Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (228-235)

[228] Καὶ νὴ τοὺς θεοὺς τοὺς Ὀλυμπίους, ὧν ἐγὼ πυνθάνομαι Δημοσθένην λέξειν, ἐφ᾽ ᾧ νυνὶ μέλλω λέγειν ἀγανακτῶ μάλιστα. Ἀφομοιοῖ γάρ μου τὴν φύσιν ταῖς Σειρῆσιν ὡς ἔοικε. Καὶ γὰρ ὑπ᾽ ἐκείνων οὐ κηλεῖσθαί φησι τοὺς ἀκροωμένους, ἀλλ᾽ ἀπόλλυσθαι, διόπερ οὐδ᾽ εὐδοκιμεῖν τὴν τῶν Σειρήνων μουσικήν· καὶ δὴ καὶ τὴν τῶν ἐμῶν εὐπορίαν λόγων καὶ τὴν φύσιν μου γεγενῆσθαι ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀκουόντων. Καίτοι τὸν λόγον τοῦτον ὅλως μὲν ἔγωγε οὐδενὶ πρέπειν ἡγοῦμαι περὶ ἐμοῦ λέγειν· τῆς γὰρ αἰτίας αἰσχρὸν τὸν αἰτιώμενόν ἐστι τὸ ἔργον μὴ ἔχειν ἐπιδεῖξαι·

[229] εἰ δ᾽ ἦν ἀναγκαῖον ῥηθῆναι, οὐ Δημοσθένους ἦν ὁ λόγος, ἀλλ᾽ ἀνδρὸς στρατηγοῦ μεγάλα μὲν τὴν πόλιν κατειργασμένου, λέγειν δὲ ἀδυνάτου καὶ τὴν τῶν ἀντιδίκων διὰ τοῦτο ἐζηλωκότος φύσιν, ὅτι σύνοιδεν ἑαυτῷ μὲν οὐδὲν ὧν διαπέπρακται δυναμένῳ φράσαι, τὸν δὲ κατήγορον ὁρᾷ δυνάμενον καὶ τὰ μὴ πεπραγμένα ὑπ᾽ αὐτοῦ παριστάναι τοῖς ἀκούουσιν ὡς διῴκηκεν. Ὅταν δ᾽ ἐξ ὀνομάτων συγκείμενος ἄνθρωπος, καὶ τούτων πικρῶν καὶ περιέργων, ἔπειτα ἐπὶ τὴν ἁπλότητα καὶ τὰ ἔργα καταφεύγῃ, τίς ἂν ἀνάσχοιτο; οὗ τὴν γλῶτταν ὥσπερ τῶν αὐλῶν ἐάν τις ἀφέλῃ, τὸ λοιπὸν οὐδέν ἐστιν.

 [230] Θαυμάζω δ᾽ ἔγωγε ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ζητῶ πρὸς τί ἂν ἀποβλέψαντες ἀποψηφίσαισθε τὴν γραφήν. Πότερον ὡς τὸ ψήφισμά ἐστιν ἔννομον; ἀλλ᾽ οὐδεμία πώποτε γνώμη παρανομωτέρα γεγένηται. Ἀλλ᾽ ὡς ὁ τὸ ψήφισμα γράψας οὐκ ἐπιτήδειός ἐστι δίκην δοῦναι; οὐκ ἄρ᾽ εἰσὶ παρ᾽ ὑμῖν εὔθυναι βίου, εἰ τοῦτον ἀφήσετε. Ἐκεῖνο δ᾽ οὐ λυπηρόν, εἰ πρότερον μὲν ἐνεπίμπλατο ἡ ὀρχήστρα χρυσῶν στεφάνων οἷς ὁ δῆμος ἐστεφανοῦτο ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων, διὰ τὸ ξενικοῖς στεφάνοις ταύτην ἀποδεδόσθαι τὴν ἡμέραν, ἐκ δὲ τῶν Δημοσθένους πολιτευμάτων ὑμεῖς μὲν ἀστεφάνωτοι καὶ ἀκήρυκτοι γίγνεσθε, οὗτος δὲ κηρυχθήσεται;

[231] καὶ εἰ μέν τις τῶν τραγικῶν ποιητῶν τῶν μετὰ ταῦτα ἐπεισαγόντων ποιήσειεν ἐν τραγῳδίᾳ τὸν Θερσίτην ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων στεφανούμενον, οὐδεὶς ἂν ὑμῶν ὑπομείνειεν, ὅτι φησὶν Ὅμηρος ἄνανδρον αὐτὸν εἶναι καὶ συκοφάντην· αὐτοὶ δ᾽ ὅταν τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον στεφανῶτε, οὐκ οἴεσθε ἐν ταῖς τῶν Ἑλλήνων δόξαις συρίττεσθαι; οἱ μὲν γὰρ πατέρες ὑμῶν τὰ μὲν ἔνδοξα καὶ λαμπρὰ τῶν πραγμάτων ἀνετίθεσαν τῷ δήμῳ, τὰ δὲ ταπεινὰ καὶ καταδεέστερα εἰς τοὺς ῥήτορας τοὺς φαύλους ἔτρεπον· Κτησιφῶν δ᾽ ὑμᾶς οἴεται δεῖν ἀφελόντας τὴν ἀδοξίαν ἀπὸ Δημοσθένους περιθεῖναι τῷ δήμῳ.

[232] Καὶ φατὲ μὲν εὐτυχεῖς εἶναι, ὡς καὶ ἐστὲ, καλῶς ποιοῦντες, ψηφιεῖσθε δ᾽ ὑπὸ μὲν τῆς τύχης ἐγκαταλελεῖφθαι, ὑπὸ Δημοσθένους δὲ εὖ πεπονθέναι; καὶ τὸ πάντων ἀτοπώτατον, ἐν τοῖς αὐτοῖς δικαστηρίοις τοὺς μὲν τὰς τῶν δώρων γραφὰς ἁλισκομένους ἀτιμοῦτε, ὃν δ᾽ αὐτοὶ μισθοῦ πολιτευόμενον σύνιστε, στεφανώσετε; καὶ τοὺς μὲν κριτὰς τοὺς ἐκ τῶν Διονυσίων, ἐὰν μὴ δικαίως τοὺς κυκλίους χοροὺς κρίνωσι, ζημιοῦτε· αὐτοὶ δὲ οὐ κυκλίων χορῶν κριταὶ καθεστηκότες, ἀλλὰ νόμων καὶ πολιτικῆς ἀρετῆς, τὰς δωρεὰς οὐ κατὰ τοὺς νόμους οὐδ᾽ ὀλίγοις καὶ τοῖς ἀξίοις, ἀλλὰ τῷ διαπραξαμένῳ δώσετε;

 [233] Ἔπειτ᾽ ἔξεισιν ἐκ τοῦ δικαστηρίου ὁ τοιοῦτος κριτὴς ἑαυτὸν μὲν ἀσθενῆ πεποιηκώς, ἰσχυρὸν δὲ τὸν ῥήτορα. Ἀνὴρ γὰρ ἰδιώτης ἐν πόλει δημοκρατουμένῃ νόμῳ καὶ ψήφῳ βασιλεύει· ὅταν δ᾽ ἑτέρῳ ταῦτα παραδῷ καταλέλυκε τὴν αὐτὸς αὑτοῦ δυναστείαν. Ἔπειθ᾽ ὁ μὲν ὅρκος, ὃν ὀμωμοκὼς δικάζει, συμπαρακολουθῶν αὐτὸν λυπεῖ· δι᾽ αὐτὸν γὰρ οἶμαι γέγονε τὸ ἁμάρτημα· ἡ δὲ χάρις πρὸς ὃν ἐχαρίζετο ἄδηλος γεγένηται· ἡ γὰρ ψῆφος ἀφανὴς φέρεται.

[234] Δοκοῦμεν δ᾽ ἔμοιγε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀμφότερα καὶ κατορθοῦν καὶ παρακινδυνεύειν εἰς τὴν πολιτείαν, οὐ σωφρονοῦντες. Ὅτι μὲν γὰρ ἐπὶ τῶν νυνὶ καιρῶν οἱ πολλοὶ τοῖς ὀλίγοις προΐεσθε τὰ τῆς δημοκρατίας ἰσχυρά, οὐκ ἐπαινῶ· ὅτι δ᾽ οὐ γεγένηται φορὰ καθ᾽ ἡμᾶς ῥητόρων πονηρῶν ἅμα καὶ τολμηρῶν, εὐτυχοῦμεν. Πρότερον μὲν γὰρ τοιαύτας φύσεις ἤνεγκε τὸ δημόσιον, αἳ ῥᾳδίως οὕτω κατέλυσαν τὸν δῆμον· ἔχαιρε γὰρ κολακευόμενος, ἔπειτ᾽ αὐτὸν οὐχ οὓς ἐφοβεῖτο, ἀλλ᾽ οἷς ἑαυτὸν ἐνεχείριζε, κατέλυσαν·

[235] ἔνιοι δὲ καὶ αὐτοὶ τῶν τριάκοντα ἐγένοντο οἳ πλείους ἢ χιλίους καὶ πεντακοσίους τῶν πολιτῶν ἀκρίτους ἀπέκτειναν, πρὶν καὶ τὰς αἰτίας ἀκοῦσαι ἐφ᾽ αἷς ἔμελλον ἀποθνῄσκειν, καὶ οὐδ᾽ ἐπὶ τὰς ταφὰς καὶ ἐκφορὰς τῶν τελευτησάντων εἴων τοὺς προσήκοντας παραγενέσθαι. Οὐχ ὑφ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς ἕξετε τοὺς πολιτευομένους; οὐ ταπεινώσαντες ἀποπέμψετε τοὺς νῦν ἐπηρμένους; οὐ μέμνησθ᾽ ὅτι οὐδεὶς πώποτε ἐπέθετο πρότερον δήμου καταλύσει, πρὶν ἂν μεῖζον τῶν δικαστηρίων ἰσχύσῃ;

***
[228] Μα τους θεούς του Ολύμπου, από όσα εγώ μαθαίνω ότι θα πει ο Δημοσθένης, εκείνο για το οποίο προπάντων αγανακτώ είναι αυτό που θα σας πω τώρα. Με παρομοιάζει δηλαδή στον χαρακτήρα με τις Σειρήνες, καθώς φαίνεται. Καθόσον, λέει, όσοι τις άκουγαν δεν μαγεύονταν από εκείνες, αλλά καταστρέφονταν. Γι᾽ αυτό ακριβώς το τραγούδι των Σειρήνων δεν έχει καλή φήμη· το ίδιο λοιπόν και η δική μου ρητορική ικανότητα και ο χαρακτήρας μου, λέει, έχουν παρασύρει στην καταστροφή όσους με ακούν. Και όμως, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι κανένας γενικά δεν δικαιούται να λέει κάτι τέτοιο για μένα. Γιατί, όταν ο κατήγορος δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει πραγματικές αποδείξεις, τότε η κατηγορία είναι αισχρή.

[229] Αν όμως ήταν απαραίτητο να λεχθεί κάτι τέτοιο, δεν ταίριαζε να το πει ο Δημοσθένης, αλλά κάποιος στρατηγός που έχει μεν προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στην πόλη, δεν διαθέτει όμως το χάρισμα του λόγου και ως εκ τούτου ζηλεύει την έμφυτη ικανότητα του αντιδίκου του· και αυτό, επειδή έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί ο ίδιος να εκθέσει κανένα από τα κατορθώματά του, ενώ βλέπει ότι ο κατήγορος μπορεί να παρουσιάσει στους ακροατές του ότι έχει κατορθώσει ακόμη και όσα δεν έχει κάνει ο ίδιος. Όταν όμως ένας άνθρωπος που είναι φτιαγμένος από λέξεις, και μάλιστα όλο δηλητήριο και απάτη, καταφεύγει στην απλότητα και στα έργα, ποιος μπορεί να τον ανεχθεί; Αν κανείς αφαιρέσει από αυτόν τη γλώσσα, όπως αν αφαιρέσει από τον αυλό τη γλωττίδα, αυτό που απομένει είναι ένα τίποτε.

[230] Εγώ τουλάχιστον, Αθηναίοι, εκπλήσσομαι με σας και διερωτώμαι σε τι στηριζόμενοι θα απορρίπτατε την καταγγελία μου. Σε ποιο από τα δύο: Ότι το ψήφισμα είναι σύμφωνο με τον νόμο; Μα δεν έχει γίνει ποτέ ως τώρα περισσότερο παράνομη πρόταση. Μήπως ο εισηγηθείς το ψήφισμα δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να τιμωρηθεί; Μα, εάν αθωώσετε αυτόν τον άνθρωπο, τότε θα καθιερώσετε την αρχή ότι κανένας δεν είναι υπεύθυνος για όσα έχει κάνει ως δημόσιος άνδρας στη ζωή του. Εξάλλου, δεν είναι ενοχλητικό που, ενώ παλαιότερα γέμιζε η ορχήστρα του θεάτρου με χρυσά στεφάνια, με τα οποία οι Έλληνες στεφάνωναν τον λαό μας —ήταν η ημέρα αυτή αφιερωμένη στην ανακήρυξη των στεφάνων που πρόσφεραν οι ξένοι— σήμερα, με την πολιτική του Δημοσθένη εσείς δεν δέχεστε πια στεφάνια ούτε ακούγεται καμιά ανακήρυξη, αλλά θα κηρυχθεί άξιος στεφανώματος αυτός;

[231] Αν κάποιος από τους τραγικούς ποιητές, που ύστερα από αυτά θα ανεβάσουν στη σκηνή τις τραγωδίες τους, παρουσιάσει τον Θερσίτη να στεφανώνεται από τους Έλληνες, κανένας από εσάς δεν θα το ανεχόταν, επειδή κατά τον Όμηρο ήταν άνανδρος και συκοφάντης. Όταν όμως εσείς οι ίδιοι στεφανώνετε έναν τέτοιον άνθρωπο, πιστεύετε ότι δεν θα διασυρθείτε από όλους του Έλληνες; Οι πρόγονοί σας απέδιδαν τα ένδοξα και λαμπρά κατορθώματα στον λαό· αντίθετα, τα ταπεινά και κατώτερα τα καταλόγιζαν στους φαύλους πολιτικούς. Ο Κτησιφών όμως πιστεύει ότι πρέπει, απαλλάσσοντας τον Δημοσθένη από την κακή φήμη του, να τη φορτώσετε στον λαό.

[232] Και, ενώ υποστηρίζετε ότι είστε ευνοημένοι από την τύχη, όπως και είστε πραγματικά, και καλά κάνετε που το λέτε, θα δείξετε με την ψήφο σας ότι έχετε εγκαταλειφθεί από την τύχη και ευεργετηθεί από τον Δημοσθένη; Και το πιο παράλογο από όλα· στα ίδια δικαστήρια, ενώ στερείτε τα πολιτικά δικαιώματα από αυτούς που καταδικάζονται για δωροδοκία, θα στεφανώσετε αυτόν που γνωρίζετε καλά ότι πολιτεύεται επ᾽ αμοιβή; Οι κριτές των αγώνων στις γιορτές του Διονύσου τιμωρούνται από σας, αν η κρίση τους δεν είναι αυτή που πρέπει για τους κυκλικούς χορούς· εσείς όμως, που έχετε οριστεί κριτές όχι απλώς κυκλικών χορών αλλά νόμων και πολιτικής αρετής, θα δώσετε τις ηθικές αμοιβές, ερχόμενοι σε σύγκρουση με τους νόμους, και όχι σε λίγους και στους άξιους αλλά σ᾽ αυτόν που τα κατάφερε με μηχανορραφίες;

[233] Εξάλλου, ο δικαστής που θα κρίνει κατ᾽ αυτόν τον τρόπο θα βγει από το δικαστήριο έχοντας κάνει τον εαυτό του ανίσχυρο, τον πολιτικό ισχυρό. Γιατί σε μια δημοκρατούμενη πόλη ο απλός πολίτης είναι βασιλιάς με τον νόμο και την ψήφο του. Όταν όμως παραχωρήσει αυτά σε κάποιον άλλον, τότε καταργεί μόνος του τη δύναμή του. Έπειτα, ο όρκος που έχει δώσει ως δικαστής τον ακολουθεί από κοντά και δεν τον αφήνει ήσυχο· γιατί εξαιτίας του, κατά τη γνώμη μου, έχει γίνει το αδίκημα. Τελικά, η ευγνωμοσύνη εκείνου χάρη του οποίου έχει γίνει η επιορκία είναι αδύνατο να εκδηλωθεί, αφού η ψηφοφορία είναι μυστική.

[234] Εγώ τουλάχιστον, Αθηναίοι, έχω τη γνώμη ότι και τα δύο, τόσο ο τρόπος με τον οποίο τα καταφέρνουμε όσο και το ότι βάζουμε σε κίνδυνο το πολίτευμά μας, προδίδουν ότι δεν είμαστε σώφρονες. Γιατί το γεγονός ότι στις σημερινές περιστάσεις σεις οι πολλοί εγκαταλείπετε στους λίγους τις ισχυρές θέσεις της δημοκρατίας δεν το επιδοκιμάζω. Είμαστε όμως τυχεροί που δεν μας έχουν παρουσιαστεί πολλοί πολιτικοί διεφθαρμένοι και συνάμα τολμηροί. Γιατί παλαιότερα η πολιτεία έβγαλε τέτοιους ανθρώπους, που τόσο εύκολα κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα· γιατί ο λαός χαιρόταν να κολακεύεται, με αποτέλεσμα να χάνει την εξουσία, όχι από αυτούς που φοβόταν αλλά από εκείνους που εμπιστευόταν.

[235] Μερικοί έγιναν μέλη των Τριάκοντα, που σκότωσαν χωρίς δίκη περισσότερους από χίλιους πεντακόσιους πολίτες, πριν ακόμη ακούσουν τις κατηγορίες για τις οποίες επρόκειτο να πεθάνουν· δεν επέτρεπαν τους συγγενείς να παρευρεθούν ούτε και στην ταφή και στην εκφορά των νεκρών. Δεν θέλετε να έχετε τους πολιτικούς υπό τον έλεγχό σας; Δεν θα διώξετε ταπεινωμένους τους νυν επηρμένους; Δεν θυμάστε ότι κανείς ως τώρα δεν επιχείρησε να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, πριν η δύναμή του υπερισχύσει αυτήν των δικαστηρίων;

Πίνδαρος

Πίνδαρος: (518/522 – 438 π.Χ.)
 
Ο Πίνδαρος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.
 
Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.
 
Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)
 
Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.
 
Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος· πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  
 
Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.
 
             Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.
 
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.
 
Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.
 
Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
 
Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.
 
Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.
 
Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.
 
Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:
Ύμνοι (1 βιβλίο)
Παιάνες (1 βιβλίο)
Διθύραμβοι (2 βιβλία)
Προσωδία (1 βιβλίο)
Παρθένια (3 βιβλία)
Υπορχήματα (1 βιβλίο)
Εγκώμια (1 βιβλίο)
Θρήνοι (1 βιβλίο)
Επινίκια (4 βιβλία).
Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).
 
Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε: 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.
   
Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.
 
Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.
  
Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.
 
Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.
 
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε.    
 
        Αναλυτικά, διαβάζουμε :  
Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή 
1
« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη
και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.
Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα
αντάξιο της θείας καταγωγής της.
Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,
χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.
Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας
τους άθλους του Περσέα, που δάμασε
τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,
που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο
με τα χέρια του Επάφου.
Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,
που μόνη αυτή, ατάραχη,
το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη; 
2
Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,
έκαμε αθάνατο το Διομήδη.
Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,
έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,
που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.
Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος
κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.
Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,
αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε
στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα
το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη. 
3
Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος
έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε
στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του
φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.
Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε
κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε
το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.
Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο
ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,
σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,
του γάμου αυτού εγγύηση ιερή. 
4
Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη
Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.
Άλλωστε και ορθό δεν είναι
να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.
Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις
της λύρας τις μελίρρυτες χορδές
και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.
Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό
και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας
τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,
απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του
με την περίλαμπρη τη νίκη του. 
5
Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων
στην Πυθώνα εθριάμβευσε
και από την τύχη οδηγούμενος,
ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.
Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν
οι Μούσες τον αγρό τους,
με τρεις νίκες στης θάλασσας
τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,
όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.
Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν
δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,
αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.
Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,
αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.
Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί. 
6
Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει
και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν
στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,
που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που
καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;
Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –
οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,
με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε
στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,
τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν
με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες. 
7
Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται
των μητριών προγόνων σου
τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,
χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,
που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ
από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,
θα βάδιζα στην πόλη του Άργους
με το μέτωπο ψηλά.
Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε
του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή
να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές
στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη
εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια. 
8
Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος
με φιάλες, από κρασί γεμάτες.
Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους
από Χλαίνες μαλθακές.
Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω
τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.
Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο
να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα
και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.
Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει
ως έπαθλο αυτών,
που χάρις στη γοργάδα των κνημών
και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν
μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική!»         
Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.
 
Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.
 
Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.
 
Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.
 
Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.
 
Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.
 
Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.
 
Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).
 --------------------------
          Υποσημειώσεις 
[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   
Ρήσεις του Πινδάρου
Ø      Ανακάλυψε τι δυνατότητες έχεις και χρησιμοποίησε τες
Ø      Οι αιτίες του πολέμου είναι το χρυσάφι.
Ø      Η ευτυχία έχει όχι μικρό φθόνο.
Ø      Η αρετή λάμπει ολοκάθαρα.
Ø      Όταν η καρδιά χαίρεται το πρόσωπο είναι θαλερό.
Ø      Ο άνθρωπος είναι όνειρό μιας σκιάς.
Ø      Η αρετή που επαινείται μεγαλώνει σαν το σίδερο.
Ø      Ακόνιζε πάντα την γλώσσα σου στο ακόνι της αλήθειας.
Ø      Το έθιμο είναι ο βασιλιάς όλων.
Ø      Όποιος με την δική του προσπάθεια βρει τον δρόμο της αλήθειας, θα έχει την ευλογία των Θεών.
Ø      Ανάλογα με τις εποχές υπάρχουν ρεύματα βίαιων ανέμων.
Ø      Όταν η ευτυχία του ανθρώπου είναι υπερβολική δεν αρκεί πολύ καιρό.
Ø      Ο νόμος είναι ο Βασιλιάς και των θνητών και των αθανάτων.
Ø      Η πείρα μας δείχνει την αρετή μέσα στην οποία καθένας από εμάς διαπρέπει.
Ø      Υπάρχει και ένα άλλο πράγμα αναγκαίο στην ανθρώπινη φύση κι αυτό είναι να αρκείσαι στην τύχη του παρόντος.
Ø      Ο χρόνος για δράση είναι περιορισμένος.
Ø      Ο χρόνος άπιστος κρέμεται πάνω από τον άνθρωπο.
Ø      Όλα γιατρεύονται, φτάνει να μην χαθεί η ελευθερία.
Ø      Μην παραχαϊδεύεις τις λύπες.
Ø      Αξίζει στον άνδρα να τρέφει γενναίες ελπίδες.
Ø      Κανένας ποτέ στην Γη δεν βρήκε σίγουρο σημάδι από τους ουρανούς για το μέλλον του.
Ø      Να χαίρεσαι τα δώρα της νίκης είναι το πρώτο ευεργέτημα, να ακούς να εξυμνούν τους επαίνους της είναι το δεύτερο.
Ø      Να είσαι παιδί με τα παιδιά, άνδρας με τους άνδρες, γέρος με τους γέροντες και να προσαρμόζεσαι σε όλες τις ηλικίες της ζωής, αυτό είναι το ταλέντο του σοφού.

Το μυστικό όνομα

Tο όνομα που δίνουμε σε μια κατάσταση, είναι η βάση για την ανάπτυξη μιας εποικοδομητικής αντιμετώπισής της, γιατί τα θέματα πρέπει να λύνονται αφού πρώτα προσδιοριστούν.

Οταν μου συμβαίνει κάτι στη ζωή που θα μπορούσε να λάβει διάφορα ονόματα, όπως εμπόδιο, καταστροφή, ματαίωση, ευκαιρία, δυσκολία, λάθος, σκέφτομαι κατ' αρχήν πως θα ονόμαζα αυτό που μου συμβαίνει αν ήμουν ένα τρίτο πρόσωπο, εφόσον η ονοματοδοσία προσδιορίζει και το είδος του συναισθήματος που προγραμματιζόμαστε να λάβουμε από την κάθε μας εμπειρία.

Το πηγαίνω πιο πέρα. Δεν σκέφτομαι μόνο πως θα ονόμαζα εγώ αυτό που μου συμβαίνει, αλλά το πως προσδιορίζουμε και περιγράφουμε με ονόματα όλες τις καταστάσεις του βίου. Από αυτή την απλή αρχική μας αναγνωριστική πράξη θα εξαρτηθεί ο τρόπος με τον οποίον θα βιώσουμε την κάθε κατάσταση. Πως ονοματίζεις κάτι. Αυτό μετράει. Πως ονομάζεις πχ μια αποκαλυπτική εμπειρία;

Ποιό είναι το "μυστικό όνομα" του κάθε πράγματος ή κατάστασης που οδηγεί την αλληλεπίδρασή του μαζί σου σε ενδιαφέροντα μονοπάτια;

Θέλω να πω, αν προσδιορίσω το κομμάτι της συνείδησης που με ωθεί σε παράτολμες πράξεις, σε αποκοτιές και κινδύνους ως κρίση παράνοιας, τότε μοιραία αυτοπρογραμματίζομαι να μπω στην τρέλα.

Αν όμως αποδεχτώ ότι δεν αποτελεί τρέλα αυτό που αισθάνομαι, τότε η λογική μου πρέπει να με οδηγήσει στην αποδοχή του παραλογισμού μου. Συνεπώς δεν αποδέχομαι αυτή την προοπτική επειδή αυτή είναι η μόνη λογική πράξη για να μην τρελαθώ.

Πως ονομάζεις μέσα σου έναν χωρισμό, έναν θάνατο, μια γέννηση, μια επιτυχία, μια αποτυχία, μια θλίψη; Ποιό "μυστικό όνομα" δίνεις στον πόθο σου; Πως ονομάζεις ένα περιστέρι του απογεύματος; Κι όταν μυρίζεις θάλασσα. Ποιό όνομα επιλέγεις για να περιγράψεις τον φίλο σου και τον εχθρό σου, τους έρωτες και τις εξερευνήσεις σου;

Σε νικάνε οι λέξεις; Επιλέγεις τις τραγικές, από το γλωσσικό σου εξοπλισμό, για να μιλήσεις συχνότερα; Ονομάζεις την πρώην γυναίκα σου ύαινα και την τύχη σου καταραμένη; Εξαφανίζεις τους ανθρώπους που έρχεσαι σε αντιπαράθεση από τον κόσμο σου; Τους επιβάλεις τη λέξη της διαγραφής; Η συμπορεύεσαι με όποιον μπορεί να βαδίσει σιμά σου; Ποια λέξη επιβάλεις στην έννοια της ήττας; Τη δαμάζεις υποτάσσοντάς τη στο χρόνο και άρα μεταμορφώνοντάς τη σε εμπόδιο ή σε χειραγωγεί και βγαίνει εκτός χρόνου με τις πομπές της και βαφτίζεσαι χαμένος;

Οι λέξεις οργώνουν τις έννοιες, χαράζουν τις πορείες της σκέψης, καθοδηγούν τις πράξεις και τις ζωές.

Ολα αυτά μάλλον τα γνώριζε εμπειρικά η αρχαία θεολογία, την εποχή που επιστήμη ήταν ακόμα συγχρωτισμένη με τη μαγεία, γιαυτό και αναπτύχθηκαν θεωρίες για το μυστικό όνομα του θεού, μυστικές λέξεις γενικά, στις οποίες μόνο οι μύστες είχαν πρόσβαση.

Αλλά εμείς αρκεί να θυμόμαστε ότι το πως προσδιορίζουμε μια κατάσταση, το όνομα που της δίνουμε, είναι το πρώτο βήμα για τον τρόπο αντιμετώπισής της. Αλλιώς αντιμετωπίζεις κάτι που ονόμασες ανεπανόρθωτη καταστροφή και πολύ διαφορετικά κάτι που βάφτισες προσωρινή δυσκολία. Κι ας είναι το ίδιο γεγονός.

Πότε και ποιες υποχωρήσεις πρέπει να κάνεις σε μια σχέση;

Σχετική εικόναΠρέπει να τονίσουμε ότι οι σχέσεις δεν είναι σαν ένα πιάτο καλό φαγητό το οποίο μπορούμε να μαγειρέψουμε ακολουθώντας μια συνταγή και να είμαστε σίγουροι για την επιτυχία του αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες στρατηγικές οι οποίες μπορούν σαφώς να βελτιώσουν την ποιότητα μιας σχέσης και να σας βοηθήσουν να πάρετε αυτό που θέλετε από τη σχέση σας.
 
Επικοινωνία
Ένα πρωταρχικό στοιχείο που διακρίνει τις καλές σχέσεις από αυτές που απλώς υπάρχουν (ή οδεύουν προς τη διάλυσή τους) είναι η καλή επικοινωνία. Καλή επικοινωνία δε σημαίνει συνάντηση δύο ρητόρων ή δεινή επιχειρηματολογία που αποστομώνει.
 
Καλή επικοινωνία σημαίνει ότι δύο άνθρωποι μπορούν να εκθέσουν τις απόψεις τους και να νιώθουν ότι υπάρχει ασφάλεια στη σχέση και ότι ο άλλος δε θα τους γελοιοποιήσει ή δε θα τους τιμωρήσει για αυτά που λένε. Καλή επικοινωνία σημαίνει ότι κανείς εκφράζεται ελεύθερα αλλά και ακούει χωρίς προκαταλήψεις.
 
Κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα εύκολο, όμως είναι σημαντικό για να πετύχει μια σχέση. Στην επικοινωνία επίσης συγκαταλέγεται και η συζήτηση ή εξομολόγηση για εκείνα τα μικροπράγματα που συχνά περνάνε απαρατήρητα: το αγαπημένο φαγητό, χρώμα, τραγούδι, εστιατόριο ή μπαρ. Τα πράγματα που αρέσουν ή δεν αρέσουν σε κάποιον και τα οποία όσο ασήμαντα και αν φαίνονται ωστόσο έχουν μεγάλη σημασία για τον ίδιο αλλά δεν τολμάει ή δεν σκέφτεται να τα εκφράσει.
 
Από τις αμοιβαίες υποχωρήσεις στην έκπληξη
Ένα βασικό στοιχείο για να διατηρηθεί μια σχέση είναι οι αμοιβαίες υποχωρήσεις που κάνουν τα μέλη της. Αυτό δε σημαίνει ότι θα πρέπει κανείς να συμβιβάζεται, αλλά να βρίσκει τη χρυσή τομή ανάμεσα στις επιθυμίες των δύο.
 
Αυτός είναι ο πιο εύγλωττος τρόπος να δείξει κανείς με έργα ότι πράγματι νοιάζεται για τον/τη σύντροφό του και είναι πρόθυμος να κάνει κάτι για να κάνει τον άλλον χαρούμενο. Έτσι, που και που προσπαθήστε να κάνετε στον/την σύντροφό σας μία έκπληξη, κάτι που δεν το συνηθίζετε ή που συνήθως δεν θα κάνατε.
 
Όταν με τις πράξεις σας βάζετε ένα στοιχείο έκπληξης στη σχέση σας -όσο μικρό και αν είναι αυτό- δημιουργείτε ξανά και ξανά το αίσθημα του «πρώτου έρωτα». Έτσι, όταν ο/η σύντροφός σας ρωτήσει αν θέλετε να δοκιμάσετε ένα νέο εστιατόριο ή να πάτε κάπου μαζί του/της, έτσι για έκπληξη, πέστε «ναι!».
 
Δείξτε την αφοσίωσή σας
Ένα άλλο στοιχείο που δυναμώνει μια σχέση είναι η στάση που κρατάει κανείς απέναντι στον/τη σύντροφό του: η αφοσίωση, ή η αίσθηση ότι είστε μέλη μιας ομάδας που συνεργάζεται για να πετύχει.
 
Έτσι, σε εντάσεις απέναντι σε συγγενείς, υπερασπίζοντας μια άποψη απέναντι σε φίλους, το να δείξετε την αφοσίωσή σας στο πρόσωπο του συντρόφου σας δείχνετε ότι παίρνετε το μέρος του, διότι τον εκτιμάτε και η σχέση σας είναι σημαντική.
 
Όταν όμως συμμαχείτε με άλλα άτομα και όχι με το σύντροφό σας, ουσιαστικά τον/την απομακρύνετε και με τις πράξεις σας του λέτε ότι δεν νοιάζεστε γι’ αυτόν-ή. Με αυτό τον τρόπο σπέρνετε τους σπόρους της δυσαρέσκειας και της έλλειψης εμπιστοσύνης.
 
Μπορείτε να δείξετε την αφοσίωσή σας με απλούς τρόπους: επαινώντας τη σύντροφό σας για κάτι που έκανε στο σπίτι ή την εργασία, ή για μια όμορφη χειρονομία ή κουβέντα προς εσάς.
 
Δείξτε την υποστήριξή σας
Οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες εμφανίζονται διαρκώς και ας ελπίσουμε ότι είναι θετικές ή μπορούν να αξιοποιηθούν. Το μυστικό εδώ έγκειται στο να δείχνει κανείς την υποστήριξη και την κατανόησή του προς τον/τη σύντροφο του, καθώς σίγουρα θα υπάρχουν σκαμπανεβάσματα. Έτσι, αν κάποιος χάσει τη δουλειά του ή επιθυμεί να ξεκινήσει μια νέα καριέρα, είναι πιο εύκολο να βρει το δρόμο του και να ανταπεξέλθει αν έχει έναν σύντροφο που δείχνει υπομονή, κατανόηση και υποστήριξη.
 
Διατηρήστε μια υγιή δόση ατομισμού
Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να γίνεται εαυτούλης. Το να αφήνει κανείς προσωπικό χώρο και χρόνο είναι σημαντικό για την ίδια τη σχέση του. Το να κάνει λοιπόν κανείς τα πράγματα ή χόμπι που τον ευχαριστούν, ακόμα και αν αυτά δεν αρέσουν στον/τη σύντροφο είναι σημαντικό για να νιώθει αναζωογονημένος και να επιστρέφει πιο γεμάτος στη σχέση. Αυτό βοηθάει στο να διατηρεί κανείς τις προτεραιότητές του.
 
Έτσι, συχνά είναι βασικό να εκτονώσει κανείς την αρνητική ενέργεια που κουβαλάει από τη δουλειά του, -ώστε να μην τη φέρει σπίτι- και για να το κάνει αυτό ίσως χρειάζεται χρόνο μόνος του ή να ασχοληθεί με κάτι προσωπικό. Καλό είναι να μάθετε να παρατηρείτε πότε ο άλλος χρειάζεται αυτό το χρόνο και να του τον παραχωρείτε χωρίς να βαρυγκομάτε, γιατί έτσι επενδύετε στη μακροχρόνια ευτυχία και των δύο.
 
Να αγαπάτε τον/τη σύντροφό σας
Όσο απλό και τετριμμένο και αν ακούγεται αυτό, ωστόσο η αγάπη είναι απαραίτητη σε μια μακροχρόνια συντροφική σχέση. Συχνά οι άνθρωποι επιθυμούν διακαώς τον γάμο ή τη μόνιμη σχέση για να λύσουν κάποια πρακτικά προβλήματα και να έχουν συγκεκριμένα οφέλη και ξεχνούν ότι για να πετύχει μια σχέση χρειάζεται και αγάπη.

Και η αγάπη δεν είναι μια θεωρητική έννοια, αλλά μια πρακτική, χειροπιαστή απόδειξη των όσων κανείς λέει ότι αισθάνεται. Το γλυκό φιλί, το ερωτικό σημείωμα, το κράτημα των χεριών, το ρομαντικό δείπνο, το κάθε τι μικρό αλλά όμορφο μέσα στην καθημερινότητα μπορεί να είναι αυτή η απόδειξη αγάπης που χρειάζεται ο άλλος για να λειτουργήσει μέσα στη σχέση.

Να συγχωρείς τον εαυτό σου στα καλά και στα κακά του

Σε ένα μικρό σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού, έχεις κρύψει πτυχές του εαυτού σου, κομμάτια δικά σου που δε σε τιμούν.

Δε σε τιμούν ούτε ως άνθρωπο, δε σε τιμούν ούτε ως χαρακτήρα.
Έκανες πράγματα ενάντια σε αυτό που κατά βάθος είσαι.
Είπες λόγια που ποτέ σου δε πίστεψες.
Έκανες πράξεις για τις οποίες έχεις μετανιώσει…
  
Περνάς έξω από το δωμάτιο, που και που, θυμάσαι τι έχεις κλειδώσει μέσα. Σπάνια ανοίγεις και την πόρτα, κοιτάς και ξανακλείνεις.
Δε μπορείς να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, δεν μπορείς να αναιρέσεις τίποτα, απλά ζεις και με αυτές, τις τότε επιλογές σου.

Πόσες φορές έχεις σκεφτεί,  τι σε έκανε να λειτουργήσεις έτσι;
Πόσες φορές το έχεις σκεφτεί;
Πολλές και πάντα σε κάνουν να ντρέπεσαι για σένα.

Αυτό από μόνο του είναι λυτρωτικό και βαθιά ανθρώπινο, δεν είμαστε μόνο η καλή πλευρά του εαυτού μας. Μπορούμε μάλιστα να γίνουμε και η χειρότερη.
Δε μιλάς για αυτά, δεν τα συζητάς με κανέναν.
Θυμώνεις, πικραίνεσαι, νευριάζεις.
Πόσες φορές έχεις εξαντλήσει όλη την γκάμα των συναισθημάτων σου;
Να σου πω ένα μυστικό;
Έχει συμβεί σε πολλούς, δεν είσαι ο μόνος.
Και να σου πω ακόμη ένα μυστικό;
Δίπλα σε αυτό το μικρό δωμάτιο της ντροπής σου, υπάρχει ένα άλλο…
Είναι το δωμάτιο της αποδοχής.

Ναι καλά κατάλαβες. Της δικής σου αποδοχής. Χρόνια περνάμε κάνοντας πράγματα για να μας αποδεχτούν οι άλλοι, όμως τι κάνουμε για να αποδεχτούμε εμείς τον εαυτό μας;
Τίποτα. Απλώς τον γεμίζουμε με τύψεις, με ενοχές, με αυτοτιμωρία.
Τι λες να σταματήσουμε να το κάνουμε;
Να ανοίξουμε λοιπόν την πόρτα, να μπούμε μέσα και να σταθούμε γενναία απέναντι σε αυτά που κάναμε. Να πούμε και μια συγνώμη σε εμάς, για τις φορές που μόνοι μας πονέσαμε, για τις φορές που μόνοι μας σταθήκαμε στα σκοτάδια…για τις φορές που πιάσαμε πάτο και ξανασηκωθήκαμε, για τις φορές που ντραπήκαμε.

Πιστεύω πως από τις κακές πλευρές μας παίρνουμε μαθήματα, που θα μας φανούν χρήσιμα για να διορθώσουμε τα λάθη μας. Αλλά με αγάπη, με ανοχή και τρυφερότητα προς εμάς, σαν αυτή που ξέρουμε να δείχνουμε στους άλλους.

Μάθε τον εαυτό σου. Συγχωρέσε τον και αποδέξου τον, στα καλά και στα κακά του.
Γιατί όταν δεν έχεις κανέναν, σου μένει μόνο ο εαυτός σου και με αυτόν, ίσως να μην έχεις γνωριστεί ακόμα.

Μάθε την προσωπική σου αφετηρία

Αποτέλεσμα εικόνας για success confidence quotesΔύο είναι οι πιο σημαντικές μέρες στη ζωή σου: η μέρα που γεννιέσαι και η μέρα που καταλαβαίνεις το λόγο που γεννήθηκες -Mark Twain

Αυτός που θα καταλάβει από νωρίς -ο χρόνος είναι πολύ σχετικός βέβαια- το λόγο ύπαρξής του και μπορέσει να θέσει προτεραιότητα στις επιλογές, τους στόχους και τα όνειρά του, έχει υλοποιήσει το πρώτο βήμα προς την επίτευξή τους.

Εδώ ελλοχεύει ένας κίνδυνος, από τον οποίο δεν ξεφεύγουν πολλοί. Αυτός δεν είναι άλλος, από το να ακολουθείς και να πορεύεσαι σύμφωνα με τα θέλω και τις ζωές των άλλων.

Πως ξεχωρίζεις, αν ο στόχος για τον οποίο πασχίζεις χρόνια είναι καθαρά δική σου επιθυμία/πάθος και όχι κάποιου άλλου; Της κοινωνίας, των γονιών σου, του περίγυρού σου;

Κάνε την εξής ερώτηση στον εαυτό σου: Αν από αύριο δεν είχα τη δυνατότητα να προσπαθώ για τον σκοπό που έχω θέσει, θα με στεναχωρούσε ή θα με ανακούφιζε;

Αν απαντήσεις το πρώτο, μπορείς να ανακουφιστείς. Αν απαντήσεις το δεύτερο, μη στεναχωρηθείς, αλλά αναλογίσου…
  
Γιατί κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου, τους μικρούς καθωσπρεπισμούς και την αστείρευτη ανάγκη σου για επιβράβευση, που θρέφει μόνο το ναρκισσισμό και τη ματαιοδοξία σου;

Θες να φτάσεις, να κατακτήσεις, να ξεπεράσεις τους άλλους και ξεχνάς εσένα, τα δικά σου όρια, τη δική σου πορεία, η οποία τελικά δεν έχει αφετηρία.

Μπερδεύεις στόχους και όνειρα μαζί και μεταφράζεις μια αυτοματοποιημένη ζωή σε προσωπική εξέλιξη και “καριέρα”. Θυσιάζεις τις επιθυμίες σου και αισθάνεσαι ενοχές στη σκέψη και μόνο της πραγματοποίησής τους. Δεν εκφράζεσαι, δεν εκτίθεσαι, δεν αποπλαστικοποιείσαι, δε νιώθεις, δε ζεις.

Η ημέρα που καταλαβαίνεις για τι υπάρχεις, δεν είναι η μέρα που αποφασίζεις αν θα γίνεις δημοσιογράφος, ηθοποιός ή επιχειρηματίας. Είναι εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιείς, ότι το σώμα που περιφέρεις καθημερινά σε κάθε γωνία αυτού του πλανήτη έχει το δικό της νόημα και τη δική της ξεχωριστή αποστολή.

Ποια είναι αυτή; Ιδέα δεν έχω! Η περιέργειά μου, όμως, να μάθω είναι η προσωπική μου αφετηρία.

Η συνεχής αναζήτηση και η απόκτηση εμπειριών, μέσα από λάθος επιλογές προσώπων, καταστάσεων, κινήσεων, οι οποίες μόνο λάθος δε θα μπορούσαν εντέλει να χαρακτηριστούν, είναι η μόνη δίοδος για να μάθεις τι κάνεις ή δε κάνεις σωστά, τι θες ή τι δε θες να ξαναζήσεις και πώς μπορείς να αποφύγεις τυχόν παρανοήσεις και παρερμηνείες στο μέλλον, ώστε να μη νιώσεις δύσκαμπτος και ξένος από σένα.

Το να βρεις τι θες από τη ζωή σου, ποιο είναι το νόημά της σε ένα κόσμο που δε βρίσκεις νόημα, είναι μια διαρκής μάχη με τον εαυτό σου, η οποία, αν το σκεφτείς λίγο διαφορετικά, έχει πλάκα και ενδιαφέρον, ειδικά αν εφοδιάζεσαι με τα κατάλληλα όπλα.

Υπεραναλύουμε, βραχυκυκλώνουμε και κυνηγάμε πεισματικά ανέφικτες οντότητες, δίνουμε χώρο στο επουσιώδες, για να αποφύγουμε την ανάληψη του δικού μας “έργου”.

Εάν, λοιπόν, δε σου αρέσει κάτι στη ζωή που κάνεις, άλλαξέ το, φτιάξε το, διόρθωσέ το, παίξε μαζί του και δες τις προθέσεις του, με σένα να είσαι πάντα ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μην αφήνεις τρίτους ή εν γένει τη ζωή να σε πηγαίνει όπου θέλει, επειδή απλά έχεις κουραστεί να προσπαθείς και περιμένεις να σε σώσει κάτι ως εκ θαύματος.

Ποτέ η προσπάθεια δεν είναι αρκετή, αν δεν έχει κάποιο αποτέλεσμα. Ξεκίνα, λοιπόν, δια της ατόπου απαγωγής να ανακαλύψεις τι δεν θες και αν είσαι αρκετά ειλικρινής με τον εαυτό σου σε αυτά που θα αντικρίσεις και τα εξαλείψεις, οι πιθανότητες να κάνεις μια σταθερή αρχή για να δημιουργήσεις αυτό που δε ξέρεις ακόμα ότι είσαι, είναι με το μέρος σου.

Η αγάπη των άλλων, αντίδοτο στη μοναξιά μας

Η μοναξιά είναι μία υπαρξιακή συνθήκη που συχνά βιώνεται ως κάτι βασανιστικό. Εξαίρεση αποτελούν όσοι έχουν μάθει να απολαμβάνουν την μοναξιά τους και κατά συνέπεια συχνά την επιζητούν και την επιδιώκουν οι ίδιοι. Η πλειοψηφία όμως των ανθρώπων δεν αντέχει την μοναξιά. Νιώθουν απειλητικά, μειονεκτικά, αισθάνονται ένα αδιέξοδο…

Αντίδοτο στη μοναξιά είναι η ανθρώπινη σύνδεση, η επαφή μας με τους άλλους ανθρώπους. Απ’ όλα τα ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, αυτό που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η επικοινωνία, η συντροφικότητα και εν τέλει η αγάπη. Η ανάγκη μας να αγαπάμε και να αγαπηθούμε είναι κάτι περισσότερο από ζωτικής σημασίας. Είναι μία βαθιά υπαρξιακή συνισταμένη για μία καλύτερη ζωή. Ένα απαραίτητο συστατικό ριζωμένο στους βαθύτερους κώδικες της ανθρώπινης ύπαρξης… Χωρίς τους άλλους, χωρίς την αγάπη των Άλλων, χωρίς την επαφή και την επικοινωνία μαζί τους η ζωή χάνει την νοστιμάδα της.

Πολλές φορές όμως για αρκετούς ανθρώπους μοιάζει δύσκολη αυτή η σύνδεση, κάποιες φορές ακατόρθωτη. Υπάρχουν δυσκολίες που τους εμποδίζουν να κάνουν το πρώτο βήμα ή να διατηρήσουν με επιτυχία μία σχέση ακόμη και αν καταφέρουν να την βρουν αρχικά. Συχνά αναρωτιούνται «τι φταίει» και ψάχνοντας για απαντήσεις καταλήγουν σε παραμέτρους μάλλον επιφανειακές: Η εξωτερική εμφάνιση, η δημοφιλία, η οικονομική ευμάρεια, είναι τα πρώτα που σκεφτόμαστε ότι χρειάζεται κανείς ως απαραίτητα εφόδια για να είναι επιθυμητός και ικανός να συνάψει μία καλή σχέση… Είναι όμως έτσι;

Χωρίς καθόλου να θέλουμε να υποτιμήσουμε τους παραπάνω παράγοντες θα πρέπει με σθένος και αποφασιστικότητα να πούμε ότι ούτε απαραίτητοι ούτε αρκετοί είναι για να φέρουν την προσωπική ευτυχία. Και ίσως τελικά τα πράγματα είναι πιο απλά. Ίσως ο δρόμος για να νιώσουμε καλύτερα δεν είναι (μόνο) ούτε ο πλούτος, ούτε τα like, ούτε τα λούσα. Ίσως ο δρόμος είναι η προσωπική αναγνώριση της αξίας μας, ότι αξίζει ο καθένας, η αναγνώριση αυτού που πραγματικά είμαστε, με τα θετικά και τα αρνητικά μας, η αποδοχή εντέλει και η αγάπη του εαυτού μας.

Ο δρόμος για να αγαπηθούμε από έναν άλλον, περνάει μέσα από την αποδοχή και την αγάπη του εαυτού μας από εμάς τους ίδιους. Τότε πραγματικά λάμπουμε, τότε ακτινοβολούμε αισιοδοξία και αυτό είναι απολύτως θελκτικό στα μάτια των άλλων. Ούτε ωραία ρούχα, ούτε ακριβά αυτοκίνητα, ούτε χιλιάδες φίλοι στα social media. Αρκεί και μόνο να βρούμε τον τρόπο να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Σιωπηλά, χαμηλόφωνα, ήπια… Με τον δικό του τρόπο ο καθένας, αρκεί να το κάνει. Αυτός είναι ο πιο σύντομος δρόμος για την αγάπη των άλλων, το αντίδοτο στη μοναξιά μας

Πρωταρχικός ναρκισσισμός και ο ναρκισσισμός του παράφρονα

Ας ξεκινήσουμε την περιγραφή του ναρκισσισμού με δύο ακραία παραδείγματα: τον «πρωταρχικό ναρκισσισμό» του νεογέννητου και τον ναρκισσισμό του παράφρονα.

Το βρέφος δεν σχετίζεται ακόμα με τον εξωτερικό κόσμο (στη φροϋδική ορολογία η λίμπιντό του δεν έχει φτάσει ακόμα στην κάθεξη των εξωτερικών αντικειμένων). Ένας άλλος τρόπος να το θέσουμε είναι να πούμε ότι ο εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει για το νεογέννητο, και αυτό στο βαθμό που δεν είναι ικανό να διακρίνει μεταξύ του «Εγώ» και του «όχι Εγώ».

Επίσης, μπορούμε να πούμε ότι το νεογέννητο δεν «ενδιαφέρεται» (interested, από το λατινικό ρήμα interesse = εν-υπάρχω) για τον εξωτερικό κόσμο. Η μόνη πραγματικότητα που υπάρχει για το βρέφος είναι ο εαυτός του: το σώμα, η φυσική αίσθηση του κρύου και της ζέστης, η δίψα, η ανάγκη του για ύπνο και σωματική επαφή.

Ο παράφρων βρίσκεται σε μια κατάσταση που ουσιαστικά δεν διαφέρει από εκείνη του νεογέννητου. Ωστόσο, ενώ για το νεογέννητο ο εξωτερικός κόσμος δεν έχει ακόμα αναφανεί ως πραγματικός, για τον παράφρονα έχει πάψει να είναι αληθινός. Στην περίπτωση των παραισθήσεων, για παράδειγμα, οι αισθήσεις έχουν χάσει τη λειτουργία καταγραφής εξωτερικών συμβάντων – καταγράφουν υποκειμενικές εμπειρίες σύμφωνα με κατηγορίες αισθητηριακής αντίδρασης σε εξωτερικά αντικείμενα.

Στην παρανοϊκή παράκρουση επενεργεί ο ίδιος μηχανισμός. Ο φόβος ή η υποψία, για παράδειγμα, που είναι υποκειμενικά συναισθήματα, αντικειμενικοποιούνται κατά τρόπο που το παρανοϊκό άτομο είναι πεπεισμένο ότι οι άλλοι συνωμοτούν εναντίον του. Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά με το νευρωτικό άτομο: το τελευταίο μπορεί να φοβάται συνεχώς ότι το μισούν, ότι βρίσκεται υπό διωγμό και ούτω καθεξής, αλλά έχει ακόμη επίγνωση ότι αυτό είναι κάτι που φοβάται. Για το παρανοϊκό άτομο ο φόβος έχει μεταμορφωθεί σε γεγονός.

Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα ναρκισσισμού που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ λογικής και παραφροσύνης συναντάμε σε ορισμένα άτομα που έχουν αποκτήσει υπερβολική δύναμη. Οι Φαραώ της Αιγύπτου, οι Καίσαρες της Ρώμης, οι Βοργίες, ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Τρουχίλιο – παρουσιάζουν όλοι παρόμοια γνωρίσματα. Έχουν αποκτήσει απόλυτη εξουσία.

Ο λόγος τους είναι ο τελικός κριτής των πάντων, ακόμη και της ζωής και του θανάτου. Και δεν φαίνεται να υπάρχει όριο στην ικανότητά τους να κάνουν ό,τι επιθυμούν. Είναι θεοί που τους περιορίζει μόνο η ασθένεια, τα γηρατειά και ο θάνατος. Προσπαθούν να βρουν λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Προσπαθούν να προσποιηθούν πως δεν υπάρχει όριο στη λαγνεία και την εξουσία τους, και έτσι κοιμούνται με αμέτρητες γυναίκες, σκοτώνουν αμέτρητους άντρες, χτίζουν παντού κάστρα, «θέλουν τη σελήνη», «θέλουν το αδύνατο».

Αυτό αποτελεί παραφροσύνη, παρότι συνιστά μια προσπάθεια να επιλύσει κανείς το πρόβλημα της ύπαρξης προσποιούμενος ότι δεν είναι άνθρωπος. Είναι μια παραφροσύνη που τείνει να εξελίσσεται κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου που έχει προσβάλει. Όσο περισσότερο προσπαθεί να γίνει θεός, τόσο περισσότερο απομονώνεται από την ανθρώπινη φυλή. Αυτή η απομόνωση του προκαλεί μεγαλύτερο φόβο, όλοι γίνονται εχθροί του και προκειμένου να αντέξει το φόβο που ακολουθεί, πρέπει να αυξήσει τη δύναμη, τη στυγνότητα και το ναρκισσισμό του.

Αυτή η καισαρική παραφροσύνη θα ήταν καθαρή τρέλα αν δεν υπήρχε ένας παράγοντας : μέσω της δύναμής του ο Καίσαρας έχει υποτάξει την πραγματικότητα στις ναρκισσιστικές φαντασιώσεις του. Έχει αναγκάσει τους πάντες να συμφωνήσουν ότι είναι θεός, ο ισχυρότερος και σοφότερος όλων – έτσι η μεγαλομανία του φαίνεται λογικό συναίσθημα.

Από την άλλη, πολλοί θα τον μισήσουν και θα προσπαθήσουν να τον ανατρέψουν και να τον σκοτώσουν – έτσι οι παθολογικές υποψίες του στηρίζονται κι αυτές σε ένα πυρήνα πραγματικότητας. Ως αποτέλεσμα δεν αισθάνεται αποκομμένος από την πραγματικότητα – έτσι μπορεί να διατηρήσει ένα ίχνος λογικής, αν και παραμένει πάντα σε επισφαλή κατάσταση.

Η ψύχωση συνιστά μια κατάσταση απόλυτου ναρκισσισμού, στην οποία το άτομο έχει διαρρήξει κάθε σύνδεση με την εξωτερική πραγματικότητα και έχει μετατρέψει τον εαυτό του σε υποκατάστατό της. Έχει γεμίσει ολοκληρωτικά από τον εαυτό του, έχει γίνει ο «θεός και ο κόσμος» για τον εαυτό του. Με αυτή ακριβώς την ιδέα άνοιξε για πρώτη φορά ο Φρόιντ τον δρόμο για τη δυναμική κατανόηση της φύσης της ψύχωσης.

Erich Fromm, «Η καρδιά του ανθρώπου»

ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Η ιστορία της κινεζικής φιλοσοφίας χωρίζεται σε τρεις περιόδους, την κλασική, που διήρκησε από τον 6ο μέχρι το 2ο αιώνα π.Χ. (τους τέσσερις τελευταίους αιώνες της δυναστείας των Ζου, τη μεσαιωνική, η οποία κράτησε μέχρι τον 110 αιώνα μ.Χ. (καλύπτοντας τη δυναστεία των Τσιν και των Χαν, την περίοδο των έξι δυναστειών, τις δυναστείες των Σούι και των Τάνγκ, την περίοδο των πέντε δυναστειών και τις αρχές της δυναστείας των Σονγκ), και τη σύγχρονη περίοδο (η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της δυναστείας των Σονγκ, τις δυναστείες των Γιουάν, των Μινγκ και των Μαντσού, καθώς και τη σύγχρονη περίοδο, κατά την οποία δεν υπάρχουν δυναστείες).

Η κλασική εποχή ήταν μια περίοδος ταραχών και αναστατώσεων, καθώς η δυναστεία των Ζου είχε εισέλθει σε μια βασανιστικά αργή, επίπονη και συχνά βίαιη διαδικασία αποσύνθεσης. Την εποχή αυτή έζησαν ο Κομφούκιος, ο Μο-τσι, ο Μέγκιος, ο Χον Φέι-τσι και ο Λάο-τσε. Τα τέσσερα μεγάλα συστήματα της κινεζικής σκέψης έχουν την καταγωγή τους στην περίοδο αυτή. Ο Κομφούκιος έθεσε τις βάσεις ενός ηθικού και πολιτικού συστήματος, του κομφουκιανισμού, το οποίο περίπου διακόσια χρόνια αργότερα ο Μέγκιος το ανέπτυξε ακόμα περισσότερο, προσπαθώντας ολόκληρη τη ζωή του να εισαγάγει τη θεωρία του Κομφούκιου στην καρδιά της κινεζικής κυβέρνησης. Την ίδια περίπου εποχή εμφανίστηκε ένα ακόμα πιο μυστικιστικό σύστημα (αν και εξίσου φυσιοκρατικό), το σύστημα του ντοϊσμού ή ταοϊσμού, το οποίο αποδίδεται στο μυστικιστή φιλόσοσφο Λάο-τσε. Πάντως, το βιβλίο που φέρει το όνομά του δε γράφτηκε πριν το 300 π.Χ. το θεωρητικό αυτό σύστημα αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο από τον Ζουάνγκ-τσι, του οποίου το ομώνυμο βιβλίο παρέχει ένα μείγμα επιχειρημάτων και ανεκδότων σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τη βασική θέση του ταοϊσμού σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι φυσικό είναι καλό και όσο μικρότερη κυβέρνηση έχουμε τόσο το καλύτερο. Το βιβλίο αυτό παρουσιάζει τον Κομφούκιο ως ταοϊστή. Ο Μο-τσι ανέπτυξε την έννοια του οικουμενικού έρωτα και την άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος για να εξελιχτεί και να προοδεύσει μια κοινωνία είναι η εξασφάλιση του συμφέροντος του συνόλου. Ίδρυσε μάλιστα μια κοινότητα η οποία ακολουθώντας τις βασικές γραμμές της θεωρίας του, έγινε οικονομικά και στρατιωτικά ανεξάρτητη.

Τελικά στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. έκανε την εμφάνισή του ένα καινούριο σύστημα σκέψης, το οποίο απέρριπτε την οφελή και υπεραισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση που χαρακτήριζε τις υπόλοιπες σχολές. Η θεωρία αυτή ονομάστηκε λεγκαλισμός και ο κυριότερος εκπρόσωπός του ήταν ένας φιλόσοφος που έζησε τον 3ο αιώνα π.Χ. και λεγόταν Χαν Φέι-τσι. Σύμφωνα με το λεγκαλισμό οι άνθρωποι είναι κατά βάση κακοί και για να πειθαρχήσουν πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα αυστηρών νόμων και ποινών. Συνέπεια της φιλοσοφίας αυτής είναι μια πολιτική θεωρία που συγγενεύει με τον ολοκληρωτισμό και άσκησε μεγάλη επίδραση στην κινεζική πολιτική για αιώνες.

ΑΡΕΤΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Μιλώντας πολύ απλά, θα λέγαμε ότι ο κομφουκιανισμός και ο μοϊσμός υποστηρίζουν την άποψη ότι ο νόμος πρέπει να στηρίζεται στην αρετή (η ανθρώπινη φύση είναι ουσιαστικά καλή) ο λεγκαλισμός θεωρεί ότι ο νόμος πρέπει να είναι αυστηρός και να επιβάλλονται σκληρές ποινές, ενώ ο ταοϊσμός δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα ζητήματα αυτά και, ενίοτε, υποστηρίζει το μοναχισμό και την απόσυρση από την κοινωνία.

Εκ πρώτης όψεως, η κινεζική φιλοσοφία εμφανίζεται να ασχολείται κυρίως με κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Ωστόσο, υπήρξαν πολλοί στοχαστές που ασχολήθηκαν με τα ζητήματα της λογικής (οι Μοϊστές ιδιαίτερα καλλιέργησαν πολύ τη λογική, αν και το έργο τους δεν εκτιμήθηκε τόσο από τους άλλους φιλοσόφους) και της μεταφυσικής (παρ’ ότι οι θέσεις τους είχαν δεχτεί έντονες επιρροές από μυστικιστικές και θρησκευτικές τάσεις ανάλογες εκείνων του Πυθαγόρα του Σάμιου).

Δύο ακόμα σχολές πρέπει να αναφερθούν εδώ, οι οποίες αν και θεωρούνται ελάσσονος σημασίας, παρουσιάζουν σχετικό ενδιαφέρον. Η Σχολή Γιν-Γιανγκ διαμόρφωσε μια κοσμολογική θεωρία και μια φιλοσοφία της ιστορίας, οι οποίες θεμελιώθηκαν πάνω στο θεωρητικό σχήμα των Πέντε Δυνάμεων που αντιστοιχούσαν στα πέντε βασικά «στοιχεία», το νερό, τη φωτιά, το ξύλο, το μέταλλο και τη γη. Παράλληλα με τη σχολή αυτή, αναπτύχθηκε και εκείνη του Γι Τζινγκ ή Σχολή των Ονομάτων. Η σχολή αυτή επικέντρωσε το ενδιαφέρον της σε γλωσσολογικά κυρίως ζητήματα. Δυστυχώς, ελάχιστα γραπτά των διαφόρων εκπροσώπων της έχουν διασωθεί, ενώ γενικά οι υπόλοιποι φιλόσοφοι δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα μαζί της.

Η ιστορία της φιλοσοφίας στην Κίνα μετά την κλασική εποχή είναι περισσότερο μια προσπάθεια αφενός παγίωσης και σχολιασμού των μεγάλων συστημάτων του παρελθόντος (ιδιαίτερα του κομφουκιανισμού) και αφετέρου εισαγωγής ξένων θεωριών και αντιλήψεων παρά προσπάθεια δημιουργίας πρωτότυπης και αυθεντικής θεωρητικής σκέψης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν παράγονται σημαντικά και ενδιαφέροντα φιλοσοφικά έργα- δείτε για παράδειγμα τα λήμματα που αναφέρονται στο μεσαιωνικό φιλόσοφο Γουάνγκ Τσονγκ καθώς και στους σύγχρονους φιλοσόφους Τζου Σι και Γουάνγκ φου-τσι.

Προσομοίωση στρεβλωμένου χωροχρόνου γύρω από συγκρουόμενες μαύρες τρύπες από το LIGO

blackholes-colliderΜια προσομοίωση που δείχνει τη στρέβλωση του χωροχρόνου γύρω από δύο συγκρουόμενες μαύρες τρύπες, οι οποίες παρατηρήθηκαν από το παρατηρητήριο LIGO στις 14 Σεπτεμβρίου, 2015.. Το LIGO ανίχνευσε βαρυτικά κύματα που δημιουργήθηκαν από την συγχώνευση τους – και που η ανθρωπότητα για πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τα κύματα βαρύτητας και τις συγκρούσεις μαύρων οπών. Τα βαρυτικά κύματα είναι κυματισμοί στον ιστό του χωροχρόνου. 
 
Η σύγκρουση και οι άγριες ​​ταλαντώσεις αποτελούν μια «καταιγίδα» στον ιστό του χώρου και του χρόνου, μία εξαιρετικά ισχυρή, αλλά σύντομη καταιγίδα. Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, η ισχύς που εξέρχεται από τα βαρυτικά κύματα είναι πολύ μεγαλύτερη από τη φωτεινότητα όλων των άστρων μαζί στο δικό μας σύμπαν. Με άλλα λόγια, αυτή η σύγκρουση των δύο μαύρων οπών που κάθε μία έχει το μέγεθος μιας μεγάλης πόλης στη Γη, είναι η πιο ισχυρή έκρηξη που οι αστρονόμοι έχουν δει ποτέ, εκτός από τη γέννηση του σύμπαντος μας στο Big Bang.
 
Η έγχρωμη επιφάνεια είναι ο χώρος του σύμπαντος μας, όπως φαίνεται από ένα υποθετικό, επίπεδο, υψηλότερων διαστάσεων σύμπαν, στο οποίο είναι ενσωματωμένο το δικό μας σύμπαν. Το σύμπαν μας μοιάζει με ένα στρεβλό δισδιάστατο φύλλο, επειδή μία από τις τρεις διαστάσεις του χώρου του έχει αφαιρεθεί. Γύρω από κάθε μαύρη τρύπα, ο χώρος κάμπτεται προς τα κάτω σε ένα σχήμα χοάνης, μια στρέβλωση που παράγεται από την τεράστια μάζα της μαύρης τρύπας.
 
Κοντά στις μαύρες τρύπες, τα χρώματα απεικονίζουν το ρυθμό με τον οποίο ρέει ο χρόνος. Στις πράσινες περιοχές έξω από τις οπές, ο χρόνος ρέει στον κανονικό ρυθμό του. Στις κίτρινες περιφέρειες, επιβραδύνεται κατά 20 ή 30 τοις εκατό. Στις κόκκινες περιοχές, ο χρόνος επιβραδύνεται εξαιρετικά. Μακριά από τις τρύπες, οι μπλε και μοβ λωρίδες απεικονίζουν τα εξερχόμενα κύματα βαρύτητας, που παράγονται από την τροχιακή κίνηση και σύγκρουση των μαύρων οπών.
 
Ο χώρος του σύμπαντος μας, όπως φαίνεται από το υποθετικό υψηλότερων διαστάσεων σύμπαν, σύρεται σε κίνηση από την τροχιακή κίνηση των μαύρων οπών, και από τη βαρύτητα τους και από το σπιν τους. Αυτή η κίνηση του χώρου απεικονίζεται από τα ασημί βέλη και αναγκάζει το επίπεδο της τροχιάς να κάνει την μετάπτωση σταδιακά, όπως φαίνεται στο βίντεο.
 
Άνω αριστερά είναι ο χρόνος, όπως μετράται από ένα υποθετικό πρόσωπο κοντά στις μαύρες τρύπες (αλλά όχι τόσο κοντά που να είναι ο χρόνος στρεβλωμένος). Το κάτω τμήμα της ταινίας δείχνει την κυματομορφή, ή το σχήμα του κύματος, των εκπεμπόμενων κυμάτων βαρύτητας.
 
Τα κύματα βαρύτητας μεταφέρουν ενέργεια, αναγκάζοντας τις μαύρες τρύπες να κινούνται σπειροειδώς προς τα μέσα και να συγκρούονται. Η ταινία μεταβαίνει σε αργή κίνηση όσο πλησιάζει η σύγκρουση, και διακόπτεται στη στιγμή που οι επιφάνειες των μαύρων οπών (οι  “ορίζοντές” τους) αγγίζουν η μία την άλλη. Στην παύση, ο χώρος είναι πάρα πολύ παραμορφωμένος. Μετά την παύση, και πάλι βλέπουμε σε αργή κίνηση, τα σχήματα του χώρου και του χρόνου να ταλαντώνονται για λίγο, αλλά άγρια, και στη συνέχεια να βρεθούν σε μια κατάσταση ηρεμίας αλλά μιας νέας μαύρης τρύπας. Επιστρέφοντας στην γρήγορη κίνηση, βλέπουμε τα βαρυτικά κύματα από τη σύγκρουση, να διαδίδονται έξω στο σύμπαν.
 
 

Αισχύλος

Ο Αισχύλος υπήρξε ο μεγαλύτερος τραγικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδας και του κόσμου όλων των εποχών. Ήταν γιος του Ευφορίωνος, ιερέως της Ελευσίνας που ανήκε σε παλιά μεγάλη οικογένεια. Νέος ακόμα έζησε την εποχή που οι Αθηναίοι νικήσαν τους Πέρσες στον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα. Σύμφωνα με τη Σούδα έγραψε 90 τραγωδίες και σατυρικά δράματα και κατά τον βιογράφο του κέρδισε 13 πρώτες νίκες, χωρίς να υπολογίζονται εκείνες που πήρε μετά τον θάνατό του. Απ’ τις τραγωδίες του σωθήκαν 7: Ικέτιδες, Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Οι τρεις τελευταίες αποτελούν την τριλογία Ορέστεια. Ο Αισχύλος πρόσθεσε τη δράση στο λυρικό χορικό και καθιέρωσε τον δεύτερο υποκριτή, ενώ στη μουσική διατήρησε τον Δωρικό τρόπο. Τα έργα του, παρόλο που έχουν απλή και φυσική πλοκή, καταπλήσσουν με την πρωτότυπη εφευρετικότητα του ποιητή, τη δυνατή του φαντασία, το βάθος του θρησκευτικού του συναισθήματος και τη μουσικότητα των στίχων του. Ο Αισχύλος πέθανε στη Γέλα της Σικελίας, όπου είχε πάει μετά από πρόσκληση του τυράννου των Συρακουσών Ιέρωνος.

Δυο λόγια για την "Ορέστεια"
Είναι σχεδόν γενικά παραδεδεγμένο σήμερα, ότι ο Αισχύλος ξεκίνησε από λόγους κυρίως πολιτικούς για ν' ανεβάσει στη σκηνή, το 458 π.Χ., την Τριλογία Ορέστεια, της οποίας βάση είναι ο μύθος του Ορέστη. Ανάμεσα στις μεγάλες δίκες που δικαστήκαν πάνω στον αττικό λόφο, του Αρείου Πάγου, αναφερόταν απ' την παράδοση κι η δίκη του μητροκτόνου Ορέστη. Εκεί, χάρη στην επέμβαση της Αθηνάς, ο μητροκτόνος κηρύχθηκε όχι αθώος, αλλά ελεύθερος απ' τον φόνο. Χάρη του σκοπού, που επεδίωκε ο ποιητής, εισάγει στον μύθο μια μικρή καινοτομία : παριστάνει τον "Άρειο Πάγο" να έχει συσταθεί τότε για πρώτη φορά απ' την Αθηνά κι αποκλειστικά για να δικάσει τον Ορέστη κι απ' αυτό παίρνει αφορμή να εξάρει τη θεϊκή αρχή και τη σπουδαιότητα του ανωτάτου αυτού δικαστηρίου ή μάλλον πολιτικού Σώματος, το οποίο απ' την εποχή των Μηδικών είχε συγκέντρωση στα χέρια του την ανώτατη διοίκηση της Αθηναϊκής πολιτείας, που όμως τελευταία, το 458 π.Χ.,κινδύνευε να χάσει και τα τελευταία του πολιτικά προνόμια, κάτω απ' τ' αμείλικτα πλήγματα της δημοκρατικής μερίδας, της οποίας ηγείτο ο Περικλής. Συγχρόνως ο ποιητής στο πρόσωπο του Ορέστη παίρνει αφορμή να πανηγυρίσει μ' όλη την πόλη τη συμμαχία που έγινε κείνη την εποχή ανάμεσα στην Αθήνα και το Άργούς, με την οποία εγκαινιαζόταν η νέα, αντίθετη του φιλολάκωνα κι αριστοκρατικού Κίμωνα, εξωτερική πολιτική του Περικλή, που αποσκοπούσε στην ηγεμονία των Αθηνών σ' όλη την Ελλάδα με την ταπείνωση της Σπάρτης.

Εννοείται ότι οι λοιπές μεταβολές που επέφερε ο ποιητής στον μύθο, δεν υπαγορευτήκαν από πολιτικούς λόγους, αλλ' απ' τη σύγκρούση της παλιάς δωρικής παράδοσης προς το αττικό πνεύμα. Ο νόμος του αίματος, το δίκιο των νεκρών (στο οποίο κατά τη δωρική παράδοση επιβάλλει σιγή η βίαιη παρέμβαση του Απόλλωνα που αποκρούει τις Ερινύες με τα βέλη του) ήσαν πράγματα πολύ σεβαστά για τον Αττικό του 5ου π.Χ. αιώνα, ώστε έτσι να ικανοποιείται μ' αυτή τη λύση. Στον Αισχύλο το έγκλημα του Ορέστη δεν δικαιολογείται, δεν αθωώνεται. Ο μητροκτόνος απλώς παίρνει χάρη, με την επέμβάση της Αθηνάς, η οποία αντιπροσωπεύει το πιο ανθρώπινο συναίσθημα της επιείκειας.
Οι τραγωδίες που αποτελούν την τριλογία είναι:

1. Αγαμέμνων
2. Χοηφόροι
3. Ευμενίδες (η πιο ανεξάρτητη απ' την όλη ενότητα, ώστε μπορεί να παίζεται ξεχωριστά)

Αγαμέμνων (458 π.Χ.)
Ο Αγαμέμνων που είναι το πρώτο δράμα της τριλογίας Ορέστεια, είναι το δράμα μιας συνταρακτικής αγωνίας που μεγαλώνει απ’ τη μια σκηνή στην άλλη. Στο κέντρο του δράματος, τη στιγμή που περιμένουμε να φανεί ο νικητής βασιλιάς, ο ποιητής εκφράζει - με το στόμα βέβαια του Χορού - καθαρά και συγκεκριμένα τη σκέψη του. Ο Αγαμέμνων δεν είναι το θύμα ζηλότυπων θεών. Η ευτυχία δεν φέρνει αναγκαστικά τη συμφορά. Η δυστυχία είναι πάντα το παιδί του εγκλήματος. Είναι μια δίκαιη κι αναπόφευκτη τιμωρία. Στο άδικο γένος η παλιά αμαρτία γεννάει μια νέα αμαρτία. Ο Χορός των γερόντων λέει:

όμως στα πάντα δίνει τέλος σωστό η δικαιοσύνη!

Η λέξη δικαιοσύνη διαφωτίζει όλη τη συνέχεια του δράματος. Με την είσοδο του Αγαμέμνονα και την προφητική φωνή της Κασσάνδρας η τραγωδία αγγίζει το δραματικότερο σημείο του πάθους. Η ατμόσφαιρα γεμίζει από φόβο. Σε λίγο ακούγονται οι κραυγές του Αγαμέμνονα που σφάζεται. Η Κλυταιμνήστρα όρθια μπροστά στα ματωμένα πτώματα του βασιλιά και της Κασσάνδρας αντιμετωπίζει με περιφρόνηση τον Χορό και καυχιέται για το έγκλημά της. Οι Ερινύες όμως που την ακούν, την οικτίρουν. Τα γεγονότα θ’ ακολουθήσουν τον δρόμο τους. Η δολοφονία του Αγαμέμνονα θα έχει τις συνέπειές της.

Χοηφόροι (458 π.Χ.))
Το καινούργιο έγκλημα θέλει καινούργια πληρωμή. Αυτό φαίνεται καθαρά απ’ τα πρώτα λόγια του χορικού που λένε οι Χοηφόρες, οι γυναίκες που φέρνουν προσφορές στον τάφο του νεκρού Αγαμέμνονα. Η ίδια η Κλυταιμνήστρα διέταξε αυτές τις προσφορές και τώρα τα κορίτσια μ’ επικεφαλής την Ηλέκτρα προχωρούν προς τον τάφο που δίπλα του έχει κρυφτεί ο Ορέστης ο οποίος γύρισε πίσω στον τόπο του. Γίνεται η αναγνώριση των αδερφών κι ο Ορέστης αποφασίζει το φονικό σχέδιο θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Έτσι πέφτει νεκρός ο Αίγισθος, στο τέλος πέφτει νεκρή κι η Κλυταιμνήστρα. Και σ’ αυτού του έργου το τέλος, όπως και στον Αγαμέμνονα, ο φονιάς στέκεται πάνω απ’ τα πτώματα των δυο θυμάτων του. Όμως ενώ ακόμα ο Ορέστης κάνει τον απολογισμό του, τον αρπάζει η τρέλα (μανία) φέρνοντάς τον έξω απ’ τη σκηνή αναζητώντας τη λύτρωση με τη βοήθεια ενός θεού. Οι Χοηφόρες είναι το δεύτερο δράμα της Ορέστειας. Ο Χορός στο τέλος του δράματος, απαριθμεί τα τρία φοβερά εγκλήματα που σημαδέψαν την οικογένεια των Ατρειδών:

1. Την παιδοκτονία του Θυέστη
2. Τον φόνο του Αγαμέμνονα
3. Τη σφαγή της Κλυταιμνήστρας

 Κι αναρωτιέται ως που θα τραβήξει η κατάρα που χτυπάει χρόνια τώρα, το τραγικό παλάτι κι αν θα εξευμενιστεί η πικρή οργή που καταδιώκει τον άθλιο μητροκτόνο !

Ευμενίδες (458 π.Χ.)
Στις Ευμενίδες που είναι η Τρίτη τραγωδία κι αποτελεί την Κάθαρση, οι φοβερές μορφές των Ερινυών, που καταδιώκουν τον Ορέστη, αποτελούν τον Χορό. Η σκηνή με την οποίαν ανοίγει το έργο τις δείχνει αποκαμωμένες, κοιμισμένες, αφού κυνηγήσαν τον Ορέστη ως το ιερό των Δελφών. Εδώ όμως παρουσιάζεται ο Απόλλων κι υπόσχεται τη συμπαράστασή του στον καταδιωκόμενο. Έτσι του παρέχεται ασφαλής συνοδεία ως την Ακρόπολη της Αθήνας, όπου θα βρει δικαστές να δικάσουν την περίπτωσή του (μια απ’ τις σπάνιες αλλαγές σκηνικού χώρου). Εκεί γίνεται μια τυπική δίκη. Η κορυφαία του Χορού απαγγέλλει την κατηγορία μπροστά στους Αθηναίους που έχουν συγκεντρωθεί. Ο ίδιος ο Απόλλων υπερασπίζεται τον Ορέστη κι η Αθηνά αποφασίζει υπέρ του Ορέστη. Την ίδια στιγμή η κρίση αυτή βρίσκει τη θέση της στη σύγχρονη αθηναϊκή ιστορία : λίγο πριν, το 462 π.Χ. με μια μεταβολή του πολιτεύματος, αποφασίστηκε η μεταφορά στον Άρειο Πάγο της δικαιοπραξίας των φονικών ζητημάτων. Έτσι βλέπουμε ότι ο μητροκτόνος Ορέστης δικάζεται από έναν Άρειο Πάγο που δεν υπήρχε στον καιρό του. Τα πνεύματα της εκδίκησης εξευμενίζονται και σαν Ευμενίδες (καλόγνωμες) πια θεές θα έχουν στην Αθήνα έναν τόπο λατρείας τους στο εσωτερικό της πόλης.

Ικέτιδες (467-458 π.Χ.)
Οι Ικέτιδες είναι η αρχαιότερη τραγωδία του Αισχύλου. Το συμπέρασμα αυτό βγαίνει απ’ το γεγονός ότι ο ρόλος του Χορού είναι κυρίαρχος και τα διαλογικά μέρη είναι μικρά σ’ έκταση, δηλαδή είναι ένα δείγμα της πιο παλιάς μορφής του ποιητή που εξαφανίστηκε και που ο πραγματικός Πρωταγωνιστής είναι ο Χορός (πριν το 472 π.Χ.). Αυτή όμως την άποψη νεότεροι μελετητές δεν τη δεχτήκαν κι έτσι η χρονολογική τοποθέτηση του δράματος αμφισβητείται. Η τραγωδία αυτή πήρε τ’ όνομά της απ’ τον Χορό των Δαναΐδων (κόρες του Δαναού) που διωκόμενες απ’ τους γιους του Αιγύπτου, ζητάν να βρουν άσυλο στο Άργος, σαν Ικέτιδες κοντά στον βασιλιά της πόλης Πελασγό που τις δέχεται παρά τις διαμαρτυρίες εκείνων που τις καταδιώκουν. Σ’ αυτή την τραγωδία καθώς και στους Πέρσες, ο ποιητής απεικονίζει τον πολιτισμό των Ελλήνων σ’ αντίθεση προς τη βία των βαρβάρων της Ασίας και της Αφρικής των οποίων η θρασύτητα έχει υπερβεί τα όρια.

Πέρσαι (472 π.Χ.)
Οι Πέρσαι είναι όπως κι οι Ικέτιδες μια λυρική τραγωδία που έγραψε ο ποιητής στα 50 του χρόνια για να εξυμνήσει τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι είναι το πιο παλιό του δράμα. Η τραγωδία διαδραματίζεται στα Σούσα όπου φτάνει ο Άγγελος απ’ την Ελλάδα και διηγείται στη βασίλισσα Άτοσσα, τη μητέρα του βασιλιά και τον Χορό που αποτελείται απ’ τους πιο επιφανείς γέροντες του Περσικού Κράτους, την ήττα του πολυάριθμου στρατού. Στο τέλος παρουσιάζεται κι ο ίδιος ο Ξέρξης ντυμένος με κουρέλια, χωρίς συνοδούς, θλιμμένος, αλλόφρονας, ταπεινωμένος, τελείως διαφορετικός από τότε που ξεκίνησε να θρηνεί παράφορα την ήττα. Το τέλος της τραγωδίας αποτελεί Κομμός που μαζί με τον Χορό φανερώνει την απόγνωση του καταρρακωμένου βασιλιά. Το εθνικό πνεύμα που εκπέμπει όλο το δράμα κι η ολοζώντανη περιγραφή του Πέρση Αγγέλου της ελληνικής νίκης, συγκινούν την ψυχή των Ελλήνων κι εξάπτουν το αίσθημα της φιλοτιμίας τους. Την κύρια έννοια της τραγωδίας, δηλαδή την τιμωρία της ύβρεως του Ξέρξη και των Περσών εκφράζει ο ποιητής με τους στίχους:

Ζευς τοι κολαστης των υπερκοπων αγαν Φρονηματων επεστην, ευθυνος βαρθς (473).

Επτά επί Θήβας (467 π.Χ.)
Στους Επτά επί Θήβας (το μεστόν Άρεως δράμα) φανερώνεται όλος ο ενθουσιασμός του ποιητή για τον πόλεμο που γίνεται για την υπεράσπιση της πατρίδας του, και την πρόοδο της δραματικής του τέχνης. Ήρωας στους Επτά επί Θήβας είναι ο Ετεοκλής που εμψυχώνει τον στρατό για την άμυνα της πόλης κατά του εχθρού έτσι που οι επτά στρατηγοί πέφτουν πάνω στα τείχη της πόλης σαν μαθητευόμενοι Γίγαντες. Το αποκορύφωμα του δράματος είναι η σύγκρουση κι ο αλληλοσκοτωμός των δυο αδερφών. Η δύναμη της Ερινύας (η κατάρα του πατέρα) φέρνει μ’ αυτό τον αλληλοσκοτωμό τον όλεθρο όλου του γένους των Λαβδακιδών και περιέχει την κύρια έννοια της τραγωδίας. Το τέλος του έργου είναι αμφισβητούμενο γιατί πιθανόν ν’ άλλαξε με την ευκαιρία μιας μεταγενέστερης επαναδιδασκαλίας. Τη γνώμη του ποιητή για τους συγχρόνους του πολιτικούς φανερώνουν οι στίχοι του που λέγονται για τον Αμφιάραο και υπαινίσσονται τον Αριστείδη:

ου γαρ δοκεῖν αριστος, αλλ’ ειναι θέλει
βαθειαν αλοκα δια φρενος καρπουμενος,
αφ’ ης τα κεδνα βλαστανει βουλευματα (592).

Προμηθεύς Δεσμώτης (470 π.Χ.)
Ο Προμηθεύς Δεσμώτης ήταν η μέση τραγωδία μιας τριλογίας της οποίας η πρώτη ήταν ο Προμηθεύς Πυρφόρος κι η τρίτη ο Προμηθεύς Λυόμενος. Στην πρώτη τραγωδία, ο Προμηθεύς παρά τη θέληση του Δία έκλεψε απ’ τον ουρανό τη φωτιά και την έφερε στους ανθρώπους, κινώντας έτσι την οργή του υπέρτατου θεού. Για τον λόγο αυτό στη δεύτερη τραγωδία, με προσταγή του Δία ο Ήφαιστος, το Κράτος κι η Βία καρφώνουν σ’ έναν βράχο του Καυκάσου τον Προμηθέα, ο οποίος με μεγαλοπρεπέστατη σιωπή υπομένει την οδυνηρότατη αυτή τιμωρία. Στην τρίτη τραγωδία που ήταν κι η Κάθαρση, ο Τιτάνας αφού αναγνωρίζει την πανσοφία του Δία, ελευθερώνεται απ’ τα δεσμά του απ’ τον Ηρακλή. Αυτής της τραγωδίας την κύρια έννοια εκφράζει ο στίχος 936 :

Οἱ προσκυνουντες την Ἀδραστειαν σοφοί.- Δηλαδή οι ευλαβείς κι οι όχι οι υπερήφανοι που διεγείρουν την οργή της θεάς Νέμεσης, αυτοί είναι σοφοί.