Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (32-39)

[32] Ὡς τοίνυν καὶ τὴν ἀνάρρησιν τοῦ στεφάνου παρανόμως ἐν τῷ ψηφίσματι κελεύει γίγνεσθαι, καὶ τοῦθ᾽ ὑμᾶς διδάξω. Ὁ γὰρ νόμος διαρρήδην κελεύει, ἐὰν μέν τινα στεφανοῖ ἡ βουλή, ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἀνακηρύττεσθαι, ἐὰν δὲ ὁ δῆμος, ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἄλλοθι δὲ μηδαμοῦ. Καί μοι λέγε τὸν νόμον.

ΝΟΜΟΣ
[33] Οὗτος ὁ νόμος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ μάλα καλῶς ἔχει. Οὐ γὰρ οἶμαι ᾤετο δεῖν ὁ νομοθέτης τὸν ῥήτορα σεμνύνεσθαι πρὸς τοὺς ἔξωθεν, ἀλλ᾽ ἀγαπᾶν ἐν αὐτῇ τῇ πόλει τιμώμενον ὑπὸ τοῦ δήμου καὶ μὴ ἐργολαβεῖν ἐν τοῖς κηρύγμασιν. Ὁ μὲν οὖν νομοθέτης οὕτως· ὁ δὲ Κτησιφῶν πῶς; ἀναγίγνωσκε τὸ ψήφισμα.

ΨΗΦΙΣΜΑ
[34] Ἀκούετε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι ὁ μὲν νομοθέτης κελεύει ἐν τῷ δήμῳ ἐν Πυκνὶ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀνακηρύττειν τὸν ὑπὸ τοῦ δήμου στεφανούμενον, ἄλλοθι δὲ μηδαμοῦ, Κτησιφῶν δὲ ἐν τῷ θεάτρῳ, οὐ τοὺς νόμους μόνον ὑπερβάς, ἀλλὰ καὶ τὸν τόπον μετενεγκών, οὐδὲ ἐκκλησιαζόντων Ἀθηναίων, ἀλλὰ τραγῳδῶν γιγνομένων καινῶν, οὐδ᾽ ἐναντίον τοῦ δήμου, ἀλλ᾽ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, ἵν᾽ ἡμῖν συνειδῶσιν οἷον ἄνδρα τιμῶμεν.

[35] Οὕτω τοίνυν περιφανῶς παράνομα γεγραφώς, παραταχθεὶς μετὰ Δημοσθένους ἐποίσει τέχνας τοῖς νόμοις· ἃς ἐγὼ δηλώσω καὶ προερῶ ὑμῖν, ἵνα μὴ λάθητε ἐξαπατηθέντες. Οὗτοι γάρ, ὡς μὲν οὐκ ἀπαγορεύουσιν οἱ νόμοι τὸν ὑπὸ τοῦ δήμου στεφανούμενον μὴ κηρύττειν ἔξω τῆς ἐκκλησίας, οὐχ ἕξουσι λέγειν, οἴσουσι δὲ εἰς τὴν ἀπολογίαν τὸν Διονυσιακὸν νόμον, καὶ χρήσονται τοῦ νόμου μέρει τινὶ κλέπτοντες τὴν ἀκρόασιν ὑμῶν,

[36] καὶ παρέξονται νόμον οὐδὲν προσήκοντα τῇδε τῇ γραφῇ, καὶ λέξουσιν ὡς εἰσὶ τῇ πόλει δύο νόμοι κείμενοι περὶ τῶν κηρυγμάτων, εἷς μέν, ὃν νῦν ἐγὼ παρέχομαι, διαρρήδην ἀπαγορεύων τὸν ὑπὸ τοῦ δήμου στεφανούμενον μὴ κηρύττεσθαι ἔξω τῆς ἐκκλησίας, ἕτερον δ᾽ εἶναι νόμον φήσουσιν ἐναντίον τούτῳ, τὸν δεδωκότα ἐξουσίαν ποιεῖσθαι τὴν ἀνάρρησιν τοῦ στεφάνου τραγῳδοῖς ἐν τῷ θεάτρῳ, ἐὰν ψηφίσηται ὁ δῆμος· κατὰ δὴ τοῦτον τὸν νόμον φήσουσι γεγραφέναι τὸν Κτησιφῶντα.

[37] Ἐγὼ δὲ πρὸς τὰς τούτων τέχνας παρέξομαι συνηγόρους τοὺς νόμους τοὺς ὑμετέρους, ὅπερ διατελῶ σπουδάζων παρὰ πᾶσαν τὴν κατηγορίαν. Εἰ γὰρ τοῦτό ἐστιν ἀληθές, καὶ τοιοῦτον ἔθος παραδέδυκεν ὑμῶν εἰς τὴν πολιτείαν ὥστ᾽ ἀκύρους νόμους ἐν τοῖς κυρίοις ἀναγεγράφθαι, καὶ δύο περὶ μιᾶς πράξεως ὑπεναντίους ἀλλήλοις, τί ἂν ἔτι ταύτην εἴποι τις εἶναι τὴν πολιτείαν, ἐν ᾗ ταὐτὰ προστάττουσιν οἱ νόμοι ποιεῖν καὶ μὴ ποιεῖν;

[38] ἀλλ᾽ οὐκ ἔχει ταῦθ᾽ οὕτως· μήθ᾽ ὑμεῖς ποτε εἰς τοσαύτην ἀταξίαν τῶν νόμων προβαίητε, οὔτε ἠμέληται περὶ τῶν τοιούτων τῷ νομοθέτῃ τῷ τὴν δημοκρατίαν καταστήσαντι, ἀλλὰ διαρρήδην προστέτακται τοῖς θεσμοθέταις καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν διορθοῦν ἐν τῷ δήμῳ τοὺς νόμους, ἀκριβῶς ἐξετάσαντας καὶ σκεψαμένους εἴ τις ἀναγέγραπται νόμος ἐναντίος ἑτέρῳ νόμῳ, ἢ ἄκυρος ἐν τοῖς κύριοις, ἢ εἴ που εἰσὶ νόμοι πλείους ἑνὸς ἀναγεγραμμένοι περὶ ἑκάστης πράξεως.

[39] Κἄν τι τοιοῦτον εὑρίσκωσιν, ἀναγεγραφότας ἐν σανίσιν ἐκτιθέναι κελεύει πρόσθεν τῶν ἐπωνύμων, τοὺς δὲ πρυτάνεις ποιεῖν ἐκκλησίαν ἐπιγράψαντας νομοθέτας, τὸν δ᾽ ἐπιστάτην τῶν προέδρων διαχειροτονίαν διδόναι τῷ δήμῳ, καὶ τοὺς μὲν ἀναιρεῖν τῶν νόμων, τοὺς δὲ καταλείπειν, ὅπως ἂν εἷς ᾖ νόμος καὶ μὴ πλείους ἑκάστης πράξεως. Καί μοι λέγε τοὺς νόμους.

***
[32] Ότι και η διαδικασία ανακήρυξης του στεφάνου που προτείνει στο ψήφισμα ο Κτησιφών είναι παράνομη, και επ᾽ αυτού θα σας ενημερώσω. Ο νόμος ορίζει ρητά, εάν πρόκειται να στεφανώσει κάποιον η Βουλή, η ανακήρυξη να γίνεται στο Βουλευτήριο, εάν όμως ο λαός, η ανακήρυξη να γίνεται στον χώρο της Εκκλησίας του Δήμου, «πουθενά αλλού». Κάνε μου τη χάρη, γραμματέα, και διάβασε τον νόμο.

ΝΟΜΟΣ
[33] Αυτός ο νόμος, Αθηναίοι, είναι πολύ σωστός. Γιατί, φαντάζομαι, ο νομοθέτης πίστευε ότι δεν πρέπει ο ρήτορας να κάνει επίδειξη μπροστά στους ξένους θεατές, αλλά να είναι ευχαριστημένος που μέσα στην ίδια του την πόλη τιμάται από τον λαό και όχι να επιδιώκει πολιτική εκμετάλλευση με τα κηρύγματα στο θέατρο. Έτσι σκέφτηκε ο νομοθέτης· πώς όμως σκέφτηκε ο Κτησιφών; Διάβασε το ψήφισμα.

ΨΗΦΙΣΜΑ
[34] Ακούτε, Αθηναίοι, ότι ο νομοθέτης ορίζει, όποιος στεφανώνεται από τον λαό, να γίνεται η ανακήρυξη ενώπιον του λαού στην Πνύκα, όπου συνέρχεται η Εκκλησία του Δήμου, «πουθενά αλλού». Ο Κτησιφών όμως πρότεινε να γίνει η ανακήρυξη στο θέατρο· έτσι, όχι μόνο παρέβη τους νόμους, αλλά άλλαξε και τον τόπο της τελετής, και όχι σε ώρα συνεδρίασης των Αθηναίων, αλλά κατά τη διδασκαλία των νέων τραγωδιών, πράγμα που σημαίνει όχι μόνο ενώπιον του αθηναϊκού κοινού αλλά και ενώπιον των Ελλήνων, για να μάθουν και αυτοί μαζί με εμάς ποιον άνδρα τιμούμε.

[35] Ενώ λοιπόν ο Κτησιφών έχει προτείνει παράνομο ψήφισμα τόσο απροκάλυπτα, θα προσπαθήσει μαζί με τον Δημοσθένη να επιτεθεί στους νόμους με διάφορα τεχνάσματα. Αυτά εγώ θα σας τα αποκαλύψω και θα σας προειδοποιήσω, για να μην εξαπατηθείτε χωρίς να το καταλάβετε. Γιατί αυτοί δεν θα μπορέσουν να υποστηρίξουν ότι δεν απαγορεύουν οι νόμοι να γίνεται η απονομή του στεφάνου εκτός της Εκκλησίας του Δήμου γι᾽ αυτόν που στεφανώνεται από τον λαό. Θα επικαλεστούν όμως κατά την απολογία τους τον Διονυσιακό νόμο, και μάλιστα θα κάνουν χρήση μέρους του νόμου αυτού, για να σας εξαπατήσουν.

[36] Με τον τρόπο αυτόν θα παρουσιάσουν έναν νόμο εντελώς άσχετο με αυτή την καταγγελία και θα ισχυριστούν πως υπάρχουν τάχα στην πόλη δύο νόμοι για τις ανακηρύξεις στεφάνων. Ο ένας είναι αυτός που παρουσίασα τώρα εγώ και που ρητά απαγορεύει να γίνεται η ανακήρυξη αυτού που στεφανώνεται από το λαό εκτός Εκκλησίας του Δήμου. Θα υποστηρίξουν όμως ότι υπάρχει και δεύτερος νόμος αντίθετος προς αυτόν, που δίνει τη δυνατότητα να γίνεται η ανακήρυξη του στεφάνου στο θέατρο κατά τη διδασκαλία νέων τραγωδιών «εφόσον το αποφασίσει ο λαός». Και, προφανώς, θα υποστηρίξουν ότι ο Κτησιφών έχει προτείνει το ψήφισμα σύμφωνα με αυτόν τον νόμο.

[37] Αλλά εγώ, για να αντικρούσω τα τεχνάσματά τους, θα παρουσιάσω συνηγόρους τους νόμους σας, πράγμα που φροντίζω να κάνω συνεχώς σε όλη τη διάρκεια της δίκης. Γιατί, αν είναι αλήθεια αυτό, αν δηλαδή έχει παρεισφρήσει στο πολίτευμά μας μια τέτοια συνήθεια, ώστε άκυροι νόμοι να συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στους έγκυρους και να υπάρχουν δύο αντίθετοι μεταξύ τους για την ίδια περίπτωση, πώς θα μπορούσε πια να ονομάσει κανείς ένα τέτοιο πολίτευμα, στο οποίο τα ίδια πράγματα ο ένας νόμος επιτρέπει να γίνονται, ο άλλος τα απαγορεύει;

[38] Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα· μακάρι να μη φτάσετε ποτέ σε τέτοια αναρχία των νόμων· ούτε ο νομοθέτης που έβαλε τα θεμέλια της δημοκρατίας έχει αδιαφορήσει γι᾽ αυτές τις περιπτώσεις. Αντίθετα μάλιστα, έχει δώσει ρητή εντολή στους θεσμοθέτες να προβαίνουν κάθε χρόνο σε διόρθωση των νόμων σε συνεδριάσεις του Δήμου, ύστερα από προσεκτική εξέταση και έρευνα μήπως έχει συμπεριληφθεί στη νομοθεσία κάποιος νόμος αντίθετος προς άλλον ή άκυρος ανάμεσα στους έγκυρους ή αν έχουν συμπεριληφθεί περισσότεροι του ενός νόμοι για την ίδια περίπτωση.

[39] Αν οι θεσμοθέτες διαπιστώσουν κάτι τέτοιο, ορίζει ο νομοθέτης να το γράψουν σε πινακίδες και να το θέσουν σε κοινή θέα μπροστά από τα αγάλματα των Επώνυμων ηρώων· στη συνέχεια, οι πρυτάνεις να ορίζουν τους νομοθέτες και να καλούν τον λαό σε συνέλευση, ο επιστάτης των προέδρων να δίνει στον λαό τη δυνατότητα να αποφασίζει με χειροτονία για ακύρωση των μεν ή διατήρηση των δε, για να υπάρχει ένας νόμος και όχι περισσότεροι για κάθε περίπτωση. Κάνε μου τη χάρη, γραμματέα, και διάβασε τους νόμους.

Μύθος και φαντασιακό στη θεσμισμένη ψυχανάλυση

1ο. Η σημαντικότητα της αρχαιοελληνικής σκέψης ως οικουμενική σκέψη για την ερμηνεία αυτής καθαυτής της ζωής και της ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας, όπως και η διαρκής επικαιρότητα της σε όλους τους τομείς της σύγχρονης ζωής μας, είναι δεδομένη. Δεδομένη, είναι επίσης, η άρρηκτη σχέση ψυχανάλυσης και αρχαιοελληνικής σκέψης. Βασικά νοήματα της ψυχανάλυσης ως ψυχολογικής, ανθρωπολογικής και κοινωνικής επιστήμης είτε έχουν μεταφερθεί μέσα της αυτούσια, από τη μεγάλη δεξαμενή νοημάτων της αρχαιοελληνικής σκέψης είτε έχουν εξαχθεί με βάση εκείνη.
 
Το κεντρικό και μείζον νόημα της αρχαιοελληνικής σκέψης και εκείνο που την κάνει να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους πολιτισμούς και ταυτόχρονα, να αποκτά μια οικουμενικότητα, στην πορεία της εξέλιξης της, είναι η εμφάνιση της νόησης, της λογικής.
 
Ο Χ. Θεοδωρίδης στο έργο του, "Εισαγωγή στη φιλοσοφία" (1954), ερμηνεύοντας τη γέννηση της φιλοσοφίας, υποστηρίζει ότι προέκυψε από την ανάγκη του ανθρώπου να εξηγεί με έναν ορθολογικό τρόπο, με τη νόηση, τη ζωή και τη φύση, τα κοινωνικά και τα φυσικά φαινόμενα. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είχαν πάντα την τάση να εξηγούν τον κόσμο και καταρχήν τα φυσικά φαινόμενα., πρώτα το επιχείρησαν με ένα υπερφυσικό τρόπο, μέσω του μύθου και της μυθοπλασίας (βλ. μυθολογία) και δεύτερο, μέσω της νόησης και της λογικής, δηλαδή της φιλοσοφίας.
 
Στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αυτή η ανάγκη του ανθρώπου να ερμηνεύει τα ακατανόητα πολλές φορές φυσικά ή κοινωνικά φαινόμενα, οφείλεται στη γενικότερα έμφυτη τάση του να επιδιώκει να τα προσεγγίζει και να τα κατακτά, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να θέτει τα πλαίσια της ζωής του, σε αντιπαράθεση με το θάνατο, να  δημιουργεί, να θεσμίζει, να φτιάχνει πολιτισμό.
 
Ωστόσο το πλήθος των φιλοσοφικών υποθέσεων που αναπτύχθηκαν από την εποχή των Προσωκρατικών φιλοσόφων έως και τον Επίκουρο, αλλά και η αντίστοιχη ανάπτυξη της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας με τη συγγραφή των τραγωδιών, αναδεικνύουν συνεχώς τη διαπλοκή του μύθου με τη νόηση, τη διατύπωση νέων μυθοπλασιών και κυρίως την έκφραση των μύθων μέσω ορθολογικών σχημάτων.
 
Αυτή την τομή που επιχειρήθηκε στη σκέψη των αρχαίων Ελλήνων με την εμφάνιση της φιλοσοφίας, πρώτα με τους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, διαχωρίζοντας τον μύθο από τη νόηση, την ενστερνίστηκε απόλυτα η ψυχανάλυση.
 
Ο Freud προσπαθώντας να κατανοήσει και να ερμηνεύσει την ανθρώπινη φύση στο σύνολό της και στηριζόμενος στην αρχαιοελληνική σκέψη, κατασκεύασε μια διαλεκτική ψυχολογική και ανθρωπολογική θεωρία του ασυνείδητου, την ψυχανάλυση, στην οποία χρησιμοποίησε ως βάση την  ανθρώπινη ενορμητική διαδικασία, δηλαδή, το δίπολο, την μείζονα αντίθεση, ζωή και θάνατος, στην οποία, όμως συμπεριέλαβε την και την παραπάνω διαπίστωση. Ο μύθος ως η κατασκευή του υποκειμένου που βρίσκεται σε ψυχανάλυση και η ακολουθούμενη ανάλυση και ερμηνεία του, αποτελούν έναν από τους πυλώνες της διαδικασίας της ψυχαναλυτικής τεχνικής.
 
Αντίστοιχα ο Καστοριάδης, μέσω της διατύπωσης των εννοιών φαντασία και φαντασιακό και κυρίως με την καθιέρωση των συγκεκριμένων νοημάτων, που τους προσέδωσε, εξηγεί την κοινωνική, την ανθρωπολογική και την ψυχική διαδικασία έκφρασης του ανθρώπου και με βάση τη διαρκή του ανάγκη για θέσμιση. Θεωρεί ότι η ανάγκη του ανθρώπου να θεσμίζει είτε δημιουργώντας μύθους και δοξασίες, τοτέμ και ταμπού, είτε νόμους και θεσμούς μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο αναφοράς, αποτελεί πρωταρχική ψυχική, ανθρωπολογική και κοινωνική λειτουργία, η οποία εκφέρεται από τη δυνατότητα του "επιθυμείν" και του "κατέχειν". Πρόκειται για το ριζικό και το κοινωνικό φαντασιακό, αντίστοιχα.
 
Τα ανθρωπολογικά φαντασιακά, λοιπόν, οι πολιτισμοί, αφορούν σε φαντασιακές  διαφορές και έτσι επιδέχονται την ερμηνεία και φυσικά την κριτική. Σε ότι αφορά ειδικότερα στην τροποποίηση ή στην αλλαγή ενός θεσμικού πλαισίου, παρατηρούμε ότι δεν αρκεί μόνο η κριτική, αλλά συχνά, είναι απαραίτητη η εμπλοκή στην πράξη, η οποία έχει ως συνέπεια τη σύγκρουση. Επίσης, είναι απαραίτητο να υπογραμμισθεί, ότι ακόμη και μέσα από την κατασκευή νέων θεσμών μπορεί να διαιωνίζονται και να επαναλαμβάνονται, μηχανιστικά τα παλαιά φαντασιακά που επαναλαμβάνουν πάγιες φαντασιακές επιθυμίες και οι οποίες με αυτόν τον τρόπο, τείνουν να καθίστανται απόλυτες αλήθειες. Έτσι, καταλήγουμε, πάλι, μέσω του ορθολογισμού στη μυθοπλασία.
 
Ωστόσο, η φροϋδική ψυχανάλυση αποδίδει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία στην έννοια της διαλεκτικής πάλης των αντιθέτων. Την θεωρεί ως τη βάση του ανθρώπινου ψυχισμού, ως προς την έκφραση και τη δομή, σε συνειδητό και κυρίως σε ασυνείδητο επίπεδο. Θεωρεί ότι αυτή η διαδικασία έχει ως επακόλουθο να προσδίδει στον ανθρώπινο ψυχισμό μια δυναμική διάσταση σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του.
 
Γενικότερα όπως ισχύει για την αρχαιοελληνική σκέψη και για την ψυχανάλυση, η ανθρώπινη φύση εμπεριέχει εκ προοιμίου την αλλαγή της αλλαγής, την αντίθεση της αντίθεσης, το αναπάντεχο και το εφήμερο. Είναι μια πορεία συνεχούς και διαρκούς αντιπαράθεσης και πάλης αντιθετικών ενορμητικών δυναμικών και δομών στο εσωτερικό του υποκειμένου, πολλές από τις οποίες το ίδιο το άτομο ουδέποτε τις κατανοεί και ουδέποτε ασχολείται μαζί τους. Ακριβώς για αυτό ο ψυχαναλυτής γνωρίζει ότι το μόνο που μπορεί είναι να υποθέτει και να ερμηνεύει.
 
2ο. Στο παρών άρθρο μου με γνώμονα την ανάλυση και ερμηνεία των τραγωδιών Προμηθέας δεσμώτης του Αισχύλου[2] και Αντιγόνη του Σοφοκλή[3] και εμπνεόμενος από τη σημαντική συγκριτική μελέτη μεταξύ των δύο που επιχείρησε ο Κ. Καστοριάδης[4], θα θίξω το τόσο ευαίσθητο, αλλά και ακανθώδες θέμα της δομής και λειτουργίας του ψυχαναλυτικού θεσμού. Δηλαδή, κάποιες από τις πλευρές , οι οποίες αφορούν στη δομή και λειτουργία των ψυχαναλυτικών εταιρειών και πως αυτές επηρεάζουν την ψυχική και την τρέχουσα πραγματικότητα των ψυχαναλυτών και των εκπαιδευόμενων, στην προσπάθεια τους για αφομοίωση της θεωρίας, στην καθημερινή άσκηση της ψυχανάλυσης, αλλά και στην κοινωνική τους ζωή.
 
Δύο είναι τα κεντρικά νοήματα, ανάμεσα σε άλλα πολλά, τα οποία θα ήθελα να αναδείξω: το ζήτημα της διαρκούς διαπάλης των αντιθέτων και το ζήτημα της αυτοθέσμισης.
 
Οι δυο αυτές σημαντικές τραγωδίες, από τις σημαντικότερες σύμφωνα με τον Κ. Καστοριάδη, διαφέρουν χρονολογικά περίπου είκοσι χρόνια (Προμηθέας 460, Αντιγόνη 442, π.Χ.). Ουσιαστικά, όμως αντανακλούν την ίδια πολιτισμική, κοινωνική και πολιτική περίοδο. Ήδη από τα 508 έχει αρχίσει να εγκαθίσταται στην Αθήνα, η δημοκρατία του Κλεισθένη και σιγά-σιγά αποκτούν συγκεκριμένο νόημα οι έννοιες πόλις και πολίτης. Οι αλλαγές σε όλα τα επίπεδα (ατομικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, φιλοσοφικό, πολιτικό) που συντελούνται εκείνη την εποχή στην Αθήνα, είναι κοσμοϊστορικές και κλείνουν σαφώς προς την κυριαρχία της ορθολογικής σκέψης και της νόησης. Ωστόσο και παρόλα αυτά, αυτές οι δυο τραγωδίες φέρνουν στο επίκεντρο την αέναη σύγκρουση των διαφορετικών επιθυμιών και συμφερόντων, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο όσο και στο εσωτερικό του υποκειμένου αλλά και ταυτόχρονα αναδεικνύουν την επιπλέον σύγκρουση κάθε ατομικής επιθυμίας με τη δυναμική της εξωτερικής πραγματικότητας, η οποία, από τη θέση της εξουσίας την εμποδίζει να εκφραστεί.
 
Αυτή η ψυχική διαδικασία θέτει το ζήτημα της δημιουργίας της ψευδαισθητικής ενδοψυχικής πραγματικότητας, η οποία κατασκευάζει την εξωτερική, ανεξάρτητα και σε αντιδιαστολή με το πολιτισμικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι.
 
Και οι δύο τραγωδίες διαπραγματεύονται ουσιαστικά το ίδιο βασικό ερώτημα, εκείνο της ψυχολογικής, της πολιτισμικής και κοινωνικής προέλευσης του ανθρώπου, αλλά απαντούν από την ακριβώς αντίθετη σκοπιά.
 
Ο μεν Αισχύλος απαντάει κατά αρχή με ένα μύθο, δανεισμένο από τη Θεογονία του Ησίοδου, εκείνον του Τιτάνα Προμηθέα και πως αυτός ένας  θεός βοήθησε τους ανθρώπους, προσφέροντας τους ουσιαστικά τη γνώση για τη ζωή και την αναγνώριση της θνητότητας τους, πηγαίνοντας όμως κόντρα στον υπέρτατο θεό Δία. Με αυτό τον τρόπο ο Αισχύλος προσδιορίζει εξ αρχής και το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρόκειται να κινηθεί: ερμηνεύει, δηλαδή, το είναι του ανθρώπου κατασκευάζοντας μια μυθική ιστορία. Όλα έχουν μια νομοτελειακή εξήγηση, εκείνη της θεϊκής αιτιότητας. Όλα εξηγούνται και προσδιορίζονται, πάντα σύμφωνα με μια υπέρτατη αρχή. Οι ανθρώπινες υποθέσεις, ουσιαστικά, είναι υποθέσεις των θεών…
 
Αντίθετα ο Σοφοκλής δεν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα μυθολογικό ή ένα ιστορικό πλαίσιο που θα εξηγεί φαινομενολογικώς ορθολογικά τη σύγκρουση ανάμεσα στον βασιλιά Κρέοντα και στην Αντιγόνη. Προσπαθεί να αναδείξει και αναδεικνύει, την ουσία, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Καστοριάδης και ουσία  είναι κατά τον Σοφοκλή να αναδείξει τα ψυχολογικά αλλά και τα ανθρωπολογικά ζητήματα, που αναφύονται μέσα από αυτή τη σύγκρουση αντίθετων συμφερόντων, προτάσσοντας την αμφίσημη έννοια "δεινόν": τη δυναμική, την ικανότητα του ανθρώπου, η οποία όσο μπορεί να του φέρει την ευτυχία, άλλο τόσο μπορεί να του φέρει και την καταστροφή: πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει. Το οποίο θα  μεταφράζαμε ως: πολλές είναι οι δυνάμεις, καμιά όμως δεν είναι όπως η ανθρώπινη.
 
Ο Σοφοκλής, σύμφωνος με την κυρίαρχη άποψη της εποχής της ανάπτυξης των δημοκρατικών διαδικασιών και του ορθού λόγου, αλλά και σύμφωνα με τη γενικότερα ανθρωποκεντρική άποψη της αρχαιοελληνικής σκέψης, βάζει πάνω από όλα τον άνθρωπο και το δικαίωμα στην αυτοθέσμιση και στις δημοκρατικές διαδικασίες.
 
Ο Αισχύλος ερμηνεύει την επιθυμία για γνώση και ζωή με τον φόβο που μπορεί να προκαλεί στη διεκδίκηση της η εσωτερική και η εξωτερική πραγματικότητα του ανθρώπου, ανασύροντας ένα μύθο και αναδεικνύοντας τη δυσκολία του ανθρώπινου εγχειρήματος συνολικά. Ο άνθρωπος υπόκειται σε εσωτερικές, αλλά και σε εξωτερικές απαγορεύσεις που τον εμποδίζουν να μετουσιώνει και τείνει τελικά να "υπακούει" στους νόμους των θεών, εξαρτάται από την όποια εξουσία, εσωτερική ή εξωτερική.
 
Ο Σοφοκλής προτάσσει την δυνατότητα της αυτονομίας του συνειδητοποιημένου ανθρώπου, του ανθρώπου που μπορεί να φρονεί, να σκέφτεται, ακόμη και όταν εναντιώνεται στους νόμους της πολιτείας και γίνεται άπολις, ακριβώς γιατί αυτός είναι ο δημιουργός των νόμων και των θεσμών, έχοντας επίσης επίγνωση της θνητότητας του, αλλά και αναλαμβάνοντας το κόστος των πράξεων του.
 
3ο. Αυτή η τελευταία πρόταση, είναι, αποτελεί το βασικό ψυχαναλυτικό πρόταγμα της ψυχαναλυτικής διαδικασίας: εκείνος που θεωρεί ότι έχει επαρκώς ψυχαναλυθεί, είναι και εκείνος που αναλαμβάνει το κόστος και τις συνέπειες των πράξεων του, όπως φαινομενικά ισχύει για κάθε ενήλικο άτομο.
 
Στον τομέα της μετάδοσης και της εκπαίδευσης στην ψυχανάλυση ως ψυχοθεραπευτικής πρακτικής για να αποκτήσει κάποιος το δικαίωμα να ασκεί την ψυχανάλυση χρειάζεται απαραίτητα να έχει ο ίδιος ψυχαναλυθεί, χρειάζεται δηλαδή να έχει πρωτίστως αναλάβει την ευθύνη για το επάγγελμα του. Στην προκειμένη περίπτωση η Αντιγόνη του Σοφοκλή αποτελεί βασικό ψυχαναλυτικό δεδομένο.
 
Η ψυχανάλυση, ακολουθώντας τη Σοφόκλεια άποψη, αλλά μέρος της Αισχύλειας  άποψης, είναι ιστορικά η πρώτη ψυχοθεραπευτική τεχνική, η οποία στη θεωρία της και στη μεθοδολογία της τοποθέτησε στην ίδια "γραμμή" τον ειδικό με τον άρρωστο και γενικότερα τον "υγιή" με τον ασθενή και την ασθένεια.
 
Συνολικά, ανέδειξε το εφήμερο και το σχετικό και αμφισβήτησε το θεολογικό και το στατικό. Θεώρησε ότι η γνώση του εαυτού, είναι ελλειμματική και αέναη και έτσι, το συνολικό ζήτημα της μετάδοσης της ψυχανάλυσης μέσω της εκπαίδευσης  ψυχαναλυτών αποδείχτηκε και παραμένει έως και σήμερα  ένα "άλυτο" ζήτημα.
 
Αυτή η διαπίστωση του ανέφικτου προέρχεται από τη συνολικότερη αρχαιοελληνική σκέψη του διφορούμενου και του αμφιθυμικού. Ο ανθρώπινος ψυχισμός, είναι εκ προοιμίου διφορούμενος, είναι "δεινός". Ως εκ τούτου οι ανθρώπινες σχέσεις και δραστηριότητες, είναι εκ προοιμίου διφορούμενες και ελλειμματικές, ακριβώς εξ αιτίας του άγνωστου που εμπεριέχει το ενορμητικό δυναμικό στον ψυχισμό του υποκειμένου.
 
Σύμφωνα, με τον Freud στα 1937[5]: "Οι ψυχαναλυτές είναι άτομα, που έμαθαν να ασκούν μια ορισμένη τέχνη και δεν μπορούν παράλληλα παρά να είναι άνθρωποι σαν όλους τους άλλους"…Και επίσης: "Κάθε ψυχαναλυτής θα έπρεπε να ξαναγίνεται περιοδικά και ο ίδιος αντικείμενο ανάλυσης χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό".
 
Στο ίδιο μάλιστα κείμενο ο Freud, αναφερόμενος στους ψυχαναλυτές στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως και στη σχέσεις τους με τους αρρώστους τους δεν θα διστάσει να μιλήσει για υποκρισία, για έχθρα και μεροληψία και προχωρώντας πολύ περισσότερο μπροστά από τη σημερινή ευρέως διαδεδομένη και ευκόλως καταναλώσιμη έννοια της αντιμεταβίβασης θα επισημάνει: "Φαίνεται, λοιπόν, ότι πολλοί ψυχαναλυτές έχουν μάθει να χρησιμοποιούν αμυντικούς μηχανισμούς, οι οποίοι τους επιτρέπουν να απομακρύνουν από το άτομο τους συμπεράσματα και απαιτήσεις της ψυχανάλυσης, που απευθύνονται σε αυτούς, προφανώς στρέφοντας τα εναντίον άλλων, έτσι που αυτοί να μένουν όπως είναι και να μπορούν να ξεφεύγουν από την κριτική και τη διορθωτική επίδραση της ψυχανάλυσης. Αυτή η διαδικασία δίνει δίκαιο στον ποιητή, που μας προειδοποιεί, πως αν δοθεί εξουσία σε έναν άνθρωπο του είναι πολύ δύσκολο να μην την καταχραστεί".
 
Ουσιαστικά όταν η θεωρία και η τεχνική μέθοδος παύουν να αποτελούν σημεία ανοιχτής επιστημονικής αντιπαράθεσης και μετατρέπονται σε θέσφατα, σε τελετουργικά, σε κανονιστικά σχήματα και σε καταστατικές αρχές, τότε καταλήγουν σε αποστεωμένα νοήματα, σε μηχανιστική σκέψη και κυρίως σε έναν ορθολογικό μύθο, ο οποίος εξυπηρετεί συντεχνιακά ή προσωπικά συμφέροντα.
 
Έτσι, για κάθε ψυχαναλυτή η αποδοχή της αρχής της ματαίωσης, της αρχής της άρσης της ψευδαισθητικής πραγματικότητας  και της αρχής του αναπάντεχου χρειάζεται να αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της επαγγελματικής και της προσωπικής του θέσης.
 
Ως εκ τούτου κάθε ψυχαναλυτής πρέπει να μπορεί να αναγνωρίζει εκ προοιμίου την ύπαρξη της όποιας ηθικής του να την αποδέχεται και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει και την ετερότητα του με την έννοια της ελλειμματικότητας. Ότι δηλαδή, δεν είναι αυθεντία, αλλά, ότι συχνά τείνει να γίνεται. Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα του ήθους στην ψυχανάλυση. Αυτή είναι και η βασική διαδικασία μέσα από την οποία κάθε αναλυτής μπορεί να τείνει προς την αυτονομία και την αυτοθέσμιση, έτσι ώστε να μπορεί να ασχολείται με τους αναλυόμενους του χωρίς να νοιώθει ενοχές για το πώς λειτουργεί.
 
Αυτό μπορεί να είναι και το νόημα της αρχής της ουδετερότητας, από όπου ξεπηδούν οι έννοιες της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης, που χρειάζεται να διέπει συνολικά την ψυχαναλυτική αντίληψη σε όλους τους τομείς, στον ψυχοθεραπευτικό, στον πολιτισμικό και στον κοινωνικό. Πρόκειται για τη διαδικασία, η οποία από τη μια μεριά δεσμεύει τον αναλυτή σε μια άποψη, αλλά ταυτόχρονα και στην αυτοανάλυση του και από την άλλη τον αποδεσμεύει από το συγκεκριμένο υποκείμενο-αντικείμενο το οποίο προτίθεται να αναλύσει, αλλά και από τον θεσμό στον οποίο ανήκει.
 
Έτσι μπορούμε να πούμε, ότι στόχος της ψυχανάλυσης δεν είναι μόνο η αναζήτηση της "μοναδικής αλήθειας" του υποκειμένου, μέσω της άρσης της λήθης του, (η ανακατασκευή του μύθου) αλλά  η άρση της όποιας ψευδαισθητικής πραγματικότητας αναλυτή και αναλυόμενου, η οποία προσδιορίζεται από την ψυχική πραγματικότητα από την ηθική και το ήθος του αναλυτή και του αναλυόμενου και η οποία για να αναδειχθεί προϋποθέτει την αποδοχή της από τον ίδιο τον ψυχαναλυτή και την αναίρεση της.
 
Ο αναλυτής, είναι εκείνος που αναλαμβάνει το κόστος των ερμηνειών του. Ουσιαστικά για αυτό και μόνο παίρνει θέση. Διαφορετικά αγνοεί τον δικό του πόνο, τα "δεινά" του και ως εκ τούτου αγνοεί, τόσο τη δική ψυχική πραγματικότητα, όσο και την αντίστοιχη του αναλυόμενου και κατά συνέπεια βρίσκεται "εκτός θεραπευτικού πλαισίου".
 
4ο. Παρόλα αυτά για την ψυχανάλυση ως θεσμική έκφραση και οργάνωση αυτές η τόσο σημαντικής σπουδαιότητας διαδικασίες φαίνεται να μην έχουν ακόμη καταστεί "ορατές".
 
Ανατρέχοντας στη μελέτη της ιστορίας των ψυχαναλυτικών θεσμών στη λειτουργία τους και στην οργάνωση τους, όπως την κατέγραψαν ο Μ. Πλον και η Ε. Ρουντινέσκο[6] διαπιστώνουμε, ότι η σημαντικότητα των παραπάνω απόψεων "χάνεται" ανάμεσα σε προσωπικές και σε ενδοθεσμικές διαμάχες.
 
Διαπιστώνουμε, έτσι, μεταξύ άλλων, ότι συχνά, το περιεχόμενο της εκπαίδευσης αφορά σε μια μονομέρεια απόψεων, η οποία προβάλλει μια συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική διάσταση του "ψυχαναλυτικώς ορθού" και η οποία επιβάλλεται στους εκπαιδευόμενους μέσω της κάθε φορά συγκυριακά εκλεγμένης εκπαιδευτικής ηγεσίας του θεσμού.
 
Έτσι, αφού ο επαγγελματίας ψυχαναλυτής γαλουχείται μέσα σε ένα ιδιόμορφα, εξωθεσμικά δομημένο, σε σχέση με το θεσμισμένο ακαδημαϊκό, πλαίσιο, ταυτόχρονα, εκπαιδεύεται μέσα σε ένα "κλειστό σύστημα σκέψης", που θυμίζει περισσότερο οργάνωση αρχηγικού συντηρητικού κόμματος, παρά επιστημονική εταιρία.
 
Το ψυχαναλυτικό θεσμικό πλαίσιο,  συνολικά, δομείται και λειτουργεί με βάση την επετηρίδα μέσα σε μια συγκεκριμένη ψευδαισθητική πραγματικότητα την οποία προωθεί ως την επιστημονικά "απολύτως ορθή" αποκλείοντας συνειδητά ή ασυνείδητα τις όποιες διαφορετικότητες.
 
Η απλή ανάγνωση της ιστορικής πορείας και λειτουργίας των ψυχαναλυτικών θεσμών αναδεικνύει, ότι η παραπάνω διαπίστωση διαιωνίζεται και εξαπλώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση η θεσμισμένη ψυχανάλυση ταυτίζεται με την κυρίαρχη πολιτισμική τάση, η οποία, όπως αναφέρει, ο Μ. Μπετελχάϊμ:"θέλει να ισχυρίζεται… ότι η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου δεν υπάρχει", ωστόσο, συνεχίζει ο συγγραφέας, "η ψυχανάλυση δημιουργήθηκε για να κάνει τον άνθρωπο ικανό να αποδεχτεί την προβληματική φύση της ζωής, χωρίς να ηττηθεί από αυτή"[7].
 
Η αντίληψη του μύθου του "ψυχαναλυτικώς ορθού" κυοφορήθηκε και αναπτύχθηκε από τους ίδιους τους πρωτοπόρους της ψυχαναλυτικής σκέψης για ιστορικούς, αλλά και για συντεχνιακούς λόγους. Έτσι, με τα χρόνια διαπιστώνουμε, ότι καθιερώθηκε ως αυταπάτη και ως φαντασιακό μια "ελίτ της γνώσης", η οποία εκπροσωπείται από την εκάστοτε ομάδα εξουσίας[8], η οποία καλλιεργεί συστηματικά μια κανονιστικότητα της ψυχανάλυσης ως θεωρίας και ως ψυχοθεραπευτικής πρακτικής.
 
Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου και την εξάπλωση της ψυχανάλυσης διεθνώς, δημιουργήθηκε μια γενικότερη γραφειοκρατική αντίληψη και δομή, η οποία έχει ως αποκλειστικό σκοπό αντί τη μετάδοση της γνώσης τη μετάδοση της θεσμισμένης αυταπάτης. Με δυό λόγια η θεσμισμένη ψυχανάλυση "έπεσε θύμα" της λεγόμενης "φαλλικής προϋπόθεσης" που η ίδια εντόπισε ως πολιτισμικό δεδομένο.
 
Έτσι, οι ψυχαναλυτικοί θεσμοί, έρχονται ως άλλοι Προμηθείς να μεταδώσουν τη γνώση τους στου "ανίδεους" εκπαιδευόμενους και στους  "μη έχοντες γνώμη" ψυχαναλυτές, "αγνοώντας", ότι δεν βρισκόμαστε πλέον στην προ-ανθρώπινη κοινωνία.
 
Όλες αυτές οι πρακτικές αναδεικνύουν ένα σημαντικό δημοκρατικό έλλειμμα τόσο ως προς τη λειτουργία των οργανωτικών διαδικασιών των εταιριών όσο και ως προς αυτή καθαυτή την ουσία της επεξεργασίας της ψυχαναλυτικής  σκέψης και της μετάδοσης της ως ψυχοθεραπευτικής πρακτικής. Έτσι, μέσα στους κόλπους των ψυχαναλυτικών εταιριών, το αλλοιωμένο νόημα της έννοιας της ουδετερότητας συμβάλει αποφασιστικά στη δημιουργία μιάς κατ’ επίφαση επιστημολογικής κατάστασης, η οποία αναδεικνύει για άλλη μια φορά το πρωταρχικό ζήτημα του ήθους, που είναι σύμφυτο με τη δημοκρατική λειτουργία κάθε οργανισμού.
 
Αλλά και η δημοκρατία, είναι σύμφυτη με την ψυχανάλυση, όπως υπογραμμίζει έντονα ο Κ. Καστοριάδης[9]: "Οι ύστατοι σκοποί της ψυχανάλυσης, είναι ίδιοι με τους σκοπούς μιας πραγματικά δημοκρατικής πολιτικής και μιάς αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας".
 
Ο Όσκαρ Ουάιλντ αναφέρει κάπου σκωπτικά: "Δύο είναι οι μεγάλες τραγωδίες στη ζωή μας, η μια όταν επιθυμούμε ένα αντικείμενο και δεν κατορθώνουμε να το αποκτήσουμε και η άλλη όταν το αποκτήσουμε"!
 
Αυτή η βαθιά ψυχαναλυτική επισήμανση, από ένα μεγάλο διανοητή αφορά κάλλιστα και στην ιστορία της θεσμισμένης ψυχανάλυση
Μήπως πρόκειται για την ανάδειξη του στατικού σε βάρος της διαδικασίας και του δυναμικού του ανθρώπινου ψυχισμού; Ή μήπως, τελικά, πρόκειται για τη κατασκευή μιας αυταπάτης, ενός φαντασιακού, όπου για μια ακόμη φορά βρίσκονται αντιμέτωποι η Αντιγόνη με τον Κρέοντα;
 
Η ίδια η ζωή θα το δείξει, ωστόσο η τραγωδία  της Αντιγόνης υπάρχει ήδη και μας το διδάσκει, αναδεικνύοντας τη δυνατότητα του υποκειμένου να μπορεί να παρεμβαίνει στη ζωή του και να προσπαθεί να αλλάζει ή να τροποποιεί καταρχήν τον εαυτό του μέσα από μια προσωπική ανάλυση όπως επίσης, στο κοινωνικό και συλλογικό επίπεδο τροποποιώντας τους νόμους και τους θεσμούς, εμπιστευόμενο το ένστικτό του και προπάντων υπερασπιζόμενο των απόψεων του αναλαμβάνοντας την ευθύνη.
 ---------------------- 
[1] Αναφέρομαι στην έννοια φαντασιακό, όπως την καθιέρωσε ο Κ. Καστοριάδης (στο: "Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας". Εκδόσεις "Ράππας" 1978, Αθήνα), όπου το φαντασιακό δεν έχει σχέση με το κατοπτρικό, όπως το ορίζει αντίθετα ο Λακάν, ούτε στο διαλεκτικά αιτιατό ψευδαισθητικό όπως το ορίζει ο Γουίνικοτ. Αφορά στο παραστασιακό, στην έννοια της φροϋδικής αναπαράστασης, η οποία μαζί με το συναίσθημα αποτελούν έναν από τους δυο ενορμητικούς εκπροσώπους.  Το φαντασιακό του Καστοριάδη, είναι δημιουργία ακατάπαυστη και ότι αποκαλούμε ορθολογικότητα και πραγματικότητα αποτελούν έργο του. Σύμφωνα με αυτή την άποψη το ορθολογικό εμπεριέχει το ψευδαισθητικό, τον μύθο, το αναπάντεχο και το μη αιτιατό, το ανορθολογικό.
[2] Αισχύλος: "Προμηθέας δεσμώτης". Εκδόσεις-Μετάφραση "Κάκτος" 1991 Αθήνα.
[3] Σοφοκλής: "Αντιγόνη". Εκδόσεις-Μετάφραση "Κάκτος" 1994 Αθήνα.
[4] Κ. Καστοριάδης: "Αισχύλεια ανθρωπογονία και Σοφόκλεια αυτοδημιουργία του ανθρώπου"(1992), στο: "Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία". Εκδόσεις Ύψιλον 2001 Αθήνα.
[5] Σ. Freud
[6] E.Roudinesco, M.Plon: "Dictionnaire de la psychanalyse" ed. Fayard 1977, Paris.
[7] Μ. Μπέτελχαϊμ: "Η γοητεία των παραμυθιών". Εκδόσεις "Γλάρος" 1995 Αθήνα.
[8] Ο.Π. E. Roudinesco, M. Plon.
[9] Κ. Καστοριάδης: "Η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση της γέννησης της κοινωνίας"1993, στο: "Ανθρωπολογία, πολιτική και φιλοσοφία". Εκδόσεις "Ύψιλον" 2001 Αθήνα.

Τα παιδιά μάς δείχνουν μερικές από τις πιο μεγάλες αλήθειες της ζωής.

Σχετική εικόναΝομίζουμε ότι μεγαλώνουμε εμείς τα παιδιά μας, όμως από πολλές απόψεις εκείνα δείχνουν σε εμάς μερικές από τις πιο μεγάλες αλήθειες της ζωής.

Όταν εσείς αρχίζετε να πιστεύετε ότι δεν υπάρχει πια τίποτα συναρπαστικό, εκείνο ανακαλύπτει έκθαμβο το θαύμα της φύσης στα φτερά μιας πεταλούδας. Όταν εσείς αγχώνεστε για να οργανώσετε και την παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινότητας, εκείνο χοροπηδάει αμέριμνο μέσα σε μια γούβα με νερό της βροχής γιατί… έτσι του ήρθε. Κι ενώ εσείς παραιτείστε από την προσπάθεια να διεκδικήσετε κάτι που θέλετε, εκείνο προσπαθεί για εκατοστή φορά να στήσει το κάστρο του που συνέχεια πέφτει κάτω. Τα παιδιά αξίζουν την επιβράβευση μόνο και μόνο για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τη ζωή. Κι αν τα παρακολουθήσουμε προσεκτικά, μπορούμε κι εμείς οι ενήλικες να πάρουμε πολύ σημαντικά μαθήματα. Όπως…

1. Ο επιμένων νικά
Τα μικρά παιδιά δεν τα παρατάνε ποτέ. Ακόμα κι αν εσείς συχνά εκνευρίζεστε από την επιμονή τους να σας πείσουν να φτιάξετε το ίδιο παζλ ξανά και ξανά, οφείλετε να παραδεχτείτε ότι το πείσμα τους πολλές φορές βγαίνει σε καλό. Φανταστείτε πόσα πράγματα μπορεί να είχατε πετύχει στη δουλειά ή στην προσωπική σας ζωή εάν είχατε επιμείνει λίγο περισσότερο.

Tip: Ποτέ μην αποπαίρνετε το παιδί γιατί σας ζητάει να του διαβάσετε ξανά το αγαπημένο του παραμύθι. Η επανάληψη είναι το κλειδί για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του. Έτσι, τη στιγμή που εσείς νιώθετε να σας πιάνει «υστερία» λέγοντας ξανά «μια φορά κι έναν καιρό…», εκείνο ακούγοντας μια οικεία ιστορία αναπτύσσει νέες συνδέσεις μέσα στο μυαλουδάκι του.

2. Ο κόσμος μας είναι υπέροχος
Κάθε μέρα τα παιδιά ανακαλύπτουν κι ένα καινούργιο θαύμα. Ένα λουλούδι με «τέεεεεελεειο χρώμα», μια χιονισμένη μέρα, ακόμα και η διαδρομή του μετρό μπορούν μέσα από την παιδική ματιά να οδηγήσουν κι εμάς σε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο θεώρησης της ζωής.

Tip: Προσπαθήστε να δείτε τα πράγματα από τη σκοπιά ενός παιδιού και μοιραστείτε μαζί του το θαύμα της φύσης. Ακόμα κι αν, π.χ., για εσάς πρόκειται απλώς για ένα συνηθισμένο σπουργιτάκι, εκείνο με τη βοήθειά του ανακαλύπτει έναν μαγικό, υπέροχο κόσμο.

3. Το γέλιο είναι σημαντικό
Τα παιδιά γελάνε πολύ –περισσότερες από 400 φορές την ημέρα. Αντίθετα, ένας ενήλικας γελάει κατά μέσο όρο 15 φορές την ημέρα. Ζώντας με ένα παιδί, είναι μια καλή ευκαιρία να μάθετε να γελάτε περισσότερο, κάτι που αποδεδειγμένα θα κάνει καλό όχι μόνο στη διάθεση αλλά και στην υγεία σας. Σύμφωνα με έρευνες, το γέλιο βοηθάει τη λειτουργία της καρδιάς, αυξάνοντας την κυκλοφορία του αίματος και βελτιώνοντας τη μεταφορά του οξυγόνου, ενώ παράλληλα θρέφει τους ιστούς σε όλο το σώμα και ρίχνει την αρτηριακή πίεση. Μάλιστα, οι γυναίκες φαίνεται να επωφελούνται περισσότερο από τη δράση του σε σχέση με τους άντρες.

4. Ζούμε το παρόν
Τα παιδιά δεν στεναχωριούνται ποτέ για κάτι που έγινε παλιότερα ούτε αγχώνονται για το τι πρόκειται να συμβεί σε μία ώρα, πόσο μάλλον για το τι θα τους ξημερώσει αύριο. Ζώντας το παρόν καταφέρνουν να απολαμβάνουν την κάθε στιγμή, κάτι που -παραδεχτείτε το- δεν θυμάστε πότε ήταν η τελευταία φορά που σας συνέβη.

Tip: Ακριβώς επειδή τα παιδιά ζουν στο «εδώ και τώρα», πολλές φορές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να μεταβούν από τη μια κατάσταση στην άλλη. Έτσι, είναι πολύ πιθανό να αντιδράσουν εάν τους ζητήσετε να σταματήσουν ΤΩΡΑ το παιχνίδι για να καθίσουν στο τραπέζι για φαγητό. Η λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι να τα προειδοποιείτε κάθε φορά, ορίζοντας το χρονικό περιθώριο που τους δίνετε για να κάνουν αυτό που ζητάτε. Π.χ., «σε πέντε λεπτά θα κλείσεις την τηλεόραση και θα κάνουμε μπάνιο».
   
5. Πάντα προχωράμε μπροστά
Ένα παιδί δεν κρατάει ποτέ κακία σε κανέναν. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος που το έκανε να «χτυπιέται» στο πάτωμα, μετά από λίγα λεπτά θα είναι σαν να μη συνέβη ποτέ. Για εκείνο, το ουράνιο τόξο βγαίνει πάντα μετά την μπόρα, ενώ οι «μεγάλοι» συχνά δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε πράγματα που μας πλήγωσαν.

Tip: Όσο άτακτο κι αν ήταν το παιδί, όσο έντονα κι αν χρειάστηκε να το μαλώσετε, φροντίστε μόλις λήξει η περίοδος τιμωρίας να του δείξετε ότι δεν κρατάτε κακία. Το να θυμίζετε συνεχώς στο παιδί παλιότερες άσχημες συμπεριφορές του δεν θα σας προσφέρει τίποτα. Αντίθετα, ένα φιλί και μια ζεστή αγκαλιά θα σας βοηθήσει και τους δύο να κάνετε μια καινούργια αρχή.

6. Η «αποτυχία» είναι απλά μια λέξη
Οι ενήλικες φοβόμαστε την αποτυχία και δεν διστάζουμε να αρνηθούμε να ασχοληθούμε με κάτι μόνο και μόνο από το φόβο μήπως δεν το κάνουμε καλά. Την ίδια στιγμή, το παιδί μας δεν έχει τέτοιες ανησυχίες και δηλώνει με τεράστια ευκολία «μάστορας», επειδή μόλις απέκτησε το πρώτο του κατσαβίδι ή επιμένει να βοηθήσει στο πλύσιμο των πιάτων ακόμα κι αν είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα σπάσει τα μισά. Όμως, μέσα από τις δοκιμές και τα λάθη που αναμφισβήτητα θα κάνει στην πορεία, είναι βέβαιο ότι θα πάρει πολλά μαθήματα για τη ζωή.

Tip: Προσπαθήστε να τιθασεύσετε την παρόρμησή σας να το προφυλάξετε από οτιδήποτε και μην παρεμβαίνετε κάθε φορά που πάει να κάνει κάτι στραβά –εκτός βέβαια κι αν αυτό που κάνει είναι απειλητικό για την υγεία ή τη σωματική του ακεραιότητα. Αφήστε του το χώρο και το χρόνο που χρειάζεται για να επεξεργαστεί μόνο του μια κατάσταση. Κι αν στην προσπάθειά του να διορθώσει το λάθος του αρχίσει να εκνευρίζεται, προτείνετέ του κάποιες λύσεις, αποφεύγοντας να διορθώσετε τα πράγματα για λογαριασμό του.

7. Τα συναισθήματα πρέπει να εκφράζονται
Οι αγκαλιές, οι τρυφερές κουβέντες και οι εκφράσεις αγάπης δεν είναι ποτέ αρκετές για ένα παιδί. Όμως όσο πιθανό είναι να αφήσει το παιχνίδι του για να σας δώσει ένα ρουφηχτό φιλί, άλλο τόσο πιθανό είναι να ξεσπάσει σε κλάματα ή φωνές. Το να μάθει να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του είναι σημαντικό κομμάτι της πορείας ενός παιδιού προς την ενηλικίωση. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να φτάσουμε στο άλλο άκρο, να καταπιέζουμε δηλαδή συναισθήματα που είναι προτιμότερο να εκφράζονται.

Tip: Είναι πιο εύκολο για ένα παιδί να μάθει σταδιακά να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του όταν αντιληφθεί τι ακριβώς είναι αυτό που νιώθει κάθε φορά. Εάν, για παράδειγμα, έχει θυμώσει επειδή κάποιο άλλο παιδί πήρε τα παιχνίδια του, εξηγήστε του ότι είναι λογικό να νιώθει θυμό, αλλά αυτό δεν του επιτρέπει να χτυπάει ή να δαγκώνει. Μην αμφισβητήσετε αυτό που νιώθει, αλλά βοηθήστε το να το διαχειριστεί.

8. Η αγάπη δεν ζητάει ανταλλάγματα
Ελάχιστες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στους ενηλίκους που βασίζονται στην ανιδιοτελή αγάπη. Όμως αυτό ακριβώς είναι που νιώθει το παιδί σας για εσάς. Εκείνο δεν χρειάζεται αποδείξεις, ανταλλάγματα ή συγκεκριμένες συνθήκες για να αγαπήσει.

Tip: Είναι σημαντικό για το παιδί να ξέρει ότι κι εσείς το αγαπάτε με τον ίδιο τρόπο. Μην μπείτε ποτέ στον πειρασμό να «αρνηθείτε» την αγάπη σας εξαιτίας μιας κακής πράξης του. Σε κάθε περίπτωση, φροντίστε ότι έχει καταλάβει πως αυτό που κατακρίνετε κάθε φορά είναι η συγκεκριμένη συμπεριφορά και όχι το ίδιο το παιδί.

9. Ζήτω ο αυθορμητισμός
Έτσι δρα το παιδί… αυθόρμητα. Δεν χρειάζεται να έχει επενδύσει ώρες συλλογισμών πριν από κάθε του πράξη, ούτε νοιάζεται πολύ για τις συνέπειες. Εννοείται ότι το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με εμάς τους μεγάλους. Πολύ συχνά πιεζόμαστε από το βάρος των ενδεχόμενων συνεπειών τόσο, που προτιμάμε να μην αφήνουμε τίποτα στην τύχη. Κι όμως… Σκεφτείτε πόσο χαλαρωτικό θα ήταν να μπορούσαμε πού και πού να αφήσουμε στην άκρη αυτά που πρέπει και να κάνουμε απλώς ό,τι μας αρέσει.

Tip: Μερικές φορές ο αυθορμητισμός του παιδιού μπορεί να βρει ακραίους τρόπους έκφρασης. Όπως, για παράδειγμα, όταν αρνείται να φορέσει τα ρούχα που του διαλέξατε για να πάει στο νηπιαγωγείο. Σε αυτή την περίπτωση είναι στο χέρι σας να αποφασίσετε για ποιους λόγους αξίζει να καταπιέσετε τον αυθορμητισμό του και για ποιους όχι. Με άλλα λόγια, σίγουρα δεν θα του επιτρέπατε να βάλει το μαγιό του για να πάει στο σχολείο, όμως στ’ αλήθεια πειράζει τόσο πολύ να είναι ντυμένος Batman στην επίσκεψη στο σπίτι της γιαγιάς;

10. Μερικά πράγματα αξίζουν κι ένα «μπράβο»
Ο πιο εύκολος και αποτελεσματικός τρόπος για να «φέρετε στα νερά σας» ένα παιδί είναι χρησιμοποιώντας ως μέσο τον έπαινο. Πείτε του «μπράβο» που τρώει το φαγητό του σαν μεγάλος, κι αμέσως θα πιάσει το πιρούνι, ακόμα κι αν μέχρι εκείνη τη στιγμή αρνιόταν να κατεβάσει μπουκιά. Πείτε του πόσο καλός μεγάλος αδερφός είναι και θα αφήσει το παιχνίδι για να δώσει στο μικρό αδερφάκι του ένα φιλί. Όμως στον κόσμο των μεγάλων ο έπαινος και η ενθάρρυνση είναι στοιχεία που σπάνια αξιοποιούμε, πιστεύοντας ίσως πως αρκεί να διεκπεραιώνεις τις υποχρεώσεις σου. Κι όμως, πού και πού είναι ωραίο να λες και να ακούς ότι κάτι έχεις κάνει καλά.

Tip: Τα παιδιά έχουν ανάγκη την προσοχή σας, ακόμα κι όταν τη διεκδικούν με λανθασμένο τρόπο. Προσπαθήστε να τα επαινείτε συχνά για τις σωστές συμπεριφορές, αλλά μη δίνετε ιδιαίτερη έμφαση σε ό,τι δεν θα θέλατε να επαναλάβει. Αν, για παράδειγμα, ζητάει κάτι φωνάζοντας και ρίχνοντας μπουνιές στον αέρα, απλώς αγνοήστε το μέχρι να ηρεμήσει. Από την άλλη, πείτε του πόσο χαίρεστε που μπορεί να συζητάει ήρεμα και να ζητάει ευγενικά ό,τι θέλει.

Η κρυφή ζωή των αναβλητικών και το στίγμα της καθυστέρησης

Πολλοί πετυχημένοι άνθρωποι έχουν ένα καλά κρυμμένο μυστικό: είναι αναβλητικοί. Οι άνθρωποι που κινητοποιούνται μόνο υπό την πίεση μιας προθεσμίας έχουν ένα καλό λόγο, για να κρύβουν τον τρόπο με τον οποίο τα καταφέρνουν. Εξάλλου, τους έχουν μάλλον επιπλήξει, τιμωρήσει, ντροπιάσει ή υποτιμήσει για την καθυστέρησή τους στο παρελθόν και για κάποιους, το στίγμα του αναβλητικού τους κυνηγά από το σχολείο. Τα αναβλητικά άτομα συχνά βιώνουν ενοχές ή ντροπή για τον τρόπο που ολοκληρώνουν τις δραστηριότητες τους.

Πολυάριθμες μελέτες έχουν διερευνήσει την αναβλητική συμπεριφορά, αναζητώντας συχνά να βρουν κάποια υποβόσκουσα παθολογία ή κάποιο ανεπιθύμητο χαρακτηριστικό, που οδηγεί τους ανθρώπους στο να καθυστερούν. Οι πιθανές «αιτίες» της αναβλητικότητας, που έχουν μελετηθεί, ποικίλλουν και ένα από τα αντικείμενά έρευνας, πέραν της διερεύνησης του τι «πάει λάθος» με αυτούς τους ανθρώπους, είναι να αναζητηθούν επιτυχημένες παρεμβάσεις για τη μείωση του φαινομένου.

Μια απλή έρευνα στο διαδίκτυο θα αποκαλύψει τις πολλές μελέτες που προσδίδουν μειωτικά/υποβιβαστικά χαρακτηριστικά για εκείνους που κινητοποιούνται μόνο μέσω αυστηρών προθεσμιών. Τέτοιες μελέτες αποπειρώνται να συσχετίσουν, για παράδειγμα, την αναβλητικότητα με μια έλλειψη ευσυνειδησίας, με παρορμητικότητα, παθολογική ανησυχία, παράλογη σκέψη και συμπεριφορά, με λογοκλοπή και παρανομία, με τεμπελιά, με προβλήματα που σχετίζονται με την έλλειψη ρύθμισης, με νευρωτισμό, σύγκρουση ρόλων, αποφυγή ευθυνών, φόβο αποτυχίας και κατάχρηση του διαδικτύου.

Δυστυχώς, αυτές οι έρευνες δεν σχεδιάστηκαν για να εξηγήσουν το γιατί κάποιοι αναβλητικοί επιτυγχάνουν τελικά, ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Και αυτό γιατί υπάρχει μια σύγχυση όσον αφορά στο τι σημαίνει να είναι κάποιος αναβλητικός τελικά. Ορίζω τους αναβλητικούς ως εκείνους τους ανθρώπους που κατά κύριο λόγο κινητοποιούνται να ολοκληρώσουν εργασίες όταν, όταν τα συναισθήματά τους ενεργοποιούνται από μια επικείμενη προθεσμία. Λειτουργούν μόνο υπό πίεση. Η σκόπιμη καθυστέρηση μιας σχεδιασμένης πράξης- όπως κατανοείται η αναβλητικότητα στη βιβλιογραφία- δεν είναι συνώνυμη με την ανεπαρκή τελικά πράξη ή την αποτυχία. Ωστόσο, τα επιτυχημένα άτομα που αναβάλλουν κακολογούνται για τον τρόπο τους να κάνουν κάποια πράγματα.

Αν και τόσο οι άνθρωποι που κινητοποιούνται από την ίδια την δραστηριότητα, όσο και εκείνοι που κινητοποιούνται από τις προθεσμίες, βιώνουν αυξημένα θετικά συναισθήματα κατά την ενασχόλησή τους με την εκάστοτε δραστηριότητα, μέχρι σήμερα μόνο οι αναβλητικοί (η δεύτερη δηλαδή κατηγορία) έχουν μπει στο στόχαστρο της επιστήμης για την κατανόηση της συμπεριφοράς τους. Δυστυχώς, αυτές οι έρευνες δεν υπολογίζουν καθόλου την πιθανή θετική επίδραση των έντονων συναισθημάτων που μπορεί να νιώθουν. Και αδίκως υπάρχουν ερευνητές που υποστηρίζουν ότι τα άτομα που ισχυρίζονται ότι λειτουργούν καλύτερα υπό πίεση μάλλον ξεγελούν τον ίδιο τους τον εαυτό, σαν μια δικαιολογία για την αναβλητική τους συμπεριφορά. Στην ουσία τους κατηγορούν και τους επικρίνουν για την αναβλητικότητά τους.

Στην πραγματικότητα, ο «αγώνας χρόνου» όντως κινητοποιεί συναισθηματικά τους αναβλητικούς. Αφού τα συναισθήματα εξυπηρετούν, κατευθύνοντας την προσοχή κάποιου, μπορούμε να θεωρήσουμε μια τέτοια ενεργοποίηση ως μια εξαιρετικά προσαρμοστική κίνηση. Επιπλέον, η αναβλητικότητα επιτρέπει σε κάποια άτομα να δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό και η καθυστέρηση τους δίνει τη δυνατότητα να δουλέψουν τελικά με πειθαρχία προς το τέλος και έτσι να αποδώσουν καλύτερα. Οι επαγγελματικά επιτυχημένοι αναβλητικοί αναφέρουν ότι όταν προσπαθούν να δουλέψουν νωρίτερα απ’ ότι συνήθως, καταλήγουν να συμβιβάζονται όσον αφορά στα κίνητρα και στη συγκέντρωση. Γι’ αυτό, για τους αναβλητικούς, η ποιότητα της ενέργειας και η προσοχή που δημιουργούνται μέσω των συναισθημάτων που ενεργοποιούνται λίγο πριν την προθεσμία είναι απαραίτητα στοιχεία γι’ αυτούς.

Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι αναβλητικοί έχουν χαμηλά επίπεδα ευσυνειδησίας, ένας ερευνητής αναρωτήθηκε πώς οι αναβλητικοί θα αξιολογούσαν την επίδοση συναδέλφων τους που χάνουν τις προθεσμίες. Οι συμμετέχοντες δηλαδή σε αυτή την έρευνα αξιολόγησαν την επίδοση ενός μη υπαρκτού συναδέλφου που αργούσε στις προθεσμίες και επηρέαζε την παραγωγικότητα της εταιρίας. Είτε είστε αναβλητικοί, είτε όχι, αν προλαβαίνετε τις προθεσμίες, το πιθανότερο είναι να αξιολογούσατε την επίδοσή του ως ανεπαρκή- αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που περίμενε ο ερευνητής.

Αντιθέτως, βρήκε ότι οι άνθρωποι που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως αναβλητικό είχαν περισσότερες πιθανότητες, από τους μη αναβλητικούς, να κατηγορήσουν τον συνάδελφο και όχι εξωτερικούς παράγοντες για την ανεπαρκή απόδοσή τους. Δυστυχώς, ο ερευνητής δεν είχε υπολογίσει το γεγονός ότι οι επιτυχημένοι άνθρωποι που αναβάλλουν, παρ’ όλα αυτά προλαβαίνουν τις προθεσμίες και, γι’ αυτό, φυσικά θα ήταν επικριτικοί απέναντι σε κάποιον που δεν προλαβαίνει. Λανθασμένα ο ερευνητής είχε υποθέσει ότι όλοι όσοι ήταν αναβλητικοί, γνωρίζοντας τη δική τους «ανεπάρκεια» έμπαιναν στη θέση του και παραδέχονταν ότι έπρεπε να τιμωρηθούν, όπως έπρεπε και εκείνος.

Η συγκεκριμένη έρευνα σκιαγραφεί την σύγχυση που υπάρχει γύρω από το ζήτημα αυτό: τον διαχωρισμό των αναβλητικών που πετυχαίνουν από εκείνους που δεν τα καταφέρνουν. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το στίγμα της αναβλητικότητας οδηγεί τους ερευνητές να αναφερθούν σε παθολογίες που ωστόσο δεν υπάρχουν.

Οι επιστήμονες εκπλήσσονται, όταν οι μελέτες τους αποκαλύπτουν ότι οι επιτυχημένοι φοιτητές είναι πολλές φορές και αναβλητικοί. Σε μια έρευνα για την ακαδημαϊκή αναβλητικότητα και την πορεία του άγχους, ένας ερευνητής τόνισε το «εξαιρετικά ενοχλητικό εύρημα» ότι μια μεγάλη μερίδα φοιτητών με υψηλό μέσο όρο ανέφερε ότι πάντα ή σχεδόν πάντα αναβάλλει να διαβάσει για τις εξετάσεις μέχρι την τελευταία στιγμή. Όμως, αυτό δεν αποτελεί ένα αναπάντεχο εύρημα. Χρησιμοποιώντας την χρονική πίεση ως κίνητρο, οι αναβλητικοί ενεργοποιούν το δημιουργικό άγχος, που τους ωθεί στο να διαβάσουν αποτελεσματικά.

Ακόμα και όταν οι αναβλητικοί προλαβαίνουν τις προθεσμίες, θεωρείται ότι έχουν κάποια παθολογικά χαρακτηριστικά ή κάποια διαταραχή που εξηγεί την καθυστέρησή τους.

Με αυτά κατά νου, θα ήθελα να αναφέρω μια έρευνα που αφορούσε αποκλειστικά τις προθεσμίες. Περιελάμβανε το πόσο καλά οι φοιτητές υπολογίζουν τον χρόνο που χρειάζονται για να ολοκληρώσουν κάτι. Η υπόθεση των ερευνητών ήταν ότι οι αναβλητικοί, περισσότερο από τους μη αναβλητικούς, θα έτειναν να υποτιμούν τον χρόνο που απαιτείται για να τα καταφέρουν. Γι’ αυτό, προέβλεψαν ότι οι αναβλητικοί θα ήταν επιρρεπείς σε αποτυχία οργάνωσης. Αυτό σημαίνει ότι θεωρούσαν πως ήταν ψευδαισθητικοί. Παραδόξως, όμως, βρήκαν ότι οι αναβλητικοί ήταν το ίδιο ικανοί με τους μη αναβλητικούς ως προς την αντίληψη του χρόνου και την επίτευξη των στόχων που είχαν προβλέψει.

Παρατήρησαν ότι όπου η προθεσμία ήταν απόλυτη, όπως μια ημερομηνία εξέτασης, και οι δύο κατηγορίες έκαναν ρεαλιστικούς σχεδιασμούς και τους επιτύγχαναν. Ωστόσο, υπέθεσαν ότι όταν η προθεσμία ήταν πιο ευέλικτη, όπως η παράδοση μιας εργασίας, οι αναβλητικοί αποτύγχαναν. Φυσικά, και πάλι προσπαθούσαν να ψάξουν για μειονεκτήματα, που όμως δεν είχαν βάση. Η αλήθεια όμως είναι ότι, ακόμα και όταν οι προθεσμίες δεν είναι απόλυτες ή ξεκάθαρα καθορισμένες, οι αναβλητικοί και πάλι τα καταφέρνουν. Γιατί βρίσκουν τους τρόπους τους.

Και αφού στοχάστηκα επί αυτού για πολύ

Έχω αναλογιστεί συχνά και εις βάθος το ερώτημα κατά πόσον η ευγλωττία και η εμμονική αφοσίωση στην ευφράδεια έχουν κάνει μεγαλύτερο καλό ή κακό στους ανθρώπους και στις πόλεις τους. Όταν στοχάζομαι τα δεινά που έχει επιφέρει στην πολιτεία μας, και επανεξετάζω στο μυαλό μου τις συμφορές των σημαντικότερων πόλεων της αρχαιότητας, διαπιστώνω ότι ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος των καταστροφών προκλήθηκε από τη δράση ανθρώπων που ήταν ιδιαίτερα έμπειροι στην ομιλία. Από την πλευρά, όταν αναζητώ στα χρονικά της γραμματείας γεγονότα που, λόγω της αρχαιότητάς τους, απέχουν από τη μνήμη της γενιάς μας, διαπιστώνω ότι πολλές πόλεις έχουν ιδρυθεί, οι φλόγες πάρα πολλών πολέμων έχουν σβήσει, οι σταθερότερες συμμαχίες και οι πιο τιμημένες φιλίες έχουν δημιουργηθεί, όχι μόνο από τη δύναμη της λογικής αλλά, επίσης, και με μεγαλύτερη ευκολία, από την ευφράδεια.

Και αφού στοχάστηκα επί αυτού για πολύ, η ίδια τούτη δύναμη της λογικής με οδηγεί να διαμορφώσω πρωτίστως αυτή την άποψη: η σοφία χωρίς την ευγλωττία συμβάλλει ελάχιστα στο καλό των πολιτειών, αλλά η ευγλωττία χωρίς τη σοφία είναι στις περισσότερες περιπτώσεις εξαιρετικά επιζήμια και ποτέ ωφέλιμη. Αν, λοιπόν, κάποιος αφιερώσει όλη του την ενέργεια στην εξάσκηση της ρητορικής, παραμελώντας τις υψηλότερες και τις ευγενέστερες επιδιώξεις της λογικής και της ηθικής διαγωγής, ανατρέφεται ως πολίτης άχρηστος για τον εαυτό του και επιβλαβής για την πατρίδα του- αλλά όποιος οπλίζεται με ευφράδεια με τέτοιον τρόπο που του επιτρέπει να μην πλήξει τα συμφέροντα της πατρίδος του, αλλά για να προαγάγει, αυτός ο άνδρας, θεωρώ, θα είναι ένας πολίτης αφοσιωμένος στην προώθηση των δικών του συμφερόντων όσο και του δήμου. (Περί ευρέσεως 1.1)

ΜΑΡΚΟΣ ΤΥΛΛΙΟΣ ΚΙΚΕΡΩΝ, Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΕΙΘΟΥΣ

Ο Εαυτός μας… το πιο ουσιώδες μας μέρος…

Κανείς δεν θα σου πει την Αλήθεια, μόνος σου θα την ανακαλύψεις…

Στον συναισθηματικό μας κόσμο δεν υπάρχουν σοφοί και ειδήμονες, είναι η δική μας συναισθηματική ανάγκη που τους δημιουργεί, επειδή νιώθουμε απροστάτευτοι και μας είναι πολλές φορές δύσκολη η απόφαση μεταξύ καλού και κακού. Εκείνο που χρειάζεται να ερευνήσουμε είναι τι σημαίνει καλό και κακό μαζί με την δυνατότητα που μας δίνεται να κάνουμε επιλογές.

Σαν άνθρωποι έχουμε αφήσει την διαίσθηση έξω από τις ικανότητές μας, οπότε περιφερόμαστε σαν χαμένοι, μπερδεμένοι, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς πνευματικούς στόχους και σ' αυτήν την κατάσταση σίγουρα χρειαζόμαστε μια σταθερή, για να μας βοηθήσει στις επιλογές μας, οπότε ο προγραμματισμός μας μας κάνει να στρεφόμαστε στα πατροπαράδοτα. Πως το έκανε ο πατέρας; πως το έκανε η μητέρα; η γιαγιά, ο παππούς, η θεία και λοιποί συγγενείς που έπαιξαν ρόλο στον προγραμματισμό μας (διαπαιδαγώγηση το λένε).

Δεν είναι σοφία να μας λένε ότι χρειάζεται να κάνουμε επιλογές στην ζωή μας. Είναι κάτι αυτονόητο...

Αν όμως είμαστε συναισθηματικά μπερδεμένοι ή και μπλοκαρισμένοι, αυτή η συμβουλή θα μας φανεί σοφή.

Σοφία όμως είναι να ξέρουμε κάθε φορά ότι κάθε επιλογή μας έχει και το ανάλογο τίμημα. Να θέτουμε έτσι τις προτεραιότητές μας, ώστε η κάθε επιλογή μας να έχει ένα θετικό αντίκρισμα. Να κάνουμε νέα λάθη, όχι παλιά και συνηθισμένα…

Συνήθως νομίζουμε ότι κάποιες επιλογές μας είναι μονόδρομος και νιώθουμε πολλές φορές ότι δεν έχουμε επιλογές. Είναι λάθος αυτό. Πάντα έχουμε επιλογές, απλά δεν θέλουμε κανένα τίμημα να πληρώσουμε γι' αυτές. Και τότε μπαίνουμε σε μια μέγγενη που μας σφίγγει και μας στενοχωρεί, επειδή ακριβώς νιώθουμε ότι δεν έχουμε επιλογές.

Ο νους μας, βυθισμένος στα συναισθήματα χάνει την κυριαρχία του, και τότε αρχίζει και δημιουργεί αρνητικές σκέψεις (είναι τα σενάρια που κάνουμε) που όχι μόνο μας παρασύρουν σε καταστροφικούς τρόπους ζωής, αλλά μας δίνουν και την εντύπωση ότι δεν έχουμε επιλογή. Όμως η ελεύθερη βούληση πάντα μας δίνει επιλογές, το θέμα είναι ότι μας δίνει και ένα τίμημα και αυτό προσπαθούμε οι περισσότεροι να αποφύγουμε παραμένοντας συναισθηματικά και πνευματικά ανώριμοι. Το τίμημα...

Ένα παιχνίδι είναι η συναισθηματική ανωριμότητα. Σε κάνει να νομίζεις ότι δεν έχεις επιλογές και ακολουθείς μια προδιαγεγραμμένη πορεία, οπότε σου φαίνεται και βολικό να μην επιλέγεις εσύ, αλλά να αφήνεις την μοίρα να επιλέξει για εσένα. Η ψευδαίσθηση είναι να νομίζεις ότι αυτή η κατάσταση δεν έχει τίμημα. Μέγα λάθος. Έχει και μάλιστα βαρύ, τις περισσότερες φορές που δεν αλλάζουμε συνήθειες και μετά από αλλεπάλληλες κρούσεις του Σύμπαντος, εμείς εξακολουθούμε να κάνουμε τα ίδια λάθη (και εδώ σαν λάθη εννοώ πάντα αυτά που μας βλάπτουν στην πνευματική μας εξέλιξη και βλάπτουν και τους άλλους).

Όμως φαίνεται να είναι πιο εύκολο να αντέξουμε τα δήθεν χτυπήματα της μοίρας, από το να κάνουμε εμείς επιλογές, γιατί στην δεύτερη περίπτωση χρειάζεται να είμαστε συνειδητοί σε ότι κάνουμε και σε όσα νιώθουμε, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τους Νόμους, ενώ στην πρώτη αφηνόμαστε στο ασυνείδητο να επιλέξει και να πράξει. Αφηνόμαστε με ευκολία στους φόβους μας και στους «δαίμονες» μας.

Έτσι οι ευθύνες μετατίθενται σε χρόνο dt και εμείς διαμαρτυρόμαστε για την κακή μας τύχη...

Αυτό που μας φαίνεται να μην έχουμε επιλογές το προκαλεί η συναισθηματική ανωριμότητα, και όταν βιώνουμε αυτήν την κατάσταση, που μπορεί να είναι και ένα εξελικτικό στάδιο, δεν λέω, ο Εαυτός μας είναι ο μεγάλος Απών…

Για να συνέλθουμε χρειάζεται να αντιληφθούμε πόσο μας λείπει… Τότε μόνο όλα τα πράγματα μικραίνουν και παίρνουν τις κανονικές τους διαστάσεις, που μέσα στο συναίσθημα μας φαίνονταν τεράστια και ανυπέρβλητα.

Ο Εαυτός μας… το πιο ουσιώδες μας μέρος…

Κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι το να ξεμάθεις είναι πιο δύσκολο από το να μάθεις

Πόσο θέλει ένας άνθρωπος να γνωρίσει τον Εαυτό του; Να μάθει για τις λανθασμένες ερμηνείες του; Τις στέρεες πεποιθήσεις του; Την ηθική και τον εγωισμό; Πόσο χρόνο χρειάζεται για να τα αντιστρέψει όλα και να βαδίζει με ακεραιότητα στην δική του πορεία;

Η εμπειρία μου πάνω στο θέμα "ασθένεια" μου απόδειξε ότι και να ξέρει κανείς τόσα-όσα, δεν αρκεί για να θεραπεύσει τα μίση και τα πάθη του. Χρειάζεται και κάτι ακόμα, που ρυθμίζει τους στόχους του. Χρειάζεται η Πίστη ...Η πλέον κλονισμένη αρετή των ανθρώπων...

Η κατηγορία είναι η εύκολη λύση της ανωριμότητας. Φταίνε οι γονείς μας για το χάλι μας (ο φταίχτης καθρεφτίζεται μετά εύκολα σε κάποιον άλλον) ...Μα όμως ούτε αυτό δικαιολογεί την συνέχιση της ασθένειας μας, γιατί από κάποιο σημείο και μετά, ο άνθρωπος είναι ο μόνος ρυθμιστής της μοίρας του, με βάση την ελεύθερη βούληση. Κανείς δεν με υποχρεώνει να κάνω αυτό που μου είπαν για σωστό, είναι δική μου επιλογή να το κάνω και να τρώω τα μούτρα μου συνεχώς. Το να το παίρνω είδηση είναι αποτέλεσμα της συναισθηματικής ωριμότητας. Αλλιώς τίποτα δεν θα παίρνω είδηση. Είναι άξιο προς παρατήρηση και έρευνα, όσα μάθαμε σαν φυσιολογικά...

Είναι δική μου επιλογή η μνησικακία, ο φθόνος, η οργή, ο φόβος, η ανάγκη δικαίωσης, η χαιρεκακία, ο εγωισμός, η καχυποψία, η ανταπόδοση, η αγάπη με όρους, η βλάβη και κανείς δεν μπορεί να προσθέσει μέσα μου αυτά τα δηλητήρια, αν εγώ δεν τα θέλω πια στην Ζωή μου.

Το πιστεύω όμως; Πιστεύω ότι δεν φταίνε οι άλλοι για τις αδυναμίες μου; Για τις ελλείψεις μου; για τις εξαρτήσεις μου; Για τα πληγωμένα (ασυνείδητα) συναισθήματα;

Σίγουρα το παιδί είναι άγραφος χάρτης που πάνω του οριοθετούν οι γονείς τις κατευθύνσεις και χαράζουν τις πορείες. Όμως εγώ περπατάω σ' αυτές, όχι εκείνοι. Και είναι δικό μου χρέος να μην παρασύρομαι από την ασφάλεια που μου δίνει ο χαραγμένος δρόμος που πήραν και εκείνοι. Είναι δικό μου χρέος να χαράξω την πορεία μου, πολεμώντας εγώ ο ίδιος τον φυγόπονο, τον ανώριμο, τον επικριτικό, τον εγωιστικό, τον βολεμένο εαυτό μου.

Τα δικά μου μάτια κοιτάζουν ψηλά, οι δικές μου πυξίδες θα τον ανακαλύψουν, τα δικά μου πόδια θα με στηρίξουν στον δρόμο μου προς εκεί, η δική μου καρδιά θα ξεπεράσει τους φόβους μου. Όσο και να υπάρχουν άλλοι γύρω μου, εγώ θα τα κάνω όλα αυτά και κανείς δεν θα τα κάνει για εμένα.

Κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ότι το να ξεμάθεις είναι πιο δύσκολο από το να μάθεις... Και τότε δεν υπάρχει κατηγορία, παρά μόνο Πίστη, ότι θα τα καταφέρεις ακόμα και αν μείνεις ο μοναδικός άνθρωπος στην Γη που το πιστεύει.

Ο ανθρώπινος νους είναι μηχανιστικός. Μαθαίνει και ξεχνάει... Αυτή είναι η πορεία του. Μηχανιστική και ενστικτώδης. Και θέλει μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους μας για να θυμόμαστε συνεχώς ποιός είμαστε και ποιός γίναμε, ώστε οι επιλογές μας να μην είναι τυχαίες και από προκατάληψη...

Τίποτα δεν είναι άσχημο στην Ζωή μας, εκτός από αυτό που επιτρέπουμε να χάσει τον δρόμο του προς την Αγάπη.

Και τότε γεμίζει η Ζωή μας δεινά, πόνο και ματαιότητα, αλλά το εύκολο είναι να μην το πάρουμε καν είδηση, αν τα έχουμε κάνει όλα όπως πρέπει…Και τότε οι κατηγορίες γυρνάνε προς τα έξω και ψάχνουν να βρουν τον στόχο που θα πετάξουμε την πέτρα.

Κάποιοι την πετάνε στον Εαυτό τους, κάποιοι στους άλλους, αλλά είναι το ίδιο… Είτε «δεν είμαι αρκετά καλός», είτε «δεν είσαι αρκετά καλός» και τα δύο έχουν χάσει τον δρόμο τους προς την Αγάπη.

Και όταν χαθεί η Αγάπη, τι μένει; Ένας τεράστιος φόβος, που η σκιά του φτάνει στα πέρατα του κόσμου. Και ό,τι γίνεται υπό σκιά είναι έργο του ασυνείδητου, ενώ εγώ λέω ότι είμαι ένας καλός άνθρωπος…

Το χάρισμα του καθενός είναι μια απόδειξη ότι μπορεί να ήρθαμε σαν άγραφος χάρτης εδώ στον φυσικό κόσμο, λόγω ανυπαρξίας νοητικού επιπέδου, αλλά η Ψυχή μας έχει και την "προίκα" της για να ξαναβρούμε τον δρόμο της καρδιάς... Αν το θέλουμε, αν το πιστεύουμε, αν η πνευματική μας εξέλιξη είναι ο στόχος μας, τότε θα βρούμε και τον δρόμο της επιστροφής στον Εαυτό μας.

Το πώς νιώθουμε εξαρτάται από τη σημασία που δίνουμε στα γεγονότα

Σε κάθε συναισθηματική αντίδραση εξαιτίας ενός αρνητικού γεγονότος, ας μη στεκόμαστε στο ίδιο το γεγονός, όσο επώδυνο και αν είναι, αλλά στην προσωπική μας στάση, στο τι κάνουμε εμείς για να το αντιμετωπίσουμε.

Τα γεγονότα στη ζωή θα 'ρθουν να μας βρουν και εξαρτάται από εμάς σε ποιο στάδιο πνευματικής ανάπτυξης βρισκόμαστε για να τα αντιμετωπίσουμε. Η στάση που θα υιοθετήσουμε τελικά είναι αυτή που καθορίζει και το γεγονός. Και υπεύθυνοι στη ζωή είμαστε μόνο για τη δική μας στάση, και όχι για τη στάση του άλλου.

Είναι στο χέρι μας να ζούμε με συναισθηματική ασφάλεια, πάντα στο μέτρο του δυνατού. Τα πλούτη, η δόξα και τα μεγάλα σπίτια δεν εξασφαλίζουν την ηρεμία, δεν εξαλείφουν από την καρδιά την αγωνία και δεν απαλλάσσουν τον νου από τις έγνοιες.

Το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας είναι το πιο σύντομο μονοπάτι που θα πάρουμε, αδιαφορώντας για τις Σειρήνες του υλικού πλούτου που γεννούν δυστυχία. Αυτό μας δείχνει ποιες πόρτες του νου πρέπει να κλείσουμε, για να μη μηρυκάζουμε αρνητικές σκέψεις και αρνητικά συναισθήματα.

Η ασφάλεια από τα αρνητικά συναισθήματα επιτυγχάνεται με την ήσυχη προσωπική ζωή και την απελευθέρωση του εαυτού μας από τη φυλακή των εθισμών και των καθημερινών προκλήσεων και εξαρτήσεων.

"Τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την ευτυχία έχει η ψυχική μας διάθεση, κύριοι της οποίας είμαστε εμείς οι ίδιοι", έλεγε ο Επίκουρος.

Οι ψυχικοί και συναισθηματικοί κραδασμοί είναι ανάλογοι με τη σημασία που δίνουμε στα γεγονότα. Ο νηφάλιος στοχασμός είναι αυτός που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησης ή αποφυγής και διώχνει τις αρνητικές σκέψεις που γεμίζουν σύγχυση τον νου.

Ένας φρόνιμος νους είναι απαλλαγμένος από περιττές σκέψεις και έγνοιες που αφορούν την υλική υπόσταση και παραμένει αφοσιωμένος στην αλήθεια των αισθήσεων και των αισθημάτων που προσδιορίζουν την πνευματική υπόσταση με τα γνήσια συναισθήματα.

Πως όμως υπάρχουν στον κόσμο τα κακά, αφού οι θεοί είναι αγαθοί;

Ο νους είναι δεύτερη δύναμη ως προς την ουσία και πρώτη ως προς την ψυχή, ενώ έχει ύπαρξη λόγω τής ουσίας και τελειοποιεί την ψυχή, όπως ακριβώς ο ήλιος την όραση.

Από τις ψυχές, άλλες είναι λογικές και αθάνατες, άλλες άλογες και θνητές. Οι πρώτες παράγονται από τους πρώτους και οι δεύτερες από τους δεύτερους Θεούς. Πρώτα ας αναζητήσουμε τι ακριβώς είναι η ψυχή. Ψυχή είναι εκείνο εξαιτίας τού οποίου διαφέρουν τα έμψυχα από τα άψυχα. Διαφέρουν στην κίνηση, στην αίσθηση, στην φαντασία και στην νόηση. Άρα, άλογη ψυχή είναι η αισθητική και φανταστική ζωή. Λογική είναι η ψυχή που άρχει επί τής αίσθησης και τής φαντασίας χρησιμοποιώντας τον λόγο.

Η άλογη ψυχή ακολουθεί τα σωματικά πάθη, αφού αλόγιστα επιθυμεί και οργίζεται, ενώ η λογική ψυχή έλλογα καταφρονεί το σώμα και μάχεται την άλογη ψυχή. Αν επικρατήσει, δημιουργεί την Αρετή. Αν ηττηθεί, δημιουργεί την Κακία.

Οι λόγοι περί Αρετής και Κακίας εξαρτώνται από τους λόγους περί ψυχής. Όταν ηάλογη ψυχή εισέλθει στα σώματα, ευθύς προκαλεί θυμό κ’ επιθυμία, ενώ η λογική ψυχή στέκεται επάνω από αυτά διαχωρίζοντας την ψυχή σε τρία μέρη: στο λογικό, στο θυμοειδές και στο επιθυμητικό. Αρετή τού λογικού είναι η φρόνηση, τού θυμοειδούς η ανδρεία, τού επιθυμητικού η σωφροσύνη, και όλης τής ψυχής η δικαιοσύνη.

Πρέπει, λοιπόν, το λογικό μέρος να κρίνει τα δέοντα, το θυμοειδές να πειθαρχεί στο λογικό και να διακρίνει τα πρέποντα δεινά, και το επιθυμητικό να επιδιώκει όχι εκείνο που φαίνεται ευχάριστο, αλλά εκείνο που είναι λογικά ευχάριστο. Αν αυτά συμβαίνουν έτσι, ο βίος γίνεται δίκαιος, επειδή η δικαιοσύνη που αφορά τις ανάγκες τής ζωής αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος τής Αρετής, και γι’ αυτό στους ανθρώπους, που έχουν παιδεία, μπορούμε να δούμε όλες τις αρετές, ενώ στους απαίδευτους βλέπουμε κάποιον που είναι ανδρείος αλλά και άδικος, κάποιον άλλον που είναι σώφρων αλλά και ανόητος, και άλλον που είναι φρόνιμος αλλά και ακόλαστος, ιδιότητες που δεν ταιριάζει ούτε να τις αποκαλούμε αρετές, επειδή έχουν στερηθεί την λογική και είναι ατελείς και εμφανίζονται σε κάποια άλογα όντα.

Την Κακία ας την εξετάσουμε μέσω των αντιθέτων. Η Κακία τού λογικού μέρους είναι η παράνοια, τού θυμοειδούς η δειλία, τού επιθυμητικού η ακολασία, και όλης τής ψυχής η αδικία. Οι αρετές προέρχονται από την ορθή πολιτεία, την καλή ανατροφή και την παιδεία. Οι κακίες προέρχονται από τ’ αντίθετα. Πώς, όμως, υπάρχουν στον Κόσμο τα κακά, αφού οι Θεοί είναι αγαθοί και δημιουργούν τα πάντα; Ή πρέπει πρώτα να πούμε ότι, ενώ οι Θεοί είναι αγαθοί και δημιουργούν τα πάντα, δεν υπάρχει εκ φύσεως το κακό, αλλ’ αυτό γίνεται με την απουσία τού αγαθού, όπως ακριβώς δεν υπάρχει σκότος, αλλ’ αυτό γίνεται με την απουσία τού φωτός;

Αν υπάρχει κακό, τότε κατ’ ανάγκη βρίσκεται είτε στους Θεούς είτε στους νόες είτε στις ψυχές είτε στα σώματα.

Στους Θεούς, όμως, δεν βρίσκεται, επειδή κάθε Θεός είναι αγαθός.
Αν κάποιος ονομάζει κακό τον νου, μιλά για ανόητο νου.

Αν ονομάζει κακή την ψυχή, τότε η ψυχή πλάστηκε χειρότερη από το σώμα, επειδή κανένα σώμα δεν έχει από μόνο του κακία.

Αν το κακό προέρχεται και από την ψυχή και από το σώμα, είναι παράλογο να μην είναι κακά όντας χωρισμένα, και να παράγουν κακία όταν συνενώνονται. Αν, πάλι, κάποιος ονομάζει κακούς τους Δαίμονες και αν αυτοί έχουν απ’ τους Θεούς την δύναμή τους, τότε δεν θα ήταν κακοί. Αν την έχουν από αλλού, τότε δεν δημιουργούν οι Θεοί τα πάντα. Αν οι Θεοί δεν δημιουργούν τα πάντα, τότε ή θέλουν αλλά δεν μπορούν, ή μπορούν αλλά δεν θέλουν. Τίποτε από τα δύο, όμως, δεν ταιριάζει σε Θεό.

Ότι, λοιπόν, τίποτε εκ φύσεως κακό δεν υπάρχει στον Κόσμο, φαίνεται από τα προηγούμενα. Τα κακά εμφανίζονται από τις ενέργειες των ανθρώπων, και πάλι όχι όλων ούτε πάντοτε. Αν, όμως, οι άνθρωποι αμαρτάνουν χάριν τού ίδιου τού κακού, τότε η ίδια η φύση τους θα ήταν κακή. Αν ο μοιχός θεωρεί την μοιχεία κακό και την ηδονή αγαθό, και αν ο φονιάς θεωρεί τον φόνο κακό και τα χρήματα αγαθό, και αν αυτός που κακοποιεί τον εχθρό θεωρεί την κακοποίηση κακό και την άμυνα εναντίον τού εχθρού αγαθό, και αν έτσι πέφτει σε αμαρτίες η ψυχή, τότε τα κακά γίνονται χάριν τής αγαθότητας, όπως ακριβώς χάριν τής μη ύπαρξης τού φωτός γίνεται το σκότος, το οποίο εκ φύσεως δεν υπάρχει.

Η ψυχή, λοιπόν, αμαρτάνει επειδή έχει έφεση προς το αγαθό, αλλά πλανάται σχετικά με το αγαθό, επειδή αυτή δεν είναι πρώτη ουσία. Προκειμένου, λοιπόν, να μην πλανάται, και όταν πλανάται να θεραπεύεται, μπορούμε να δούμε πόσα πράγματα έπλασαν οι Θεοί. Πλάστηκαν, λοιπόν, τέχνες, επιστήμες, μελέτες, προσευχές, θυσίες, τελετές, νόμοι, πολιτεύματα, δίκες και τιμωρίες για να κωλύονται και να μην αμαρτάνουν οι ψυχές, τις οποίες – ακόμη και όταν εξέλθουν από το σώμα– οι καθάρσιοι Θεοί και οι Δαίμονες τις καθαρίζουν από τα αμαρτήματα.

Δεν πρέπει, ωστόσο, ν’ απορούμε που οι καταδίκες των αμαρτωλών δεν ακολουθούν αμέσως μετά από αυτά ή άλλα αμαρτήματα, γιατί δεν είναι μόνον οι Δαίμονες αυτοί που τιμωρούν τις ψυχές, αλλά και η ίδια η ψυχή οδηγεί τον εαυτό της στην καταδίκη,αφού αυτές παραμένουν στον άπαντα χρόνο και δεν χρειάζεται να τους τύχουν τα πάντα μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και πρέπει να υπάρξει και η ανθρώπινη αρετή.

Εάν οι καταδίκες ευθύς ακολουθούσαν τους αμαρτωλούς, οι άνθρωποι θα δικαιοπραγούσαν από φόβο και δεν θα είχαν αρετή.

Οι ψυχές, λοιπόν, που έχουν ζήσει κατ’ Αρετή και είναι ευδαίμονες ως προς τα άλλα και έχουν χωριστεί από την άλογη φύση και είναι καθαρές από παντός είδους σώμα, συνάπτονται με τους Θεούς και μαζί τους συνδιοικούν ολόκληρο τον Κόσμο.

Όμως, ακόμη και αν τίποτε απ’ αυτά δεν τις συνέβη, η ίδια η Αρετή και η εκ τής Αρετής προερχόμενη ηδονή και δόξα και ο άλυπος κ’ ελεύθερος βίος θ’ αρκούσε να κάνει ευδαίμονες όσους επιλέγουν και δύνανται να ζουν κατ’ Αρετή.

Σαλούστιος, Περί Θεών και Κόσμου

Ας ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες τους

Πολλές φορές ταυτιζόμαστε με τα προβλήματα των παιδιών μας και σπεύδουμε να πάρουμε θέση, να πούμε την άποψη μας και να δώσουμε συμβουλές.

Φανταστείτε τον εαυτό σας σαν παιδί, να γυρνάτε από το σχολείο με κάτι που σας προβλημάτιζε και όταν το εκστομίζατε στη μαμά σας, άρχιζε εκείνο τον ατελείωτο μονόλογο, λες και αγόρευε σε δίκη. Είχε κάποια πρακτική αξία; Σας είχε βοηθήσει κάτι από όλα εκείνα που μονολογούσε;

Τα παιδιά δεν ζητάνε από εμάς να τους λύσουμε τα προβλήματα τους, αλλά να τους δείξουμε το τρόπο για το πως τα ίδια θα το καταφέρουν αυτό. Τα παιδιά χρειάζονται την καθοδήγηση μας και την ενθάρρυνση μας, όχι έτοιμες λύσεις και συμβουλές, αλλά τα ερεθίσματα εκείνα που θα τα οδηγήσουν να ανακαλύψουν μόνα τους τις λύσεις που χρειάζονται. Χρειάζεται τα ίδια να το καταφέρουν αυτό. Εκεί έγγυται η δική μας χρησιμότητα ως γονείς.

Σε πρακτικό επίπεδο μπορούμε να τα ακούσουμε. Να τους ζητήσουμε να περιγράψουν τι τα απασχολεί και πως αισθάνονται για αυτό, να τα φέρουμε δηλαδή σε επαφή με τα συναισθήματα τους. Σε αυτό το στάδιο χρειάζεται να αισθανθούν ότι τα καταλαβαίνουμε, ότι τα συμπονάμε, ότι είμαστε κοντά τους, χωρίς να χρειάζεται να πούμε ή να κάνουμε κάτι. Απλά και μόνο η προσοχή μας και ο χρόνος που τους αφιερώνουμε είναι αρκετά για να πάρουν το μήνυμα αυτό.

Από εκεί και πέρα μπορούμε να τα προτρέψουμε να σκεφτούν προτάσεις και να διερευνήσουν τρόπους αντιμετώπισης.

Αν έχουν προσπαθήσει για κάτι στο παρελθόν χωρίς αποτέλεσμα, μπορούμε να τα βοηθήσουμε να θυμηθούν τις αντίστοιχες ενέργειες που έκαναν τις προηγούμενους φορές και να αξιολογήσουν την αποτελεσματικότητα τους. (Έτσι μαθαίνουν από τα αποτελέσματα των συμπεριφορών τους)

Να τα ενθαρρύνουμε να σκέφτονται και να πειραματίζονται προσεγγίζοντας νέους τρόπους και διαφορετικές οπτικές. Εκεί πάνω μπορούμε να προτείνουμε και δικές μας οπτικές αλλά σαν προτάσεις, αφήνοντας το παιδί να διερευνήσει και να αξιολογήσει την χρησιμότητα τους.

Με αυτό το τρόπο, τα παιδιά μαθαίνουν να πειραματίζονται, να εφαρμόζουν νέες τακτικές συμπεριφοράς και έτσι αφήνουν πίσω τους το φόβο της αποτυχίας. Αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους, τονώνεται το αίσθημα της αυτοεκτίμησης τους και τελικά μαθαίνουν να διαχειρίζονται τις δυσκολίες τους ή να προσπαθούν προς αυτή τη κατεύθυνση χωρίς φόβο και ενοχές.

Με αυτό το τρόπο τους δείχνουμε πρακτικά ότι τα θεωρούμε ικανά να βρουν την κατάλληλη λύση στο πρόβλημα τους και τα αφήνουμε το χώρο να δράσουν και να αναλάβουν την ευθύνη τους.

Τα παιδιά, μας θέλουν δίπλα τους συμμάχους και συμπαραστάτες, αυτό επιθυμούν από εμάς. Αν καταφέρουμε για μια στιγμή να δούμε το κόσμο μέσα από τα μάτια τους, θα δούμε τόση αθωότητα και ομορφιά που θα καταλάβουμε ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος μας και τι ακριβώς χρειάζεται να κάνουμε. Όλα τα άλλα είναι εξωτερικές πληροφορίες που έχουν μικρή ή μηδαμινή αξία. Αλλά η μοναδική και αλάνθαστη πληροφορία για το τι χρειάζεται να κάνουμε ως γονείς των παιδιών μας, θα την πάρουμε όταν καταφέρουμε να τα νιώσουμε ολοκληρωτικά και ουσιαστικά, έστω και για μια στιγμή.

Ας το προσπαθήσουμε, αξίζει το κόπο! Γιατί τότε μπορούμε να είμαστε χρήσιμοι γονείς και φωτεινοί δάσκαλοι τους.

Γιατί ο ρόλος μας δεν είναι να τα καθοδηγήσουμε να κάνουν το σωστό αλλά να τα βοηθήσουμε να διακρίνουν μόνα τους το σωστό και να το επιλέγουν αυθόρμητα. Όχι επειδή τους το είπαμε εμείς, αλλά γιατί τα ίδια έχουν πειστεί για την χρησιμότητα και την ορθότητα του.

Και έτσι βαδίζουν με ασφάλεια και αυτοπεποίθηση στο δρόμο που τα ίδια μαθαίνουν να χαράζουν.

Σε αυτό άλλωστε δεν μας εκπαιδεύουν και οι δυσκολίες που συναντάμε στη ζωή;

Όσο αυξάνεται το επίπεδο κατανόησης χαμηλώνει η επιθυμία κριτικής

Ο κόσμος κρίνει αβίαστα το κάθε τι επειδή δεν έχει κατανοήσει τίποτε γι αυτό το οποίο κρίνει. 

Κάθε ανθρώπινη δράση είναι εν δυνάμει σωστή και λανθασμένη ταυτόχρονα, αλλά το απόσταγμα κάθε δράσης είναι η κατανόηση του αποτελέσματος κι όχι η κριτική της ποιότητας του. 

Όταν έρθει η κατανόηση τότε η κριτική μοιάζει με ένα φαιδρό στιγμιότυπο αλλά ακόμη κι η μετανόηση της, είναι κι αυτή ένα επίπεδο κατανόησης.

Ο ορίζοντας της κατανόησης διευρύνεται με το στοχασμό και τη σιωπηλή αναρώτηση, με την αυτοπαρατήρηση και την επάγρυπνη και συνειδητή παρουσία στο χώρο, ως αίσθηση κι όχι ως μέγεθος, και τη στιγμή αλλά όχι το χρόνο.

Όσο αυξάνεται το επίπεδο κατανόησης χαμηλώνει η επιθυμία κριτικής επειδή η κατανόηση από μόνη της εμπεριέχει την κρίση και τη διάθεση μη κριτικής κι έτσι το αποτέλεσμα είναι η Γνώση αλλά κι αυτή δεν είναι από μόνη της αρκετή. 

Το επόμενο βήμα είναι η σοφή δράση βασισμένη στον ορθολογισμό, μέχρι το επόμενο, επειδή ποτέ δε θα υπάρξει τέλος αλλά μόνο εξέλιξη.

Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο, δεν έχουμε ελπίδα

Ακούμε: δε θέλεις πια να δουλέψεις μαζί μας.
Γονάτισες, δε μπορείς άλλο να τρέχεις.
Κουράστηκες, δε μπορείς πια να μαθαίνεις καινούργια. Ξόφλησες: Κανείς δε μπορεί να σου ζητήσει να κάνεις πια τίποτα.
Μάθε λοιπόν: εμείς το ζητάμε.
Σαν κουραστείς κι αποκοιμηθείς, κανείς δε θα σε ξυπνήσει πια να πει: σήκω, το φαΐ είναι έτοιμο.
Γιατί να υπάρχει έτοιμο φαΐ;
Σαν δεν μπορείς άλλο να τρέχεις, θα μείνεις ξαπλωμένος.
Κανείς δε θα σε ψάξει για να πει: “έγινε επανάσταση, τα εργοστάσια σε περιμένουν”.
Γιατί να ’χει γίνει επανάσταση;
Όταν πεθάνεις, θα σε θάψουν, είτε φταις που πέθανες, είτε όχι. Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες, δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι, σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις.

Λες: πολύν καιρό ήλπιζες, δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις. Ήλπιζες τι; Πώς ο αγώνας θα ’ν’ εύκολος;
Δεν είν’ έτσι.
Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.
Είναι τέτοια που αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο, δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει, θα χαθούμε.
Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.
Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του, οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πέντε Δυσκολίες για να Γράψει Κανείς την Αλήθεια

Ζωτικός χώρος: Ορισμός και σπουδαιότητα

Αποτέλεσμα εικόναςΤι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στον ζωτικό χώρο ενός ατόμου; Πόσο σημαντικό είναι να έχουμε προσωπικό χώρο; Γιατί επιτρέπουμε να μας τον παραβιάζουν; Πως μπορούμε να τον διατηρήσουμε; Πολλά ερωτήματα στρέφονται γύρω από την έννοια του ζωτικού χώρου ή αλλιώς του προσωπικού χώρου.

Τι ορίζουμε όμως ως προσωπικό-ζωτικό χώρο;
Ο προσωπικός χώρος είναι μια περιοχή γύρω από το σώμα ενός ατόμου. Η περιοχή αυτή δεν είναι μια καθορισμένη γεωγραφική περιοχή αλλά μετακινείται μαζί με το άτομο και μεγαλώνει ή μικραίνει ανάλογα με τις συνθήκες.

Αποτελεί, ουσιαστικά, ένα μηχανισμό ρύθμισης των διαπροσωπικών μας ορίων με τους άλλους, δηλαδή ρυθμίζει τις επιδράσεις μας στους άλλους και τις επιδράσεις των άλλων προς εμάς.

Επίσης, η έννοια συγκεντρώνει τα υλικά χαρακτηριστικά του χώρου καθώς και εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται το περιβάλλον και υποδηλώνει την ισχυρή αλληλεξάρτηση υποκειμένου και περιβάλλοντος.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο χώρο που είναι αντικειμενικά απαραίτητος για εκτέλεση των λειτουργιών και στον χώρο έτσι όπως τον βιώνει το άτομο. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο αντίληψης του χώρου είναι οι συνθήκες που συμβαίνει η κοινωνική αλληλεπίδραση, η ηλικία, το φύλο, το πολιτιστικό υπόβαθρο και διάφορες συνθήκες της καθημερινής ζωής.

Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τον χώρο φανερώνει τον τρόπο που επικοινωνούμε με τους άλλου. Συχνά, οι άνθρωποι κάνουμε εξαιρέσεις και τροποποιούμε τις χωρικές μας απαιτήσεις, όταν υπάρχει άμεση ανάγκη ή ένας λόγος προκειμένου να επιτραπεί προσωρινά μια αλλαγή στις προσωπικές χωρικές ανάγκες μας.

Τροποποίηση ή/και απώλεια ζωτικού χώρου
Τι συμβαίνει όμως όταν μέσα στην καθημερινότητα οι ανάγκες είναι τέτοιες που μας κάνουν να τροποποιούμε το προσωπικό ζωτικό μας χώρο ή των άλλων ή ακόμα και να τον χάνουμε;

Γιατί άραγε, παραβιάζουμε τον προσωπικό ζωτικό μας χώρο;

Ένας λόγος είναι ότι δεν βάζουμε όρια. Πολλές φορές η επιτρεπτικότητα που δίνουμε, έχει ως αποτέλεσμα να χάνουμε το ζωτικό μας χώρο. Πχ οι γονείς που επιτρέπουν στα παιδιά τους να κοιμούνται στο κρεβάτι τους, αυτόματα χάνουν τον προσωπικό τους χώρο ή όταν ενώ σε ένα άτομο δεν αρέσουν οι χειρονομίες ή οι εγκάρδιοι χαιρετισμοί, τα επιτρέπει.

Ένας άλλος λόγος είναι ότι επιθυμούμε να έχουμε την αίσθηση του «ελέγχου». Νομίζοντας πως έχουμε τον έλεγχο, πολλές φορές ξεφεύγουμε. Στην προσπάθεια μας να έχουμε τον αποκλειστικό έλεγχο των πραγμάτων, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Επιπλέον, η σύγχυση με τους ρόλους που έχουμε στην καθημερινότητά μας, οδηγεί στην παραβίαση του προσωπικού μας χώρου. Πχ ένας γονιός, που παράλληλα είναι και σύζυγος και αδερφός και παιδί κτλ, δεν έχει όσο προσωπικό χώρο θα ήθελε, λόγω της καθημερινής ρουτίνας και των κοινωνικών υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα να καταπιέζεται. Τέλος, το να μην είμαστε εξοικειωμένοι με τον εαυτό μας, μας απομακρύνει από την αναζήτηση και τη διατήρηση του προσωπικού μας χώρου, γιατί όταν δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, πως θα ξέρουμε να ζητάμε, να θέλουμε και να διεκδικούμε; (ακόμα και προσωπικό χώρο, που μπορεί να είναι ένα μέρος του σπιτιού προκειμένου να ηρεμούμε και να χαλαρώνουμε).

Πως διατηρούμε τον προσωπικό ζωτικό μας χώρο;
Α) Βάζοντας όρια,
β) Με την αποδοχή της «αδυναμίας» μου για συνεχή έλεγχο,
γ) Με την αναγνώριση των αναγκών που έχει κάθε ρόλος στην καθημερινότητά μου και
δ) Με την επαφή και τη γνώση του εαυτού μου.

Γιατί είναι σημαντική η διατήρησή του;
Η διατήρησή του προσωπικού ζωτικού χώρου αποτελεί για το άτομο μια «προστατευτική λειτουργία» και η καταπάτησή του οδηγεί σε απωθητικά αποτελέσματα. Δηλαδή, το άτομο που δέχεται την καταπάτηση μπορεί να αναπτύξει μια απέχθεια προς τον εισβολέα και να νιώσει δυσάρεστα συναισθήματα. Επομένως, είναι σημαντική η διατήρησή του, καθώς το άτομο με αυτόν τον τρόπο προστατεύει τον εαυτό του.

Επίσης, ο χώρος είναι μέρος του φυσικού περιβάλλοντος για αυτό και η απόκτηση της ταυτότητας του χώρου από το άτομο, αποτελεί μια «υποδομή» της συνολικής δομής του και ένα είδος κοινωνικοποίησης με το φυσικό κόσμο. Αυτό γίνεται φανερό μέσα από τις εκτιμήσεις και τις συμπεριφορές που εκδηλώνει το άτομο στο φυσικό περιβάλλον, οι οποίες επηρεάζονται από το τι ξέρει και τι κατανοεί από αυτό.

Η έννοια του προσωπικού χώρου περιλαμβάνει και την έννοια του «υποκειμενικού χωροχρόνου». Με την έννοια αυτή αναφερόμαστε στο χώρο και στον χρόνο όπου το άτομο είναι σε επαφή με τον εαυτό του, τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του και τις συμπεριφορές του. Μόνο αν το άτομο έρθει σε επαφή με αυτά, τα αναγνωρίσει και τα κατανοήσει μπορεί να δημιουργήσει υγιείς κοινωνικές σχέσεις.

Η ύπαρξη του προσωπικού ζωτικού χώρου επιτρέπει στο άτομο να σχετιστεί με τον εαυτό του και τα συναισθήματά του, να ορίζει το που βρίσκονται οι υπόλοιποι σε σχέση με τον εαυτό του και να μπορεί να σχετιστεί μαζί τους στο πλαίσιο μιας υγιούς κοινωνικής ανάπτυξης.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, ότι η ύπαρξη και η διατήρηση του προσωπικού ζωτικού χώρου, έχει μεγάλη σημασία για την υγιή και ομαλή ανάπτυξη του ατόμου. Με λίγα λόγια, το να έχει κανείς χρόνο και χώρο για τον εαυτό του είναι απόλυτα υγιές, ευχάριστο και δίνε στο άτομο τη δυνατότητα της επιλογής και της οριοθέτησης.

Εσείς έχετε ζωτικό προσωπικό χώρο;

Η πνευματική ανάπτυξη και ο κίνδυνος της υπεροψίας

Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας παρόλο που γνωρίζουμε ότι συχνά σφάλουμε, να μην ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας παρόλο που έχουμε ατέλειες, να μην είμαστε περήφανοι για τον εαυτό μας αν και έχουμε προτερήματα.

Χρειάζεται μια ουδέτερη αντικειμενική αντιμετώπιση, χωρίς να εξαρτάμε την αξία μας από την γνώμη των άλλων.

Για να βρούμε τον δικό μας δρόμο χρειάζεται θάρρος και επαφή με τον εαυτό μας. Να μας μιλήσει ο εαυτός μας και να μας πει τι πραγματικά θέλει αυτός, όχι οι άλλοι. Να μην ντραπούμε, ή φοβηθούμε γι' αυτό που θα μας πει και ας αφήσουμε τους άλλους στην ησυχία τους.

Υπάρχει όμως και ένας μεγάλος κίνδυνος στην εργασία αυτής της εξατομίκευσης. Αυτός είναι ο εγωισμός. Ένα είδος ναρκισσιστικής αντιμετώπισης του εαυτού μας, που συνεχώς θα μας ωθεί να συγκρουόμαστε με το περιβάλλον μας και να αισθανόμαστε ανώτεροι από τους ανθρώπους της μάζας. Για να αποφύγουμε την παγίδα αυτή θα πρέπει να μην εγκαταλείψουμε την συμμετοχή μας στην μάζα, από την οποία προσπαθούμε να αναδυθούμε.

Ακούγεται αντιφατικό, όμως η συμμετοχή μας σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες θα μας δημιουργήσει την σωστή αίσθηση. Το γεγονός ότι πλέον δεν επηρεαζόμαστε από τα υπάρχοντα μηχανικά ρεύματα στον κόσμο, δεν σημαίνει ότι είμαστε ανώτεροι από τους άλλους, ή ότι πρέπει να απομονωθούμε γινόμενοι αντιδραστικοί επαναστάτες. Εξ΄ άλλου, όλοι οι αντιδραστικοί τελικά προβαίνουν σε θλιβερές συνθηκολογήσεις, διότι η αντιδραστικότητά τους δεν ήταν κάτι το γνήσιο, αλλά απλώς ένας εγωισμός και μια ευθυνοφοβία. Οι ευθύνες λοιπόν, η οικογένεια, η εργασία, οι φιλίες, η ανιδιοτελής προσφορά, το καλώς εννοούμενο καθήκον είναι το αντίβαρο στον εγγενή κίνδυνο της εγωπάθειας που συνοδεύει την πορεία προς την εξατομίκευση.

Πρέπει λοιπόν να ξεκόψουμε από την μάζα. Ο αποχωρισμός μας αυτός μπορεί όμως αντί να μας οδηγήσει στο να γίνουμε ο εαυτός μας, να μας μετατρέψει σε υπερόπτες εγωιστές. Όπως είπαμε η συμμετοχή μας με ταπεινότητα και ανιδιοτέλεια στην ζωή, θα μας προφυλάξει από αυτόν τον κίνδυνο. Πάντοτε όμως πρέπει να έχουμε τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό αυτοπαρατήρησης για να εντοπίζουμε μέσα μας έγκαιρα τις λεπτές αποχρώσεις του εγωισμού.

Ας μην ξεχνούμε ότι η μετακίνησή μας σε μια ανώτερη κατάσταση δεν σημαίνει απόρριψη των κατωτέρων καταστάσεων, αλλά ενσωμάτωσή τους κάτω από το πρίσμα μιας ευρύτερης προοπτικής. Π.χ. όταν κάποιος πατριώτης διευρύνει το ενδιαφέρον του σε όλο τον πλανήτη, δεν σημαίνει ότι απορρίπτει την πατρίδα του και γίνεται εχθρός της, αλλά ότι την θεωρεί μέρος του πλανήτη και την αγαπάει όπως πρώτα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι παύει να την αντιμετωπίζει σαν το κέντρο του κόσμου, δημιουργώντας συνεχώς γελοίες διαμάχες με τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων.

Επίσης κάποιος που αναπτύσσεται πνευματικά και διευρύνει την συνειδητότητά του δεν απορρίπτει το σώμα του και τις ανάγκες του, οδηγούμενος σε ένα είδος ασκητισμού και γυναικοφοβίας, απλώς δεν θεωρεί την υλική του ζωή ως το άπαν της ύπαρξης. Συνεχίζει όμως να φροντίζει το σώμα του, να το αγαπάει και να ικανοποιεί τις υπάρχουσες ανάγκες του.

Μέσα όμως στην εσωτερική και εξωτερική του ζωή έχει προστεθεί και ο παράγοντας «πνεύμα», όχι σαν ιδέα, αλλά σαν βίωμα, ο οποίος περιλαμβάνει και αποδέχεται χωρίς ενοχές, όλες τις άλλες παραμέτρους της ύπαρξής μας και τις εναρμονίζει μεταξύ τους. Η κατάσταση αυτή θυμίζει μια οικογένεια με ένα παιδί, στην οποία γεννιέται και ένα δεύτερο. Αυτό δεν σημαίνει απόρριψη του πρώτου. Απλώς το πρώτο παιδί παύει να είναι το κέντρο του κόσμου, πράγμα που είναι μεγάλο όφελος και για το ίδιο και για την οικογένεια.

Άρα λοιπόν γινόμενοι ο εαυτός μας, «απογαλακτιζόμαστε» και ελευθερωνόμαστε από την «μάζα», ταυτόχρονα όμως γινόμαστε πάλι ένα ταπεινό μέλος της «μάζας» δημιουργώντας μια πιο ελεύθερη και πιο υγιή σχέση συμμετοχής στο περιβάλλον.

Η σκοτεινή ύλη που αλληλεπιδρά με τον εαυτό της επιστρέφει

darkmatter1Είναι γεγονός πως η σκοτεινή ύλη έχει μάζα και γι αυτό άλλωστε ονομάζεται «ύλη». Ο μόνος γνωστός τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρά με την γνωστή ύλη, και τον εαυτό της, είναι η βαρύτητα. Δεν αλληλεπιδρά ηλεκτρομαγνητικά, οπότε δεν μπορούμε να τη δούμε ή να την αγγίξουμε – και γι αυτό αποκαλείται «σκοτεινή». 
 
Οι γραφικές παραστάσεις δείχνουν τις ταχύτητες περιστροφής διαφόρων σημείων του γαλαξία συναρτήσει της απόστασης από το κέντρο. Αριστερά: Προσομοίωση περιστροφής σπειροειδούς γαλαξία χωρίς σκοτεινή ύλη. Δεξιά: Γαλαξίας με μια επίπεδη καμπύλη περιστροφής η οποία αναμένεται στην περίπτωση ύπαρξης σκοτεινής ύλης.
 
Όμως, κάποια θεωρητικά μοντέλα προβλέπουν ότι η σκοτεινή ύλη συνίσταται από σωματίδια που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους  – εκτός από την βαρύτητα – και με άλλου είδους, ή άγνωστες μέχρι τώρα, αλληλεπιδράσεις.
 
Αυτού του είδους υποθετική μορφή της σκοτεινής ύλης που αλληλεπιδρά με τον εαυτό της παρέχει μια καλύτερη περιγραφή των ταχυτήτων των άστρων στους γαλαξίες, σε σχέση με την σκοτεινή ύλη που δεν αυτο-αλληλεπιδρά.
 
Η αυτο-αλληλεπιδρώσα σκοτεινή ύλη, θα μπορούσε να επιλύσει κάποια προβλήματα στην κοσμολογία. Στην γαλαξιακή κλίμακα, αλλά και σε μικρότερες κλίμακες, θα μπορούσε να διορθώσει τις αποκλίσεις μεταξύ των παρατηρήσεων και των θεωρητικών προβλέψεων του καθιερωμένου κοσμολογικού προτύπου, το οποίο θεωρεί πως η «ψυχρή» σκοτεινή δεν αλληλεπιδρά με τον εαυτό της. Και το κάνει αυτό χωρίς να επηρεάζει την επιτυχία του καθιερωμένου προτύπου σε μεγαλύτερες κλίμακες. Οι φυσικοί Manoj Kaplinghat, Hai-Bo Yu και οι συνεργάτες τους αποδεικνύουν ότι η αυτο-αλληλεπιδρώσα σκοτεινή ύλη μπορεί να ερμηνεύσει τις καμπύλες περιστροφής γαλαξιών – γραφικές παραστάσεις των ταχυτήτων των άστρων σε έναν γαλαξία συναρτήσει της απόστασής τους από το κέντρο του.
 
Τα άστρα και η μεσοαστρική ύλη των γαλαξιών κινούνται με σταθερή ταχύτητα, από μια συγκεκριμένη απόσταση και μετά από το γαλαξιακό κέντρο: οι καμπύλες περιστροφής είναι ουσιαστικά «επίπεδες», ανεξάρτητα με την ποσότητα της σκοτεινής ύλης στην γαλαξιακή άλω.
 
dark1
Αλλά οι γαλαξίες με σκοτεινή ύλη παρόμοιας μάζας μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές καμπύλες κάτω από αυτή την απόσταση: κάποιες καμπύλες γίνονται σχεδόν αμέσως οριζόντιες, κι άλλες σταδιακά. Αυτή η πολυμορφία είναι δύσκολο να εξηγηθεί από το καθιερωμένο πρότυπο της ψυχρής σκοτεινής ύλης.
 
Οι Kaplinghat και Yu ανέλυσαν τις καμπύλες περιστροφής 30 γαλαξιών που αντιπροσωπεύουν αυτή την ποικιλομορφία και σύγκριναν τις καμπύλες με εκείνες που προέρχονται από ένα γαλαξιακό μοντέλο που ανέπτυξαν. Το μοντέλο περιλαμβάνει μια άλω σκοτεινής ύλης που αλληλεπιδρά με τον εαυτό της στην εσωτερική περιοχή και επηρεάζει την κατανομή της ορατής ύλης στην άλω καθώς και την ιστορία σχηματισμού της άλω. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το μοντέλο προσαρμόζεται εξαιρετικά με τα δεδομένα, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση πως η σκοτεινή ύλη αλληλεπιδρά με τον εαυτό της.