Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (191-200)

[191] Ὅτι τοὺς παρὰ τοὺς νόμους ἄρξαντας κατέλυσαν, διὰ τοῦτ᾽ αὐτούς φησιν ὁ ποιητὴς τιμηθῆναι. Ἔναυλον γὰρ ἦν ἔτι τότε πᾶσιν ὅτι τηνικαῦτα ὁ δῆμος κατελύθη ἐπειδή τινες τὰς γραφὰς τῶν παρανόμων ἀνεῖλον. Καὶ γάρ τοι, ὡς ἐγὼ τοῦ πατρὸς τοῦ ἐμαυτοῦ ἐπυνθανόμην, ὃς ἔτη βιοὺς ἐνενήκοντα καὶ πέντε ἐτελεύτησεν, ἁπάντων μετασχὼν τῶν πόνων τῇ πόλει, ὃς πολλάκις πρὸς ἐμὲ διεξῄει ἐπὶ σχολῆς· ἔφη γάρ, ὅτε ἀρτίως κατεληλύθει ὁ δῆμος, εἴ τις εἰσίοι γραφὴν παρανόμων εἰς δικαστήριον, εἶναι ὅμοιον τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἔργον. Τί γάρ ἐστιν ἀνοσιώτερον ἀνδρὸς παράνομα λέγοντος καὶ πράττοντος;

[192] καὶ τὴν ἀκρόασιν, ὡς ἐκεῖνος ἀπήγγελλεν, οὐ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐποιοῦντο, ὥσπερ νῦν γίγνεται, ἀλλ᾽ ἦσαν πολὺ χαλεπώτεροι οἱ δικασταὶ τοῖς τὰ παράνομα γράφουσιν αὐτοῦ τοῦ κατηγόρου, καὶ πολλάκις ἀνεπόδιζον τὸν γραμματέα καὶ ἐκέλευον πάλιν ἀναγιγνώσκειν τοὺς νόμους καὶ τὸ ψήφισμα, καὶ ἡλίσκοντο οἱ τὰ παράνομα γράφοντες, οὐκ εἰ πάντας παραπηδήσειαν τοὺς νόμους, ἀλλ᾽ εἰ μίαν μόνον συλλαβὴν παραλλάξειαν. Τὸ δὲ νυνὶ γιγνόμενον πρᾶγμα ὑπερκαταγέλαστόν ἐστιν· ὁ μὲν γὰρ γραμματεὺς ἀναγιγνώσκει τὸ παράνομον, οἱ δὲ δικασταὶ ὥσπερ ἐπῳδὴν ἢ ἀλλότριόν τι πρᾶγμα ἀκροώμενοι, πρὸς ἑτέρῳ τινὶ τὴν γνώμην ἔχουσιν.

[193] Ἤδη δ᾽ ἐκ τῶν τεχνῶν τῶν Δημοσθένους αἰσχρὸν ἔθος ἐν τοῖς δικαστηρίοις παραδέχεσθε. Μετενήνεκται γὰρ ὑμῖν τὰ τῆς πόλεως δίκαια· ὁ μὲν γὰρ κατήγορος ἀπολογεῖται, ὁ δὲ φεύγων τὴν γραφὴν κατηγορεῖ, οἱ δὲ δικασταὶ ἐνίοτε ὧν μέν εἰσι κριταὶ ἐπιλανθάνονται, ὧν δ᾽ οὐκ εἰσὶ δικασταί, περὶ τούτων ἀναγκάζονται τὴν ψῆφον φέρειν· λέγει δὲ ὁ φεύγων, ἂν ἄρα ποθ᾽ ἅψηται τοῦ πράγματος, οὐχ ὡς ἔννομα γέγραφεν, ἀλλ᾽ ὡς ἤδη ποτὲ καὶ πρότερον ἕτερος τοιαῦτα γράψας ἀπέφυγεν. Ἐφ᾽ ᾧ καὶ νυνὶ μέγα φρονεῖν ἀκούω Κτησιφῶντα.

[194] Ἐτόλμα δ᾽ ἐν ὑμῖν ποτε σεμνύνεσθαι Ἀριστοφῶν ἐκεῖνος ὁ Ἀζηνιεὺς λέγων ὅτι γραφὰς παρανόμων ἀπέφυγεν ἑβδομήκοντα καὶ πέντε. Ἀλλ᾽ οὐχὶ Κέφαλος ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος, ὁ δοκῶν δημοτικώτατος γεγονέναι, οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ἐπὶ τοῖς ἐναντίοις ἐφιλοτιμεῖτο, λέγων ὅτι πλεῖστα πάντων γεγραφὼς ψηφίσματα, οὐδεμίαν πώποτε γραφὴν πέφευγε παρανόμων, καλῶς οἶμαι σεμνυνόμενος. Ἐγράφοντο γὰρ ἀλλήλους παρανόμων οὐ μόνον οἱ διαπολιτευόμενοι, ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι τοὺς φίλους, εἴ τι ἐξαμαρτάνοιεν εἰς τὴν πόλιν.

[195] Ἐκεῖθεν δὲ τοῦτο γνώσεσθε. Ἀρχῖνος γὰρ ὁ ἐκ Κοίλης ἐγράψατο παρανόμων Θρασύβουλον τὸν Στειριέα, ἕνα τῶν ἀπὸ Φυλῆς αὑτῷ συγκατελθόντων, καὶ εἷλε νεωστὶ γεγενημένων αὐτῷ τῶν εὐεργεσιῶν, ἃς οὐχ ὑπελογίσαντο οἱ δικασταί· ἡγοῦντο γάρ, ὥσπερ τότε αὐτοὺς φεύγοντας Θρασύβουλος κατήγαγεν, οὕτω νῦν μένοντας ἐξελαύνειν παρὰ τοὺς νόμους γράφοντά τι.

[196] Ἀλλ᾽ οὐ νῦν, ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον γίγνεται· οἱ γὰρ ἀγαθοὶ στρατηγοὶ ὑμῖν καὶ τῶν τὰς σιτήσεις τινὲς εὑρημένων ἐν τῷ πρυτανείῳ ἐξαιτοῦνται τὰς γραφὰς τῶν παρανόμων, οὓς ὑμεῖς ἀχαρίστους εἶναι δικαίως ἂν ὑπολαμβάνοιτε· εἰ γάρ τις ἐν δημοκρατίᾳ τετιμημένος, ἐν τοιαύτῃ πολιτείᾳ ἣν οἱ θεοὶ καὶ οἱ νόμοι σῴζουσι, τολμᾷ βοηθεῖν τοῖς παράνομα γράφουσι, καταλύει τὴν πολιτείαν, ὑφ᾽ ἧς τετίμηται.

[197] Τίς οὖν ἀποδέδεικται λόγος ἀνδρὶ συνηγόρῳ δικαίῳ καὶ σώφρονι, ἐγὼ λέξω. Εἰς τρία μέρη διαιρεῖται ἡ ἡμέρα, ὅταν εἰσίῃ γραφὴ παρανόμων εἰς τὸ δικαστήριον. Ἐγχεῖται γὰρ τὸ μὲν πρῶτον ὕδωρ τῷ κατηγόρῳ καὶ τοῖς νόμοις καὶ τῇ δημοκρατίᾳ, τὸ δὲ δεύτερον ὕδωρ τῷ τὴν γραφὴν φεύγοντι καὶ τοῖς εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα λέγουσιν· ἐπειδὰν δὲ τῇ πρώτῃ ψήφῳ μὴ λυθῇ τὸ παράνομον, ἤδη τὸ τρίτον ὕδωρ ἐγχεῖται τῇ τιμήσει καὶ τῷ μεγέθει τῆς ὀργῆς τῆς ὑμετέρας.

[198] Ὅστις μὲν οὖν ἐν τῇ τιμήσει τὴν ψῆφον αἰτεῖ, τὴν ὀργὴν τὴν ὑμετέραν παραιτεῖται· ὅστις δ᾽ ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ τὴν ψῆφον αἰτεῖ, ὅρκον αἰτεῖ, νόμον αἰτεῖ, δημοκρατίαν αἰτεῖ, ὧν οὔτε αἰτῆσαι οὐδὲν ὅσιον οὐδενί, οὔτ᾽ αἰτηθέντα ἑτέρῳ δοῦναι. Κελεύσατε οὖν αὐτούς, ἐάσαντας τὴν πρώτην ὑμᾶς ψῆφον κατὰ τοὺς νόμους διενεγκεῖν, ἀπαντᾶν εἰς τὴν τίμησιν.

[199] Ὅλως δ᾽ ἔγωγε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὀλίγου δέω εἰπεῖν ὡς καὶ νόμον δεῖ τεθῆναι ἐπὶ ταῖς γραφαῖς μόναις ταῖς τῶν παρανόμων, μὴ ἐξεῖναι μήτε τῷ κατηγόρῳ συνηγόρους παρασχέσθαι, μήτε τῷ τὴν γραφὴν φεύγοντι. Οὐ γὰρ ἀόριστόν ἐστι τὸ δίκαιον, ἀλλ᾽ ὡρισμένον τοῖς νόμοις τοῖς ὑμετέροις. Ὥσπερ γὰρ ἐν τῇ τεκτονικῇ, ὅταν εἰδέναι βουλώμεθα τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ μή, τὸν κανόνα προσφέρομεν, ᾧ διαγιγνώσκεται,

[200] οὕτω καὶ ἐν ταῖς γραφαῖς ταῖς τῶν παρανόμων παράκειται κανὼν τοῦ δικαίου τουτὶ τὸ σανίδιον, τὸ ψήφισμα καὶ οἱ παραγεγραμμένοι νόμοι. Ταῦτα συμφωνοῦντα ἀλλήλοις ἐπιδείξας κατάβαινε· καὶ τί δεῖ σε Δημοσθένην παρακαλεῖν; ὅταν δ᾽ ὑπερπηδήσας τὴν δικαίαν ἀπολογίαν παρακαλῇς κακοῦργον ἄνθρωπον καὶ τεχνίτην λόγων, κλέπτεις τὴν ἀκρόασιν, βλάπτεις τὴν πόλιν, καταλύεις τὴν δημοκρατίαν.

***
[191] Επειδή κατέλυσαν την εξουσία αυτών που κυβέρνησαν την πόλη παράνομα, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο λέει ο ποιητής ότι τιμήθηκαν. Γιατί τότε βούιζε ακόμη στα αυτιά όλων ότι η δημοκρατία είχε καταλυθεί ακριβώς τη στιγμή που κάποιοι είχαν καταργήσει τις καταγγελίες για τα παράνομα ψηφίσματα. Πράγματι, όπως άκουγα από τον πατέρα μου, που πέθανε σε ηλικία ενενήντα πέντε ετών, έχοντας πάρει μέρος σε όλους τους αγώνες της πόλης, που πολλές φορές μου διηγιόταν όταν είχε καιρό· έλεγε λοιπόν ότι, τον πρώτο καιρό της αποκατάστασης της δημοκρατίας, κάθε φορά που εισαγόταν στο δικαστήριο καταγγελία για παράνομο ψήφισμα, το όνομα του καταγγελλομένου ισοδυναμούσε με την πράξη. Γιατί τι πιο ανόσιο υπάρχει από άνθρωπο που λέει παράνομα πράγματα;

[192] Αλλά και η ακροαματική διαδικασία δεν γινόταν, όπως μου διηγιόταν ο πατέρας μου, κατά τον ίδιο τρόπο με τον σημερινό· τότε οι δικαστές ήταν πολύ πιο αυστηροί προς τους εισηγητές παράνομων ψηφισμάτων και από τον ίδιο ακόμη τον κατήγορο. Γι᾽ αυτό πολλές φορές διέκοπταν τον γραμματέα και τον υποχρέωναν να ξαναδιαβάσει τους νόμους και το ψήφισμα. Συνέβαινε μάλιστα να καταδικάζονται οι εισηγητές παράνομων ψηφισμάτων όχι μόνο αν παρέβαιναν όλους τους νόμους, αλλά και αν άλλαζαν έστω και μία συλλαβή. Αυτό όμως που γίνεται τώρα είναι κάτι παραπάνω από γελοίο. Διαβάζει δηλαδή ο γραμματέας το παράνομο ψήφισμα, και οι δικαστές, σαν να ακούν μιαν επωδή ή κάτι αδιάφορο, έχουν το μυαλό τους κάπου αλλού.

[193] Τώρα όμως με τα τεχνάσματα του Δημοσθένη έχετε καθιερώσει στα δικαστήρια μιαν αισχρή συνήθεια. Έχετε αλλάξει τους δικονομικούς θεσμούς της πόλης. Κατάντησε το πράγμα ο κατήγορος να απολογείται, ο κατηγορούμενος να γίνεται κατήγορος και οι δικαστές να ξεχνούν μερικές φορές ποιές υποθέσεις έχουν να εκδικάσουν, και να αναγκάζονται να αποφασίζουν για υποθέσεις που δεν έχουν αναλάβει να κρίνουν. Και ο κατηγορούμενος, αν ίσως κάποτε καταπιαστεί με το θέμα, υποστηρίζει όχι ότι είναι νόμιμα όσα έχει προτείνει στο ψήφισμά του, αλλά ότι κάποιος άλλος κάποτε στο παρελθόν είχε εισηγηθεί παρόμοια και είχε απαλλαγεί. Πάνω σ᾽ αυτό στηρίζεται, μαθαίνω, ο Κτησιφών και έχει τόσο μεγάλη σιγουριά.

[194] Κάποτε εδώ, ενώπιόν σας, ο διαβόητος Αριστοφών ο Αζηνιέας είχε το θράσος να κομπάζει, λέγοντας ότι έχει απαλλαγεί εβδομήντα πέντε φορές από κατηγορία υποβολής παράνομων ψηφισμάτων. Δεν έκανε όμως το ίδιο ο περίφημος παλαιός Κέφαλος, που θεωρούνταν ότι υπήρξε ο καλύτερος φίλος του λαού, όχι δεν κόμπαζε όπως ο Αριστοφών· απεναντίας, αυτός υπερηφανευόταν για το αντίθετο· έλεγε δηλαδή ότι, ενώ είχε εισηγηθεί τα περισσότερα ψηφίσματα από όλους, ποτέ δεν καταγγέλθηκε για καμιάν υποβολή παράνομου ψηφίσματος· και πολύ σωστά, κατά τη γνώμη μου, υπερηφανευόταν. Γιατί κατηγορίες για υποβολή παράνομων ψηφισμάτων δεν υπέβαλλαν μόνο οι αντιπολιτευόμενοι, ο ένας εναντίον του άλλου, αλλά και οι φίλοι εναντίον των φίλων, κάθε φορά που κάποιος διέπραττε κάτι σε βάρος της πόλης.

[195] Θα καταλάβετε αυτό από το εξής περιστατικό: ο Αρχίνος από την Κοίλη κατάγγειλε για παράνομο ψήφισμα τον Θρασύβουλο τον Στειριέα, έναν από αυτούς που είχαν επιστρέψει μαζί του από τη Φυλή, και πέτυχε την καταδίκη του, μολονότι ήταν πρόσφατες οι καλές υπηρεσίες του προς την πόλη, τις οποίες όμως οι δικαστές δεν έλαβαν υπόψη τους· διότι έκριναν ότι, όπως τότε ο Θρασύβουλος τους είχε επαναφέρει στην πατρίδα από την εξορία, κατά τον ίδιο τρόπο τώρα που είναι στην πατρίδα τούς εξορίζει, υποβάλλοντας πρόταση αντίθετα προς τους νόμους.

[196] Σήμερα όμως δεν γίνεται αυτό αλλά εντελώς το αντίθετο. Οι καλοί δηλαδή στρατηγοί σας και μερικοί από αυτούς που έχουν πετύχει δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο μεσολαβούν για την απαλλαγή αυτών που καταγγέλονται για παράνομα ψηφίσματα. Αυτούς εσείς δίκαια θα τους θεωρούσατε αγνώμονες. Γιατί, αν κάποιος που έχει τιμηθεί σε δημοκρατία, πολίτευμα που προστατεύουν οι θεοί και οι νόμοι, τολμά να υποστηρίζει αυτούς που εισηγούνται παράνομα ψηφίσματα, τότε εργάζεται για την κατάλυση της δημοκρατίας, που τον έχει τιμήσει.

[197] Ποιος όμως είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος υπεράσπισης για έναν συνήγορο δίκαιο και συνετό, εγώ θα σας το πω. Κάθε φορά που έρχεται στο δικαστήριο καταγγελία για παράνομο ψήφισμα, η ημέρα διαιρείται σε τρία μέρη. Κατά το πρώτο μέρος ρέει στην κλεψύδρα το νερό που μετράει τον χρόνο για την ανάπτυξη του κατηγορητηρίου, την υπεράσπιση των νόμων και των θεσμών της δημοκρατίας· κατά το δεύτερο μέρος το νερό ρέει για την απολογία του κατηγορουμένου και των συνηγόρων της υπεράσπισης. Εάν όμως κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος με την πρώτη ψηφοφορία, τότε χύνεται στην κλεψύδρα για τρίτη φορά το νερό για την ποινή και το μέγεθος της οργής σας.

[198] Όποιος λοιπόν ζητάει την ψήφο σας υπέρ του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση του καθορισμού της ποινής, σας παρακαλεί να μετριάσετε την οργή σας· όποιος όμως ζητάει την ψήφο σας υπέρ του κατηγορουμένου στο πρώτο μέρος της διαδικασίας, όταν δηλαδή δεν έχει κριθεί ακόμη η ενοχή ή η αθωότητά του, αυτός ζητάει από σας να μην τηρήσετε τον όρκο σας, να παραβείτε τον νόμο, να καταλύσετε τη δημοκρατία, πράγματα που δεν δικαιούται κανένας ούτε να ζητήσει ούτε και να ενδώσει σε κάποιον, όταν του ζητηθεί. Πείτε τους λοιπόν να σας αφήσουν να ψηφίσετε ανεπηρέαστα κατά το πρώτο μέρος της διαδικασίας, σύμφωνα με τους νόμους, και, όταν έρθει η ώρα της συζήτησης για την ποινή, τότε ας ζητήσουν την επιείκειά σας.

[199] Γενικά, Αθηναίοι, εγώ τουλάχιστον λίγο απέχω από το να υποστηρίξω ότι πρέπει να θεσπιστεί και νόμος ειδικά για τις καταγγελίες παράνομων ψηφισμάτων να μην επιτρέπεται μήτε στον κατήγορο μήτε στον κατηγορούμενο να παρουσιάζουν συνηγόρους. Γιατί για τη συγκεκριμένη περίπτωση, το δίκαιο δεν είναι αόριστο αλλά ορισμένο από τους δικούς σας νόμους. Όπως δηλαδή στην ξυλουργική, όταν θέλουμε να διαπιστώσουμε αν κάτι είναι ίσιο ή στραβό, χρησιμοποιούμε τον κανόνα, με τον οποίο εξακριβώνεται αυτό,

[200] έτσι και κατά την εκδίκαση των καταγγελιών για παράνομα ψηφίσματα κανόνας του δικαίου είναι αυτή εδώ η πινακίδα, όπου είναι γραμμένα δίπλα δίπλα το ψήφισμα και οι νόμοι. Απόδειξε, Κτησιφώντα, ότι αυτά συμφωνούν μεταξύ τους, και μετά κατέβα από το βήμα. Ποιος ο λόγος να καλείς το Δημοσθένη να σε υποστηρίξει; Όταν όμως παρακάμπτεις τον σωστό τρόπο απολογίας και καλείς για συνήγορο έναν κακούργο άνθρωπο και τεχνίτη του λόγου, τότε εξαπατάς τους ακροατές, βλάπτεις την πόλη, καταλύεις τη δημοκρατία.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ

Ὁ Ὅ­μη­ρος, γιά τούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες, εἶ­ναι ἡ βά­ση τῆς παι­δεί­ας τους. Τό κά­θε παι­δί δέν ἐ­μά­θαι­νε τί­πο­τ’ ἄλ­λο, κα­τ’ ἀρ­χάς, πα­ρά τήν Ἰ­λιά­δα καί τήν Ὀ­δύσ­σεια. Ὅ­πως οἱ γι­α­γιά­δες μας μᾶς δι­η­γοῦν­ταν τά πα­ρα­μύ­θια τους, ἔ­τσι ἄρ­χι­ζε κ’ ἐ­κεί­νων ἡ ἐκ­παί­δευ­ση - μέ τους ὡ­ραί­ους στί­χους τοῦ Ὁ­μή­ρου.
 
Καί τί ἦ­ταν τοῦ­τοι οἱ στί­χοι; Ἡ­ρω­ι­κές ἱ­στο­ρί­ες ἑ­νός ὑ­πο­τι­θέ­με­νου πο­λέ­μου πού ἔ­γι­νε γιά μιάν ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη. Τί σύμ­πτω­ση ὅ­μῶς! Κεῖ­νος πού ἅρ­πα­ξε τήν ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη, ἦ­ταν πριγ­κι­πό­που­λο σ’ ἕ­να μέ­ρος-κλει­δί γιά τό ἐμ­πό­ριο! Σοῦ λέ­ει: «Τό στά­ρι περ­νά­ει ἀ­πό μας. ἀ­π’ τήν Τροί­α» - κι ἄ­ρα: ψω­μί γιόκ! Σύμ­πτω­ση, ἔ;.. (Βλέ­πε­τε, θε­με­λι­ώ­δεις ρε­α­λι­στι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις προσ­δι­ο­ρί­ζουν τήν Ἱ­στο­ρί­α, ἀλ­λά κά­πο­τε καί μή θε­με­λι­ώ­δεις.)
 
Μέ­σα σ’ αὐ­τούς τους ποι­η­τι­κούς κύ­κλους πε­ρι­έ­χον­ται ὅ­λες οἱ πρω­το­γο­νι­κές πε­ποι­θή­σεις τῶν Ἑλ­λή­νων. Ἐ­νυ­πάρ­χει ὅ­λη ἡ μυ­θο­λο­γί­α τους, κ’ ἡ φι­λο­σο­φί­α τους. Μα­ζί κι ὅ­λη τους ἡ Ἐ­πι­στή­μη, δη­λα­δή τό σύ­νο­λο τῶν γνώ­σε­ών τους, τῆς σο­φί­ας τους, τῶν πλα­νῶν τους. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ρι­ζι­κή κα­τα­βο­λή παι­δεί­ας τῶν ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων.
 
Μ ε γ ά λ ο  ποί­η­μα, καί μά­λι­στα λα­ϊ­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Τώ­ρα ὡς πρός τή λα­ϊ­κή δη­μι­ουρ­γί­α, χον­δρι­κῶς, πρέ­πει νά λε­χθῇ τό ἑ­ξῆς: Μή νο­μί­ζε­τε ὅ­τι ἔ­χου­νε κά­τσει πολ­λοί μα­ζί γιά νά φτειά­ξουν ἕ­να ποί­η­μα πο­τέ. Ἁ­πλῶς, κά­ποι­ος ἔ­χει κά­πο­τε κά­τι ἐμ­πνευ­στῆ, πού ἄ­ρε­σε σέ κεί­νους πού τ’ ἄ­κου­σαν, τό ξα­να­τρα­γού­δη­σαν ἀλ­λά­ζον­τας το. πα­ραλ­λά­ζον­τας το - δι­ορ­θώ­νον­τας το ἤ χα­λών­τας το - , καί στό τέ­λος ἐ­πι­κρα­τεῖ πάν­το­τε αὐ­τό πού ἀ­ρέ­σει στούς περ­σό­τε­ρους. Κι ὅ­πως ἡ θά­λασ­σα λεια­ίνει ἕ­να κομ­μά­τι βρά­χου ὅ­λο αἰχ­μές, καί τό κυ­λά­ει μέ τά κύ­μα­τά της φτει­ά­χνον­τας τε­λι­κά ἕ­να φί­νο βό­τσα­λο, ἔ­τσι τε­λει­ο­ποι­εῖ­ται καί ἡ ἀρ­χι­κά προ­σω­πι­κή δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νός ἀ­νώ­νυ­μου, πού στά­θη­κε στό στό­μα πολ­λῶν, μές ἀ­πό πα­ραλ­λα­γές καί βελ­τι­ώ­σεις, ἐ­πί αἰ­ῶ­νες!.. Θά τά δοῦ­μ’ ὅ­λ’ αὐ­τά καί στό Δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι...
 
Ἔ­χου­με λοι­πόν τόν ὁ­μη­ρι­κό κό­σμο. Βρι­σκό­μα­στε δη­λα­δή σέ μιά μυ­θι­κή κα­τά­στα­ση. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν νοῦ, προ­σπα­θοῦν νά ἐ­ξα­κρι­βώ­σουν τί γί­νε­ται γύ­ρω τους, στόν ἄ­με­σο πε­ρί­γυ­ρό τους. Ὡ­στό­σο τά εὐ­ρύ­τε­ρα δέν μπο­ροῦν νά τά ἑρ­μη­νεύ­σουν. Δέν μπο­ροῦν νά ἐ­ξη­γή­σουν, δη­λα­δή, ὅ­λον αὐ­τόν τόν κό­σμο, ὅ­λο Α ὐ τ ό στ’ ὁ­ποῖ­ο βρε­θή­κα­με.
 
Ἄς δοῦ­μ’ ἕ­να πρῶ­το θέ­μα πού ἀ­πα­σχο­λεῖ, ἔ­στω ἀ­νε­πί­γνω­στα, τήν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κή σκέ­ψη. Θά­λε­γε κά­νεις ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­χί­ζει νά σκέ­φτε­ται δι­ό­τι ἔ­χει ἀ­νάγ­κες. Ἐ­γώ θά τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σα ὅ­τι ἔ­χον­τας ἀ­νάγ­κες, ἁ­πλῶς πιά­νει ἕ­να ρό­πα­λο καί βα­ρά­ει κά­ποι­ο ζῶ­ο στό κε­φά­λι καί τό τρώ­ει. Δέν ἔ­χει λό­γο νά κάτ­ςῃ νά σκε­φτῇ. Πει­νά­ει! - τί νά σκε­φτῇ! Μπο­ρεῖ νά μοῦ πῇ ἄλ­λος ὅ­τι χορ­ταί­νει πρῶ­τα, κ’ ὕ­στε­ρα ἀρ­χί­ζει να σκέ­φτε­ται. Θά τό δοῦ­με...
 
Κα­τά μιάν ἄ­πο­ψη, ὁ ἄν­θρω­πος στήν ἀρ­χή ἐκ­πλήσ­σε­ται, θαυ­μά­ζει, ση­κώ­νει τό κε­φά­λι καί παύ­ει νά βλέ­πῃ τό συγ­κε­κρι­μέ­νο, βλέ­πει ἄλ­λα, πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ αὐ­τόν, τόν πε­ρι­βάλ­λουν, κι ὁ ἴ­διος εἶ­ναι κά­τι ἐ­λά­χι­στο μπρο­στά τους. Κα­τα­πλήσ­σε­ται ἀ­πό δι­ά­φο­ρα φύ­σι­κά φαι­νό­με­να πού ἀ­δυ­να­τεῖ νά ἐ­ξή­γη­ςῃ - τόν τρο­μά­ζουν ἀ­στρα­πές, βρον­τές, κε­ραυ­νοί... Ὥ­στε λοι­πόν τό ξε­κί­νη­μα εἶ­ναι ἡ κα­τά­πλη­ξη κι ὁ θαυ­μα­σμός...
 
Ἐ­με­να δέ μέ πεί­θει οὔ­τ’ αὐ­τή ἡ ἄ­πο­ψη. Προ­σω­πι­κά θά­λε­γα ὅ­τι δέν ξέ­ρω για­τί ὁ ἄ­θρω­πος ἀρ­χί­ζει καί σκέ­φτε­ται. Μά­λι­στα, ποῦ ξέ­ρω ὅ­τι δέ σκέ­φτε­ται κ α ί  τ ό  ζ ῶ ο!  Ἁ­πλῶς δέν ἐκ­φρά­ζε­ται... Δέν ξέ­ρω. Οἱ ἀ­παν­τή­σεις πού ’­χουν δο­θῆ, ἐ­μέ­να του­λά­χι­στον, δέ μέ πεί­θουν. Ἴ­σως ἀρ­χί­ζει κα­νείς νά σκέ­φτε­ται προ­χω­ρῶν­τας ἀ­πό συ­νάρ­τη­ση σέ συ­νάρ­τη­ση πρός ἐ­κεῖ­να πού μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­ζῃ, προ­σκρού­ον­τας δια­ρκῶς σέ φαι­νό­με­να τά ὁ­ποῖ­α πλέ­ον δέν μπο­ρεῖ νά συ­ναρ­τή­ςῃ καί νά ἑρ­μη­νεύ­ςῃ... Ἡ ἀ­πο­ρί­α, λοι­πόν, ναί – μπο­ρεῖ νά πα­ρά­γῃ σκέ­ψη.
 
Ὁ Μπέρ­ξον, στό λαμ­πρό του βι­βλί­ο Ἡ δη­μι­ουρ­γός ἐ­ξέ­λι­ξη, λέ­ει τό ἑ­ξῆς: Ὅ­ταν βλέ­πει κα­νείς ἕ­να ὄ­νει­ρο - πέ­στε ὅ­τι εἶ­ν’ ὑ­πνο­βά­της - κι ἀρ­χί­ζει, νά λει­τουρ­γῇ μιά ὀ­νει­ρι­κή πα­ρά­στα­ση στόν ὕ­πνο του, ἐ­κτε­λεῖ τήν πα­ρά­στα­σή του. Ση­κώ­νε­ται λοι­πόν κι ἀρ­χί­ζει νά περ­πα­τά­ῃ. Ὅ­σο δέν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, δέν τοῦ δί­νε­ται καμ­μί­α δι­α­φο­ρά ὡς πρός τήν πα­ρά­στα­ση τήν ὀ­νει­ρι­κή: βλέ­πει στ’ ὄ­νει­ρό του ὅ­τι ση­κώ­θη­κε καί περ­πα­τά­ει. Ἄν βλέ­πῃ στ’ ὄ­νει­ρό του ὅ­τι μπρο­στά του εἶ­ναι μιά κα­ρέ­κλα, θά κά­νἡ ἕ­ναν ἑ­λιγ­μό γιά νά τήν ἀ­πο­φύ­γῃ. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με, κα­θώς αὐ­τός δ έ  β λ έ π ε ι  σ τ ή ν  π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ  η τ  α, ὅ­τι προ­χω­ρεῖ, κ' ἐμ­πρός του βρί­σκε­ται μιά κα­ρέ­κλα [ καί πέ­φτει πά­νω της. Τό­τε, λέ­ει ὁ Μπέρ­ξον, ὅ­ταν ἀ­π’ τίς αἰ­σθή­σεις ἀ­νέ­βῃ στή συ­νεί­δη­ση, δί­νε­ται μιά εἰ­δο­ποί­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α ση­μαί­νει τή δι­α­φο­ρά ἀ­π’ τήν ὀ­νει­ρι­κή πα­ρά­στα­ση· δί­νε­ται ἕ­να σῆ­μα: Ἔ! σύ πη­γαί­νεις μπρο­στά, ἀλ­λ’ ἐ­δῶ κά­τι ὑ­πάρ­χει! Ἡ αἴ­σθη­ση αὐ­τή ξυ­πνά­ει τή συ­νεί­δη­ση.
 
Πό­τε ξυ­πνά­ει ἡ συ­νεί­δη­ση; Ὅ­ταν προ­σκρού­ςῃ ἐκ τῶν πραγ­μά­των σέ κά­τι πού ἀν­τι­τί­θε­ται στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή μας πα­ρά­στα­ση. Ἄν θέ­λα­με νά κά­να­με μιά ἐ­πέ­κτα­ση αὐ­τῆς τα­ῆς σκέ­ψης, θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με: μή­πως γε­νι­κώ­τε­ρα ἡ συ­νεί­δη­ση ξυ­πνά­ῃ ὅ τ α ν  σ υ ν α ν τ ά ῃ  ἀ ν τ ι σ τ ά σ ε ι ς ; Δη­λα­δή, ὅ­σο τρῶ­με τούς καρ­πούς τοῦ πα­ρα­δεί­σου, πού ὁ «θε­ού­λης» τούς ἔ­χει βά­λει ἐ­κεῖ κρε­μα­σμέ­νους στά δέν­τρα, κα­τά τό μῦ­θο, ὅ­λα πᾶ­νε κα­λά - δέν ὑ­πάρ­χει θέ­μα νά ξυ­πνή­σου­με καί νά σκε­φτοῦ­με τί­πο­τα. Ὅ­ταν ὅ­μως κά­που... «τρα­κά­ρου­με»; Ὁ Ἀ­δάμ κ’ ἡ Εὔ­α «τρα­κά­ρι­σαν» στό φί­δι. Κ’ ἔ­πει­τα ὁ «Κύ­ριος» τούς εἶ­πε ὅ­τι ἀ­πό δῶ καί στό ἑ­ξῆς θά βγά­ζουν μέ ἱ­δρώ­τα τό ψω­μί τους, κι δι­ά­φο­ρα τέ­τοι­α... Ἐ­γεύ­θη­μεν, λέ­ει. τόν καρ­πό τῆς γνώ­σε­ως... Μή­πως καί μέ­σα στό μύ­θο αὐ­τόν κλεί­νε­ται κά­τι; Ὅ­τι θ’ ἀρ­χί­ςῃς νά σκέ­φτε­σαι ὅ­ταν θά βρῇς μπρο­στά σου ἐμ­πό­δια - μό­λις δέν θά βρί­σκε­σαι σέ κα­τά­στα­ση ἀ­πο­λύ­του ἐ­παρ­κεί­ας... Αὐ­τό εἶ­ναι καί λί­γο κον­τά στήν ἄ­πο­ψη τῶν θε­τι­κι­στῶν: ἀ π’  τ ή ν  ἀ ν ά γ κ η  πα­ρά­γε­ται ἡ σκέ­ψη,  για­τί ἡ ἀ­νάγ­κη εἶ­ναι τό κα­τε­ξο­χήν ἐμ­πό­διο. Μπο­ρεῖ νά­ναι κι αὐ­τή μί­α ἀ­πάν­τη­ση.
 
Ὅ­πως καί νά­χῃ, ὅ­λα ξε­κι­νοῦν μέ μιά τρο­με­ρή ἀ­πο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α παύ­ει νά ἱ­κα­νο­ποι­ῆ­ται ἀ­π’ τούς μύ­θους· κλο­νί­ζε­ται τό «κῦ­ρος» τῆ ὁ­μη­ρι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας, κι ἀρ­χί­ζει νά δου­λεύ­ῃ ἡ λο­γι­κή. Γκρε­μί­ζε­ται ὁ μῦ­θος κι ἀ­νε­βαί­νει ὁ Λό­γος. Κά­νουν πέ­ρα τό συ­ναί­σθη­μα. Σοῦ λέ­ει: Ἐν­τά­ξει τό συ­ναί­σθη­μα, ἀλ­λά μο­νό­πλευ­ρο! Δέν μπο­ρεῖ νά γνω­ρί­ςῃ τόν κό­σμο. Τό συ­ναί­σθη­μα μᾶς φέρ­νει στίς φαν­τα­σί­ες τῆς πί­στης· τό συ­ναί­σθη­μα τό ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το, ἡ λύ­πη μας ὁ φό­βος μας μᾶς βά­ζουν νά πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ὑ­πάρ­χει, τά­χα, μί­α με­τά θά­να­τον ζω­ή... Κ’ ἐ­πί- κρα­τεῖ λοι­πόν ἡ ἑ­ξῆς τά­ση: «Πέ­ρ’ ἀ­π’ τό συ­ναί­σθη­μα, ἐ­μεῖς, μέ τό νοῦ μας, θά γνω­ρί­σου­με τόν κό­σμο. Θά τά βροῦ­με ὅ λ α  μ έ  τ ή  λ ο γ ι κ ή. Δι­α­θέ­του­με Λό­γο - ἄ­σε τούς μύ­θους! Ἐ­μεῖς θά σκε­φτοῦ­με καί θά βροῦ­με τόν κό­σμο λ ο γ ι κ ά ! » - σά νά­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι μπο­ροῦ­με, πράγ­μα­τι, λο­γι­κά νά βροῦ­με τόν κό­σμο!..
 
Προ­σέξ­τε: κα­λά νά­ναι σύμ­φω­να μέ τή λο­γι­κή μας! Ἀλ­λ’ ἄν  δ έ ν  εἶ­ναι; Ποῦ τό ξέ­ρεις κι αὐ­τό; Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ξε­κι­νᾶ­με μ’ αὐ­τή τήν πε­ποί­θη­ση: «Τόν κό­σμο μπο­ροῦ­με νά τόν γνω­ρί­σου­με μέ τό νοῦ». Τό­τε, λοι­πόν, τόν 6ον αἰ­ώ­να, πρω­το­γεν­νᾶ­ται ἡ πε­ρι­έρ­γεια, τό ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ ἀ­πο­ρί­α, θά­λε­γα ὁ ἱ­στο­ρι­σμός - δη­λα­δή ἡ τά­ση πρός τό νά  ἱ σ τ ο ρ η θ ο ῦ ν  τά πράγ­μα­τα: «Τί γι­νό­ταν χθές; Ἐ­μεῖς πῶς ἤρ­θα­με δῶ; Ποῦ βρε­θή­κα­με; Θυ­μό­μα­στε τί μᾶς εἶ­παν οἱ παπ­ποῦ­δες μας, ἐν­τά­ξει! - πιό πρίν, ὅ­μως, τί γι­νό­ταν;» Γεν­νή­θη­κε, λοι­πόν, ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς ἱ­στό­ρη­σης - ὄ­χι τῆς Ἱ­στο­ρί­ας κα­θαυ­τό: «Ἐ­γώ θά δι­η­γη­θῶ ὅ­σα ξέ­ρω, στή σει­ρά, πῶς ἔ­γι­ναν». Κ’ ἔ­χου­με κα­τα­γρα­φές γε­γο­νό­των, χρο­νι­κά: τό­τε ἔ­γι­νε τοῦ­το κ’ ἐ­κεῖ­νο, ἦρ­θαν ἐ­τοῦ­τοι καί σκό­τω­σαν τούς ἄλ­λους, καί τό­τε βα­σί­λε­ψε ὁ τά­δε κ.λ. Ὅ­λ’ αὐ­τά δέ μέ τό «καί» συν­δε­δε­μέ­να - σάν ἐκ­θέ­σεις μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Εἶ­ναι ἤ­δη μί­α μορ­φή χρο­νι­κοῦ, χρο­νο­γρα­φί­α ὄ­χι Ἱ­στο­ρί­α. (Ἡ Ἱ­στο­ρί­α θά γεν­νη­θῇ με­τά ἀ­πό ἕ­ναν αἰ­ώ­να.)
 
Ἡ πρώ­τη ἄ­ξια λό­γου ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α πού πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται στήν Ἑλ­λά­δα εἶ­ναι τοῦ Ἡ­ρο­δό­του. Μήν τόν ὑ­πο­τι­μᾶ­τε μό­νο καί μό­νο για­τί σᾶς δι­δά­ξα­νε Ἡ­ρό­δο­το ἀ­πό ἰ­ω­νι­κό κεί­με­νο τί­πο­τ’ ἄ­θλιοι δά­σκα­λοι, στά Γυ­μνά­σια πού πη­γαί­να­τε, καί σᾶς δυ­σκό­λε­ψε... Μή γε­λι­έ­στε δέν ὑ­παρ­χει μυ­θι­στό­ρη­μα τό­σο συ­ναρ­πα­στι­κό ὁ­σο αὐ­τός!.. Δέν εἶ­ναι δύ­σκο­λος δέ· ἡ ἰ­ω­νι­κή δι­ά­λε­κτος εὔ­κο­λα συ­νη­θί­ζε­ται. Ἡ σύν­τα­ξη τοῦ Ἡ­ρο­δό­του εἶ­ναι πα­ρα­τα­κτι­κή - ὁ λό­γος δέν ἔ­χει γί­νει σύν­θε­τος ἀ­κό­μα. Μά εἶ­ναι κι αὐ­τό ζή­τη­μα νο­ο­τρο­πί­ας - ζή­τη­μα πραγ­μα­τι­κό­τη­τας! Ἀ­κό­μα δέν ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη νά ἐκ­φρά­σουν τέ­τοι­α νο­ή­μα­τα πού ν’ ἀ­παι­τοῦν σύν­θε­το λό­γο.
 
Τί κά­νει λοι­πόν ὁ Ἡ­ρό­δο­τος; Κά­νει ἱ σ τ ο ρ ί α; μέ τήν αὐ­στη­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου; μέ τή θου­κυ­δί­δεια ἔν­νοι­α; Ὄ­χι. Ἔ­χει ὅ­μως τέ­τοι­α μα­νί­α νά γνω­ρί­ςῃ τό σύ­νο­λο τῶν πραγ­μά­των (πε­ρί τῆς Ἀ­σί­ας πρό­κει­ται, μήν τό ξε­χνᾶ­με!) π’ ἀ­να­κα­τώ­νει ἐ­νί­ο­τε μύ­θους καί πα­ρα­δό­σεις. Σοῦ λέ­ει: «Ἐ­τοῦ­τος ὁ λα­ός πι­στεύ­ει τά ἑ­ξῆς». Θά τά ξε­κα­θα­ρί­σῃ με­τά αὐ­τά, κα­τά πό­σο ἰ­σχύ­ουν, ὁ κά­θε Θου­κυ­δί­δης κι ὁ κά­θε Πο­λυ­βί­ος - ναί! Πρός τό πα­ρόν, ὅ­μως, ὁ Ἡ­ρό­δο­τος τά κα­τα­γρά­φει, καί δή μα­γευ­τι­κά - κα­τα­πλη­κτι­κός ἀ­φη­γη­τής! Τό­σο πού οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι, λέ­ει, τόν πλή­ρω­σαν 10 τά­λαν­τα, νάρ­θῃ, ν’ ἀ­νέ­βῃ στήν Πνύ­κα καί νά τούς τά δι­η­γη­θῇ! Κι ὁ Θου­κυ­δί­δης, 12 χρο­νῶ παι­δί τό­τε, ἐν­θου­σι­ά­στη­κε τό­σο πο­λύ ἀ­π’ ὅ­σα ἄ­κου­γε, ὥ­στε τόν πή­ρα­νε τά κλά­μα­τα!.. (Μπο­ρεῖ καί νά­ναι πλα­στό - ἀλ­λά τά πλα­στά, με­ρι­κές φο­ρές, ἔ­στω κι ἄν δέ σοῦ δί­νουν τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δί­νουν ὅ­μως τήν ἀ­λή­θεια. Ἄλ­λο ἡ ἀ­λή­θεια κι ἄλ­λο ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἔ­τσι;)
 
Ἐ­κεί­νη λοι­πόν τήν ἐ­πο­χή γεν­νι­έ­ται ἡ ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α, ἀ­π’ τή μιά με­ριά, καί ἡ σκέ­ψη, ἀ­πό τήν ἄλ­λη. Πῶς ἀρ­χί­ζει ἡ σκέ­ψη; Μέ τούς Προ­σω­κρα­τι­κούς - τους φι­λό­σο­φους, δη­λα­δή, τούς πρό τοῦ Σω­κρά­τη. Καί τό δι­α­χω­ρι­σμό αὐ­τόν τόν ἔ­κα­ναν οἱ Γερ­μα­νοί φι­λό­λο­γοι.
 
Κ’ ἐ­νῶ λοι­πόν στό κέν­τρο τοῦ φι­λο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἦ­ταν ὁ Πλά­των κι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, κά­ποι­α στιγ­μή πρό­βα­λε ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός ὅ­τι βά­ση ὅ­λης τῆς πλα­τω­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­ναι ἡ προ­η­γού­με­νη ἑλ­λη­νι­κή σκέ­ψη - ἑ­πο­μέ­νως γνω­ρί­στε την, κι ἀ­φή­στε τό κόλ­λη­μα στόν Πλά­τω­να! Ὑ­πέ­ρο­χος βέ­βαι­α ὁ Πλά­των, ἀλ­λ’ ἄς δοῦ­με καί τά προ­η­γού­με­να. (Ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψε ὁ ὅ­ρος Προ­σω­κρα­τι­κοί.)
 
Ὁ κυ­ρι­ώ­τε­ρος πού ἔ­στρε­ψε τό φι­λο­λο­γι­κό ἐν­δι­α­φέ­ρον στούς Προ­σω­κρα­τι­κούς - κυ­ρι­ώ­τε­ρος ὄ­χι μό­νο ἀ­πό φι­λο­λο­γι­κῆς πλευ­ρᾶς, ἀλ­λά πού ἐ­πη­ρέ­α­σε, γε­νι­κώ­τε­ρα, πνευ­μα­τι­κά, ὅ­λη τήν Εὐ­ρώ­πη κι ὅ­λον τόν κό­σμο, για­τί δέν ἦ­ταν μό­νο φι­λό­λο­γος πα­ρά σπου­δαί­α μορ­φή, σπου­δαί­α σκέ­ψη, σπου­δαῖ­ο γρά­ψι­μο - ἦ­ταν ὁ Νί­τσε. Ἔ­γι­νε κα­θη­γη­τής στή Βα­σι­λεί­α, πο­λύ νέ­ος ἀλ­λ’ ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σε νά δε­χτῇ τίς συμ­βα­τι­κό­τη­τες τῶν τό­τε φι­λο­λό­γων, τά βρόν­τη­ξε, καί συ­νέ­χι­σε τήν προ­σω­πι­κή του πο­ρεί­α. Εἶ­ν’ ἕ­νας θε­με­λια­κός Εὐ­ρω­παῖ­ος φι­λό­σο­φος ἀ­π’ τά γεν­ναι­ό­τε­ρα πνεύ­μα­τα τῶν αἰ­ώ­νων. Μήν ἀ­κοῦ­τε τίς βρο­με­ρές προ­πα­γάν­δες πού ἀ­πο­δί­δουν, στά σο­βα­ρά, στό Νί­τσε τόν ἄ­θλιο χι­τλε­ρι­σμό! Δέν εἶ­χε καμ­μί­α σχέ­ση μ’ ὅ­σα ἰ­σχυ­ρί­στη­καν ο{ι χι­τλε­ρι­κοί ἀρ­γό­τε­ρα! Μα­κά­ρι ὁ ἄ­θλιος Χί­τλερ νά­ταν πράγ­μα­τι νι­τσε­ϊ­κός! Τό­τε θά πή­γαι­νε ν’ αὐ­το­κτο­νή­ςῃ, ὄ­χι νά κά­νῃ αὐ­τά πού ’­κα­νε! Ὁ Νί­τσε τσά­κι­σε τά κόκ­κα­λα τοῦ γερ­μα­νι­σμοῦ καί τοῦ παν­γερ­μα­νι­σμοῦ μέ τά βι­βλί­α του καί μέ τίς θέ­σεις του! Μή χά­βε­τε ὅ,τι σᾶς σερ­βί­ρουν δι­ά­φο­ροι!
 
Σύμ­φω­να μέ τό Νί­τσε, ὁ Πλά­των ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἔ­σχα­τη ἀ­πό­λη­ξη μιᾶς ἐ­ξέ­λι­ξης. Στό κέν­τρο ὅ­μως τοῦ ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ στο­χα­σμοῦ εἶ­ν’ οἱ Προ­σω­κρα­τι­κοί - μέ πυ­ρή­να τόν Ἠ­ρά­κλει­το! Κ’ ἔ­κα­νε μέν φι­λο­λο­γι­κή δου­λειά, ἀλ­λ’ ὄ­χι δε­σμευ­μέ­νη, τυ­πι­κή, δα­σκα­λί­στι­κη. Ἀρ­γό­τε­ρα, ἤρ­θα­νε σπου­δαῖ­οι ἐ­ρευ­νη­τές, πού προ­χώ­ρη­σαν στήν κα­θα­ρά φι­λο­λο­γι­κή ἐρ­γα­σί­α: συγ­κέν­τρω­σαν τά προ­σω­κρα­τι­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα - για­τί δέν σώ­θη­καν ἀ­κέ­ραι­α τά ἔρ­γα ἐ­κεί­νων τῶν φι­λο­σό­φων - ἀ­π’ ὅ­λα τά κεί­με­να τῶν κα­το­πι­νῶν συγ­γρα­φέ­ων· μέ τή σχε­τι­κή κρι­τι­κή, ξε­κα­θά­ρι­σαν τί ἔ­κρι­ναν πώς ἦ­ταν γνή­σιο, τί ἀλ­λοι­ω­μέ­νο - δι­α­σταύ­ρω­σαν τίς πη­γές, ἀν­τι­πα­ρα­βά­λαν - μι­λᾶ­με γιά τε­ρα­τώ­δη δου­λειά - κ' ἐμ­φα­νί­στη­καν ἐν­τέ­λει δύ­ο με­γά­λες βα­σι­κές συλ­λο­γές: ἡ μί­α ἦ­ταν τοῦ Mullach,[1] κ' ἡ ἄλ­λη, πιό με­θο­δι­κή, τῶν Diels-Kranz. (Εἰ­δάλ­λως, ἄν­τε νά μα­ζέ­ψῃς 300 τό­μους ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κά συγ­γράμ­μα­τα καί βρές μό­νος σου μέ­σα κεῖ Προ­σω­κρα­τι­κούς!..) Τό ἔρ­γο τοῦ Diels εἶ­ναι τρί­το­μο, καί πε­ρι­λαμ­βά­νει ὅ­λα τ’ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­π’ τά ὁ­ποῖ­α βγαί­νει ἡ σκέ­ψη τῶν Προ­σω­κρα­τι­κῶν - ἀ­πό τό­τε πού ξε­κι­νά­ει, ἀ­κό­μα κι ἀ­π’ τή μυ­θι­κή της πε­ρί­ο­δο, ὡς τόν Πλά­τω­να.
 
Για­τί αὐ­τό ἔ­χει ση­μα­σί­α; Δι­ό­τι ὅ­λη ἡ εὐ­ρω­πα­ϊ­κή σκέ­ψη, ἡ ὁ­ποί­α προσ­δι­ο­ρί­ζει τή ση­με­ρι­νή μας καλ­λι­έρ­γεια καί παι­δεί­α, ἔ­χει γιά βά­ση της τήν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κή σκέ­ψη. Εἶ­ναι γε­λοῖ­ο νά φαν­τά­ζε­σαι ὅ­τι θά με­λε­τή­ςῃς σύγ­χρο­νη φι­λο­σο­φί­α χω­ρίς νά­χῃς δι­α­βά­σει ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή. Δέν εἶ­ν’ ἐ­θνι­κι­σμός αὐ­τό, οὔ­τε σο­βι­νι­σμός. Ἄ­λω­στε τ’ ὁ­μο­λο­γοῦν ὅ­λοι. Ὁ Ἕ­γε­λος, ἄς ποῦ­με πού­ναι κι ὁ δά­σκα­λος τοῦ Μάρξ, λέ­ει ὅ­τι στή Λο­γι­κή του δέν κά­νει τί­πο­τ’ ἄλ­λο, πα­ρά με­τα­φέ­ρει τή λο­γι­κή του Ἡ­ρα­κλεί­του. Ὁ Μάρξ ἀ­π’ τήν ἄλ­λη, κά­νει τή δι­δα­κτο­ρι­κή του στόν Ἐ­πί­κου­ρο καί τό Δη­μο­κρι­το. Ὁ Μπέρ­ξον βά­ζει ὡς θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ του: «Τί φρο­νοῦ­σε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης πε­ρί χώ­ρου». Θέ­λω νά πῶ: δέν ὑ­πάρ­χει τρό­πος νά συλ­λά­βῃς τή νε­ώ­τε­ρη φι­λο­σο­φί­α ἄν δέ γνω­ρί­ζῃς τήν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κή. Θά ’­σαι ἁ­πλῶς ἀ­μα­θής. Θά σέ πα­ρα­πέμ­ψουν ἐξ ἄλ­λου οἱ ἴ­διοι οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι!..
 
Ἔ­χου­με λοι­πόν μί­α τά­ση ἀμ­φι­σβη­τη­σια­κή τοῦ Μύ­θου. Ἤ συ­νέ­χεια τῆς τά­σης αὐ­τῆς πρω­το­εκ­φρά­ζε­ται πα­νί­σχυ­ρα μέ τόν Παρ­με­νί­δη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρω­το­θε­με­λι­ώ­νει τό με­γά­λο κῦ­ρος τοῦ Λό­γου, τῆς ratio (:κεῖ­νο πού οἱ Ἀρ­χαῖ­οι ἔ­λε­γαν Λό­γος – αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­ζου­με στήν κα­θη­με­ρι­νή μας γλώσ­σα: λο­γι­κή.)
 
Ἀ­π’ τήν ἄλ­λη, λί­γο πρίν ἀ­π’ τόν Παρ­με­νί­δη, μέ­σα στή βα­σι­λεί­α τοῦ Λό­γου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει γκρε­μί­σει τό μῦ­θο, ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὁ Ἐ­φέ­σιος. Κα­τά μιά πα­ρά­δο­ση εἶ­ν’ ἄρ­χον­τας, τῆς βα­σι­λι­κῆς γε­νιᾶς τῆς Ἐ­φέ­σου. Ση­κώ­νε­ται ὅ­μως καί φεύ­γει, πά­ει στό να­ό τῆς Ἀρ­τέ­μι­δος καί παί­ζει, λέ­ει, μέ τά παι­διά. Καί σάν τόν βρί­σκουν οἱ Ἐ­φέ­σιοι, ἀ­πο­ρη­μέ­νοι, κεῖ­νος τούς εἶ­πε: Τί κοι­τᾶ­τε, ρέ μοῦ­τρα; Πο­λύ κα­λύ­τε­ρο νά '­μαι ἐ­δῶ ἀ­π' τό νά ζῶ μα­ζί σας! Προ­σέξ­τε: δέν εἶ­ναι κα­κός - εἶ­ναι τρο­με­ρά κρι­τι­κός. Καί εἶ­ναι κρι­τι­κός πρός ὅ­λα. Ἀ­κό­μα καί πρός τό κῦ­ρος τοῦ Λό­γου! Ποι­ός Λό­γος! Ὅ­λα εἶ­ναι καί δέν εἶ­ναι,  τ ή ν  ἴ δ ι α  σ τ ι γ μ ή! Αὐ­τό μοιά­ζει ἐ­ξω­φρε­νι­κό. Ἡ λο­γι­κή μας προ­χω­ρά­ει σύμ­φω­να μέ τήν ἀρ­χή της μή ἀν­τι­φά­σε­ως: δέ γί­νε­ται, δη­λα­δή. νά πῶ ὅ­τι κά­τι εἶ­ναι και, συγ­χρό­νως, δέν εἶ­ναι! Ἄλ­λο τ’ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­τό­τη­τα νά τό πῶ. Ὑ­πάρ­χει στό λό­γο. ὄ­χι στή Λο­γι­κή! Τό ἐ­ξω­φρε­νι­κό ὅ­μως εἶ­ναι ὅ­τι ἰ­σχύ­ει! Ὅ­λη ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ν’ ἕ­να δια­ρκές σύν- πλήν, τ’ ὁ­ποῖ­ο συ­νέ­χεια ἀ­να­βο­σβή­νει. Τοῦ­το ἀ­κρι­βῶς πα­ρά­γει τή με­τα­βο­λή, τό γί­γνε­σθαι... Ἄ­ρα κ’ ἐ­σύ, ἀ­νά πᾶ­σα στιγ­μή, δέν εἶ­σαι ἀ­κρι­βῶς αὖ­το πού εἶ­σαι - ἀλ­λι­ῶς, δέ θά με­γά­λω­νες, δέ θά γέρ­να­γες καί δέ θά πέ­θαι­νες![2] Ἡ θέ­ση τοῦ Ἠ­ρά­κλει­του εἶ­ν’ ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ρευ­στά, τί­πο­τα στα­τι­κό. Συμ­φω­νεῖ δέ σ’ αὐ­τό καί ἡ σύγ­χρο­νη Ἐ­πι­στή­μη! Τό τά­δε ἀν­τι­κεί­με­νο μᾶς φαί­νε­ται στα­θε­ρό, στε­ρε­ό. Ἄν ὅ­μως τό δοῦ­με μέ συγ­κε­κρι­μέ­νες λή­ψεις ἐμ­πει­ρί­ας, μέ συγ­κε­κρι­μέ­να πει­ρά­μα­τα, θά δι­α­πι­στώ­σου­με πώς πρό­κει­ται ἁ­πλῶς γιά ρο­ή ἠ­λε­κτρο­νί­ων!.. Τί εἶ­ναι στα­θε­ρό; Ὅ­λα εἶ­ναι δια­ρκῶς με­τα­βαλ­λό­με­να!  Στήν οὐ­σί­α ἔ­χει λοι­πόν δι­και­ω­θῆ σή­με­ρα ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος...
 
Ἡ ἄλ­λη κα­τεύ­θυν­ση εἶ­ναι ἡ ρα­σι­ο­να­λι­στι­κή ἤ λο­γο­κρα­τι­κή. Ὁ ὅ­ρος λο­γο­κρα­τί­α εἶ­ναι πο­λύ εὔ­στο­χος - βγά­ζει μί­α ἐ­χθρό­τη­τα, ἔ; Σ’ ἔ­χει γραπ­πώ­σει αὐ­τή ἡ τά­ση καί δέν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­παλ­λα­γῇς. Λο­γο­κρα­τεῖ­σαι! Οἱ πα­λαι­ό­τε­ροι κα­θα­ρευ­ου­σιά­νοι μας, τώ­ρα, θέ­λον­τας νά με­τα­φρά­σουν τόν ὅ­ρο ρα­σι­ο­να­λι­σμός ἔ­λε­γαν Ὀρ­θο­λο­γι­σμός. Ἄλ­λα δέν εἶ­ναι σω­στή ἡ ἀ­πό­δο­ση. Για­τί Ὀρ­θο­λο­γι­σμός; Εἶ­ν’ ὁ ὀρ­θός λο­γι­σμός; ὁ μό­νος ὀρ­θός; Μέ­σω τοῦ ὅ­ρου ἔ­κα­ναν κρι­τι­κή, ἔ­παιρ­ναν θέ­ση! Θά μπο­ροῦ­σαν νά­λε­γαν, σκέτ­τα, λο­γι­σμός. Ἀλ­λά, βέ­βαι­α, λο­γι­σμός ση­μαί­νει ἁ­πλῶς: σκέ­ψη. Ἐ­νῶ Λό­γος, στήν ἀρ­χαί­α ση­μα­σί­α του, ση­μαί­νει καί τό λο­γι­κό ὄρ­γα­νο καί τή λο­γι­κή δο­μή τοῦ κό­σμου.
 
Τού­τη ἡ τά­ση ἐ­ρεί­δε­ται σέ μιάν ἀ­να­πό­δει­κτη πε­ποί­θη­ση. Εἶ­ναι, δη­λα­δή, ἀ­ξί­ω­μα. Τί πά’ νά πῇ αὐ­τό; Ὅ­τι τό ἀ­ξι­ώ­νει ὁ νοῦς νά­ν’ ἔ­τσι. Ἄ­ρα πρό­κει­ται γιά ἕ­να εἶ­δος πί­στε­ως. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἐκ­φρά­ζει ἀ­πό­λυ­τα τόν πό­λο αὐ­τόν. Στό σύγ­γραμ­μά του βά­ζει τή θε­ά τῆς Ἀ­λή­θειας νά τοῦ λέ­ῃ: Ἐ­σύ κρά­τα μα­κριά τό νοῦ σου ἀ­π’ τίς δι­πλές κου­βέν­τες (τά «εἶ­ναι καί δέν εἶ­ναι», τά «καί ναί καί ὄ­χι»)! Ἤ ναί, ἤ ὄ­χι! Ἤ εἶ­ναι, ἤ δέν εἶ­ναι!..
 -------------------
[1] Fragmmta Philosophorum Graecorum, 3 τόμοι, Parisiis, 1875-81.
 
[2] [Ρένος, Ἄξονες, Ἀθήνα. 1979. 111: Τό «εἶναι» δέν ἔχει χρόνο· τό «γίνεται», μόνο, ἔχει χρόνο. Λοιπόν γι’ αὐτό, ἅμα λές «εἶναι» - γιά νά πῇς «εἶναι»- δέ γί νετ’ ἀλλιῶς: θ’ ἀφαιρέςῃς τό χρόνο!]

Περισσότερο ή καλύτερο σεξ;

Πολλοί άνθρωποι καυχιούνται για το πόσο σεξ κάνουν. Ωστόσο στο σεξ δεν έχει σημασία η ποσότητα. Αυτό που πρέπει να αναζητάμε είναι η ποιότητα.

Στην πραγματικότητα, όταν συσχετίζουμε την ποσότητα με την ποιότητα κάνουμε λάθος. Μερικές φορές εκείνοι που κάνουν σεξ πιο συχνά αναφέρουν επίσης τα υψηλότερα επίπεδα έλλειψης ικανοποίησης.

Το σεξ είναι κάτι πέρα από την ίδια τη σεξουαλική πράξη. Υπάρχουν πολλοί που περιορίζουν το σεξ στην απλή πράξη της διείσδυσης. Ωστόσο το σεξ είναι κάτι πολύ περισσότερο.

Στο σεξ σημασία έχει η ποιότητα


Το να κάνουμε περισσότερο σεξ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αισθανόμαστε μεγαλύτερη ικανοποίηση. Μερικές φορές αυτό απλώς σημαίνει περιστασιακό σεξ. Μπορεί ακόμα και να σημαίνει σεξ που έχει γίνει μια βαρετή ρουτίνα. Εξάλλου, περισσότερο συνήθως δεν σημαίνει καλύτερο.

Επομένως, τι χρειαζόμαστε πραγματικά για να απολαμβάνουμε καλό σεξ;
Ας δούμε μερικά παραδείγματα:
  • Η επικοινωνία είναι ζωτικής σημασίας κατά τη διάρκεια του σεξ. Χάρη στην επικοινωνία ο/η σύντροφός σας μπορεί να σας πει τι επιθυμεί για μια καλύτερη σεξουαλική εμπειρία.
  • Η γενναιοδωρία είναι επίσης σημαντική, ακόμα και αν δεν είναι αμοιβαία. Μην είστε παθητικοί. Κάντε μια προσπάθεια να ευχαριστήσετε τον/τη σύντροφό σας.
Επιπλέον, το σεξ θα πρέπει να είναι ευχαρίστηση, όχι καθήκον.
  • Είναι σημαντικό να βρίσκεστε σε ένα περιβάλλον όπου αισθάνεστε άνετα. Το να αισθάνεστε άβολα κατά τη σεξουαλική πράξη είναι ένα πράγμα. Το να απολαμβάνετε τον χρόνο και τη χαλάρωση που προκύπτει μέσα σε ένα ευχάριστο περιβάλλον είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
  • Δεν θα πρέπει ποτέ να παραλείπετε τα προκαταρκτικά. Μάλιστα, χωρίς αυτά είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί μια ολοκληρωμένη σεξουαλική εμπειρία. Τα φιλιά και τα χάδια είναι απαραίτητα για να επιτευχθεί αξέχαστη ευχαρίστηση.
  • Ο συγχρονισμός και η αίσθηση σύνδεσης έχουν σημασία. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι μερικές φορές τα κάνετε όλα εσείς. Όμως, χωρίς αυτήν τη σύνδεση, το σεξ δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από μια πράξη που θα ξεχαστεί.
  • Η αυτοπεποίθηση είναι επίσης απαραίτητη. Μας απελευθερώνει από κάθε φόβο, ντροπή ή συγκράτηση, έτσι μπορούμε πραγματικά να απολαμβάνουμε ποιοτικό σεξ.

 

Η σχέση σας με την ευτυχία


Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of Economic Behaviour & Organization  εστίασε στη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στο σεξ και την ευτυχία.

Οι ερευνητές μίλησαν με 64 ζευγάρια ηλικίας 35 ως 65 ετών. Από τα μισά από αυτά ζητήθηκε να καταγράψουν τον αριθμό των σεξουαλικών τους συνευρέσεων. Από τα άλλα μισά ζητήθηκε να κάνουν περισσότερο σεξ.

Στο τέλος, τα ζευγάρια που αύξησαν τις σεξουαλικές επαφές τους δεν ήταν πιο ευτυχισμένα από τα άλλα μισά.
Ίσως επειδή δεν έδιναν χρόνο στη σεξουαλική τους επιθυμία να αυξηθεί. Λόγω αυτού, η διάθεσή τους για σεξ μειωνόταν κάθε φορά.

Η έρευνα αυτή αποκάλυψε κάτι. Περισσότερο σεξ δεν σημαίνει περισσότερη ευτυχία. Επίσης δεν σημαίνει μεγαλύτερη απόλαυση.

Επομένως, πρέπει να εστιάζουμε στην ποιότητα. Εκεί πραγματικά βρίσκεται η σεξουαλική ικανοποίηση.

Δεν είναι κάτι που μπορείτε να ελέγξετε


Μερικές φορές μπορεί να φοβάστε για ορισμένες πτυχές της σχέσης σας. Αυτό είναι φυσιολογικό, όμως μπορεί να οδηγήσει σε λιγότερο σεξ.

Θα υπάρξουν επίσης φορές που παγιδεύεστε σε μια σεξουαλική «ρουτίνα». Αυτή περιλαμβάνει συγκεκριμένες μέρες που πιστεύετε ότι πρέπει να κάνετε σεξ, είτε το επιθυμείτε είτε όχι.

Όπως φαντάζεστε, αυτό μπορεί επίσης να γίνει πρόβλημα. Μπορεί να μας κάνει ακόμα και να αρχίσουμε να απεχθανόμαστε το σεξ.

Πρέπει να επιτρέπουμε στις επιθυμίες μας να ρέουν φυσικά, χωρίς να αναγκάζουμε τον εαυτό μας να ακολουθεί αυστηρά προγράμματα. Είναι κάτι παρόμοιο με όταν δεν θέλουμε να φάμε αλλά τρώμε ούτως ή άλλως επειδή είναι στο πρόγραμμα.

Τελικά αισθάνεστε βάρος, φούσκωμα, ακόμα και απογοήτευση. Δεν απολαύσατε το γεύμα και αισθάνεστε άσχημα που κάνατε κάτι που δεν θέλατε.

Κάθε ζευγάρι είναι διαφορετικό. Ποιος λέει ότι πρέπει να κάνουμε σεξ μία φορά την εβδομάδα; Ποιος λέει ότι το να κάνετε σεξ μία φορά τον μήνα είναι κακό για τη σχέση σας;

Μη συγκρίνεστε ποτέ με άλλα ζευγάρια. Μην προσπαθείτε να ακολουθείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα στο σεξ. Αυτό μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα και να αποδειχτεί καταστροφικό.

Αναζητήστε την ποιότητα στο σεξ, όχι την ποσότητα. Τελικά αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι να απολαμβάνετε ολοκληρωμένες, ικανοποιητικές προσωπικές στιγμές.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Ονειρικη Πραγματικοτητα & οι Ψευδαισθησεις του Νου

Αποτέλεσμα εικόνας για εικονεσ ονειρουΣε κάποιο πρόσφατο Επιστημονικό Αμερικάνικο άρθρο αναλύθηκε το ζήτημα της «Ατοπικότητας» (Nonlocality) σε σχέση με την ειδική σχετικότητα. Το Ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον καθώς η κατανόησή του ίσως φέρει την επανάσταση σε σχέση με την κατανόηση της θεμελιώδους φύσης του Σύμπαντος

Τι είναι η «Ατοπικότητα» της Πραγματικότητας; Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την θεωρία αυτή γνωρίζοντας την αντίθετη έννοιά της. Την Αρχή της «Τοπικότητας» που αναφέρει πως τα αντικείμενα επηρρεαζονται μονάχα από το άμεσο περιβάλλον. Πρόκειται για την αρχή που επισημαίνει πως μπορούμε να επηρρεάσουμε ένα αντικείμενο μέσω μίας άμεσης φυσικής επαφής ή έπειτα από μία σειρά επαφών. Για παράδειγμα αν αγγίξουμε ένα αντικείμενο χρησιμοποιήσουμε ένα «τοπικό» πεδίο δύναμης. Τα «Ατοπικά» αντικείμενα όμως μπορούν να επηρρεάσουν το ένα το άλλο μέσα από αχανείς αποστάσεις χώρου και δίχως δυνάμεις που μπορούν να αιτιολογήσουν το γεγονός. Πρόκειται για μία Αρχή που είναι επιστημονικά διαπιστωμένη και είναι γνωστή στην Επιστημονική Κοινότητα ως Κβαντική Διεμπλοκή. Τα ηλεκτρόνια έχουν την ικανότητα να αλληλεπιδρούν από εκατομμύρια χιλιόμετρα έτη φωτός γρηγορότερα αψηφώντας τις Νευτωνικές Μηχανικές αντιλήψεις περί του Σύμπαντος και του Κόσμου. Έτσι οι καθημερινές μας δραστηριότητες δεν είναι ένας ακριβής αντικατοπτρισμός της βαθύτερης Μηχανικής του Σύμπαντος, κάτι που δείχνει να αψηφά την λογική.

Τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Το παραπάνω γεγονός καταδεικνύει πως αν τα αντικείμενα μπορούν να είναι συνδεδεμένα ανεξάρτητα με το που βρίσκονται, τότε ολόκληρο το σύμπαν μπορεί να είναι συνδεδεμένο σε ένα γιγαντιαίο Αχωρικό Γκεστάλτ ή Δίκτυο. Κάτι που σημαίνει πως η απόσταση έτσι όπως την γνωρίζουμε έιναι μία ψευδαίσθηση και πως το Σύμπαν υπάρχει θεμελιωδώς παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Το ίδιο το Σύμπαν δεν αποτελείται από χώρο καθώς ο Χώρος απαιτεί απόσταση,και η απόσταση είναι μία ψευδαίσθηση όπως είναι και όλες οι διαστάσεις μέσα στις οποίες ζούμε σύμφωνα με την παραπάνω αρχή.

Τελικώς κάτι τέτοιο σημαίνει πως η φυσική πραγματικότητα όπως την γνωρίζουμε είναι μία ψευδαίσθηση και υπάρχει ώς μία ονειρική κατάσταση. Αντί να δούμε την Πραγματικότητα ως Νευτωνική και Μηχανιστική, ίσως είναι προτιμότερο να την κατανοήσουμε ως ένα όνειρο και αυτό διότι έχει τις ίδιες ακριβώς ιδιότητες…

Οι εμπειρίες όταν ονειρευόμαστε φαίνονται πραγματικές. Μπορούμε να γευτούμε, να αγγίξουμε, να νιώσουμε και να αισθανθούμε. Μπορούμε να προχωρήσουμε και να ταξιδέψουμε, καθώς και να αλληλεπιδράσουμε με αντικείμενα και το ονειρικό περιβάλλον γενικότερα. Όμως που υπάρχει αυτή η Ονειρική Πραγματικότητα; Είναι απτή η ύπαρξή της πέρα από το γεγονός πως πρόκειται για μία εσώτερη ψυχική προβολή; Η Ονειρική Πραγματικότητα υπάρχει ως Εικονική πραγματικότητα όπως και το Σύμπαν στο οποίο ζούμε λόγω της Κβαντικής Διεμπλοκής. Αν χρειαζόταν να εξηγήσουμε σε κάποιον για το πού βρίσκονται οι Ονειρικές τοποθεσίες που επισκεπτόμαστε, θα έπρεπε να απαντήσουμε πως πρόκειται για Ψυχικές Ολογραφικές κατασκευές που υπάρχουν μονάχα στο Νου. Δεν υπάρχουν σε κάποια συγκεκριμένη χωρική τοποθεσία και τα κτίρια ή μέρη που επισκεπτόμαστε στο όνειρό μας δεν είναι δημιουργημένα από χειροπιαστά υλικά. Παρομοίως το Σύμπαν υπάρχει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εκτός από το γεγονός πως πρόκειται για ένα αχανές όνειρο στο οποίο παίρνει μέρος το σύνολο της ανθρωπότητας. Αν μπορούσαμε να επισκεφθούμε ο ένας τον άλλο στα όνειρά μας τότε θα μπορούσαμε να πούμε πως η απεικόνιση αυτή είναι μία ακριβής αναπαράσταση της Φυσικής μας Πραγματικότητας.

Αν το Σύμπαν είναι «Ατοπικό» τότε αποκτά νόημα για τον άνθρωπο να το αντιμετωπίζει ως όνειρο. Μόνο που που αυτό το όνειρο είναι τέτοιο που απαιτείται το σύνολο των ανθρώπων για να το συν-δημιουργήσουν σε αντίθεση με τα προσωπικά όνειρα που παραμένουν κατ’ αποκλειστικότητα σε Υποσυνείδητες ατομικές Συνάψεις και δημιουργίες. Η φυσική πραγματικότητα και η Ονειρική Πραγματικότητα είναι προβολές. Αλλά προβολές ποίου πράγματος; Φαίνεται πως ο όρος «Συνειδητότητα» εμφανίζεται σε αυτό το σημείο ως η λογικότερη απάντηση μιας και είναι η μόνη έννοια που έχει την δυνατότητα να δημιουργεί συνεχώς υποκειμενικές προβολές τις οποίες εκλαμβάνουμε ως εμπειρίες.

Αν μπορούμε να δημιουργούμε τοπία στο Μυαλό μας και την Ονειρική πραγματικότητα, τότε διαχωρίζονται αυτές οι προβολές από τον Εαυτό ή πρόκειται για προβολή του ίδιου του Εαυτού; Μπορούμε να εντοπίσουμε και να μετρήσουμε τις ακριβείς διαστάσεις ενός δρόμου σε μία Ονειρική προβολή; Φυσικά και όχι. Παίρνουμε ως δεδομένο το γεγονός πως το Μυαλό μας έχει την ικανότητα να δημιουργεί Νοητικές Προβολές της καθημερινής φυσικής πραγματικότας. Αλλά παίρνουμε ως δεδομένο επίσης το γεγονός πως η Φυσική Πραγματικότητα δεν είναι μία Νοητή Κατασκευή και πως έχει μία φυσικότητα που ενυπάρχει ανεξάρτητα των Νοητών Προβολών. Τι θα γινόταν όμως αν μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως η Φυσική πραγματικότητα είναι μία Γιγαντιαία Εικονική Προβολή; Αν το μόνο που υπάρχει είναι αυτές οι Νοητικές Προβολές;

Αποκτά έτσι νόημα να κατανοήσουμε το Συμπαν ως μία αυτούσια Συνειδητότητα. Γιατί πως αλλιώς θα είχε το Σύμπαν την δυνατότητα να δημιουργεί την υπέροχη ψευδαίσθηση που αποκαλούμε πραγματικότητα;

H θεωρία αυτή υπαινίσσεται πως ολόκληρο το Σύμπαν είναι μία Νοητή Κατασκευή και υπάρχει αποκλειστικά σε ένα Ψυχολογικό δίκτυο Γκεστάλτ διότι μέσα σε αυτό το Ψυχολογικό Γκεστάλτ ο Χώρος, οι διαστάσεις και ο χρόνος είναι απλά κατασκευές. Είναι ακριβώς σαν τα μέρη που κατασκευάζει η ατομική συνειδητότητα στα όνειρά μας, δεν έχουν φυσική υπόσταση αλλά είναι πραγματικά μέρη στα οποία μπορεί να βιώσει τις εμπειρίες του το άτομο. Έτσι και το Σύμπαν υπάρχει σε ένα Μάτριξ στο οποίο ο Χρόνος και ο Χώρος είναι ψευδαισθήσεις, και όλοι εμείς είμαστε μέρος της ψευδαίσθησης παίρνοντας μέρος στην δημιουργία της. Για να καταφέρουμε να κατανοήσουμε ένα «ατοπικό» Σύμπαν θα ήταν λογικό να θεωρήσουμε πως η Συνειδητότητα υπάρχει μέσα σε ένα πολυδιαστατικό Μάτριξ και είναι η ίδια ένα πολυδιαστατικό Μάτριξ που λειτουργεί ως ο κινητήριος μοχλός και δημιουργεί πραγματικότητες. Η συνειδητότητα είναι το μόνο που υπάρχει και για αυτό θεμελιωδώς κανένα υλικό πράγμα δεν υπάρχει. Η Ύλη είναι συνειδητή και έχει ενσυναίσθηση διότι αυτοδημιουργείται.

Η Φυσική μας πραγματικότητα μπορεί να διασπαστεί σε μόρια.Τα μόρια μπορούν να διασπαστούν σε αυτόνομα άτομα και εκείνα με την σειρά τους σε πρωτόνια νετρόνια και ηλεκτρόνια. Αυτά μπορούν να διασπαστούν σε εξωτικά σωματίδια όπως τα Κουάρκς, τα Μυόνια και Λεπτόνια. Πέρα από αυτά τα σωματίδια υπάρχουν οι ανεπαίσθητες δονούμενες ενεργειακές χορδές. Από τι αποτελούνται; Από καθαρή ενέργεια. Και από τι αποτελείται η ενέργεια; Από ενέργεια. Η πραγματικότητα και η φυσική ύπαρξη διασπάται θεμελιωδώς σε ενέργεια. Και ενώ η Ενέργεια μπορεί να μετρηθεί ως ένα βαθμό, η απτότητά της παραμένει μία αφηρημένη έννοια διότι υπάρχει σε έναν πολυδιαστατικό Υπερχωροχρόνο. Και είναι αυτή η αφηρημένη έννοια που εξηγεί την πραγματική φύση της Ονειρικής Πραγματικότητας.

Μην αφήνεις να σε δηλητηριάζουν τα παράπονα

Πολλές φορές, συμβουλεύοντας κάποιον που έχει πρόβλημα συνεννόησης με ένα δικό του άνθρωπο, του προτείνουμε με θέρμη να μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημά του σ’ αυτόν που του το προξενεί. Να του εξομολογηθεί τις σκέψεις του, την αντίρρησή του, την πίκρα του, το θυμό του. Ό,τι τέλος πάντων μπλοκάρει και ταλαιπωρεί τη σχέση τους. Συχνά μας απαντάει πως όχι, αυτό δε γίνεται.

Και είναι φορές που δεν έχει άδικο. Είτε από εγωισμό είτε από βλακεία, ούτε που διανοείται πως μπορεί να μην είναι σωστός. Υπάρχει μάλιστα η πιθανότητα τα πράγματα μεταξύ τους να εξελιχθούν ακόμα χειρότερα. Δεν είναι πάντοτε εφικτή η ρομαντική ελπίδα ότι μια ειλικρινής εξομολόγηση των πληγωμένων αισθημάτων μας, θα μεταμορφώσει αυτόματα τον άλλον σε έναν άγγελο μετανοίας, που θα πέσει στην αγκαλιά μας και θα μεταμορφωθεί.

Το πλέγμα των σχέσεών μας είναι ένα πολύ μπερδεμένο σύστημα. Όσο στενότερη μια σχέση τόσο πιο περίπλοκη, τόσο πιο δυσνόητη, πιο τυραννική.

Όμως, και παρά την δυσκολία, εγώ επιμένω να πιστεύω πως ένας άνθρωπος πληγωμένος πρέπει να ξανοίγεται και να φανερώνει τι αισθάνεται σ’ αυτόν που τον πλήγωσε και τον πληγώνει. Μια παλιά πληγή δεν τη γιατρεύει πάντα μόνο με το πέρασμά του ο χρόνος, αντιθέτως, ο χρόνος την κακοφορμίζει. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος πρέπει να την ξεσκεπάζει καλύτερα, να φανερωθεί και να ρουφήξει φως. Κι ας μην καταλάβει ο άλλος, κι ας μη διορθωθεί.

Όσο κάποιος δε μιλάει, όσο κρατά βουβή την πίκρα και την ενόχλησή του, θερμαίνεται και φουσκώνει εντός του το παράπονο, η ματαίωση και, ως εκ τούτου, ο θυμός. Και ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο.

Όταν ο άλλος σε απογοητεύει, σε χρησιμοποιεί, σε αγνοεί, σε κακοποιεί, θυμώνεις μαζί του. Έτσι συμβαίνει, ασφαλώς, και είναι υγιές, ανθρώπινο και φυσικό. Ωστόσο μέσα σ’ αυτόν το θυμό κατά του άλλου που μας αδικεί και μας πληγώνει, σχεδόν πάντοτε φωλιάζει ένας άλλος βουβός θυμός και γι’ αυτό αγριότερος: ο θυμός κατά του εαυτού μας. Του εαυτού μας που δεν έχει τα κότσια να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να υποστηρίξει το δίκαιο, την αλήθεια, να υπερασπιστεί τα αισθήματά του, να μιλήσει. Είναι γνωστό και αποδεκτό εκείνο το χριστιανικό που συμβουλεύει να μην κάνεις στον άλλον όσα δε θες να κάνουν σ’ εσένα. Αλλά και δεν θα πρέπει να επιτρέπεις να σου κάνουν όσα άδικα εσύ ποτέ δε θα τους έκανες.

Γι’ αυτό, όταν συμβουλεύω φίλους, προτείνω να ανοίγουν την καρδιά τους και να εκφράζουν αυτό που τους ενοχλεί σ’ αυτόν ακριβώς που τους ενοχλεί απευθείας. «Και να μη σε καταλάβει, θα νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου που κατόρθωσε και μίλησε. Θα νιώσεις καλύτερα με την αυτοεκτίμησή σου. Δεν είναι λίγο αυτό!»

Δεν έχεις ανάγκη τον καταθλιπτικό συμβιβασμό για να «σώσεις» μια σχέση. Μονάχα η αλήθεια και η αγάπη σώζουν όντως καταστάσεις ζωής. Συμβιβαζόμαστε όταν επιλέγουμε το φόβο κι αυτό, είναι μειωτικό. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο συμβιβασμό και στην παραχώρηση. Το πρώτο ενέχει υπολογισμό και δειλία, ενώ το δεύτερο γενναιότητα και αρχοντιά. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «απωθώ» και στο «συγχωρώ». Το ένα κλωσάει τον εφιάλτη και την εκδικητικότητα, το άλλο προσφέρει τη φρεσκάδα της νέας ευκαιρίας. Υπάρχει διαφορά, ανάμεσα στο να με καταπατούν και στο να θυσιάζομαι. Το πρώτο είναι σκλαβιά, υποτέλεια, το δεύτερο γενναιότητα αγάπης και κυρίως ελευθερία.

Έχω προσέξει πως όσοι τολμούν ν’ ανοίξουν την καρδιά τους – άσχετα από το αποτέλεσμα και την επιτυχία τους – βγαίνουν ύστερα από αυτό οι ίδιοι με άλλοι διάθεση και άλλο βλέμμα. Με πεποίθηση και με καλή περηφάνια. Με αυτοεκτίμηση και ανακούφιση. Χωρίς το άγχος να εμπλέκονται σε φανταστικούς καβγάδες μέσα στο κεφάλι τους. Και η απαλλαγή από ένα άγχος, κατά τον Φρόιντ, είναι από τις μέγιστες ηδονές.

Βγαίνουν πιο καθαροί κι ανάλαφροι όπως βγαίνουμε από ένα λουτρό. Κι αν δεν έπεισαν τον άλλον τελικά, κι αν δεν μπόρεσαν να βγάλουν μαζί του άκρη, μπόρεσαν να φανούν στα ίδια τους τα μάτια ειλικρινείς και θαρραλέοι. Κι αυτό ήδη είναι νίκη και χαρά μεγάλη.

Η μάχη με την ασθένεια

Όλοι τείνουμε να συμφωνήσουμε ότι ένα από τα μεγαλύτερα αγαθά και δώρα της ζωής είναι η υγεία. Με τη λέξη υγεία εννοούμε τη σωματική, ψυχική και πνευματική ακμαιότητα ενός ατόμου και όχι μόνο την απουσία κάποιας σοβαρής ασθένειας. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η καλή υγεία είναι η υποδομή για να οικοδομηθούν όλα τα μεγάλα επιτεύγματα στη ζωή μας (σπουδές, εργασία, κοινωνικές σχέσεις, οικογένεια).

Και αυτό γιατί η υγεία μας δίνει τη δύναμη να αγωνιστούμε και να πετύχουμε.

Άρα λοιπόν γνωρίζοντας το πόσο ανεκτίμητο είναι το αγαθό της υγείας, συμπεραίνουμε το πόσο δύσκολη είναι η ζωή των ανθρώπων εκείνων που δοκιμάζονται καθημερινά από τη μάχη ενάντια σε σοβαρές και απειλητικές για την ίδια τη ζωή τους ασθένειες. Μπορούμε να αντιληφθούμε -αν όχι στον απόλυτο– τουλάχιστον σε ένα βαθμό, πόσο δύσκολο είναι ένας άνθρωπος να παλεύει καθημερινά για τη ζωή του και να έρχεται αντιμέτωπος με το φόβο της φθοράς και εντέλει του ίδιου του θανάτου.

Μπορούμε να αναφέρουμε ως κυριότερες αιτίες θανάτου από σοβαρά προβλήματα υγείας τις καρδιοπάθειες και τον καρκίνο. Η προσπάθειά μας να μπούμε έστω και για λίγο στη θέση ενός ανθρώπου που αγωνίζεται για τη ζωή του όπως και η αναζήτηση ενός τρόπου για να τον υποστηρίξουμε ψυχολογικά και να νοιώσουμε την επιβαρυμένη ψυχολογία του είναι μία διαδικασία δύσκολη.

Η διάγνωση μίας σοβαρής ασθένειας σε έναν άνθρωπο, αποτελεί την ίσως δυσκολότερη στιγμή στην ίδια τη ζωή του.

Η ζωή του πάσχοντα ανατρέπεται και στη σκέψη του πλέον επικρατεί η αγωνία και ο φόβος για το αύριο και για τη ζωή του. Το άτομο περνάει ακριβώς σε ένα μοτίβο συναισθημάτων που εμφανίζονται με παρόμοιο τρόπο και σε άλλα σπουδαία γεγονότα της ζωής , όπως ένας επίπονος χωρισμός ή μία απώλεια.

Το άτομο περνάει αρχικά στη διαδικασία της άρνησης, δεν αποδέχεται την τόσο σοβαρή ανατροπή που έρχεται στη ζωή του. Αυτό ακολουθεί το συναίσθημα του θυμού: ο πάσχων νοιώθει θυμό απέναντι σε όλους, νοιώθει έντονο το συναίσθημα της σκληρότητας και της αδικίας. Προσπαθεί να κατανοήσει γιατί συνέβη σε εκείνον το δυσάρεστο αυτό γεγονός, εξαπολύει κατηγορίες σε όλους και σε όλα.

Το συναίσθημα του θυμού ακολουθεί ακόμα και εκείνο της ενοχής, καθώς ο πάσχων βρισκόμενος μπροστά σε μία τόσο συγκλονιστική εξέλιξη στη ζωή του να νοιώσει ακόμα και υπεύθυνος για την άσχημη έκβαση της υγείας του. Το συναίσθημα της ενοχής είναι διάχυτο ακόμα και σε έναν ασθενή. Το πόσο δυσχεραίνει η ενοχή και πόσο άσχημο συναίσθημα είναι, έχει αναλυθεί και σε άλλα άρθρα μου πολλές φορές. Και όμως, ενοχικά σύνδρομα υπάρχουν και σε ανθρώπους που πάσχουν από σοβαρές παθήσεις, ακριβώς επειδή πολλές φορές μπορεί και να αισθάνονται ‘’βάρος’’ για την οικογένεια ακόμα και για τον ευρύτερο κοινωνικό τους περίγυρο. Ειδικά όταν τα έξοδα για μία θεραπεία ή εξετάσεις είναι υψηλά και η οικογένεια δυσκολεύεται αρκετά, τότε το συναίσθημα της ενοχής πολλές φορές εντείνεται ακόμα περισσότερο.

Ο ασθενής έχει ανάγκη να νοιώθει την αγάπη, τη φροντίδα και το ενδιαφέρον των κοντινών του ανθρώπων οι οποίοι πρέπει να του δείξουν ότι η αγάπη του για αυτόν είναι ανυπόκριτη και θα είναι στο πλευρό του για όλα όσα χρειαστεί. Η Πολιτεία και η ίδια πρέπει να μεριμνήσει για τη φροντίδα των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας.

Η συνεργασία, μπορεί να είναι και χρήσιμη καθώς ένας ειδικός μπορεί να βοηθήσει και τον ίδιο τον ασθενή να συμφιλιωθεί με την αλήθεια στη ζωή του.

Η αλήθεια, η στήριξη και η κατανόηση στη δύσκολη κατάσταση υγείας που αντιμετωπίζει ένα άνθρωπος στην οικογένεια, θα βοηθήσει και τον ίδιο αλλά και τα υπόλοιπα άτομα να αντιμετωπίσουν με ψυχραιμία την υπάρχουσα κατάσταση.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ / ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Η Αναζήτηση της Αλήθειας (σαν Βιωματικής Εμπειρίας της Πραγματικότητας κι όχι σαν διανοητικής διαφώτισης ή πληροφόρησης) είναι για τους περισσότερους ανθρώπους μια δύσκολη υπόθεση και είναι λίγοι αυτοί που ξεκινούν το Ταξίδι της Αληθινής Γνώσης. Οι πιο πολλοί άνθρωποι αρκούνται σε αυτά που τους «παρέχει» η κοινωνία μέσα από την κοινωνικοποίηση, την γλώσσα, την εκπαίδευση, την δημόσια πληροφόρηση, ήθη και έθιμα και κοινωνικές συμπεριφορές. Έτσι οι άνθρωποι, χωρίς να το καταλάβουν καν, διαμορφώνονται, χειραγωγούνται και κατευθύνονται σαν κοπάδια ζώων. Μπορεί κάποιος να εξεγείρεται, να διαμαρτύρεται ότι δεν είναι έτσι κι ότι δεν νοιώθει ζώο σε μαντρί, αλλά υπάρχουν πάρα πολλά επιχειρήματα (όταν αναφερθούμε στην λειτουργία και το περιεχόμενο του νου του, στις πεποιθήσεις του, στις συμπεριφορές του και στις δραστηριότητές του – και κυρίως στην «αυτοματοποίηση» της ζωής του) για να αποδείξουμε ότι είναι ακριβώς αυτό, ένα χειραγωγούμενο και χειραγωγημένο ζώο.

Προφανώς, κάποιοι που θέλουν να είναι ηγέτες κι έχουν το θράσος και την δύναμη να αποφασίζουν για λογαριασμό των άλλων, κρατούν τους ανθρώπους στο σκοτάδι και σε ελεγχόμενες συμπεριφορές. Η Αληθινή Επανάσταση είναι Εσωτερική, Προσωπική και συνίσταται στο να βγεις τελείως έξω από όλο αυτό το κοινωνικό σύστημα (την κοσμοθεωρία του, την νοοτροπία, τις πεποιθήσεις και τις αυτόματες συμπεριφορές). Είναι ο Δρόμος της Προσωπικής Απελευθέρωσης. Αυτό δεν έχει να κάνει τίποτα με μια εξωτερική επανάσταση εναντίον του συστήματος ή με την επιδίωξη της αλλαγής της κοινωνίας. Δεν υπάρχει τίποτα για να αλλάξει στην κοινωνία. Απλά βγαίνεις έξω από όλο αυτό, από την ζωή του ύπνου στην κοινωνία, έξω, στην Πραγματική Ζωή και σε Μια Πραγματική Κοινωνία Πραγματικών Ανθρώπων.

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον Δρόμο της Απελευθέρωσης, της Αφύπνισης στην Πραγματικότητα, της Πραγματικής Ζωής και της Φωτισμένης Δράσης. Η «Επιστροφή» στους ανθρώπους (όπως η «επιστροφή» του Βούδα μετά την «Φώτισή» του, ή του Ιησού μετά την «εμπειρία της ερήμου»), το Μήνυμα που φέρνει ένας άνθρωπος που βγήκε έξω από όλο αυτό (την παγκόσμια αυταπάτη) και από την «παλιά συνείδηση» του συνηθισμένου ανθρώπου, είναι Απλό και Κατανοητό. Αν κάποιος Θέλει να Βρει την Αλήθεια θα την Βρει έξω από την διαμορφωμένη συνείδηση, με την εγκατάλειψη κάθε αυταπάτης, κάθε περιορισμού, με την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε διαμόρφωσης, έξω στο Ελεύθερο Πνεύμα που δεν φυλακίζεται πουθενά αλλά ενεργεί όπου θέλει.

Η Ελευθερία, η Απεραντοσύνη, η Πραγματική Φώτιση, Είναι (Εγγενής) στην Ίδια την Φύση του Ανθρώπου και δεν είναι κάτι έξω για να το ψάξεις και να το βρεις. Η Αληθινή Γνώση είναι η Γνώση της Πραγματικής Φύσης μας, το «Γνώθι Σαυτόν» (σα γνώση της εσωτερικής φύσης κι όχι των εξωτερικών επίκτητων χαρακτηριστικών) που διάβαζαν παλιά οι Έλληνες (χαραγμένο στο μάρμαρο) όταν επισκέπτονταν το Ιερό των Δελφών. Είναι Γνώση του Πραγματικού Εαυτού (του «Χωρίς Ιδιότητες») κι όχι της διαμορφωμένης εμπειρικής συνείδησης, των περιορισμών, των πεποιθήσεων και της συσσωρευμένης ανοησίας που κουβαλούν οι άνθρωποι σαν πολύτιμη γνώση. Αυτή Ακριβώς η Γνώση είναι το Ταξίδι προς την Αληθινή Γνώση του Εαυτού (του «Χωρίς Ιδιότητες»), η Ουσία της Αγωγής του Ανθρώπου και το αντικείμενο της Πραγματικής Εκπαίδευσής του.

Όμως η κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με αυτό και ασχολείται με το να εκπαιδεύει τους ανθρώπους σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, δηλαδή την γνώση της αληθινής φύσης μας. Έτσι το «πεδίο» μένει ελεύθερο σε όλους αυτούς που εκμεταλλευόμενοι το κενό προωθούν τις δικές τους (περιορισμένες) απόψεις για την Αλήθεια, την ζωή και τον κόσμο. Κι εδώ ανήκουν θρησκείες, φιλοσοφίες, διδασκαλίες και κάθε είδους μικρομάγαζα της μεταφυσικής γνώσης που πουλούν την γνώση σε σεμινάρια και σε χρήματα. Οι άνθρωποι είναι τόσο διαχειρίσιμοι που πέφτουν θύματα σε όλους αυτούς τους απατεωνίσκους, είτε φέρνουν τους ηχηρούς τίτλους του Παγκόσμιου Δασκάλου, του Πάπα, του Πατριάρχη ή του Επισκόπου, είτε του διπλωματούχου δασκάλου, της ψυχολογίας, ή οτιδήποτε άλλο. Αγνοούν ότι η Αλήθεια Είναι Μέσα τους, η Φύση τους, η Υπαρξιακή Βάση τους και εμμένοντας στους περιορισμούς και τις προκαταλήψεις τους (που έντεχνα καλλιεργούν όλοι οι απατεώνες) την αναζητούν έξω την Ίδια την Φύση τους σαν το Ανώτερο, σαν τον Αληθινό Εαυτό, σαν την Πραγματικότητα, σαν την Φώτιση, οτιδήποτε άλλο.

Θα πρέπει κάποιος να διαθέτει τουλάχιστον την κανονική νοημοσύνη, να σταθεί και να προβληματιστεί. Ακριβώς Εδώ Αρχίζει ο Δρόμος της Αλήθειας. Θα πρέπει κάποιος να Κατανοήσει ότι η Αλήθεια Είναι Εδώ που Είναι από Πάντα και για Πάντα, όχι εκεί που πιθανόν ψάχνουν οι άνθρωποι, εκεί που τους δίδαξαν, εκεί που τους είπαν, εκεί που τους υποδεικνύουν κάποιοι ζητώντας αμοιβή, εκεί που διάβασαν. Πρέπει να Βρούμε Αυτό που Είναι Μέσα στην Ίδια την Φύση μας, Μέσα μας, στον Εαυτό μας, Αυτό το «Χωρίς Ιδιότητες» που Υπάρχει και Ζει πέρα από τις διαμορφώσεις και τις αυταπάτες κι όχι εκεί που στρέφουν τον νου μας, «διαμορφώνοντάς» τον, οι επιτήδειοι ή οι αμαθείς ή οι απατεωνίσκοι. Οι άνθρωποι ψάχνουν να Βρουν αυτό που νομίζουν ότι έχουν χάσει όχι εκεί που μπορεί πραγματικά να είναι, αλλά εκεί που τους λένε, εκεί που τους δίνουν πληροφορίες, εκεί που συνήθως τους παραπληροφορούν.

Μόνο Βλέποντας Μέσα μας, στην Ίδια την Φύση μας, Μπαίνουμε στον Δρόμο της Αλήθειας. Στην πραγματικότητα, Αυτό το Ταξίδι, Μέσα μας, είναι Ταυτόχρονα το Ταξίδι και το Τέρμα. Όταν Μάθουμε να Βλέπουμε Πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνουμε. Όλα ξεδιπλώνονται μόνα τους, η Φώτιση Έρχεται Χωρίς να το Επιδιώκουμε κι η Φύση Αποκαθίσταται (Υγιής κι όχι διαμορφωμένη κι άρρωστη). Χωρίς Προσπάθεια! Γιατί; Επειδή Ακολουθούμε τον Δρόμο της Ζωής. Στην ζωή δεν υπάρχει άλλος πραγματικός δρόμος εκτός από την Πραγματική Ζωή. Έξω από τον Δρόμο της Ζωής υπάρχει μόνο αυταπάτη, ονειροπόληση κι οι φαντασίες του κόσμου, της σκέψης, της κοινωνίας και των ανθρώπων.

Για να πετάξεις, πρέπει να πάρεις ρίσκα

Ο ελεύθερος άνθρωπος που γνωρίζει τον εαυτό του είναι γενναιόδωρος, αλληλέγγυος, ευγενικός και ικανοποιείται εξίσου όταν δίνει όπως και όταν παίρνει. Για αυτό, κάθε φορά που συναντάς ανθρώπους που κοιτάζουν μόνο την πάρτη τους, μην τους μισείς. Αρκετά προβλήματα έχουν με τον εαυτό τους.

Η ελευθερία συνίσταται στο να είμαι σε θέση να επιλέγω ανάμεσα σε ό,τι είναι δυνατόν για μένα και να είμαι υπεύθυνος για την επιλογή μου.

Η αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο όταν έχουμε συναίσθηση της παρούσας κατάστασης.

Οι άνθρωποι είμαστε τόσο ξεροκέφαλοι που υποφέρουμε περισσότερο να πέσουμε έξω σε μια δυσοίωνη προφητεία μας, παρά αν πράγματι πάθουμε αυτό που προβλέψαμε.

Η ελευθερία συνίσταται στην ικανότητα μου να επιλέγω στο μέτρο του εφικτού.

Υπάρχουν κάποιοι που περπατούν στο κάστρο της ζωής τους προσπαθώντας να μην τους κοστίσει τίποτα, και δεν μπορούν να το ευχαριστηθούν. Υπάρχουν και άλλοι που βιάζονται να φτάσουν νωρίς, που χάνουν τα πάντα χωρίς κι αυτοί να ευχαριστηθούν. Κάποιοι λίγοι μαθαίνουν αυτό το μάθημα και παίρνουν το χρόνο τους για κάθε διαδρομή. Απολαμβάνουν κάθε γωνιά. Ξέρουν ότι δεν θα είναι δωρεάν αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις αξίζει τον κόπο.

Η αναποφασιστικότητα είναι μια από τις καλύτερες αιτίες των χειρότερων προβλημάτων, πολύ περισσότερο από τις λάθος αποφάσεις.

Για να πετάξεις, πρέπει να πάρεις ρίσκα. Αν δεν θες να τα πάρεις, το καλύτερο πράγμα που σου μένει να κάνεις είναι να τα παρατήσεις και να συνεχίσεις απλά να περπατάς για πάντα.

Η μνήμη είναι πολλές φορές μεροληπτική και άδικη, όταν κρίνει τα γεγονότα λαμβάνοντας υπόψιν μόνο τις πληροφορίες που οδηγούν στο συμπέρασμα που είχαμε ήδη διαλέξει από πριν.

Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι και μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι' αυτό μαθαίνουμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει. Κι επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ τη ζωή.

Ο πιο απλός αλλά παραπλανητικό τρόπος να πετύχω τον στόχο μου είναι να ρίξω πρώτα το βέλος στο δέντρο και μετά να ζωγραφίσω τους κύκλους γύρω του.

Η τύχη ποτέ δεν πλησιάζει αυτούς που ασχολούνται χλιαρά και περιστασιακά με αυτό που αγαπούν.
 
Η ζωή δεν μπορεί να βασισθεί παρά μόνο πάνω σε αυτή τη στιγμή που ονομάζουμε «παρόν».

Κανένας δεν έχει περισσότερες πιθανότητες να εξαπατηθεί από αυτόν για τον οποίο το ψέμα εξυπηρετεί τις επιθυμίες του.

Ο ψεύτης δεν είναι κάποιος που φοβάται το αποτέλεσμα της κρίσης των άλλων. Ο ψεύτης έχει ήδη κρίνει και καταδικάσει τον εαυτό του.

Υπάρχουν μονάχα στιγμές πληρότητας. Εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.

Η παγίδα: Πόσο ευτυχής θα ήμουν αν είχα αυτό που δεν έχω.

Αν ό,τι βλέπεις ταιριάζει γάντι με την πραγματικότητα που σε βολεύει, τότε μην πιστεύεις στα μάτια σου.

Αν νιώθεις ικανός να δίνεις χωρίς να περιμένεις πληρωμή, ποτέ κανένας δεν θα σου αφήσει απλήρωτο χρέος, διότι απλά κανένας δεν θα σου χρωστάει τίποτα.

Ζούμε πιστεύοντας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ένα σωρό πράγματα, απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν ήμασταν μικροί, προσπαθήσαμε και δεν τα καταφέραμε.

Υπάρχουν κάποια πράγματα στη ζωή που απλά τα ξέρετε

Όλοι έχουμε τη δύναμη μέσα μας να αλλάξουμε τα πράγματα που θέλουμε στην πραγματικότητά μας.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, να το έχουμε κάνει ήδη αυτό! Για να γίνουμε κυρίαρχοι στην εκδήλωση των πραγμάτων που θέλουμε, πρέπει να καταλάβουμε πώς πραγματικά λειτουργεί αυτό.

Το βασικό επίκεντρο είναι το πώς νιώθετε για το συγκεκριμένο θέμα που προσπαθείτε να δημιουργήσετε. Πρέπει να έχετε ένα καθαρό θετικό συναίσθημα για το θέμα σας, στο μυαλό σας. Όσο καλύτερα νιώθετε για αυτό, τόσο πιο γρήγορα μπορείτε να αλλάξετε τον εαυτό σας ώστε να πλησιάσετε στο αποτέλεσμα που επιθυμείτε. Πριν ακόμα ξεκινήσετε να σκέφτεστε τι είναι αυτό που θέλετε, πρέπει να νιώθετε εξαιρετικά καλά.

Δεν έχει σημασία τι κάνετε για να φτάσετε εκεί, αλλά πρέπει να φτάσετε εκεί. Ακούστε το αγαπημένο σας τραγούδι. Παρακολουθήστε ένα αστείο βίντεο στο youtube.  Τρίψτε το πρόσωπό σας στη γάτα σας αν χρειαστεί! Το πρώτο βήμα είναι να νιώσετε χαρά. Τα καλά συναισθήματα είναι το καύσιμο για ολόκληρο αυτό το εγχείρημα.

Η εξίσωση για να εκδηλώσετε πράγματα γρήγορα είναι η εξής:

Όσο πιο ανεβασμένοι/ευτυχισμένοι  X όσο πιο συνεχόμενος χρόνος = Τόσο πιο γρήγορα θα εκδηλώσετε

Και τόσο πιο καθαρή η σκέψη που θα κάνετε για να εστιάσετε στο θέμα σας.

Το πόσο γρήγορα έρχεται κάτι σε εσάς, σχετίζεται άμεσα με το πόσο μπορείτε να διατηρήσετε μια σειρά καθαρών σκέψεων για το πράγμα που θέλετε. Μπορούμε να δημιουργήσουμε οτιδήποτε, αρκεί να εστιάσουμε την προσοχή μας στο τελικό αποτέλεσμα. Τι μπορείτε να κάνετε για να έρθετε πιο κοντά στο να το νιώσετε πραγματικά; Για να νιώσετε αυτόν τον ενθουσιασμό όταν κάνετε κράτηση για το ταξίδι των διακοπών σας ή φιλάτε τον αγαπημένο σας ή αποκτάτε το αμάξι που θέλετε;

Θέλετε να πάτε διακοπές; Αρχίστε να πακετάρετε τα πράγματά σας, ψάξτε για αξιοθέατα που θέλετε να δείτε, ακούστε τη μουσική που παίζουν εκεί!
  
Ζήστε αυτή τη συναρπαστική αίσθηση του να είστε οπουδήποτε θέλετε να είστε. Δεν είναι αρκετό να το φαντάζεστε. Το συναίσθημα της ευτυχίας που σχετίζεται με αυτό, πρέπει να σας καταπιεί.

Το ξέρετε ότι το αξίζετε αυτό. Αξίζετε να σας αγαπάει κάποιος υπέροχος άνθρωπος. Αξίζετε να έχετε ειρήνη στο μυαλό σας. Αξίζετε να έχετε μία δουλειά που σας ικανοποιεί. Πρέπει να ξέρετε ότι είστε άξιοι να έχετε οτιδήποτε θέλετε. Αυτό που είστε είναι αρκετό ώστε να έχετε καλά πράγματα. Δεν είστε ένα αποτέλεσμα των περιστάσεων. Είστε ένα αποτέλεσμα αυτού που νιώθετε και σκέφτεστε. Ανεξαρτήτως του τι συνέβη στη ζωή σας, ή του που είστε ή του τι κάνετε, αξίζετε οτιδήποτε αυτός ο κόσμος έχει να προσφέρει. Αξίζετε να έχετε την εικόνα του εαυτού σας όπως θέλετε να είναι, με την καλύτερη υπόληψη και σεβασμό.

Υπάρχουν κάποια πράγματα στη ζωή που απλά τα ξέρετε. Σε τι βαθμό ξέρετε ότι ο ουρανός είναι μπλε και η βαρύτητα κάνει τα πράγματα να πέφτουν; Η πίστη σας στην ικανότητά σας να παίρνετε αυτό που θέλετε πρέπει να παρουσιάζει την ίδια σιγουριά. Πρέπει απλά να ξέρετε, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, ότι οτιδήποτε επιθυμείτε, υπάρχει ήδη για εσάς. Η πραγματικότητα ότι τα έχετε όλα, είναι ήδη εκεί έξω στη σφαίρα των πιθανοτήτων. Κάθε φορά που νιώθετε την χαρά ότι τα έχετε και ότι τα περιμένετε, έρχεστε πιο κοντά σε ευτή την πραγματικότητα. Η εμπιστοσύνη σας στις ικανότητές σας να εκδηλώνετε, πρέπει να είναι τόσο δυνατή που καμιά αμφιβολία δεν πρέπει να εισχωρεί στο μυαλό σας. Η ανάπτυξη αυτής της βεβαιότητας μπορεί να χρειαστεί λίγη εξάσκηση, όμως αξίζει πολύ. Οι στοχασμοί μπορούν να βοηθήσουν να ενσταλάξει μέσα σας αυτή η προσδοκία της βέβαιης επιθυμίας σας και σιγουριάς για την απεριόριστη ικανότητά σας. Δοκιμάστε: «Όλα αυτά που επιθυμώ κυλάνε προς τα μένα».

Χαλαρώστε. Όταν παραγγέλνετε κάτι διαδικτυακά, προσπαθείτε να καταλάβετε τι είδους συσκευασία θα χρησιμοποιηθεί ή τι είδους ρόδες θα έχει το όχημα που θα σας φέρει την παραγγελία σας; Δεν υπάρχει λόγος να κολλάτε στο «πώς» αυτό που θέλετε θα έρθει σε εσάς. Τι κάνετε συνήθως αφού παραγγείλετε κάτι; Σκέφτεστε το πώς θα είναι όταν το έχετε στα χέρια σας και έχετε μια ηρεμία στο μυαλό σας γιατί γνωρίζετε ότι αυτό που έχετε παραγγείλει είναι καθ’ οδόν. Έτσι λειτουργεί και το Σύμπαν. Όταν θέλετε κάτι, το Σύμπαν θα βρει τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για να σας το παραδώσει. Πρέπει να είστε πρόθυμοι να έχετε ανοικτό μυαλό. Αυτό που θέλετε, μπορεί να έρθει σε εσάς με τρόπο που δεν τον είχατε σκεφτεί πιο πριν. Με το να εστιάζετε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα, επιτρέπετε στον πιο γρήγορο και ωφέλιμο δίαυλο να ανοίξει ώστε να σας παραδώσει αυτό που θέλετε. Επομένως, μπορείτε να χαλαρώσετε και να τα αφήσετε όλα να περάσουν και να βρείτε ευτυχία και ειρήνη αυτή τη στιγμή. Πολλές φορές η εμμονή μας με το πώς κάτι θα έρθει σε εμάς, θα μας κάνει να χάσουμε μια ευκαιρία για ένα καλύτερο μονοπάτι. Βρείτε το στάδιό σας της μη αντίστασης και τέλος καλό όλα καλά!

Εσύ θα καθορίσεις το μέλλον σου

Μην αισθάνεσαι ηττημένος κάθε φορά που αποτυγχάνεις.
Μην περιμένεις την επιτυχία ουρανοκατέβατη αλλά να προσπαθείς και οπωσδήποτε κάποια στιγμή θα έρθει και ας μην την περιμένεις.
 
Να βάζεις στόχους κι αν δεν μπορείς να τους φτάσεις να μην παραιτείσαι.
Η ζωή δε θέλει παραίτηση, θέλει την καθημερινή παρουσία σου, θέλει να μην πηγαίνει καμιά ώρα χαμένη.
 
Θα έρθουν και δύσκολες εποχές.
Γι’ αυτό να είσαι προετοιμασμένος.
Να διαβάζεις. Να ταξιδεύεις. Να απασχολείς το μυαλό σου διαρκώς.
Να βρίσκεις τις διεξόδους σου για να μην σου δημιουργηθούν αδιέξοδα.
Γιατί τα αδιέξοδα δημιουργούνται από κενά. Μην αφήνεις κενά.
 
Να χαρίζεις το χαμόγελό σου, να έχεις θετική ματιά απέναντι στα πράγματα.
Μη γίνεσαι μίζερος.
Γιατί είναι νόμος πως ό,τι δώσεις θα σου επιστραφεί και σύντομα.
 
Αν γκρινιάζεις και αν όλα σε ενοχλούν μην έχεις την εντύπωση πως έρχεται η ευτυχία για σένα.
Η ευτυχία δεν κολλάει με την αναποδιά.
Θα σε προσπεράσει και ούτε που θα την αισθανθείς.
 
Μην τα περιμένεις όλα λυμένα και έτοιμα.
Εσύ θα καθορίσεις το μέλλον σου!

Πλάτων και Αριστοτέλης. Ο μαθητής και ο δάσκαλος

Η σύγχρονη ευρωπαϊκή παράδοση είναι μια σειρά υποσημειώσεων στον Πλάτωνα. -Άλφρεντ Χουάιτχεντ

Η επιστήμη μέχρι την Αναγέννηση αποτελείται από μια σειρά υποσημειώσεων στον Αριστοτέλη.
-Άρθουρ Καίσλερ

Δύο άστρα διαφορετικά, μα και συγχρόνως δίδυμα, που περιφέρονταν γύρω από ένα κοινό κέντρο βάρους, ρίχνοντας εναλλάξ το φως τους πάνω στις γενιές που έρχονταν. Το άστρο Πλάτων και το άστρο Αριστοτέλης. Ο μαθητής και ο δάσκαλος. Δυο άστρα πλασμένα για να αλληλοσυμπληρώνονται, μόλο που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, επί εκατοντάδες χρόνια, δεν είχαν μπορέσει να το αντιληφθούν.

Ο Πλάτων ο μυστικιστής και ο “λογικός” Αριστοτέλης, ο άνθρωπος που θεμελίωσε την κοσμοεικόνα του πάνω στην κοινή λογική. Δυο ιδιοσυγκρασίες εντελώς διαφορετικές. Ο Πλάτων που περιφρονεί τις φυσικές επιστήμες και ο Αριστοτέλης που ζει μελετώντας τις ιτιές και τα δελφίνια. Ο διφορούμενος και αριστολόγων Πλάτων, ο ακριβολόγος και σχολαστικός Αριστοτέλης. Για τον έναν, η αλήθεια βρίσκεται έξω από τον κόσμο των αντικειμένων και οι αντιλήψεις του φέρνουν σε αμηχανία τον κοινό νου. Στον άλλον, η ενασχόληση με τα επίγεια και η κοινή λογική έχουν τον πρώτο λόγο.

Ο Πλάτων, ο πατριάρχης της αφαίρεσης, μας δίδαξε να συγκροτούμε θεωρίες βασιζόμενοι σε αφηρημένες έννοιες. Ο Αριστοτέλης, χωρίς να αγνοήσει τις δυνατότητες της αφαίρεσης, υπήρξε, πάνω απ’ όλα, ένας εραστής του συγκεκριμένου- μας έμαθε να βασιζόμαστε στα γεγονότα και, ξεκινώντας από αυτά, να οικοδομούμε τις θεωρίες μας.

Η λάμψη των δύο μεγάλων άστρων ήταν ένα παράξενο παιχνίδι στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η κυριαρχία του Πλάτωνα, μια ιδιότυπη συμμαχία των ιδεών του με τον χριστιανισμό, κράτησε έως τον δωδέκατο αιώνα, οπότε αναστήθηκε ο Αριστοτέλης, που διατηρήθηκε, για τρεις περίπου αιώνες, ως αυθεντία – ο Φιλόσοφος- στο ευρωπαϊκό προσκήνιο των ιδεών. Τότε έκανε την επανεμφάνισή του ο Πλάτων. Αλλά ένας Πλάτων με εντελώς διαφορετική μεταμφίεση. Ο νεοπλατωνισμός του δέκατου έκτου αιώνα ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος του, τελείως αντίθετος από εκείνον των πρώτων μεσαιωνικών χρόνων.

Αρραβώνας πρώτος
Βασιζόμενος στη δύναμη της αναλυτικής του σκέψης και την εμπιστοσύνη του στην κοινή λογική, ο Αριστοτέλης στράφηκε προς τα “επίγεια”, επιδιώκοντας να οικοδομήσει τη λογική, τη φυσική και τη βιολογία. Στο μεταξύ, ο Πλάτων, νιώθοντας απέχθεια για την αλλαγή και για τη φθορά, θέλησε να προσεγγίσει το ιδανικό ον. Αντίθετα, δηλαδή, με τον Αριστοτέλη, μας λέει ο Gillispie, εκείνος δεν έκανε Επιστήμη, ενέπνευσε όμως την επιστήμη. Η γοητεία που άσκησε στους μεταγενέστερους ήταν γόνιμη και ταυτόχρονα στείρα. Στείρα στο ότι τοποθετεί την αλήθεια έξω από τον κόσμο των αντικειμένων, αλλά και γόνιμη ως προς το ότι ταυτίζει την ιδανική απλότητα με τα μαθηματικά.
Στα ζητήματα της επιστήμης, ενώ συμφωνούσαν ότι τα μαθηματικά και η φυσική δεν συμβιβάζονται, διαφωνούσαν στο τι φταίει γι’αυτό. Για τον “δάσκαλο”, οι μαθηματικές σχέσεις είναι αιώνιες και ιδανικές και συνεπώς αληθινές, ενώ η φυσική δεν είναι παρά μια πιθανή εκδοχή- εικώς μύθος- για τον κόσμο των αντικειμένων. Ο Αριστοτέλης τα έβλεπε διαφορετικά. Φρονούσε ότι το “πραγματικό” το μελετά, η φυσική, ενώ από την άλλη, ο κόσμος περιέχει ιδιότητες, μορφές και λεπτές διακρίσεις που είναι αδύνατον να εκφραστούν με τους ακριβείς, ποσοτικούς και απόλυτα εξωπραγματικούς όρους των μαθηματικών.

Η σύνθεση φαινόταν αδύνατη ως τη στιγμή που εμφανίστηκε στο προσκήνιο ο Aρχιμήδης για να διατυπώσει τον νόμο του μοχλού χωρίς να κάνει πείραμα. Οδηγήθηκε σ’αυτόν χρησιμοποιώντας την έννοια της συμμετρίας. Ήταν ο πρώτος αρραβώνας της ιδανικής γεωμετρίας με τα φθαρτά αντικείμενα, κάτι δηλαδή που είχαν θεωρήσει αδύνατον τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης.

Αρραβώνας δεύτερος. Αυτός θα κατέληγε σε γάμο.
Στους δεκαεπτά αιώνες που ακολούθησαν, κανένας άλλος αρραβώνας αυτού του τύπου δεν πραγματοποιήθηκε, ως τη στιγμή που πήρε τη σκυτάλη ο Γαλιλαίος. Στη δική του ερευνητική πρακτική, ο ενδιαφερόμενος παύει να είναι θεατής και μετατρέπεται σε “ανακριτή” της φύσης. Στη διατύπωση όμως των ερωτήσεων που απευθύνονται προς τη φύση περιέχονται δύο καινοτομίες: η γλώσσα των μαθηματικών και οι αφαιρετικές διεργασίες της ανάκρισης.

Αναφορικά με τα μαθηματικά, ο Γαλιλαίος έχει την πεποίθηση ότι το έργο μας δεν είναι απλώς να αφήνουμε την πέτρα και να διαπιστώνουμε ότι σπεύδει να προσγειωθεί, αλλά να παίρνουμε μετρήσεις και να επεξεργαζόμαστε τα μηνύματα των ποσοτικών δεδομένων. Και η μαθηματικότητα της ανάκρισης δεν σταματάει εδώ, καθώς ένα σωρό γεωμετρικά αντικείμενα διεισδύουν σ’αυτήν. Μολονότι καμιά ευκλείδια ευθεία δεν διασχίζει τη ζωή μας, εντούτοις τη χρησιμοποιούμε ώστε μαζί με τον μετρούμενο χρόνο να οδηγηθούμε στην περιγραφή της κίνησης. Με αυτό τον τρόπο η ερευνητική διεργασία γεμίζει με ευθείες, οι οποίες, μαζί με τους κύκλους, τα σημεία και τις επιφάνειες, τονίζουν την παρουσία της “πλατωνικής” γεωμετρίας στο καινούριο παιχνίδι.

Στο ζήτημα, τέλος, της αφαίρεσης ο Γαλιλαίος υιοθέτησε τη νοησιακή πρακτική τού να “γδύνει τα γεγονότα” από όλες εκείνες τις παραμέτρους που εμπόδιζαν τη διαδικασία της έρευνας. Στο Dialogo sui due massimi sistemi del mondo (Διάλογος για τα δύο πιο μεγάλα συστήματα του Κόσμου) βάζει τον Σαλβιάτι να απαντάει στον Σιμπλίτσιο, τον εκφραστή των απόψεων του αριστοτελισμού:
Σιμπλίτσιο: Αυτές οι μαθηματικές λεπτότητες ταιριάζουν πάρα πολύ στον αφηρημένο, εάν όμως τις εφαρμόσουμε στη φυσική και αντιληπτή ύλη δεν καταλήγουμε πουθενά.

Σαλβιάτι: Θα ήταν πραγματικά πρωτάκουστο οι υπολογισμοί και οι αναλογίες που γίνονται στους αφηρημένους αριθμούς να μην ανταποκρίνονται κατόπιν στο συγκεκριμένο, στα χρυσά και στα ασημένια νομίσματα και στα εμπορεύματα. Ξέρεις, Σιμπλίτσιο, τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Όπως αυτός που θέλει να υπολογίσει τη ζάχαρη, το μετάξι και το μαλλί πρέπει να αγνοήσει τα κιβώτια τα δέματα και τις άλλες συσκευασίες, έτσι και ο filosofo geometra, που θέλει να αναγνωρίσει στο συγκεκριμένο τα αποτελέσματα που έγινε αποδείξει στο αφηρημένο, πρέπει να αφαιρέσει τα υλικά εμπόδια και, εάν κατορθώσει να το κάνει, σε βεβαιώνω ότι τα πράγματα θα συμφωνούν όσο και οι αριθμητικοί υπολογισμοί.
(Γαλιλαίος, Διάλογος πάνω σε δύο νέα συστήματα)

Διατηρώντας αυτή την πεποίθηση, οδηγήθηκε σε πειράματα που δεν θα μπορούσε να τα έχει σκεφτεί με τον παραδοσιακό εμπειρισμό της κοινής λογικής. Ερευνώντας, λόγου χάριν την κίνηση του εκκρεμούς, αφαίρεσε ό,τι ήταν επουσιώδες, όπως η αντίσταση του αέρα και η τριβή του σπάγκου, για να καταλήξει στον σχετικό νόμο και να επιστρέψει στη συνέχεια ώστε να επαναφέρει τους παράγοντες που είχαν αγνοηθεί. Στην έρευνα, επίσης, για την ελεύθερη πτώση, χωρίς να εντυπωσιάζεται από την ασυμφωνία ανάμεσα στη θεωρία και στα πειράματα με πτώσεις αντικειμένων στον αέρα, επεχείρησε μια ιδιαίτερα τολμηρή αφαίρεση, λέγοντας ότι η θεωρία του θα λειτουργούσε εάν η πτώση γινόταν στο κενό.

Όσο κι αν ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να το παραδεχτεί, ο Γαλιλαίος επηρεάστηκε από τον Αριστοτέλη τόσο στον αναλυτικό τρόπο λειτουργίας της σκέψης του όσο και στο ότι “έσκυψε” πάνω στα αντικείμενα και δεν τα αγνόησε, όπως ουσιαστικά έκανε ο Πλάτων. Οι σπάγκοι, τα βαρίδια, οι μπίλιες, τα κεκλιμένα επίπεδα, οι φακοί, τα τσουβάλια με τη ζάχαρη και τα ασημένια νομίσματα ήταν πάντοτε στο οπτικό πεδίο του, σίγουρα όχι για να καθοδηγήσουν τις ερευνητικές του προσπάθειες, αλλά, σ’ένα βαθμό, για να επιβεβαιώσουν τις θεωρητικές του συλλήψεις.

Η πεποίθησή του, όμως, ότι η αισθητηριακή αντίληψη δεν θα μπορούσε ποτέ, μόνη της, να οδηγήσει στην οικοδόμηση της επιστήμης, η ακόμα βαθύτερη πεποίθησή του ότι το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών και η ιδιαίτερη σημασία την οποία απέδωσε στις έννοιες και στα θεωρητικά αντικείμενα τον φέρνει πιο κοντά στον πλατωνισμό, με τη «μεταμφίεση», βέβαια, με την οποία, στη Φλωρεντία κυρίως είχε κάνει την επανεμφάνισή του.

Στο εσωτερικό δηλαδή της γαλιλαιικής μηχανικής, μια αριστοτελική θεώρηση των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία η ενασχόληση με τα επίγεια και ο κοινός νους έχουν τον πρώτο λόγο, συστεγάζεται με έναν πλατωνισμό, ο οποίος δίνει το προβάδισμα στα γεωμετρικά αντικείμενα και σε προεπινοημένα μοντέλα, βάσει των οποίων θα έπρεπε να γίνονται πειραματικές “ανακρίσεις”.

Η πρότασή του έδειχνε ικανή να περιγράφει το πραγματικό μέσα από το ιδανικό και το συγκεκριμένο μέσα από την αφαίρεση. Ήταν μια από τις καλύτερες συναντήσεις του Αριστοτέλη με τον Πλάτωνα. Η αμέσως προηγούμενη είχε γίνει 1.700 χρόνια νωρίτερα, με το έργο ταυ Αρχιμήδη. Δεκαεπτά αιώνες μετά τον Αρχιμήδη ο νέος “ιστορικός συμβιβασμός” έμελλε να δώσει καρπούς. Χωρίς αυτόν, η νεογέννητη ευρωπαϊκή επιστήμη θα δυσκολευόταν να τραφεί και να ανατραφεί και να γίνει αυτό που τελικά έγινε. Και ήταν φυσικό η γλώσσα του “νεογέννητου” να εμπεριέχει δυο ανταγωνίζόμενες “διαλέκτους”. Στο εσωτερικό, δηλαδή, της γλώσσας της επιστήμης η εμπεριέχουσα το αληθοφανές αριστοτελικής καταγωγής διάλεκτος της αισθητηριακής πραγματικότητας συστεγάζεται με μια πλατωνικής καταγωγής διάλεκτο γεμάτη ευθείες κύκλους, επιφάνειες, φυσικές αφηρημένες έννοιες και αριθμούς.

Οι αρχαίοι έκαναν διάκριση
ανάμεσα στη Γεωμετρία και στη Μηχανική.
Η μία ήταν ορθολογική και αφηρημένη,
η άλλη είχε να κάνει με τις χειρωνακτικές τέχνες.
Ισαάκ Νεύτων

Στον δρόμο που είχε πλέον ανοιχτεί περπάτησε —μερικές δεκαετίες αργότερα— ο Ισαάκ Νεύτων, μέσα από τον οποίο τα μαθηματικά, οι αφηρημένες έννοιες και τα θεωρητικά αντικείμενα έγιναν το αναπνευστικό σύστημα της νέας επιστήμης.

Ο τίτλος, εξάλλου, του σημαντικότερου έργου του, το οποίο αποτέλεσε και το «ευαγγέλιο» των φυσικών όλου του κόσμου, επισημαίνει αυτό ακριβώς το γεγονός: Philosophiae Naturalis Principia Mathematica, δηλαδή Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας.Ταυτόχρονα, όμως, και για πρώτη φορά, η θεωρία «κοίταξε στα μάτια» το πείραμα και το αντιμετώπισε ισότιμα.

Στους αιώνες που ακολούθησαν, η θεωρητική φυσική έγινε μια προέκταση του πλατωνισμού μέσα στην επιστήμη. Στην απέναντι όχθη ο ενθουσιασμός για το πείραμα απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη. Οι πειραματικοί φυσικοί υπήρξαν οι μεγάλοι τεχνίτες της επιστήμης. Και είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν είδαν ανταγωνιστικά την τάξη που κατακτάται με τη συσσώρευση και με την ταξινόμηση των γεγονότων, αφενός, και τη διαφορετική εκείνη τάξη που κατακτάται με την αφαίρεση και με τα μαθηματικά, αφετέρου.

Mars 2020 Rover: Το νέο ρομπότ της NASA για αναζήτηση ζωής στον Άρη

mars-2020Έτοιμη είναι η NASA να οριστικοποιήσει τα σχέδια και να προχωρήσει στην κατασκευή του επόμενου ρομποτικού οχήματος εξερεύνησης που θα αναζητήσει ίχνη ζωής στον Άρη. Έχοντας προσωρινό όνομα Mars 2020, το ρομπότ αναμένεται να εκτοξευθεί από τη Γη τον Αύγουστο του 2020, ώστε να προσεδαφισθεί στον Κόκκινο Πλανήτη τον Φεβρουάριο του 2021.
 
Στόχος της αμερικανικής υπηρεσίας διαστήματος είναι το Mars 2020 να παραμείνει σε λειτουργία για τουλάχιστον δύο χρόνια στον Άρη.
 
Ως μοντέλο για τη σχεδίαση του ρομπότ, η NASA επέλεξε το  Curiosity,το οποίο  βρίσκεται στον Άρη από το 2012. Όχι τυχαία αφού, αν και από το Curiosity δεν έλειψαν οι βλάβες κατά τη διάρκεια της αποστολής του, έχει καταφέρει να παραμείνει σε λειτουργία περισσότερο από όσο αναμενόταν αρχικά.
 
Mars-Rover-Launch-2020Ωστόσο, το νέο όχημα θα είναι εξοπλισμένο με καλύτερες κάμερες και μικρόφωνα. Επίσης, θα διαθέτει ένα πιο εξελιγμένο μηχάνημα για τη λήψη δειγμάτων από το υπέδαφος, όπως επίσης και ένα ραντάρ με το οποίο θα μπορεί να «δει» σε βάθος μερικών μέτρων κάτω από την επιφάνεια του Κόκκινου Πλανήτη.
 
Με δεδομένο πως η πρωταρχική αποστολή του Mars 2020 θα είναι η αναζήτηση ενδείξεων ζωής, θα διαθέτει επίσης συστήματα για την ανάλυση οργανικών υλικών. Επίσης, θα είναι εφοδιασμένο με μία συσκευή για τη δοκιμή δημιουργίας οξυγόνου, ώστε να ελέγξει κατά πόσο μία μελλοντική αποικία στον Άρη θα μπορούσε να παράγει το αέριο επιτόπου.
 
Εκτός από τις αναλύσεις για «ίχνη» μικροοργανισμών που εξακολουθούν να ζουν στον Κόκκινο Πλανήτη, το ρομπότ θα επιστρατεύσει επίσης τα όργανά του για να ψάξει για ενδείξεις μορφών ζωής που ενδεχομένως «φιλοξενούσε» ο Άρης στο παρελθόν.
 
Παράλληλα, το Mars 2020 θα συλλέξει δείγματα τα οποία πιθανόν στο μέλλον να μεταφερθούν στη Γη, όπου οι επιστήμονες θα μπορούν να τα εξετάσουν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια.
 
«Το Mars 2020 είναι το πρώτο βήμα μίας ενδεχόμενης σειράς μελλοντικών αποστολών, με σκοπό να καταλήξουν στη Γη δείγματα από το έδαφος και τα πετρώματα του Άρη», σημειώνει ο Γκόντφρεϊ Γιόντερ, από τη Διεύθυνση Επιστημονικών Αποστολών της αμερικανικής υπηρεσίας διαστήματος.
 
Ο Γιόντερ προσθέτει ότι το Mars 2020 αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο στην προσπάθεια της NASA να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο υπήρξε ποτέ ζωή στον Άρη. Επίσης, θα φέρει ένα βήμα πιο κοντά την αποστολή αστροναυτών στον Κόκκινο Πλανήτη. 
 
Το κόστος του ρομπότ εκτιμάται στα 1,9 δισ. δολάρια, δηλαδή θα είναι μικρότερο από τα 2,5 δισ. δολάρια που στοίχισε το Curiosity. Ένα μεγάλο ποσό εξοικονομήθηκε από το γεγονός ότι τα σχέδια του ρομπότ βασίζονται στο Curiosity, με συνέπεια να περιορισθεί το κόστος ανάπτυξης και κατασκευής διάφορων τμημάτων του.

Ο Hegel ερμηνεύει Σπινόζα

Σε μια επιστολή του (Ιούνιος 1674) προς τον φίλο του Jarig Jelles ο Σπινόζα παρουσιάζει μια καθαρή εικόνα από βασικά σημεία της φιλοσοφίας του. Προς το τέλος των αναλύσεών του αναφέρει πως το σχήμα δεν είναι τίποτε άλλο από προσδιορισμόςˑ και προσδιορισμός είναι άρνηση (determitatio negation est). Γράφει συγκεκριμένα:

«Όσον αφορά την πρόταση ότι το σχήμα είναι μια άρνηση και όχι κάτι το θετικό, είναι προφανές πως η ύλη στην ολότητά της, θεωρούμενη χωρίς περιορισμό, δεν μπορεί να έχει σχήμα και πως το σχήμα δεν έχει εφαρμογή παρά στα πεπερασμένα και προσδιορισμένα/καθορισμένα σώματα. Διότι, όποιος λέει πως συλλαμβάνει ένα σχήμα, εννοεί, μ’ αυτό τον τρόπο, πως απλώς το υποδηλώνει, πως συλλαμβάνει ένα προσδιορισμένο/καθορισμένο πράγμα και τον τρόπο προσδιορισμού του. Επομένως, αυτός ο προσδιορισμός δεν ανήκει στο πράγμα εν αναφορά προς το Είναι του· απεναντίας είναι το μη-Είναι του. Άρα, αφού το σχήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσδιορισμός, και προσδιορισμός είναι άρνηση, το σχήμα δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά άρνηση, όπως έχει λεχθεί» (Spinoza, complete works, σ. 892).

Αργότερα ο Jacobi ερμήνευσε αυτή την αξιωματική αρχή του Σπινόζα οντολογικά. Ο Χέγκελ, από τη δική του διαλεκτική σκοπιά, δίνει βαρύνουσα σημασία στην εν λόγω αρχή και την επαναδιατυπώνει ως εξής: omnis determinatio est negatio [=κάθε προσδιορισμός είναι άρνηση]. Τι σημαίνει, εκ πρώτης όψεως, ετούτη η ρήση; Πολύ περιεκτικά σημαίνει πως με κάθε προσδιορισμό, που δίνουμε σε ένα αντικείμενο, αποκλείουμε άλλους και έτσι με την κατάφαση του ενός έχουμε την εξωτερική αντί-θεση, άρνηση άλλων. Από εδώ προκύπτει πως κάθε θετικός προσδιορισμός συνδέεται αναγκαστικά και με έναν αρνητικό προσδιορισμό. Ο Χέγκελ υιοθετεί αυτή την ερμηνεία του Σπινόζα, αλλά συγχρόνως την προσλαμβάνει σε συνάφεια και με μια καθοριστική κριτική της φιλοσοφίας του τελευταίου ως προς τα εξής σημεία: συλλαμβάνει αυτό το αξίωμα ή την αρχή της άρνησης με έναν απλό, ήτοι τυπικό τρόπο, δηλαδή ως αφηρημένη άρνηση και όχι με τη συγκεκριμένη μορφή της διπλής άρνησης: άρση και διατήρηση συγχρόνως: άρνηση του ορισμένου άμεσου και άρνηση ετούτης της πρώτης άρνησης.

Πρώτη αποτίμηση: το θέμα της άρνησης και η δυνατότητα της διπλής άρνησης αποτελούν καίρια σημεία προσέγγισης, αλλά και διαφοροποίησης ανάμεσα στη φιλοσοφία του Σπινόζα και του Χέγκελ. Δεύτερη αποτίμηση: η διαλεκτική, εγελιανώς νοούμενη, κατανόηση της άρνησης διαφέρει από τη σπινοζική κατά το ότι καθιδρύει τη σχέση περατού και απείρου ως αμοιβαία αρνητική σχέση, ήτοι ως ένα Όλο που φέρει μέσα του την αυτο-άρνησή του και ταυτόχρονα την ανανοηματοδότησή του , δηλαδή τη διατήρησή του σε ανώτερο επίπεδο. Απεναντίας, ο Σπινόζα δέχεται το άπειρο, ήτοι τη Μια υπόσταση, το θεό, ως κατάφαση, ως καθαρή ουσία, ως το ακίνητο Όλο: ετούτη η άπειρη μορφή στέκεται από τη μια μεριά εν είδει αιώνιας ενότητας, εν είδει καθαρού Είναι, και έχει απέναντί της όλους τους άλλους προσδιορισμούς ως κατηγορήματα (βλ. αναλυτικά: Χέγκελ, επιστήμη της Λογικής-η διδασκαλία περί του Είναι, εκδ. Νόηση, σ. 200 κ.εξ.). Πρόκειται για μια εξωτερική, μορφική σχέση κατάφασης και άρνησης και όχι για μια ενιαία, εσωτερικά διαφοροποιημένη σχέση, όπως υποστηρίζει ο Χέγκελ. Έτσι, η έννοια του καθαρού Είναι δεν είναι παρά μια κενή αφαίρεση, που στερείται κάθε μορφή και κάθε περιεχόμενο. Είναι, για να το πούμε ακριβέστερα, κενός λόγος, ίδιος κι απαράλλαχτος με εκείνον των αδιάντροπων τσαρλατάνων της επαγγελματικής πολιτικής.

Αν όλοι αυτοί οι παλιάτσοι του τραγελαφικού πολιτικού θιάσου γνώριζαν στοιχειωδώς από διαλεκτικό τρόπο σκέψης ή, έστω απλώς από τρόπους και ήθος σκέψης, οι πράξεις τους δεν θα ήταν τεκμήριο της νηπιακής τους φαιδρότητας, εξ υπαρχής καταστροφικής για το ιστορικό Είναι του λαού· ούτε θα καταρρακωνόταν το κύρος των μορφωτικών ιδρυμάτων με τους αθρόους διορισμούς άσχετων με τη γνώση κομματικών παρατρεχάμενων ή συγγενικών τους όντων. Για τη φιλοσοφία του Χέγκελ τούτο σημαίνει πως δεν μπορεί να υπάρχει αληθινή πρόοδος, εάν η όλη πράξη δεν συνέχεται από τη δυναμική παρουσία της διαλεκτικής, και όχι της τυπικής-αφηρημένης, στείρας άρνησης: η πρώτη ανορθώνει την υπαρκτική μας υπόσταση, η δεύτερη την καταβαραθρώνει. Μας λέει σχετικά ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος: εάν σε επίπεδο διάνοιας ή κοινού νου η αρνητικότητα υπάρχει απλώς με τον τρόπο της σπινοζικής διαφοράς, δηλαδή ως μια παγιωμένη, σταθερά οριοθετημένη ποιότητα, σε επίπεδο διαλεκτικού Λόγου (dialektische Vernunft) συνιστά τη διάλυση των μονομερώς, από την πλευρά του κοινού νου, παγιωμένων διαφορών. Η άρνηση, ως εκ τούτου, δεν ταυτίζεται με την καταστροφολογία και την καταστροφοπραξία, αλλά με την προσδιορισμένη άρνηση [δες σχετική ανάρτηση, (bestimmte Negation)]. Η καταστροφο-λογία/πραξία ενδημεί στη χώρα της αντι-διαλεκτικής/αντιφιλοσοφικής απαιδευσίας και των αντίστοιχων εκτελεστών της, που επιζητούν παντί τρόπω το αδιαμφισβήτητο της κυριαρχίας τουςˑ η προσδιορισμένη άρνηση, απεναντίας, ενδιαφέρεται για την καθίδρυση του συγκεκριμένου, όπου δεν θα εκμηδενίζονται οι διαφορές που συλλαμβάνει η διάνοια ή, ας πούμε, ο κοινός νους, παρά μόνο θα καταργείται το αδιαμφισβήτητο της ισχύος τους, ο παγιωμένος, ο απόλυτος χαρακτήρας τους. Με άλλα λόγια θα διαλεκτικοποιείται ο Λόγος.