τα μέλη της αποστολής Kepler συνεχίζουν την αξιολόγηση των δεδομένων από την νέα ανακάλυψη και δηλώνουν πεπεισμένοι και ότι και κάποιοι από τους υπόλοιπους 19 εξωπλανήτες θα διαθέτουν συνθήκες φιλικές στην ζωή. Όπως λένε χαρακτηριστικά «δεκάδες κατοικήσιμοι εξωπλανήτες ήταν κρυμμένοι μπροστά στα μάτια μας».

ΑΝΑΔΥΣΟΥ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τι ακριβώς είναι αυτό το μέρος, εδώ, στο οποίο βρεθήκαμε;

Ζούμε μέσα σε έναν θόλο και οτιδήποτε επιχειρήσει να βγει (ή να μπει) από τον θόλο, καίγεται! Είμαστε προσγειωμένοι, κάτω, δεσμευμένοι από την βαρύτητα, σαν να φοράμε μία μαγνητική σιδερένια μπάλα στα πόδια. Πρέπει να πίνουμε συνέχεια νερό, και δεν αντέχουμε χωρίς οξυγόνο ούτε λίγα λεπτά. Συνήθως κάνει είτε πολύ κρύο είτε πολύ ζέστη, αν μείνουμε χωρίς προφύλαξη είτε παγώνουμε είτε καιγόμαστε. Η στεριά στην οποία ζούμε, περιστοιχίζεται από παντού από άγριους τιτάνιους ωκεανούς. (Το ίδιο το ηλιακό μας σύστημα είναι περικυκλωμένο από μία περιοριστική ανυπέρβλητη ζώνη, έτσι ώστε, ακόμη κι αν ξεφύγουμε από την Γη, δεν μπορούμε να εξέλθουμε από αυτό).

Η φύση γύρω μας είναι γεμάτη από θηρία όλων των μεγεθών και όλων των εξωφρενικών επινοήσεων, από σαρκρόβια και έντομα και ψάρια μέχρι ζώα, τα οποία όλα τους τρώνε το ένα το άλλο με φριχτούς τρόπους για να επιβιώσουν σε μία ασταμάτητη αφυσική αρένα, ενώ κατατρώγονται έτσι κι αλλιώς από μικροοργανισμούς ιούς και μολύνσεις και ασθένειες. Ζούμε μόνο λίγες δεκάδες χρόνια, αν είμαστε τυχεροί, σε μια ζωή γεμάτη αγώνες και θλίψεις, αδικίες και δυστυχία. Οι συγκροτούμενοι μας εδώ ανταγωνίζονται συνέχεια ο ένας τον άλλον, με όλους τους πιθανούς τρόπους, σε έναν αιώνιο αγώνα επιβολής και αλληλοεξόντωσης. Και κανείς δεν ξέρει από πού ήρθαμε, ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια, πού πάμε, ποιος είναι ο σκοπός μας.

O κόσμος μας είναι μία φυλακή. Ζούμε μέσα στην φυλακή αυτήν του κόσμου.

Η διάνοιά μας (η οποία είναι αγνώστου προελεύσεως και μοναδική εδώ πέρα) μάς έχει βοηθήσει να μεταλλάξουμε κομμάτια του εχθρικού προς εμάς αυτού κόσμου, για να μπορούμε να επιβιώσουμε όπως μπορούμε, με ένα σωρό τεχνητούς τρόπους. Ατέρμονα χρησιμοποιώντας ένα πλήθος τεχνικών επινοήσεων και τεχνητών κατασκευών, με τις οποίες έχουμε φτάσει στο σημείο να υπερβαίνουμε εφήμερα αρκετούς από τους επιβαλλόμενους φυσικούς περιορισμούς του συστήματος της φυλακής αυτής, αλλά ταυτόχρονα αυτοκαταστρεφόμαστε με τις ίδιες μας τις μεθοδολογίες…

Ο κάθε ένας από εμάς, καθώς βρεθήκαμε μέσα στις αφιλόξενες συνθήκες αυτής της φυλακής του κόσμου μόλις γεννηθήκαμε, ξένοι, ανήμποροι και εξόριστοι ή φυλακισμένοι, βρεθήκαμε ταυτόχρονα και σε συνθήκες προστασίας. Οι προηγούμενοι αφιχθέντες και παλαιότεροι από εμάς, είχαν κατασκευάσει ένα σύστημα προστασίας, είχαν μεταλλάξει ένα κομμάτι του φυσικού κόσμου έτσι ώστε να λειτουργεί ως προς το συμφέρον μας, την ασφάλειά μας και την προστασία μας.

Ουσιαστικά, η κατάσταση που βρήκαμε δεν διέφερε από εκείνην που ισχύει μέσα σε μία κανονική φυλακή. Οι παλιοί κατάδικοι έχουν επινοήσει περίτεχνα κόλπα επιβίωσης μέσα στην φυλακή, κι επίσης δημιουργούν κλίκες που λειτουργούν εξουσιαστικά και παρασιτικά μέσα στο ίδιο το εξουσιαστικό σύστημα της φυλακής, συχνά σε συνεννόηση με τους δεσμοφύλακες, και ο νεοφερμένος πρέπει να ενταχθεί στο σύστημα προστασίας τους, να κάνει ό,τι του λένε, να χρησιμοποιεί τα κόλπα, να μάθει να λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της φυλακής, τους επίσημους αλλά και τους άγραφους… Αλλωστε, η ίδια η φυλακή είναι μια μικρογραφία της Κοινωνίας. Έτσι, μέσα στην φυσική φυλακή που βρέθηκαν εν αγνοία τους όλοι οι άνθρωποι, οι ισχυροί άνθρωποι -κατά παράδοση παλαιότητας- δημιούργησαν μία τεχνητή φυλακή, έναν κόσμο που να μπορούν να τον έχουν υπό τον έλεγχό τους.

Η ευτυχία είναι μέσα μας, δίπλα μας, μπροστά μας

«Πολλοί άνθρωποι ψάχνουν εδώ κι εκεί την ευτυχία,
σαν αφηρημένοι που γυρεύουν το καπέλο τους,
το οποίο ήδη βαστάνε ή φορούν.» ~ James Sharp

Είσαι άραγε ευτυχισμένος ή γκρινιάζεις για αυτά που θέλεις και δεν έχεις ακόμα; Βιώνεις την ευτυχία σου κάθε στιγμή, νιώθωντας πληρότητα και ευλογία ή απλά κατηγορείς τους πάντες και τα πάντα επειδή δεν έχεις αυτό που θες, ή να πω καλύτερα, αυτό που νομίζεις πως θες;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ευτυχία είναι μία κατάσταση, δεν είναι απόκτημα. Η ευτυχία έχει να κάνει με το ‘είμαι’ κι όχι με το ‘έχω’. Πρωτίστως, λοιπόν, χρειάζεται να ‘είμαι’ και μετά να ‘έχω’. Η ευτυχία δεν έχει να κάνει με το πόσα υλικά αγαθά έχεις, με το πόσους τίτλους κατακτάς, με το πόσα ακριβά σπίτια ή αυτοκίνητα έχεις. Η ευτυχία είναι αλήθεια, είναι αγάπη, είναι φως, είναι αποδοχή, είναι γαλήνη, είναι πληρότητα.

Είσαι αληθινός με τον εαυτό σου, τα ‘θέλω’ σου, τα δύσκολα σημεία του χαρακτήρα σου. Είσαι αληθινός και με τους άλλους. Με αυτό τον τρόπο είσαι ευτυχισμένος, γιατί ξέρεις ποιος είσαι και τι θέλεις. Ξέρεις τι χρειάζεσαι και προσπαθείς να πετύχεις το στόχο σου. Κι αυτή η αλήθεια φέρνει αυτόματα αποδοχή του εαυτού σου, που είναι η σημαντικότερη βάση για να χτίσεις μία υγιή προσωπικότητα. Με τη σειρά της η αποδοχή θα φέρει την αγάπη. Και πραγματικά ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που αγαπάει τον εαυτό του.

Όταν αγαπάς τον εαυτό σου, τον φροντίζεις, τον προσέχεις. Δεν τον αφήνεις να γίνει έρμαιο των επιλογών των άλλων, βάζεις όρια, χωρίς να κάνεις συναισθηματικές εκπτώσεις.

Όταν αγαπάς τον εαυτό σου αναπτύσεσσαι. Δίνεις το χρόνο και το χώρο στον εαυτό σου να δοκιμάσει, να βιώσει, να αισθανθεί, να μάθει. Έτσι η ψυχή σου γεμίζει φως, γιατί η αγάπη κι η αλήθεια φωτίζουν τον άνθρωπο. Κι όταν η ψυχή λούζεται από το φως δε μπορεί παρά να νιώθει πληρότητα και ηρεμία. Όταν βιώνεις την πραγματική ευτυχία νιώθεις γαλήνη γιατί η ψυχή έχει ακριβώς όσα χρειάζεται.

Η ευτυχία είναι μία υπαρκτή πραγματικότητα. Είναι το δώρο που οφείλει καθένας στον εαυτό του. Δεν είναι δύσκολο να φτάσουμε και να κατακτήσουμε την ευτυχία μας. Η ευτυχία δεν βρίσκεται στα δύσκολα, στα σύνθετα, στα ακριβά. Την ευτυχία θα την βρούμε στα απλά, τα καθημερινά. Πολλές φορές βρίσκεται δίπλα μας, μέσα στα χέρια μας και το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε καλύτερα μέσα μας και θα την βρούμε.

Ο φόβος, η ανασφάλεια, η αδράνεια κι η αναποφασιστικότητα θολώνουν την καθαρή μας σκέψη, μας βάζουν εμπόδια εκεί που δεν υπάρχουν και τελικά καταλήγουμε να κυνηγάμε την ευτυχία σε καταστάσεις άδειες, σε σχέσεις επιφανειακές, σε περιστάσεις που δε μας αρμόζουν και δε μας ικανοποιούν. Και κάποιες λίγες φορές, ενώ συνειδητά γνωρίζουομε τι θα μας κάνει ευτυχισμένους, το αποφεύγουμε γιατί φοβόμαστε την αλλαγή ή θεωρούμε πως το ρίσκο που θα πάρουμε θα μας οδηγήσει σε μονοπάτια που δε μπορούμε να διαχειριστούμε.

Κι έτσι παραμένουμε αδρανείς, σε μια βαλτωμένη καθημερινότητα, στη μιζέρια μιας άγκυρας που μας ρίχνει όλο και πιο βαθειά στο βυθό της απραξίας. Είναι, όμως, κι εκείνες οι φορές που πιάνουμε τον εαυτό μας να κυνηγά καταστάσεις που νομίζει πως χρειάζεται, που εσφαλμένα θεωρεί πως θα του εξασφαλίσουν ευτυχία. Όσο πασχίζουμε, τόσο η ευτυχία απομακρύνεται, γιατί πολύ σοφά μας περνάει το μήνυμα πως η ίδια, η ευτυχία δηλαδή, θα έρθει κοντά μας χωρίς δυσκολία, έτσι απλά. Κι όταν δεν έρχεται είναι γιατί χρειάζεται να δούμε κάτι καθαρά, χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, χρειάζεται να επουλώσουμε μία πληγή μας, χρειάζεται να κοιτάξουμε μπορστά και να προχωρήσουμε. Όταν αυτό που θεωρούμε ευτυχία, δεν έρχεται, τότε σημαίνει πως αυτή η ευτυχία δεν είναι κατάλληλη για μας.

Η καρδιά γνωρίζει και η ψυχή λαχταρά την ευτυχία που αρμόζει στον καθένα μας. Φτάνει να νιώσει ο καθένας μας το χτύπο της καρδιάς, ν’ακούσει το κελάηδισμα της ψυχής, να αφουγκραστεί τη μελωδία της. Η ευτυχία είναι μέσα μας, δίπλα μας, μπροστά μας.

Θα κλείσω με τους στίχους ενός τραγουδιού…
‘Ό,τι δεν έχεις είναι αυτό που δε χρειάζεσαι…
Ό,τι δεν έχεις δεν αξίζει ν’αγαπάς,
Ό,τι χαρίζεις είναι αυτό που θα μοιράζεσαι
Κι ό,τι σου λείπει μες τα χέρια το κρατάς…


Την ευτυχία μες τα χέρια σου κρατάς…

J.P.Sartre: Η κόλασή μου είναι οι άλλοι

Ζαν Πωλ Σαρτρ: 1905–1980

Ύπαρξη και Ελευθερία

Ο Σαρτρ ανήκει στους πιο διάσημους εκπροσώπους του γαλλικού αθεϊστικού υπαρξισμού. Από τη μια πλευρά, η πολιτική του στράτευση με το κίνημα της μαρξιστικής αριστεράς, ακόμη και μετά τη διάρρηξη των σχέσεών του με το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας, και από την άλλη το ριζωμένο περισσότερο στον ιδεαλισμό και στη φαινομενολογία και λιγότερο στο μαρξισμό φιλοσοφικό του credo τον ανέδειξαν σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της μεταπολεμικής εποχής. Το έργο του, σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να εμπνέει και να μας διανοίγει οδούς. Το βασικό του φιλοσοφικό κείμενο φέρει τον τίτλο Είναι και Μηδέν και πραγματεύεται την ιδέα του Είναι υπό μια διττή οπτική: το Είναι ως καθεαυτό και το Είναι ως διεαυτό. Το πρώτο Είναι συνυφαίνεται με την πληρότητα της ύπαρξης, το δεύτερο με την κενότητά της. Πώς κατανοείται τούτο; Το πρώτο λειτουργεί ως κατάφαση της ζωής: προκειμένου να υπάρξει γνώση, χρειάζεται να καταφάσκει κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από τη γνώση. Τούτο το κάτι είναι το καθεαυτό. Παρουσιάζεται με διάφορους τρόπους στη ζωή μας: προβάλλει ως φαινόμενο και συνάμα ως μια σταθερά, ως μια ύλη που αναπαύεται, που ησυχάζει. Αυτό αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση: το αντικείμενο.

Στην αναλογία τούτη, η λειτουργία ορισμένων αισθημάτων μας βεβαιώνει πως η ύπαρξή μας διέπεται από αυτό τούτο το καθεαυτό: φέρει μέσα της μια κάποια νοσταλγία του ως του αντικειμενικού, του σταθερού, του στατικού, της ανάπαυσης. Μέσα σε μια τέτοια ανάπαυση, η ύπαρξή μας βρίσκει την πλησμονή της και ελευθερώνεται από τα συναισθήματα της ναυτίας, της αηδίας, της έκπτωσης, της αποστροφής που της επιφυλάσσει ο κόσμος. Αυτός είναι και ο λόγος που πάντοτε, ως ύπαρξη, νοσταλγούμε την ως άνω ανάπαυση, τον δέοντα ησυχασμό μας. Το καθεαυτό επομένως αποτελεί τη βάση και το στήριγμα του διεαυτό. Το τελευταίο είναι κάτι που αντιστοιχεί σε μια επιπολάζουσα και ρευστή συνείδηση του κόσμου· παραπέμπει στο υποκειμενικό, επέχει θέση υποκειμένου, το οποίο αγωνιωδώς αποζητά την αντικειμενική του αυταξίωση, την πλήρωσή του μέσα στο καθεαυτό. Η απουσία του τελευταίου συνεπάγεται για το διεαυτό, για το υποκείμενο, έκπτωση, μηδενισμό. Έτσι ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο κάνει την εμφάνισή του και νομιμοποιείται το μηδέν. Ο Σαρτρ, σε αντίθεση προς άλλους μεγάλους φιλοσόφους που οδεύουν από το καθεαυτό προς το διεαυτό, καθιδρύει την υπαρξιακή όδευση από το διεαυτό προς το καθεαυτό: από την κίνηση στη σταθερότητα, στην πλησμονή της γαλήνης και της ανάπαυσης· στη διαρκή φυγή από το ον, στην από-ξένωση από το διεαυτό, στην υπέρβασή του. Μια τέτοια υπέρβαση συνιστά το Είναι της ανθρώπινης ύπαρξης, το δικό μου Είναι. Αυτό-εδώ ωστόσο, όταν βρίσκεται ενώπιον του βλέμματος του άλλου, απολιθώνεται, αποξενώνεται από τον εαυτό του, με την έννοια ότι εγκαταλείπει την ως άνω αποξένωση από το διεαυτό και γίνεται «δούλος» του βλέμματος του άλλου, δηλαδή ένα εκ-τεθειμένο ον, που εξαρτάται από μια ελευθερία, που δεν είναι δική του αλλά ταυτόχρονα αναγκαία συνθήκη του Είναι του.

Ποια αίσθηση δημιουργείται για την ύπαρξη ως υποκείμενο, όταν έρχεται αντιμέτωπη με το αντικειμενικό Είναι; Η αίσθηση ότι αυτή αποτελεί μια ρωγμή μέσα στην αντικειμενική πραγματικότητα, ότι αντανακλά τη μηδένωση. Ωστόσο, η εν λόγω ύπαρξη, από τη σκοπιά της δικής της υποκειμενικότητας, έχει μόνο μια δυνατότητα: να είναι ελεύθερη. Ελεύθερη σε έναν αγώνα απόγνωσης (για) να διασώζει το ατομικό της Είναι απέναντι στην αντικειμενικότητα, (για) να μη χάνεται μέσα στην ανωνυμία του αντικειμενικού Είναι. Να γιατί, αντιτιθέμενος σε τούτο το σημείο προς τον Χάιντεγκερ, ο Σαρτρ αποφαίνεται: η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Αναλογικά λοιπόν, ανάμεσα στο Είναι και την ύπαρξη, υπάρχει μια βασική διαφορά: όλα τα όντα, εκτός από τον άνθρωπο, κατασκευάζονται ή δημιουργούνται σύμφωνα με μια ιδέα, όπως π.χ. ένα σπίτι, τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα κ.α. Απεναντίας, ο άνθρωπος φέρει ο ίδιος την απόλυτη ευθύνη για την ύπαρξή του. Κατά τη γέννησή του, αυτός υπάρχει απλώς χωρίς να είναι ούτε καλός, ούτε κακός, ούτε μορφωμένος, ούτε αμόρφωτος, ούτε υποδηματοποιός, ούτε οτιδήποτε άλλο. Γίνεται ό,τι είναι δυνατόν να γίνει στην πορεία της ζωής του δια της δικής του δράσης: στην αρχή λοιπόν υπάρχει μόνο ως ένα μηδέν και δια του αγώνα για την ελευθερία του γίνεται ουσία. Σε μια τέτοια βάση εδραιώνεται και ο αθεϊσμός του: ο θεός συνιστά για τον άνθρωπο τον αστυνόμο της παγκόσμιας τάξης και έχει ως έργο την ακύρωση της απόλυτης, της απεριόριστης ελευθερίας της ύπαρξής του. Μια τέτοια ελευθερία, διαλεκτικά ιδωμένη, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά την αδυνατότητα να φύγω από τη διαρκή φυγή μου, καθώς το βλέμμα του άλλου με καθιστά ανυπερθέτως ένα ον ριγμένο μέσα σε έναν κόσμο μη οικείο σε εμένα, με μετα-ποιεί σε αντικείμενο, δηλαδή σε καθεαυτό. Ο άλλος με το βλέμμα του με καταδικάζει να είμαι για τον εαυτό μου, δηλ. διεαυτόν, ό,τι είμαι καθεαυτόν, ό,τι είμαι για τον άλλο. Αυτός ο άλλος έτσι είναι η «κόλασή» μου και ως τέτοιος με καταδικάζει να είμαι ελεύθερος με την παραπάνω έννοια.