Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (193-204)

[193] Οἶμαι τοίνυν αὐτὸν οὐδὲ τοῦ δήμου κατηγορεῖν ὀκνήσειν οὐδὲ τῆς ἐκκλησίας, ἀλλ᾽ ἅπερ τότ᾽ ἐτόλμα λέγειν ὅτ᾽ ἦν ἡ προβολή, ταῦτα καὶ νῦν ἐρεῖν, ὡς ὅσοι δέον ἐξιέναι κατέμενον καὶ ὅσοι τὰ φρούρι᾽ ἦσαν ἔρημα λελοιπότες, ἐξεκλησίασαν, καὶ χορευταὶ καὶ ξένοι καὶ τοιοῦτοί τινες ἦσαν οἳ κατεχειροτόνησαν αὐτοῦ.

[194] εἰς γὰρ τοῦτο θράσους καὶ ἀναιδείας τότ᾽ ἀφίκετ᾽, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὡς ἴσασιν ὅσοι παρῆσαν ὑμῶν, ὥστε κακῶς λέγων καὶ ἀπειλῶν καὶ βλέπων εἰς τὸν ἀεὶ θορυβοῦντα τόπον τῆς ἐκκλησίας καταπλήξειν ᾤετο τὸν δῆμον ἅπαντα. ᾗ καὶ γελοῖ᾽ εἶναι τὰ νῦν, οἶμαι, δάκρυ᾽ εἰκότως ἂν αὐτοῦ δοκοίη.

[195] τί λέγεις, ὦ μιαρὰ κεφαλή; σὺ τὰ σαυτοῦ παιδί᾽ ἀξιώσεις ἐλεεῖν ἢ σὲ τούσδε, ἢ σπουδάζειν εἰς τὰ σά, τοὺς ὑπὸ σοῦ δημοσίᾳ προπεπηλακισμένους; σὺ μόνος τῶν ὄντων ἀνθρώπων ἐπὶ μὲν τοῦ βίου τοσαύτης ὑπερηφανίας πλήρης ὢν [πάντων ἀνθρώπων] ἔσει φανερώτατος, ὥστε καὶ πρὸς οὓς μηδέν ἐστί σοι πρᾶγμα, λυπεῖσθαι τὴν σὴν θρασύτητα καὶ φωνὴν καὶ [τὸ] σχῆμα καὶ τοὺς σοὺς ἀκολούθους καὶ πλοῦτον καὶ ὕβριν θεωροῦντας, ἐν δὲ τῷ κρίνεσθαι παραχρῆμ᾽ ἐλεηθήσει;

[196] μεγάλην μέντἂν ἀρχήν, μᾶλλον δὲ τέχνην, εἴης εὑρηκώς, εἰ δύο τἀναντιώταθ᾽ ἑαυτοῖς ἐν οὕτω βραχεῖ χρόνῳ περὶ σαυτὸν δύναιο ποιεῖσθαι, φθόνον ἐξ ὧν ζῇς, καὶ ἐφ᾽ οἷς ἐξαπατᾷς ἔλεον. οὐκ ἔστιν οὐδαμόθεν σοι προσήκων ἔλεος οὐδὲ καθ᾽ ἕν, ἀλλὰ τοὐναντίον μῖσος καὶ φθόνος καὶ ὀργή· τούτων γὰρ ἄξια ποιεῖς. ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ἐκεῖν᾽ ἐπάνειμι, ὅτι τοῦ δήμου κατηγορήσει καὶ τῆς ἐκκλησίας.

[197] ὅταν οὖν τοῦτο ποιῇ, ἐνθυμεῖσθε παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς, ἄνδρες δικασταί, ὅτι οὗτος τῶν μεθ᾽ ἑαυτοῦ στρατευσαμένων ἱππέων, ὅτ᾽ εἰς Ὄλυνθον διέβησαν, ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς εἰς τὴν ἐκκλησίαν κατηγόρει. πάλιν νῦν μείνας πρὸς τοὺς ἐξεληλυθότας τοῦ δήμου κατηγορήσει. πότερον οὖν ὑμεῖς, ἐάν τε μένητε ἐάν τ᾽ ἐξίητε, ὁμολογήσετ᾽ εἶναι τοιοῦτοι οἵους Μειδίας ὑμᾶς ἀποφαίνει, ἢ τοὐναντίον τοῦτον ἀεὶ καὶ πανταχοῦ θεοῖς ἐχθρὸν καὶ βδελυρόν; ἐγὼ μὲν οἶμαι τοῦτον τοιοῦτον· ὃν γὰρ οὐχ ἱππεῖς, οὐ συνάρχοντες, οὐ φίλοι δύνανται φέρειν, τί τοῦτον εἴπῃ τις;

[198] ἐμοὶ μὲν νὴ τὸν Δία καὶ τὸν Ἀπόλλω καὶ τὴν Ἀθηνᾶν (εἰρήσεται γάρ, εἴτ᾽ ἄμεινον εἴτε μή,) ὅθ᾽ οὗτος ὡς ἀπήλλαγμαι περιιὼν ἐλογοποίει, ἔνδηλοί τινες ἦσαν ἀχθόμενοι τῶν πάνυ τούτῳ λαλούντων ἡδέως. καὶ νὴ Δί᾽ αὐτοῖς πολλὴ συγγνώμη· οὐ γάρ ἐστι φορητὸς ἅνθρωπος, ἀλλὰ καὶ πλουτεῖ μόνος καὶ λέγειν δύναται μόνος, καὶ πάντες εἰσὶ τούτῳ καθάρματα καὶ πτωχοὶ καὶ οὐδ᾽ ἄνθρωποι.

[199] τὸν οὖν ἐπὶ ταύτης τῆς ὑπερηφανίας ὄντα, νῦν ἐὰν ἀποφύγῃ, τί ποιήσειν οἴεσθε; ἐξ ὅτου δὲ τοῦτ᾽ ἂν εἰδείητ᾽ ἐγὼ φράσω· εἰ τοῖς μετὰ τὴν χειροτονίαν τεκμηρίοις θεωρήσαιτε. τίς γάρ ἐστιν ὅστις καταχειροτονηθὲν αὐτοῦ, καὶ ταῦτ᾽ ἀσεβεῖν περὶ τὴν ἑορτήν, εἰ καὶ μηδεὶς ἄλλος ἐπῆν ἀγὼν ἔτι μηδὲ κίνδυνος, οὐκ ἂν ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ κατέδυ καὶ μέτριον παρέσχεν ἑαυτὸν τόν γε δὴ μέχρι τῆς κρίσεως χρόνον, εἰ καὶ μὴ πάντα; οὐδεὶς ὅστις οὐκ ἄν.

[200] ἀλλ᾽ οὐ Μειδίας, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης λέγει, λοιδορεῖται, βοᾷ. χειροτονεῖταί τις· Μειδίας Ἀναγυράσιος προβέβληται. Πλουτάρχου προξενεῖ, τἀπόρρητ᾽ οἶδεν, ἡ πόλις αὐτὸν οὐ χωρεῖ. καὶ ταῦτα πάντα ποιεῖ δῆλον ὅτι οὐδὲν ἄλλ᾽ ἐνδεικνύμενος ἢ ὅτι «ἐγὼ οὐδὲν πέπονθ᾽ ὑπὸ τῆς καταχειροτονίας, οὐδὲ δέδοικ᾽ οὐδὲ φοβοῦμαι τὸν μέλλοντ᾽ ἀγῶνα».

[201] ὃς οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ μὲν ὑμᾶς δεδιέναι δοκεῖν αἰσχρὸν ἡγεῖται, τὸ δὲ μηδὲν φροντίζειν ὑμῶν νεανικόν, τοῦτον οὐκ ἀπολωλέναι δεκάκις προσήκει; οὐδὲ γὰρ ἕξειν ὑμᾶς ὅ τι χρήσεσθ᾽ αὐτῷ νομίζει. πλούσιος, θρασύς, μέγα φρονῶν, μέγα φθεγγόμενος, βίαιος, ἀναιδής, — ποῦ ληφθήσεται, νῦν ἐὰν διακρούσηται;

[202] Ἀλλ᾽ ἔγωγε, εἰ μηδενὸς εἵνεκα τῶν ἄλλων, τῶν γε δημηγοριῶν ὧν ἑκάστοτε δημηγορεῖ, καὶ ἐν οἷς καιροῖς, τὴν μεγίστην ἂν αὐτὸν δικαίως οἶμαι δίκην δοῦναι. ἴστε γὰρ δήπου τοῦθ᾽ ὅτι, ἂν μέν τι τῶν δεόντων ἀπαγγελθῇ τῇ πόλει καὶ τοιοῦτον οἷον εὐφρᾶναι πάντας, οὐδαμοῦ πώποτε Μειδίας τῶν συνηδομένων οὐδὲ τῶν συγχαιρόντων ἐξητάσθη τῷ δήμῳ,

[203] ἂν δέ τι φλαῦρον, ὃ μηδεὶς ἂν βούλοιτο τῶν ἄλλων, πρῶτος ἀνέστηκεν εὐθέως καὶ δημηγορεῖ, ἐπεμβαίνων τῷ καιρῷ καὶ τῆς σιωπῆς ἀπολαύων ἣν ἐπὶ τῷ περὶ τῶν συμβεβηκότων ἄχθεσθαι ποιεῖσθ᾽ ὑμεῖς· «τοιοῦτοι γάρ ἐστ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· οὐ γὰρ ἐξέρχεσθε, οὐδ᾽ οἴεσθε δεῖν χρήματ᾽ εἰσφέρειν. εἶτα θαυμάζετ᾽ εἰ κακῶς τὰ πράγμαθ᾽ ὑμῖν ἔχει; ἔμ᾽ οἴεσθ᾽ ὑμῖν εἰσοίσειν, ὑμεῖς δὲ νεμεῖσθαι; ἔμ᾽ οἴεσθε τριηραρχήσειν, ὑμεῖς δ᾽ οὐκ ἐμβήσεσθαι;»

[204] τοιαῦθ᾽ ὑβρίζων καὶ τὴν ἀπὸ τῆς ψυχῆς πικρίαν καὶ κακόνοιαν, ἣν κατὰ τῶν πολλῶν ὑμῶν ἔχων ἀφανῆ παρ᾽ ἑαυτῷ περιέρχεται, φανερὰν ἐπὶ τοῦ καιροῦ καθιστάς. δεῖ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ὑμᾶς οὕτω νῦν, ὅταν ἐξαπατῶν καὶ φενακίζων ὀδύρηται καὶ κλάῃ καὶ δέηται, ταῦθ᾽ ὑποβάλλειν αὐτῷ· «τοιοῦτος γὰρ εἶ, Μειδία· ὑβριστὴς γὰρ εἶ, οὐκ ἐθέλεις ἔχειν παρὰ σεαυτῷ τὼ χεῖρε. εἶτα θαυμάζεις εἰ κακὸς κακῶς ἀπολεῖ; ἀλλὰ νομίζεις ἡμᾶς μὲν ἀνέξεσθαί σου, αὐτὸς δὲ τυπτήσειν; καὶ ἡμᾶς μὲν ἀποψηφιεῖσθαί σου, σὺ δ᾽ οὐ παύσεσθαι;»

***
[193] Πιστεύω ότι δεν θα διαστάσει να κατηγορήσει και τον λαό και την εκκλησία του δήμου και θα επαναλάβει και τώρα όσα τόλμησε να πει όταν έγινε η προβολή: ότι τάχα την Εκκλησία αποτελούσαν εκείνοι οι οποίοι παρέμεναν στα σπίτια τους, ενώ έπρεπε να εκστρατεύουν, και όσοι είχαν εγκαταλείψει αφρούρητες τις οχυρές θέσεις· ότι όσοι τον καταψήφισαν ήταν χορευτές, ξένοι και άλλοι τέτοιοι.

[194] Όπως ξέρουν όσοι από σας ήταν παρόντες, κύριοι δικαστές, ήταν τότε τόσο μεγάλο το θράσος και η αναίδειά του ώστε νόμιζε ότι, με τις κακολογίες, τις απειλές και τα αγριωπά βλέμματα προς όσα μέρη της Εκκλησίας θορυβούσαν, θα τρομοκρατούσε όλον τον λαό. Γι᾽ αυτό νομίζω ότι τα σημερινά του δάκρυα δικαιολογημένα θα φαίνονται γελοία.

[195] Τί λες, άθλιε άνθρωπε; Θα απαιτήσεις οίκτο για σένα και τα παιδιά σου ή θερμό ενδιαφέρον για τις υποθέσεις σου από τους ανθρώπους αυτούς, τους οποίους δημοσία έχεις εξευτελίσει; Συ μόνος από όλον τον κόσμο θα είσαι ολοφάνερα γεμάτος τόσο μεγάλη αλαζονεία στην καθημερινή σου ζωή ώστε και άνθρωποι με τους οποίους δεν έχεις καμία διαφορά να ενοχλούνται βλέποντας το θράσος σου, τη φωνή, την εμφάνιση, τους ακολούθους, τα πλούτη και την αναίδειά σου! Και όταν τώρα δικασθείς, θα σε ευσπλαχνισθούν;

[196] Θα είχες επινοήσει μία σπουδαία μέθοδο ή μάλλον τέχνασμα, αν μπορούσες σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να εξασφαλίσεις για τον εαυτό σου δύο εντελώς αντίθετα συναισθήματα: την οργή για τον τρόπο της ζωής σου και την ευσπλαχνία για τα απατηλά σου δάκρυα. Δεν σου πρέπει να συναντήσεις πουθενά οίκτο για καμιά σου πράξη, αλλά αντίθετα μίσος, δυσαρέσκεια και οργή· αυτά αξίζουν στη διαγωγή σου. Επανέρχομαι όμως στο σημείο εκείνο, ότι θα κατηγορήσει τον λαό και την εκκλησία του δήμου.

[197] Όταν λοιπόν επιχειρεί αυτά, αναλογισθείτε, κύριοι δικαστές, ότι ο άνθρωπος αυτός παρουσιάσθηκε μπροστά σας στην Εκκλησία και κατηγόρησε τους ιππείς, με τους οποίους είχε εκστρατεύσει, όταν αυτοί είχαν αποπλεύσει για την Όλυνθο. Τώρα για μιαν ακόμη φορά, αν και έμεινε εδώ, θα κατηγορήσει τον λαό μπροστά σε όσους είχαν λάβει μέρος στην εκστρατεία. Θα παραδεχθείτε λοιπόν ότι, είτε παραμένετε εδώ είτε εκστρατεύετε, είσθε τέτοιοι, όπως σας παρουσιάζει ο Μειδίας, ή αντίθετα θα αναγνωρίσετε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι παντού και πάντοτε ασεβής και αδιάντροπος; Τέτοια είναι η γνώμη μου γι᾽ αυτόν· πώς πράγματι μπορεί να χαρακτηρισθεί ένας άνθρωπος, τον οποίο ούτε οι ιππείς ούτε οι συνάδελφοί του αξιωματικοί ούτε οι φίλοι του μπορούν να ανεχθούν;

[198] Ορκίζομαι, στο όνομα του Δία, του Απόλλωνα και της Αθηνάς —γιατί θα το πω, είτε βγει σε καλό μου είτε όχι— ότι, όταν αυτός περιερχόταν και διέδιδε φήμες ότι τάχα εγκατέλειψα τη δίωξή του, είδα ορισμένους από τους πιο θερμούς υποστηρικτές του να εξοργίζονται εναντίον του. Μά τον Δία, τους αξίζει να συγχωρηθούν, γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν υποφέρεται· είναι ο μόνος πλούσιος, ο μόνος ικανός να μιλάει· όλοι οι άλλοι είναι γι᾽ αυτόν απόβλητοι της κοινωνίας, φτωχοί και ούτε καν άνθρωποι!

[199] Τί νομίζετε λοιπόν ότι θα κάμει αυτός ο τόσο αλαζονικός χαρακτήρας, αν σήμερα αθωωθεί; Θα σας πω πώς να το μάθετε: δεν έχετε παρά να παρατηρήσετε σημεία της διαγωγής του μετά την ψηφοφορία στην Εκκλησία. Ποιός πράγματι, αν καταδικαζόταν και μάλιστα για βεβήλωση της εορτής, ακόμη και αν δεν υπήρχε πια άλλος δικαστικός αγώνας ούτε κίνδυνος, δεν θα ήταν μαζεμένος και δεν θα φερόταν συγκρατημένα, αν όχι για πάντοτε, τουλάχιστον μέχρι να γίνει η δίκη; Καθένας έτσι θα έκαμε.

[200] Όχι όμως και ο Μειδίας! Από την ημέρα της καταδίκης του μιλάει, βρίζει, ξεφωνίζει! Γίνεται μία εκλογή· ο Μειδίας από τον Αναγυρούντα είναι υποψήφιος. Γίνεται πρόξενος του Πλουτάρχου, γνωρίζει τα απόρρητα της πόλης, η πόλη δεν τον χωράει! Και όλα αυτά τα κάνει με φανερή πρόθεση να διακηρύξει αυτό και μόνο: «Δεν έπαθα τίποτε από την καταδίκη, δεν φοβάμαι ούτε ανησυχώ για τη μελλοντική δίκη».

[201] Δεν πρέπει επομένως, Αθηναίοι, να έχει καταδικασθεί δέκα φορές σε θάνατο εκείνος που θεωρεί εξευτελιστικό το να φαίνεται ότι σας σέβεται και παλληκαριά το να σας περιφρονεί; Πιστεύει πράγματι ότι δεν θα μπορέσετε να του κάμετε τίποτε. Είναι πλούσιος, θρασύς, αλαζονικός, καυχησιάρης, βίαιος, αναιδής — πού θα συλληφθεί, αν τώρα ξεφύγει;

[202] Κατά τη γνώμη μου όμως, αν όχι για τίποτε άλλο, τουλάχιστον για τους λόγους τους οποίους κάθε φορά εκφωνεί δημοσία και για τις περιστάσεις στις οποίες τους εκφωνεί, θα του άξιζε η αυστηρότερη ποινή. Γνωρίζετε ασφαλώς ότι όσες φορές διαδίδεται στην πόλη μας κάποια ευχάριστη είδηση, τέτοια που να ευχαριστεί όλους, ποτέ μέχρι σήμερα ο Μειδίας δεν φάνηκε ανάμεσα σε εκείνους που συμμερίζονται την ικανοποίηση και τη χαρά του λαού·

[203] αντίθετα, αν αναγγελθεί κάτι δυσάρεστο που κανένας άλλος δεν θα ήθελε να ακούσει, αμέσως σηκώνεται πρώτος, επωφελείται από την ευκαιρία και, ενώ απολαμβάνει τη σιωπή που σας επιβάλλει η λύπη για τα γεγονότα, λέει: «Αυτή είναι η ιδιοσυγκρασία σας, Αθηναίοι! Ούτε εκστρατεύετε ούτε θεωρείτε αναγκαίο να καταβάλλετε φορολογία. Έπειτα απορείτε γιατί οι υποθέσεις σας δεν πηγαίνουν καλά; Νομίζετε ότι θα πληρώσω εγώ τους φόρους για σας και ότι σεις θα μοιρασθείτε τα χρήματα; Πιστεύετε ότι θα αναλάβω εγώ τις δαπάνες της τριηραρχίας, ενώ σεις θα αρνηθείτε να επιβιβασθείτε;»

[204] Τέτοια προσβλητικά λόγια σάς απευθύνει και σε κάθε ευκαιρία αποκαλύπτει την πικρία και το μίσος που κρύβει στην ψυχή του για σας, τον λαό, καθώς κυκλοφορεί ανάμεσά σας. Πρέπει λοιπόν και σεις τώρα, Αθηναίοι, όταν κλαίει, οδύρεται και σας παρακαλεί για να σας εξαπατήσει και να σας παραπλανήσει, να του απαντάτε έτσι: «Τέτοιος άνθρωπος είσαι Μειδία· είσαι βίαιος, δεν θέλεις να κρατήσεις μαζεμένα τα χέρια σου! Έπειτα απορείς γιατί, αφού είσαι κακός, θα έχεις κακό τέλος; Νομίζεις όμως ότι εμείς θα σε ανεχόμαστε, ενώ συ θα μας κτυπάς; Και ότι εμείς θα σε αθωώσουμε, ενώ συ θα συνεχίζεις;

Ὁρισμός τῆς τραγωδίας - ἑρμηνεία ἀριστοτελικοῦ ὁρισμοῦ

«Ἔστι μέν οὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καί τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καί οὐ δί’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα, τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
(Ἀριστοτέλους Ποιητική 1449 Β,25)
 
Εἶναι λοιπόν ἡ τραγωδία μίμησις κάποιας πράξεως σπουδαίας καί τελείας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης (1448 Α) ἐπεξηγεῖ τή λέξη «μίμησις»: «μιμοῦνται οἱ μιμούμενοι πράττοντας», δηλαδή ὑποδύονται ἀνθρώπους εὐρισκομένους ἐν δράσει. Ὁ δέ ὅρος «πράξις» ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα στίς «πράξεις» τῶν θεατρικῶν ἔργων. Ἡ «πρᾶξις» τῆς τραγωδίας εἶναι σπουδαία καί τελεία, δηλαδή ἀξιόλογη, σπουδαιοτάτης σημασίας καί ἐντελής καθ’ ἑαυτήν. Φθάνει σέ ὁρισμένο τέλος. Γι’ αὐτό καί ἐπιβάλλεται νά ἔχει μέγεθος καθορισμένον, τό ὁποῖον συγκροτεῖται εἰς ἐν  «ὅλον»: «ὅλον δέ ἔστιν τό ἔχον ἀρχήν καί μέσον καί τελευτήν». 1450,30. Ἐάν ἡ «πρᾶξις» παραταθεῖ πέραν τῶν ὁρίων τῆς λειτουργίας της, διαστρεβλώνεται ἡ σύνθεσις «καί ἀποτυγχάνουσι πάντες».
 
Ἡ μίμησις αὐτῆς τῆς πράξεως γίνεται «ἡδυσμένῳ λόγῳ»:
 
«Λέγω δέ ἡδυσμένον λόγον, τόν ἔχοντα ρυθμόν καί ἁρμονίαν καί μέλος».
 
Τό δέ «χωρίς τοῖς εἴδεσι (=χωριστά τό κάθε εἶδος), τό διά μέτρον ἔνια (=μερικά εἴδη) περαίνεσθαι, καί πάλιν ἕτερα διά μέλους». (1449 β,30).
 
 Μόριον (=μέρος) τῆς τραγωδίας εἶναι «ὁ τῆς ὄψεως κόσμος» (=διάκοσμος:σκηνογραφία, ἐνδυμασία, σκεύη, σκηνοθετικά καί ὑποκριτικά εὐρήματα), ἀκολούθως δέ «ἡ μελοποιία καί ἡ λέξις».
 
Καί ὅλα αὐτά, «δρώντων, οὐ δι’ ἀπαγγελίας». Οἱ μιμούμενοι ὑποκριταί δέν ἀπαγγέλουν ἁπλῶς, ἀκίνητοι καί ἀμέτοχοι ἀλλά δροῦν, πράττουν, ὑποδύονται χαρακτῆρες, πρόσωπα, ἀναπαριστοῦν μύθους καί ἀφηγήσεις.
 
Ἡ ἐνάργεια αὐτή διεγείρει ἔλεον καί φόβον καί ὁδηγεῖ εἰς τήν κάθαρσιν (ἐξ-ἁγνισμόν) τῶν τοιούτων παθημάτων. Οἱ θεαταί αἰσθάνονται ἔλεος, δηλαδή συμπάθεια καί οἶκτο διά τούς ἥρωας, καθώς καί «φόβον» μήπως κάποτε ἡ μοίρα ἐμπλέξη κι αὐτούς εἰς παρόμοια παθήματα.
 
Αὐτή εἶναι ἡ κλασσική ἑρμηνεία τοῦ πολυσυζητημένου ὁρισμοῦ τοῦ Ἀριστοτέλους γιά τήν Τραγωδία. Μέ αὐτήν τήν ἑρμηνεία γαλουχηθήκαμε καί αὐτήν την απόδοσι ἀσμένως ἀποδεχθήκαμε.
 
Ὅμως ἡ Τραγωδία ὅπως καί ἡ Μυθολογία μας, δέν εἶναι ἁπλῶς «ποιητῶν πλάσματα οὐδέ συγγραφέων ἐπινοήσεις, ἀλλά γεγενημένων ἴχνη. Καί προσώπων καί πράξεων».
 
Ἐπειδή δέ τά γεγενημένα, σύμφωνα μέ τήν ἀνθρώπινη φύσι (κατά το ἀνθρώπινον) πάντοτε ἐπαναλαμβάνονται (παραπλήσια-εἰσί καί- ἔσονται) ὅπως ἐπισημαίνει καί ὁ Θουκυδίδης καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι καί ἡ Τραγῳδία (ὅπως ἀκριβῶς και ἡ Ἱστορία κατά την ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΞΥΓΓΡΑΦΗΝ)  ἀποτελεῖ «κτῆμα ἔς ἀεί μᾶλλον» παρά «ἀγώνισμα ἔς τό παραχρῆμα ἀκούειν» πρός ἁπλήν τέρψιν…
 
Ἐάν ἐρευνήσει κανείς εἰς βάθος τόσο στόν πυρήνα τῶν λέξεων τοῦ πασίγνωστου ἀλλά ὄχι τόσο «εὔκολου» ὁρισμοῦ, ὅσο καί στήν ἀπαρχή τῆς Τραγῳδίας καί τήν μετέπειτα πορεία της, θά βεβαιωθεῖ ὅτι τό Δρᾶμα γενικῶς ὑπῆρξε κάτι βαθύτερο καί οὐσιαστικότερο. Βαθύτερο καί οὐσιαστικότερο κυρίως ὡς πρός τήν «κ ά θ α ρ σ ι ν» τήν ὁποίαν ἀσφαλῶς ὁ Ἀριστοτέλης δέν ἔχει τυχαία τοποθετήσει ὡς τελευταία λέξη στό διάσημο Ὁρισμό του.
 
Ἡ «κάθαρσις» δέν ἀναφέρεται μόνο στά δρώμενα, ἡ «κάθαρσις» δέν ἀφορᾶ μόνο τούς τραγικούς ἥρωες ἀλλά ἀναφέρεται  (πρωτίστως) στούς θεατές.  Καί τά «παθήματα» τῶν τραγικῶν προσώπων, καλοῦνται νά φέρουν στήν ἐπιφάνεια τυχόν παρόμοια παθήματα τά ὁποῖα παραμένουν παγιδευμένα καί καταχωνιασμένα (ἀπωθημένα) στίς ψυχές τῶν θεατῶν. «Το πάθος ἐστίν οὐ μόνον ἐν αἰσθανομένοις τοῖς αἰσθητηρίοις, ἀλλά και ἐν πεπαυμένοις». ( Ἀριστοτ. Περί Ἐνυπν. 2.459)
 
Τό κλειδί βρίσκεται στή λέξη «τοιούτων». Ἄν ὁ Ἀριστοτέλης ἤθελε νά ἀναφερθεῖ στά «παθήματα» τῶν τραγικῶν ἡρώων καί ἡρωίδων, θά εἶχε γράψει «τούτων» τῶν παθημάτων ἤ «αὐτῶν» ἤ «ἐκείνων» τῶν παθημάτων. Χρησιμοποιώντας ὅμως τήν ἀντωνυμία «τοιούτων» διευκρινίζει σαφῶς: «παρομοίων παθημάτων, τέτοιων», σάν καί αὐτά δηλαδή πού διαδραματίζονται ἐπί σκηνῆς. 
 
«Μυρίων τοιούτων ἅμα γιγνομένων ἡ ψυχή γέμει ἡμῶν». (Ἀπό ἀναρίθμητα παρόμοια εἶναι γεμάτη ἡ ψυχή μας) (Πλ. Πολιτ. 603 cd).
 
Γιά νά τό ποῦμε πιό ἁπλά: Ἡ «κάθαρσις» μεταφέρεται ἀπό τή σκηνή στην  «πλατεία» εἰς το «κοῖλον» τοῦ ἀρχαίου θεάτρου.
 
Ἄς ἐξετάσουμε μία μία τίς κρίσιμες λέξεις τῶν δύο τελευταίων στίχων τοῦ ὁρισμοῦ τῆς Τραγωδίας:
 
«Δί ἐλέου καί φόβου περαίνουσα,
τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
 
Ἔλεος δέν σημαίνει μόνον τήν λύπη πού αἰσθανόμαστε γιά κάποιον ἄλλον. Ὁ ἔλεος σύμφωνα μέ τά λεξικά καθορίζει γενικώτερα, «ἄξιον τι οἴκτου». Τό κά-τι αὐτό μπορεῖ νά εἶναι δικό μας, νά μᾶς ἀφορᾶ.
 
Φόβος σημαίνει: 1) φυγή, 2) φόβος, τρόμος ἄγχος, δέος, πανικός, ἀγωνία… 3) ἐξωτερική ἐκδήλωση φόβου, 4) πράγμα τό ὁποῖον προξενεῖ φόβο(π.χ. «φόβος ἀκοῦσαι».  Ὅμως τό ρῆμα ἀκούω σημαίνει καί ἀντιλαμβάνομαι, ἐννοῶ.
 
Περαίνω δέν σημαίνει μόνο «φέρω εἰς πέρας» «τελειώνω», «ἐκτελῶ». Σημαίνει ἀκόμα: «δίνω τέλος εἰς κάτι», «ἐκτελῶ τό σκοπό μου»,  «εἰσδύομαι» π.χ. «περαίνω δί’ ὤτων» = φθάνω εἰς τόν ἐγκέφαλον (μέ αὐτή τήν τελευταία ἔννοια τό χρησιμοποιεῖ ὁ Πλάτων).
 
Τοιούτων = τέτοιων, παρομοίων, κοινῶν σε ὅλους
 
Πάθημα 1) κοινῶς, «πάθημα» ἀλλά καί πάθησις (=ἀσθένεια), 2) συγκίνηση ψυχῆς, 3)σωματικός πόνος (σωμ. Τραύματα) ἄλγος ψυχῆς (ὀδυνηρά συναισθήματα)
 
Κατά τόν Ξενοφώντα («Κύρου Παιδεία») «πάθημα ψυχῆς» εἶναι καί ἡ σωφροσύνη. Είδικώτερον δε, ὅταν τίθεται εἰς τον πληθυντικόν ἀριθμόν, ὅπως στην περίπτωσι πού ἐξετάζουμε: «παθήματα» = «παθητικαί καταστάσεις» ἤ «συγκινήσεις ψυχῆς».
 
Κάθαρσις εἶναι κυρίως «ὁ ἀπό ἐνοχῆς καθαρισμός» ἀλλά ὄχι μόνον. Εἶναι καθαρισμός καταπιεσμένων συναισθημάτων, συγκινησιακῶν φορτίσεων, ἀσυνειδήτων πόνων, παθῶν, δυσάρεστων καταστάσεων. Ὅλα αὐτά γινόμενα ἀποδεκτά ἀπό τήν προσωπικότητά μας διαχέονται ἐντός μας καί δημιουργοῦν καθαρμόν.
 
Ἄρα: κατά την ἀναθεωρημένη ἄποψι τό ἐπίμαχο ἀπόσπασμα ἀποδίδεται μέ μία ἐλεύθερη καί πιό ἐκτεταμένη ἑρμηνεία ὡς ἑξῆς:
 
«Δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα τήν κάθαρσιν τῶν τοιοῦων παθημάτων» σημαίνει: Διά μέσου του κάτι πού εἶναι ἄξιον οἴκτου ἀλλά καί πού προξενεῖ φόβο τόσο τό νά τό ἀκούσεις ὅσο καί νά τό ἐννοήσεις εἰσδύει διά τῶν ὤτων φθάνει μέχρι τόν ἐγκέφαλο καί καθαρίζει ἀπό τό βάρος  τυχόν ὑπαρχουσῶν παρομοίων παθητικῶν καταστάσεων καί συγκινήσεων ψυχῆς.
 
«Καί τά πάθη παρασκευάζει, οἷον ἔλεον ἤ φόβον ἤ ὀργήν καί πάντα τά τοιαῦτα».
                                                                                              (Ποιητική, 1456α)
 
Καί βέβαια δέν εἶναι τυχαῖο πού κατασκεύαζαν τά θέατρα ἀνοικτά, δίχως σκεπή. Ἀπηγορεύετο διδαχή τραγῳδίας σέ κλειστό χῶρο. Ἡ συσσωρευμένη ἀρνητική ἐνέργεια ἔπρεπε νά φύγει, νά ἐκδιωχθεῖ, νά μήν παραμείνει ἐγκλωβισμένη.
 
Καί βέβαια δέν εἶναι τυχαῖο πού δίπλα σέ κάθε Ἀσκληπιεῖον ὑπῆρχε πάντοτε ἕνα θέατρον, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι ὑφίσταται ἄμεση σχἐσις Θεάτρο-Ἀσκληπιείου, τραγῳδίας-θεραπείας. Ἀνέκαθεν ἡ «πνευματική γυμναστική» (=ἄσκησις) συνιστᾶτο  ὡς θεραπεία διότι ἐγνώριζαν ὅτι οἱ ἀσθένειες τοῦ σώματος ἔχουν στενή σχέσι μέ τά πάθη τῆς ψυχῆς.
 
«...πάντα γάρ ἐκ τῆς ψυχῆς ὠρμῆσθαι τῷ σώματι...» (Πλάτωνος Χαρμίδης 156 D)
 
«Δοκεῖ μοι ἡ ψυχή τε καί τό σῶμα συμπαθεῖν ἀλλήλων» (= Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ ψυχή καί τό σῶμα συμπάσχουν) (Ἀριστοτ. Φυσιογν.)
 
«Τίκτουσι νόσους αἱ δυσθυμίαι» (Σοφοκλ. Τυρώ)
 
«Λύπαι γάρ ἀνθρώποις τίκτουσι νόσους» (Εὐριπίδης Ἀπόσπ.)
 
Ἄς προσέξουμε ἀκόμη κάτι πού γράφει ὁ Ἰσοκράτης:
«..καί τούς πρώτους εὑρόντας τραγωδίαν, ἄξιον θαυμάζειν, ὅτι κατιδόντες τήν φύσιν τήν τῶν ἀνθρώπων, ταῖς ἰδέαις ταύταις κατ-ἐχρήσαντο πρός τήν ποίησιν...»  (Πρός Νικοκλέα, 48)
 
Δηλ.
«..Αὐτοί πού πρῶτοι βρῆκαν τήν τραγωδία εἶναι ἄξιοι θαυμασμοῦ, διότι γνωρίσαντες εἰς βάθος τήν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, ἔκαναν χρῆσιν αὐτῶν τῶν ἰδεῶν εἷς τήν ποίησιν
 
Γι’ αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο πού ἡ ὑψίστη πνευματική ἀκμή τοΰ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ συμπίπτει μέ τήν διάρκεια τῆς ἀκμῆς τῆς τραγῳδίας. Τότε πού, ὅπως ἔχει γράψει ὁ καθηγητής Μαρινάτος, «Οἵ θεοί εἶχον κατέλθει εἷς τήν Ἑλλάδα καί οἱ 'Ἕλληνες ἀνήρχοντο πρός τούς θεούς.»

Σε ένα κλασικό βιβλίο για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (που λίγοι το συμβουλεύονται πια στις μέρες μας) στην Γέννηση της Τραγωδίας του Φ. Νίτσε διαβάζουμε ότι «η πιο πονεμένη μορφή της ελληνικής σκηνής, ο δύστυχος Οιδίποδας, επινοήθηκε απ' τον Σοφοκλή ως ο ευγενικός και γενναιόψυχος άνθρωπος, ο καταδικασμένος, παρά τη σοφία του, στην πλάνη και την αθλιότητα ο μύθος ψιθυρίζει στο αυτί μας πως η σοφία, κι ακριβώς η διονυσιακή σοφία, είναι μία παρά φύση βδελυγμία· πως εκείνος, που με τη γνώση του, γκρεμίζει τη φύση στην άβυσσο του μηδενός, θα πρέπει, περιμένοντας, να δοκιμάσει πάνω στο ίδιο το κεφάλι του τα αποτελέσματα της αποσύνθεσης της φύσης, η αιχμή της σοφίας γυρίζει πάλι εναντίον του σοφού· η σοφία είναι έγκλημα κατά της φύσης (69 - 71).

Απέναντι σε αυτή «τη δόξα της παθητικότητας», όπως χαρακτηρίζεται η περίπτωση που ανήμπορου (ή αρνούμενου) να αντιδράσει Οιδίποδος, ο Φ. Νίτσε τοποθετεί και συγκρίνει «το φωτοστέφανο ενεργητικότητας» που περιβάλλει τον αισχυλικό Προμηθέα. «Εκείνο» γράφει 71 κε.. «που ο στοχαστής Αισχύλος ήθελε να μας πεί εδώ, που όμως ωσάν ποιητής μας άφησε μόνο να το προαισθανθούμε με το σύμβολο, ο νέος Γκαίτε μας το αποκάλυψε σ' αυτά τα τολμηρά λόγια του Προμηθέα του: Κάθομαι εδώ και πλάθω τους ανθρώπους σύμφωνα με τη μορφή μου. Μία ράτσα που μου μοιάζει, για να πονάει και να κλαίει, για να χαίρεται και να απολαμβάνει, και για να μη σε σέβεται, όπως κι εγώ! Ο άνθρωπος, ανυψούμενος ίσαμε τον Τιτάνα, κατακτά για τον εαυτό του τον πολιτισμό του κι αναγκάζει τους Θεούς να συμμαχήσουν μαζί του, γιατί χάρη στη σοφία, που είναι δική του, κρατάει στα χέρια του την ύπαρξη των Θεών και τα όρια της εξουσίας τους. Το θαυμαστότερο όμως που υπάρχει στο ποίημα αυτό του Προμηθέα, που (στη θεμελιώδη του σκέψη) είναι ο αληθινός ύμνος της ασέβειας, είναι ακριβώς το βαθύ αισχύλειο συναίσθημα της δικαιοσύνης. Από τη μια η απροσμέτρητη οδύνη του τολμηρού «ερημίτη» κι απ' την άλλη, η θεία αθλιότητα, το προαίσθημα του «λυκαυγούς».

Ένοχος θα είμαι στους κανόνες σας και θα ακολουθώ πάντα την ψυχή μου

Κύριε δικαστή της ζωής μου, άμεμπτε και ακριβοδίκαιε, τυπικέ και διαβασμένε, γνώστη του σωστού και του πρέποντος, ένοχος δηλώνω!

Μην κουράζεσαι καν, μην ανοίγεις τα σκονισμένα βιβλία σου, που τους κανόνες ορίζουν και τις νόμιμες πράξεις. Δηλώνω ένοχος και γουστάρω γι' αυτό!

Μια ένοχη κουβαλάω από την πρώτη μέρα που γεννήθηκα μέχρι και σήμερα και ομολογώ ότι θα την έχω μέχρι τέλους. Μια αμετανόητη ένοχη, συνειδητή και αδιόρθωτη.

Το ομολογώ σου λέω!
Είμαι ένας κατά συρροή ένοχος, που τους κανόνες και τους νομούς σας προκλητικά αγνοώ. Που όλα τα καθώς πρέπει σας και τα ένταξη σας, τα έχω καταστρατηγήσει. Είμαι ένας αντιρρησίας μυαλού και λογικής δολοφόνος, που “πηδάω” τα πρέπει σας και τα φτύνω στην μούρη, που γελάω με τους νομούς σας και έχω φτιάξει δικούς μου, που τιμάω τα λάθη μου και έχω κάνει πολλά.
Και όσες ποινές και αν μου ρίξεις, δεν θα αλλάξω ποτέ μου.

Θα δραπετεύω από τον κόσμο σας και όνειρα δικά μου θα φτιάχνω.
Θα ονειρεύομαι ένοχα, κάτι κόσμους δικούς μου κάτι κόσμους πιο όμορφους, που δεν κάνουν σε σας. Θα αγαπώ τους ανθρώπους, τους σωστούς και τους λάθος, θα πιστεύω σε αυτούς που έχουν μέσα φωτιές.

Την ψυχή μου θα ακούω και ούτε λέξη από σας.
Θα υποκύπτω στα πάθη μου και θα ζω τις στιγμές μου, θα τις λέω τις αλήθειες μου και ας πειράζουν πολλούς.

Θα είμαι πάντα ένας αδάμαστος ονειροπόλος που θα σας μπαίνει στο ρουθούνι. Ένας εγκληματικά ρομαντικός που θα σας προκαλεί να τον δικάσετε με τις βαρύτερες ποινές σας γιατί σας χαλάει την πιάτσα. Ένας διαφορετικός ένοχος στα ματιά σας, που έχει άλλες αξίες και άλλες αρχές. Που λέξεις όπως, αγάπη, μαζί, έρωτας, άνθρωπος, μπέσα, αλήθεια, θεός, τις κουβαλάω μέσα μου και σκοτώνω όποιον μου τις αγγίζει.

Δικαστή της ζωής μου, δηλώνω ένοχος και αλλιώτικος από σένα και γουστάρω γι αυτό.
Όμως δεν θα σε αφήσω να με κρίνεις, καρφί δεν μου καίγεται πια είναι η γνώμη σου για μένα. Έχω κριτές τους ανθρώπους μου, την ψυχή που έχω μέσα μου.

Έμενα, δεν θα με δικάσει κανείς!

Δεν υπάρχει bad timing αλλά δειλία τη σωστή στιγμή

Οι άνθρωποι δειλιάζουν τις περισσότερες φορές να κάνουν πράξη τα όσα τους εκφράζουν και προτιμούν να κρύβονται πίσω από ένα σωρό δικαιολογίες και εμπόδια του μυαλού. Για ό,τι συμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου είναι υπεύθυνος ο ίδιος και το κατά πόσο είναι έτοιμος να δεχθεί μια αλλαγή ή κάτι καινούργιο στη ζωή του.

Τη στιγμή που όλα βρίσκονται στο χέρι σου, την ίδια στιγμή που όλα μπορούν να φτιαχτούν, να αλλάξουν, να διορθωθούν και να προσαρμοστούν στα δικά σου θέλω, εσύ πρέπει να είσαι εκεί και να επιμείνεις γι’ αυτά που από τη ζωή σου περιμένεις. Έχουμε την τάση να αθωώνουμε ε ό,τι δεν έχουμε διαχειριστεί σωστά με δικαιολογίες τις «παρηγοριάς», τύπου: Δεν ήταν να γίνει και δεν έγινε, έλα μωρέ δεν πειράζει -την επόμενη φορά και τρίτο και πιο σημαντικό… bad timing!  Τα ερωτήματα σε αυτές τις «παρηγοριές» και σε αυτά που μπορεί να συμβούν είναι αρκετά.

Πρώτον, τι ήταν να γίνει κι έγινε, και τι δεν ήταν και δεν έγινε; Ποιος είναι αυτός που ορίζει αυτό που πρέπει και δεν πρέπει να γίνει; Η δική μου απάντηση σε αυτό είναι πως ο κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος γι’ αυτά που θα του συμβούν καθώς και γι’ αυτά που δε θα του συμβούν. Δεύτερον κι απάντηση στη φράση «έλα μωρέ δεν πειράζει, την επόμενη φορά»  μέγιστη παρηγοριά που συχνά λες για να ακούσεις εσύ ο ίδιος για κάτι που προφανώς δεν ήσουν έτοιμος να διαχειριστείς. Ποια είναι η επόμενη φορά; Αν πρόκειται για κάτι που ήθελες πολύ να γίνει θα «έμπαινες μέσα» και θα το διεκδικούσες με όλα τα όπλα που μπορεί να διαθέτεις. Όσο περιμένεις σε μια γωνιά δείχνοντας σε αυτό που έρχεται ότι είσαι ικανοποιημένος με ό,τι συμβεί, τόσο σε αγνοεί και γέρνει περισσότερο μπροστά σε αυτόν που το ποθεί πιο πολύ, σε αυτόν που το σκέφτεται, το αναλύει, έχοντάς το ήδη υλοποιημένο στο μυαλό του και συνεχίζει να ψάχνει διέξοδο ακόμα και στα πιο δύσκολα χωρίς να «παραδοθεί». Τρίτον και κυριότερο «bad timing» δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος ότι αυτό είναι κάτι που στην πραγματικότητα δεν ισχύει, αλλά ανήκει απλά στη ανθρώπινη «ασφαλή» πραγματικότητα, τι είναι λοιπόν το «bad timing».

Τι εστί «bad timing»; Ο κακός συγχρονισμός ή μια κακή στιγμή που έχεις κληθεί να κάνεις κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, -όλα είναι μέσα στο μυαλό- σταμάτα να χρησιμοποιείς τη δικαιολογία σε ό,τι λάθος έχεις κάνει και σε ό,τι απλά δεν πήγε σωστά, δεν είναι «bad timing» λοιπόν, αλλά μια δειλία της σωστής στιγμής.

Σκέψου το, όσες φορές έχεις πει ότι ο χρόνος ευθύνεται, μήπως στην πραγματικότητα τα πράγματα θα ήταν καλύτερα αν είχες πεισμώσει λίγο παραπάνω; Αν αντικαθιστούσες τη δειλία με θάρρος έτσι ώστε να διεκδικήσεις αυτό που θέλεις δε θα έριχνες μετά τις ευθύνες στο χρόνο και τη στιγμή.

Έτσι είναι οι άνθρωποι, τις περισσότερες φορές δειλιάζουν να κάνουν πράξη όσα τους εκφράζουν και προτιμούν να κρύβονται πίσω από ένα σωρό δικαιολογίες κι εμπόδια του μυαλού. Άδραξε τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στη ζωή σου.

Εξάλλου ο χρόνος, χρόνος είναι και περνάει μαζί με τις στιγμές του κι εμείς με τη σειρά μας βρισκόμαστε στη θέση να εξοικειωθούμε και να κατανοήσουμε την πραγματική του φύση. Εμείς είμαστε ο χρόνος μας κι εμείς αποφασίζουμε το πώς θα χειριστούμε τις στιγμές και τα λεπτά μας.

Δεν υπάρχει «bad timing» που να μπορεί να σου χαλάσει το όνειρο γιατί τα εμπόδια είναι αυτά που φτιάχνουν κι επισφραγίζουν αυτά που ονειρεύεσαι. Πρέπει να δοκιμαστείς και να προβληματιστείς για να εκτιμήσεις την αξία των όσων σε ενδιαφέρουν.

Πείσμωσε. Εξαντλήσου. Πάλεψε. Μόνο έτσι θα είσαι ήρεμος γιατί έτσι θα ξέρεις πως τα δοκίμασες όλα και πως προσπάθησες μέχρι τέλους.

Όταν ζητάς συγχώρεση να είσαι προετοιμασμένος για μεγάλη προσπάθεια

Την έκανες και πλήγωσες τον άνθρωπό σου –κι όχι δε μιλώ για απιστία, διότι εκεί καλύτερα εξαφανίσου– είτε με άθλιες κι αψυχολόγητες συμπεριφορές, είτε με εγωιστικές τάσεις, είτε με ξεσπάσματα. Όπως και να ‘χει το κακό έγινε κι είναι μεγάλο κι εσύ νιώθεις τώρα ότι όλα έχουν χαθεί.
Έχεις να αντιμετωπίσεις πλέον ένα άτομο καχύποπτο και μαζεμένο που δε θυμίζει σε τίποτα τον άνθρωπο που σε αγάπησε και σε λάτρεψε και το χειρότερο είναι που ξέρεις πως έχει τα χίλια δίκια με το μέρος του. Κάθεσαι και κοιτάς αποσβολωμένος κι απορείς πώς μπορείς τώρα να τον προσεγγίσεις και να δείξεις ότι έχεις μετανιώσει και θες να επανορθώσεις.

Πανικοβάλλεσαι στο γεγονός ότι ενδεχομένως να χάθηκαν τα συναισθήματά του για σένα και πασχίζεις μόνος να το σώσεις. Ίσως δε χάθηκαν όμως, ίσως είναι ακόμη εκεί κι έχουν παγώσει περιμένοντας δυο δικές σου πράξεις για να ζεσταθούν και να ξεμπλοκάρουν. Ίσως θέλουν, έστω και τώρα την επιβεβαίωση και την απόδειξη ότι αυτά που νιώθεις δεν είναι κούφιοι ισχυρισμοί, αλλά πραγματικά, ειλικρινή συναισθήματα.

Είναι επώδυνη η διαδρομή κι εκεί φαίνεται και πόσο πραγματικά θες τον άλλο. Πόσο θα επιμείνεις; Πόσο θα προσπαθήσεις; Πόσο έτοιμος είσαι να αποδεχτείς το σκατό που έδωσες πίσω; Μην περιμένεις ένα δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα. Δεν είναι ταινία η ζωή να πας να απολογηθείς, να πετάξεις και δυο ρομαντικά λογάκια και να σε δεχτεί ο άλλος πίσω με διάπλατες αγκαλιές. Όχι.

Είναι η προσπάθειά σου να αποδείξεις ότι αξίζεις, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, είναι η ώρα να ταπεινωθείς και να πέσεις, να περάσεις ώρες ολόκληρες αναλογιζόμενος τι έχεις πράξει και πώς πλήγωσες τον άνθρωπό σου, ενώ εκείνος εκδηλώνει συμπεριφορές αντίστοιχες με τις τότε δικές σου.

Μπορείς να το πάρεις εγωιστικά και να θεωρήσεις ότι σε εκδικείται και να αρχίσεις να ανταποδίδεις πάλι πυρά, μπορείς όμως να σκεφτείς και να αντιληφθείς ότι όλα αυτά είναι ο τρόπος να ξεφορτώσει και να αδειάσει το κεφάλι του από όλες τις βλακείες με τις οποίες του το γέμισες για να μπορέσετε να βγάλετε μια άκρη.

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ακόμη εκεί και προσπαθεί μαζί σου, σου λέει πολλά. Το κατά πόσο θες αυτό τον άνθρωπο στη ζωή σου το ξέρεις, επίσης, καλά. Αν δεν τον ήθελες τόσο, δε θα προσπαθούσες τόσο.

Ρίξε λοιπόν, λίγο τα μούτρα σου και τον εγωισμό σου, τσαλακώσου μπροστά του και δείξε τι πραγματικά είσαι και τι πραγματικά θες. Κι αν πονέσεις και λίγο στην πορεία είναι για να κατανοήσεις πώς ένιωσε κι εκείνος κι έκλεισε ξαφνικά την καρδιά του απέναντί σου. Μόνο αν βρεθείς στη θέση του άλλου μπορείς να καταλάβεις επί της ουσίας το αποτέλεσμα και τις συνέπειες των πράξεών σου.

Θα φτάσεις στο σημείο της τρέλας και της παράνοιας, θα φτιάξεις σενάρια που δε θα ισχύουν κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή θα μισήσεις τον εαυτό σου που πλήγωσες τον άλλο με τέτοιο τρόπο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή θα σου κοπούν τα πόδια από τρόμο μην έχει αδειάσει ο άλλος μέσα του από σένα.

Ναι, αλλά είναι ακόμη εδώ και σε αφήνει να προσπαθείς κι αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει αυτό. Σου δίνει την ευκαιρία σου κι είναι μία και μοναδική και πολύτιμη. Δεν έχεις περιθώρια άλλου λάθους, δεν έχεις δυνατότητα. Είναι η ευκαιρία σου να επικεντρωθείς στο «εσύ» και το «εμείς» και να αφήσεις για λίγο το εγώ σου στην άκρη. Είναι η ώρα να αποδείξεις πόσο σημαντικός είναι στη ζωή σου, να σε δει να λιώνεις και να καίγεσαι όπως έλιωσε και κάηκε για χάρη σου κι εκείνος.

Μην περιμένεις ιδιαίτερο ενθουσιασμό κι ανταπόκριση. Δεν είναι επειδή δε σε θέλει ή επειδή δε νιώθει τίποτα πια. Είναι ότι θέλει να είναι σίγουρος προτού σου ξαναδοθεί ολοκληρωτικά. Στην προσπάθειά σου αυτή θα νιώθεις μόνος, ακριβώς όπως ένιωθε κι ο άλλος. Δεν είναι τιμωρία, είναι καχυποψία κι απογοήτευση προς το πρόσωπό σου και πρέπει να το δεχτείς και να το αντιμετωπίσεις.

Είναι η προσπάθειά σου να επανορθώσεις για τα λάθη σου κι όχι η στιγμή να απαιτήσεις. Είναι η ώρα να αποδείξεις και να ανεβάσεις τον άλλο εκεί που του αξίζει. Και στην τελική «ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο» κι αν δεν είσαι έτοιμος να πονέσεις και να δυσκολευτείς, μην απαιτείς αξία, συμβιβάσου με ό,τι βρεις στις εκπτώσεις.

Μην ανησυχείς για ανθρώπους που δεν ανησυχούν για εσένα

Φτάνει, έτρεξες. Όσο έτρεξες, έτρεξες. Και τα χιλιόμετρά σου έκανες και πιο μακριά απ’ όσο φανταζόσουν έφτασες και τώρα που ξεχαρβάλωσε το κοντέρ, σου λένε πως δεν πήγες.
 
Κοίτα, όπου μπλέκει άνθρωπος, πρόβλημα θα βρεις. Το πρόβλημα όμως είναι που κοιτάνε στο κοντέρ -δηλαδή, τα νούμερα- κι όχι στην απόσταση. Δηλαδή, τι κι αν εσύ γύρισες τον κόσμο όλο, αν εμένα δε μου φαίνεται πολύ, πολύ δεν είναι.

Μ’ αυτόν κι άλλους χίλιους δύο τρόπους αποξενώνονται οι άνθρωποι και μετά λες, «Μα πώς γίνεται;». Έννοια σου κι όλα γίνονται. Και παύεις να μιλάς και να μαθαίνεις νέα τους κι ούτε ξέρεις αν τους νοιάζουν τα δικά σου κι όλο δίνεις χρόνο να δεις αν θα νοιαστούν να πάρουν και ποτέ δεν παίρνουν.

Και τι κατάλαβες; Πάρε τα χιλιόμετρα και το νοιάξιμό σου και καν’ τα καραμέλες. Τι ανησυχείς; Μην και τους πειράξει; Μη δεν είσαι ο σωστός και παρεξηγηθούν και σε κατηγορήσουν; Και τι έγινε; Μπορείς να τους σερβίρεις ξίδι.

Γενικά, δηλαδή, ως απλός –υποθετικά– κανόνας, μην ανησυχείς για κανέναν που δεν ανησυχεί για σένα. Ναι, εντάξει, θα μου πεις, μας τα ‘παν κι άλλοι κι αυτά έτσι απλά δε γίνονται. Κι όμως γίνονται, γιατί υπάρχει κι ένα «γαμώτο» και πώς να το κάνουμε, είναι και μεγάλο.

Απ’ αύριο θα μάθεις και θα ζεις χωρίς εκείνους. Και τηλέφωνα θα διαγράψεις και τ’ άκυρό σου θα το ρίξεις και γιατί, δηλαδή, όχι; Αυτοί το ‘καναν πρώτοι. Υπάρχει, βλέπεις, ένας πολύ βασικός κανόνας στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και λέγεται «προσφορά κι ανταπόδοση». Κι αν δε μου δώσεις, δε θα πάρεις, γιατί κι εμένα δε μου περισσεύουν και γιατί στο παρελθόν σπατάλησα αρκετά κι αναλώθηκα και κάπως έτσι είναι γενικά η φάση όλη και, φαντάζομαι, καταλαβαίνεις.

Αλλά τώρα, τους ξέρεις τους ανθρώπους, αν δουν πως πάνε και σε χάνουν, αρχίζουν οι υστερίες και δε συμμαζεύεται. Με λίγα λόγια, και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Γιατί, όχι. Δε δικαιούσαι, φίλε μου, να μου στερήσεις την προσοχή σου αν εγώ τη χρειάζομαι κι αν εγώ επέλεξα να σου στερήσω τη δική μου. Γιατί τώρα, δεν έχω τον έλεγχο κι όχι δεν έφυγα πρώτα εγώ για να μου την κάνεις εσύ επομένως, πρέπει να μείνεις, σκέφτοντα.

Αλλά όχι, καλή μου. Σηκώνεσαι και φεύγεις και θυμώνεις και σηκώνεις και το μεσαίο σου το δάχτυλο κι ούτε που γυρνάς να κοιτάξεις πίσω. Ποιος θα σου πει τι; Κι εσένα μετά πονάει το εγώ σου και λες, «Ε όχι» κι όμως φίλε μου, «Ε ναι», γιατί θα πρέπει να μάθεις να την κάνεις εύπεπτη την αδικία.

Διαγράφεις ό,τι σε διαγράφει και πάει λέγοντας κι αντίρρηση δεν μπορείς να φέρεις.  Όποιος θέλει, ξέρει πού και πότε ν’ ανησυχήσει. Κατάλαβες; Όλα τα υπόλοιπα, τα παίρνεις βερεσέ.

Κι αν τη φας πολλές φορές τη φόλα, ξέρεις να ξεχωρίζεις. Τουλάχιστον σου πέφτουν ευκολότερα τα διαδικαστικά. Πάει από μόνο του το χέρι στο delete. Πιάσε χαρτί, μαρκαδόρο κόκκινο και μέτρα· πόσοι σου μένουν;

Τα παράξενα που πιστεύουμε

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠίστηΘεωρούμε ότι οι πεποιθήσεις μας βασίζονται σε μια αλήθεια. Όταν όμως το 90% των ανθρώπων διατηρεί πεποιθήσεις οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν αυταπάτες, ίσως είναι καιρός να αναθεωρήσουμε την πραγματικότητα.
 
Οι φυσιολογικοί άνθρωποι πιστεύουν στα πιο παράξενα πράγματα. Σχεδόν οι μισοί ενήλικοι στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τουλάχιστον μία θεωρία συνωμοσίας. Η πίστη σε παραφυσικά ή υπερφυσικά φαινόμενα είναι ευρέως διαδεδομένη, ενώ οι προκαταλήψεις και η πίστη στη μαγεία είναι σχεδόν οικουμενικές.
 
Εκπληκτικά μεγάλος αριθμός ατόμων διατηρεί επίσης πεποιθήσεις τις οποίες ένας ψυχίατρος θα χαρακτήριζε αυταπάτες.
 
Το 2011 ο ψυχολόγος Peter Halligan από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ εξέτασε πόσο συνηθισμένες είναι οι πεποιθήσεις του είδους στη Βρετανία. Διαπίστωσε ότι περισσότεροι από το 90% είχαν σε κάποιον βαθμό τουλάχιστον μία.
 
Στις πεποιθήσεις αυτές περιλαμβάνονται το να πιστεύει κάποιος/α ότι μια διασημότητα είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του/της, ότι δεν ελέγχει κάποιες πράξεις του/της και ότι ο κόσμος λέει ή κάνει πράγματα τα οποία εμπεριέχουν ένα ειδικό μήνυμα για εκείνον/η.
 
Κανένα από τα άτομα που εξέτασε ο Peter Halligan δεν προβληματιζόταν για τις παράξενες πεποιθήσεις του. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι είναι τόσο διαδεδομένες υποδηλώνει πως το «αίσθημα του σωστού» που συνοδεύει την πίστη δεν αποτελεί πάντα αξιόπιστο οδηγό για την πραγματικότητα.
 
Το Top 10 της αυταπάτης
1. Το σώμα μου ή κάποιο μέρος του σώματός μου είναι δύσμορφο ή άσχημο (46,4 %)
2. Δεν έχω έλεγχο κάποιων πράξεών μου (44,3%)
3. Είμαι ένα εξαιρετικά ταλαντούχο άτομο το οποίο οι άλλοι δεν αναγνωρίζουν (40,5%)
4. Ορισμένα μέρη είναι διπλά, π.χ. υπάρχουν σε δύο διαφορετικά σημεία ταυτοχρόνως (38,7%)
5. Ο κόσμος λέει ή κάνει πράγματα τα οποία περιέχουν ένα ιδιαίτερο μήνυμα ειδικά για μένα (38,5%)
6. Κάποιοι άνθρωποι έχουν βαλθεί να μου κάνουν κακό ή να με δυσφημήσουν (33,8%)
7. Οι σκέψεις μου δεν βρίσκονται απολύτως υπό τον έλεγχό μου (33,6%)
8. Υπάρχει κάποιο άλλο άτομο που μου μοιάζει ή φέρεται όπως εγώ (22,7%)
9. Κάποιοι άνθρωποι είναι διπλοί, π.χ. υπάρχουν σε δύο μέρη ταυτοχρόνως (26,2%)
10. Οι γνωστοί μου μεταμφιέζονται σε άλλα πρόσωπα για να με χειραγωγήσουν ή να μου κάνουν κακό (24,9%)
 
Τα βασικά «πιστεύω» μας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα σχετικά με την πίστη είναι ότι διαφέρει υπερβολικά από άτομο σε άτομο, ιδιαίτερα σε ζητήματα που έχουν πραγματικά σημασία, όπως η πολιτική και η θρησκεία. Σύμφωνα με έρευνες του ψυχολόγου Gerard Saucier από το Πανεπιστήμιο του Ορεγκον, αυτές οι μυριάδες διαφορές μπορούν να ταξινομηθούν σε πέντε βασικές «διαστάσεις». Στον πυρήνα τους, υποστηρίζει, αυτές αφορούν το τι θεωρούμε ότι αποτελεί αξιόλογη πηγή αξίας και καλοσύνης στη ζωή, είτε πρόκειται για μια έννοια, ένα αντικείμενο, ένα υπερφυσικό ον ή ένα ιστορικό πρόσωπο. Το σύστημα πίστης μας είναι το σύνολο που προκύπτει από τη θέση μας σε καθεμιά από αυτές τις πέντε διαστάσεις, οι οποίες είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη.
 
1. Παραδοσιακή θρησκευτικότητα: το επίπεδο πίστης στα επικρατούντα (mainstream) θεολογικά συστήματα όπως ο Χριστιανισμός ή το Ισλάμ.
2. Υποκειμενική πνευματικότητα: το επίπεδο πίστης σε μη υλικά φαινόμενα, όπως τα πνεύματα, η αστρολογία και το παραφυσικό.
3. Απόλυτο προσωπικό συμφέρον: η πίστη ότι ο ηδονισμός αποτελεί πηγή αξίας και καλοσύνης στη ζωή.
4. Κοινοτικός ορθολογισμός: η πίστη στη σημασία των κοινών θεσμών και στην άσκηση της λογικής.
5. Αποστροφή στην ανισότητα: το επίπεδο ανοχής της ανισότητας στην κοινωνία, ένα υποκατάστατο της παραδοσιακής πολιτικής διαίρεσης Αριστεράς – Δεξιάς.

Τι είναι ευτυχία; Από τον Αριστοτέλη στον Νίτσε

Η πολυδιάστατη έννοια της ευτυχίας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων όπως και μελέτη χιλιάδων έιδικών, έχουν οδηγήσει στην αδυναμία υιοθέτησης ενός κοινού ορισμού ή έστω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας αναφορικά με αυτό το ζήτημα, γεγονός που δίνει μια γοητεία στο εγχείρημα προσδιορισμού τι είναι ευτυχία.
 
Η δυσκολία του ορισμού της έννοιας ευτυχία αποτυπώνεται στην προσπάθεια σκιαγράφησής της στο κλασικό «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Andre Lalande (1955), όπου η ετυμολογική έννοια συμπληρώνεται από δύο ακόμη επεξηγήσεις και εν τέλει απαιτεί και μια κριτική επί των όρων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να θεωρήσει ότι έχει κάπως κατανοήσει τις εννοιολογικές παραμέτρους του όρου. Η ετυμολογική σημασία αναφέρεται στην ευνοϊκή τύχη, από το ελληνικό πρόθεμα ευ και τύχη, από τη ρίζα τυγχάνω, που παρουσιάζει αντιστοιχία και με τον αγγλοσαξονικό όρο happiness από το happen με την έννοια του γεγονότος που συμβαίνει κατά τύχη καθώς και το γερμανικό gluck από τη γερμανική ρίζα gelingen που σημαίνει επιτυγχάνω.
Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι,
αυτά που λες και αυτά που πράττεις
βρίσκονται σε αρμονία
Μαχάτμα Γκάντι
Με μια ευρύτερα φιλοσοφική θεώρηση, ευτυχία, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό του Lalande, είναι «η κατάσταση της πλήρους ικανοποιήσεως που γεμίζει όλη τη συνείδηση». Προτείνεται παράλληλα ο αναλυτικότερος και διεισδυτικότερος ορισμός που δίνει ο Καντ στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, σύμφωνα με τον οποίο η ευτυχία ταυτίζεται με την «ικανοποίηση όλων των κλίσεων μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».
 
Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο και αργότερα ο Αυγουστίνος κατέγραψαν 289 απόψεις για το τι σημαίνει ευτυχία, αυτή η έννοια που αποτελεί την έγνοια όλων, ενώ παράλληλα γεννά απορίες και ερωτήματα ως προς τη φύση, τις ιδιότητες και κυρίως την επίτευξη ή απόκτησή της. Η ευτυχία είναι συναίσθημα, διάθεση ή βίωμα; Είναι στόχος, πορεία ή ουτοπία; Είναι διαρκής ή εξαντλείται σε στιγμές; Και τι καθορίζει την ευτυχία μας ή την έλλειψή της; Ποιες μορφές μπορεί να πάρει και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο επηρεάζει την επικοινωνία μας με τους άλλους;
 
Τι μπορεί να είναι σήμερα ή πώς μπορεί να βιώνεται σήμερα η ευτυχία
Ερωτήματα αναφορικά με την ευτυχία έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία, όπως είναι μάλλον αυτονόητο και αναμενόμενο, αλλά προσφάτως και μάλλον αναπάντεχα και την οικονομική επιστήμη, η οποία αποφάσισε να εμπλακεί στη μελέτη των παραμέτρων που εξασφαλίζουν την ευτυχία και, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα, να την αποτιμήσει και να κοστολογήσει την απώλειά της.
 
Το 1984 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας το σχήμα της «ηδονικής αξίας της ζωής», το οποίο αναφέρεται στην ευχαρίστηση και την απόλαυση που προσφέρει στο άτομο η ζωή του, εξαιρουμένων των οικονομικών απολαβών. Σύντομα προσαρμόστηκε στις πρακτικές της νομικής επιστήμης και τέθηκε στην υπηρεσία των λειτουργών της προς όφελος πελατών τους που είχαν πέσει θύματα «ηδονικών απωλειών».
 
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς ο γάμος, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με ένα ποσό της τάξης των 70.000 αγγλικών λιρών ετησίως.
 
Ένα άλλο παράδειγμα αυτού του όψιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση της ανθρώπινης ευτυχίας αποτελεί το Ινστιτούτο της Ευτυχίας (The Happiness Institute), το οποίο εδρεύει στην Αυστραλία και χρησιμοποιεί τις αρχές και τις μεθόδους της Θετικής Ψυχολογίας (Positive Psychology) για να βοηθήσει τους πελάτες του «να απολαύσουν και πάλι τη ζωή, να νιώθουν καλά και να είναι αισιόδοξοι, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να αναπτύξουν το αίσθημα ελέγχου και να ζήσουν μια υγιή και ισορροπημένη ζωή». Οι ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου είναι πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μας – με το αζημίωτο πάντα – το μυστικό της ευτυχίας και διαδικτυακά
 
Η εγκυρότητα της διαπίστωσης του Φρόυντ στα 1930 ότι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων συνάγεται πως σκοπός της ζωής τους είναι η επιδίωξη και η διατήρηση της ευτυχίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πρόγραμμα της ‘αρχής της ηδονής’ ορίζει και επιβάλλει τόσο την αποφυγή του πόνου όσο και την αποκόμιση ευχαρίστησης.
 
Εντούτοις, «δεν υπάρχει καμιά συμβουλή που να κάνει για όλους· ο καθένας πρέπει να δοκιμάσει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (Φρόυντ),  καθώς εκτός από την ιδιοσυγκρασία διαφέρουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αναπτύσσονται και λειτουργούν. Έχοντας παραχωρήσει για χάρη της ασφάλειάς  του ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία μέσω της ικανοποίησης των ορμών του, ο πολιτισμένος άνθρωπος καλείται να εκμεταλλευτεί την εναπομείνασα ικανότητά του για να πετύχει τον υπέρτατο στόχο.
 
Ο υπέρτατος αυτός στόχος, η ευτυχία, αποτελεί μια έννοια καθημερινή, αλλά δυσνόητη. Δεν επιτρέπει έναν μονοδιάστατο ορισμό, δεν προσφέρεται για πειραματικές διαπιστώσεις. Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι παράγοντες που οδηγούν σε αυτήν και κατά πόσο πρόκειται για μια κατάσταση που υπόκειται σε τεκμηρίωση και ποσοτικοποίηση. Θεωρώντας ως αυθεντική πηγή για τις διαπιστώσεις αυτές τον αβίαστο λόγο των ίδιων των υποκειμένων, θα επιχειρήσουμε μια διαδρομή μέσα από αναπαραστάσεις, βιώματα και σημασίες της ευτυχίας για να προσεγγίσουμε τη βαθύτατα προσωπική εμπειρία της, όπως αποτυπώνεται στον κοινωνικό εαυτό των υποκειμένων. Ελπίδα και επιδίωξή μας είναι να μας δοθεί η δυνατότητα να αγγίξουμε έστω φευγαλέα μια πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης που δύσκολα μπορεί κανείς να μοιραστεί με τον Άλλο.
 
Από τους Αλχημιστές στον Αριστοτέλη
Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία
από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις
Giacomo Leopardi, Η Θεωρία της Ηδονής,
Η ευτυχισμένη ζωή, ως έννοια αλλά και ως βίωμα, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους εργάτες του πνεύματος όλων των εποχών και όλων των ρευμάτων. Ακόμη και οι πιο «σκοτεινοί» των φιλοσόφων, σε κατάσταση οι ίδιοι μελαγχολίας έως και κατάθλιψης, πάντοτε θέτουν το ερώτημα για την ευτυχία τού ανθρώπου και αναζητούν την οδό που οδηγεί σε αυτήν. Έφτασαν, μάλιστα, κατά την εποχή της Αναγέννησης να αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο, η οποία θα σήμαινε την εξασφάλιση της διαρκούς και αδιάκοπης ευτυχίας μέσω της αιώνιας νεότητας και των απεριόριστων υλικών αγαθών.
 
Οι αλχημιστές της Αναγέννησης, επομένως, ονειρεύτηκαν να προσφέρουν στον άνθρωπο τις, κατά την άποψή τους, βασικές προϋποθέσεις της καλής ζωής: ευρωστία και πλούτο. Παρέλειψαν, όμως, να συμπεριλάβουν σε αυτές τη θεωρητική όψη της ευδαιμονίας ως διαρκούς και αυτάρκους ενέργειας, όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης. Για τον μεγάλο φιλόσοφο της ελληνικής αρχαιότητας «η πιο ωραία και ευχάριστη ζωή» οφείλει να εναρμονίζεται με τον νου, το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου (Αριστοτέλης). Η ευδαιμονία είναι μια ενέργεια που διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και κατατάσσεται μεταξύ των καθαυτών επιθυμητών ενεργειών, αφού δεν στερείται τίποτα και ο άνθρωπος δεν την επιδιώκει έχοντας κατά νου έναν απώτερο σκοπό αλλά την ίδια
την απόκτησή της, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο από τα εξωτερικά καλά.
 
Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία συνδέεται με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου, ο οποίος διακρίνεται με σαφήνεια από τον εργάσιμο, καθώς, όπως τονίζει, «εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε ειρήνη» (Αριστοτέλης, ό.π., σελ. 181). Σε αυτό τον χρόνο της περισυλλογής και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του κάθε ατόμου συγκαταλέγεται και η επικοινωνία με ευχάριστους φίλους, καθώς μόνο τέτοιου είδους φίλους έχει νόημα να συναναστρέφεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος. Όποιος στοχεύει στην ύψιστη ευδαιμονία, τη μακαριότητα, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τη θεϊκή θέληση και να γνωρίζει ότι θα οδηγηθεί σε αυτήν μόνο μέσω της ανθρώπινης ενέργειας της συναφέστερης προς την ενέργεια του θεού.
 
Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για την ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης την ορίζει ως κάποιο είδος θεωρίας, με συνέπεια να μπορεί να καταστεί αυτή αντικείμενο απόλαυσης του θεωρητικού ανθρώπου, χωρίς όμως να παραλείπει μια αναφορά στην αναγκαιότητα των εξωτερικών αγαθών για μια ομαλή διαβίωση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αποκτήσουν αυτό που τους λείπει, θεωρώντας ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία τους, επενδύοντας αυτή την προσμονή με τις ελπίδες τους. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα που ασχολούνται, διερωτώνται, συλλογίζονται για την ευτυχία τους, καθιστώντας αυτό το στοιχείο καταστατικό της συστατικό (Lear).
 
Η Επικούρεια αταραξία και η ποιότητα ζωής κατά Σενέκα
Την ίδια περίπου εποχή, ο Επίκουρος προτείνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο και την απόκτηση της ευτυχίας, ταυτίζοντάς την με την εξασφάλιση της σωματικής υγείας, παράλληλα με εκείνη της ψυχικής ηρεμίας (Επίκουρος). Για τον Επίκουρο ο ορισμός είναι αποφατικός: ευτυχία είναι το να μην πονάμε στο σώμα και το να μην ταρασσόμαστε στην ψυχή, μια θεωρία που θα επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, μετρώντας πολυπληθείς οπαδούς.
 
Αυτός ο διπλός στόχος της ευτυχίας επιτυγχάνεται με οδηγό τη φρόνηση, η οποία είναι εκείνη που μας αποκαλύπτει «τις αιτίες για τις οποίες μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι και που διώχνει όλες αυτές τις αντιλήψεις από τις οποίες ταλαιπωρείται η ψυχή μας» (Επίκουρος). Το χαρακτηριστικότερο, όμως, στοιχείο της θεωρίας του Επίκουρου είναι εκείνο της αναγνώρισης και της εξύψωσης της ηδονής ως βάσης «κάθε προτίμησης και κάθε αποφυγής», ως κριτηρίου και μέτρου για να εκτιμήσουμε την ευτυχισμένη ζωή.
 
Το υπέρτατο αγαθό που είναι η ευτυχία, την οποία, σύμφωνα πάλι με τον Επίκουρο, όταν την έχουμε, έχουμε το παν κι όταν δεν την έχουμε κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε, απασχόλησε και τον Σενέκα, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για την ποιότητα του καθημερινού βίου. Μπορεί η δική του ζωή να τον διέψευσε, εντούτοις πρέσβευε ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όσοι αφιερώνονται στο πνεύμα και μόνο τότε ζουν πραγματικά, καθώς με τη μελέτη προσθέτουν στον χρόνο της ζωής τους και εκείνον που έχει προϋπάρξει, ερχόμενοι σε επαφή με τη σοφία των προγενέστερων τους (Σενέκας).
 
Ο Επίκτητος πάλι, συμπυκνώνει την άποψή του για την ευτυχία σε μια μόνη φράση, υπό τη μορφή συμβουλής:
«Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ, αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος»
Επίκτητος
Οι μικροί καθημερινοί στόχοι του Giacomo Leopardi
Με τον Επίκτητο πιθανώς να μην συμφωνούσε ο Ιταλός  Giacomo Leopardi (1798-1837 )  – στοχαστής, φιλόσοφος και ποιητής που το έργο του διακρίνεται από βαθιά απαισιοδοξία. Ο Giacomo Leopardi θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει την ευτυχία ζώντας μια ειρηνική στιγμή, ελπίζοντας, όμως, ταυτόχρονα στην έλευση καλύτερων ημερών. Ο ίδιος εξομολογείται:
Τη θεία αυτή κατάσταση την αισθάνθηκα κατά διαστήματα επί πολλούς μήνες στην ηλικία μεταξύ 16 και 17 ετών, όταν ακριβώς ήμουν απερίσπαστα απασχολημένος με τις σπουδές μου, χωρίς καμιάν άλλην έγνοια, έχοντας την ήρεμη και σταθερή ελπίδα για ένα μέλλον γεμάτο ευχαρίστηση. Όμως αυτό το αίσθημα δεν θα το ξαναδοκιμάσω ποτέ πια, διότι μια παρόμοια ελπίδα, που μόνο αυτή μπορεί να μας ικανοποιήσει στο παρόν, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο σε ένα νέον άνθρωπο της ηλικίας εκείνης ή, τουλάχιστον, τόσο λίγο έμπειρο. Όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν και η δυστυχία έχει κιόλας εγκατασταθεί στον άνθρωπο.
Για τον Leopardi η ευτυχία πηγάζει από τη ζωηρή φαντασία που δεν αφήνεται να περιοριστεί από τη γνώση ορίων, αλλά τροφοδοτείται από ένα είδος άγνοιας ή παραγνώρισης της πραγματικότητας. Πιστεύει ότι τόσο η ευτυχία όσο και η

 δυστυχία υπόκεινται στην κρίση του καθενός και, εντέλει, «ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχισμένος όσο ακριβώς φαντάζεται πως είναι… και το ίδιο ισχύει και για το πόσο ευτυχισμένος είναι». Οι ασχολίες, ακόμη και αν δεν προκαλούν ισχυρές συγκινήσεις, μαζί με την επίτευξη των μικρών καθημερινών μας στόχων είναι τα συστατικά της ευτυχίας, που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα της ανθρώπινης κατάστασης.
 
Η απόσταση του χρόνου, θεωρεί ο Leopardi, καθιστά γλυκές τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, ισχυρότερα και από την ίδια τη στιγμή της απόλαυσής τους, με την ελπίδα της μελλοντικής επανάληψής τους. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, η ευτυχία, δεν υπάρχει, αφού την αναζητά χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τη φύση της, σε τι δηλαδή συνίσταται.
 
Ο Νίτσε και η ευτυχία
Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.
 
Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος».
 
Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει είναι η εξής:
Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!

Έρωτας και Αξιοπρέπεια

Πόσο μπορείς μέσα στη σχέση σου να μείνεις αξιοπρεπής; Έχει νόημα η λέξη, ή είναι απλά εγωισμός και καλό είναι να μπεις χωρίς καμία απαίτηση και όπου σε πάει; Συνήθως μια σχέση, ειδικά αν ξεκινάει σαν έρωτας, που είναι φλεγόμενη κατάσταση, θα σου ζητήσει πάρα πολλά πράγματα. Αλλιώς θα μπεις και αλλιώς θα είσαι. Ναι, αλλά πόσο; Τι σημαίνει κρατάω την αξιοπρέπειά μου σε μια σχέση;

Και η σχέση είναι μια υπόθεση που χτίζεται με απλά υλικά και χωρίς μεγάλα λόγια. Πρέπει να έχει πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα, αλλά δεν είναι. Ο σεβασμός, η εκτίμηση, η υποστήριξη, αν ήταν αυτονόητα μεγέθη, δεν θα χωρίζαμε, πολύ απλά.
 
 
Όλα αυτά τα αυτονόητα, είναι εντελώς δυσεύρετα. Οπότε, πώς να κρατήσεις και την σχέση και την αξιοπρέπειά σου; και τι εννοούμε αξιοπρέπεια, ακριβώς;
 
Αξιοπρέπεια πρώτα και κύρια, είναι να μην είσαι θύμα με κανέναν τρόπο. Να μην κάνεις μόνιμες υποχωρήσεις. Εννοείται, ότι σε μια κατάσταση που την θέλεις να κρατήσει, κάποιες φορές θα δώσεις περισσότερα από όσα θα πάρεις. Και το πότε θα πεις φτάνει, είναι δικό σου θέμα. Μπορεί το τίμημα να είναι να μην έχεις την σχέση, αν ο άλλος είναι πολύ βολεμένος. Πρέπει να το μετρήσεις. Αλλά το να ξυπνάς και να κοιμάσαι και να νιώθεις ότι και αυτήν την ημέρα είσαι ριγμένη και ρημαγμένη, ε δεν είναι και ό,τι καλύτερο.
 
Αξιοπρέπεια είναι να μην εκλιπαρείς για τα βασικά. Δεν είναι παραχώρηση το να σε πάρει μια αγκαλιά, να σε φροντίσει επειδή είσαι αδιάθετη, να σε βοηθήσει να λύσεις ένα πρόβλημα, να καταλάβει ότι έχεις μια δύσκολη μέρα. Αν για όλα αυτά πρέπει ή να κάνεις καβγά για να τα έχεις, ή απλά τα ξεχνάς γιατί δεν στα δίνει έτσι κι αλλιώς, υπάρχει έλλειμμα αξιοπρέπειας. Μην πούμε ότι υπάρχει έλλειμμα σχέσης γενικά.
 
Αξιοπρέπεια είναι να γίνονται σεβαστά τα όσα θέλεις στον έρωτα, συμπεριλαμβανομένου και του να μην θέλεις να κάνεις έρωτα. Είναι άλλο πράγμα το να είναι ζεστή η  σχέση, κάτι που κι εσύ το θέλεις και είναι τελείως άλλο το να τρως μούτρα ή και έναν υπόγειο εκβιασμό ότι υπάρχουν κι άλλες γυναίκες, αφού εσύ δεν θέλεις, στην περίπτωση που δεν θέλεις.
 
Αξιοπρέπεια είναι εννοείται, να μην υπάρχει ίχνος σωματικής και λεκτικής βίας. Εντάξει, αν φτάσετε να καυγαδίσετε μπορεί να πείτε κάτι, αλλά όταν σε συστηματική βάση σε αποστομώνει ή υπάρχει ο φόβος πως αν ξεπεράσεις κάποια όρια – που τα βάζει εκείνος – θα τιμωρηθείς και θα το πληρώσεις με βία ή με προσβολές, στην παρακάτω παραλία επειγόντως!
 
Αξιοπρέπεια είναι να κρατάς τις φιλίες σου, την οικογένειά σου και να μην σε υποχρεώνει να ζήσεις στην από δω μεριά της τάφρου, όπου μπορεί να κάνει κουμάντο μόνο εκείνος. Το να μπορείς να έχεις τις διαφυγές σου, χωρίς να δίνεις συνέχεια εξηγήσεις πού είσαι και τι κάνεις.
 
Και βέβαια, αξιοπρέπεια είναι να γίνεται σεβαστή η διάθεσή σου να πας μπροστά σε σπουδές, σε δουλειά, σε διακρίσεις, σε οτιδήποτε, έχοντας δίπλα σου έναν σύντροφο που χαίρεται για όλα αυτά, και δεν βάζει τον εγωισμό του πάνω από όλα.
 
Αυτά τα αυτονόητα, που ακούγονται τόσο εύκολα, στην πράξη και στην αγάπη, αποδεικνύονται βουνό! Και απλά οι σχέσεις καταλήγουν στην εξαφάνιση, γιατί κάποια στιγμή, όσο παθιασμένη και να είσαι με έναν άντρα, ανοίγει το μάτι και βλέπεις ότι άλλοι άνθρωποι, άλλες γυναίκες περνάνε καλύτερα!

Οι δύσκολες σχέσεις επιλέγουν τους δυνατούς

«Μέσα μου είχα μεγάλο θυμό που επέτρεψα στον εαυτό μου να μπλεχτεί με ανθρώπους που δεν μου έκαναν καλό, που με πρόδωσαν και με εξαπάτησαν».

«Πρέπει να ήμουν πραγματικά αφελής που επέτρεψα σε αυτούς τους ανθρώπους να με ελέγχουν».

«Τα έκανα μαντάρα και μου αξίζουν όσα έπαθα».

«Δεν μπορώ να το πιστέψω πως ήμουν τόσο χαζός/η και ανοίχτηκα σε ανθρώπους που δεν άξιζαν την εμπιστοσύνη μου».

Ένα από τα παραπάνω σενάρια μπορεί να είναι γνωστά και είμαι σίγουρη ότι κανείς δε θα τα έλεγε στον καλύτερό του φίλο, άσχετα αν τα λέμε στον εαυτό μας. Γιατί όμως οι δύσκολες σχέσεις επιλέγουν κάποιους ανθρώπους;

Μάλλον επειδή είναι έτοιμοι για αυτές. Μόνο αυτοί που είναι έτοιμοι και αρκετά δυνατοί θα είναι σε θέση να εξελιχθούν μέσα από τις δύσκολες σχέσεις. Ίσως κάθε μια από αυτές τις σχέσεις να ξυπνάνε κάποια από τα παιδικά τους τραύματα που είχαν την ανάγκη να γιατρευτούν. Ακόμη κι αν οι εμπειρίες μπορεί να είναι τρομακτικές και επίπονες, βρίσκουν κάπου, κάπως τη δύναμη να σταματούν να κατηγορούν τον εαυτό τους ή να νιώθουν ντροπή για όσα τους συνέβησαν, γιατί απλά ξέρουν πως αυτό θα τους έριχνε ακόμη πιο πολύ στο σκοτάδι και στην ανημποριά.

Αν πιστεύουμε πως τα έχουμε κάνει μαντάρα, ότι είμαστε αδύναμοι, ότι επιτρέψαμε να μας ελέγχουν, ότι δώσαμε την καρδιά και την ψυχή μας σε ανθρώπους που δεν το αξίζανε και δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί μας συνέβησαν όλα αυτά, τότε απλά να θυμόμαστε το εξής: «επειδή δεν είμαστε αδύναμοι αλλά είμαστε δυνατοί και πάντα ήμασταν». Και όλες αυτές οι εμπειρίες ήταν εμπειρίες ξεκαθαρίσματος που μας έκαναν ακόμη πιο δυνατούς έτσι ώστε όταν έρθουν στη ζωή μας οι σωστοί άνθρωπο να ξέρουμε να εμπιστευόμαστε καλύτερα τα ένστικτά μας αντί να ανοιγόμαστε και να δινόμαστε, και να επιτρέπουμε να μας ανοίγουν νέες πληγές.

Το Σύμπαν μας δίνει όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ήδη έτοιμοι, έτσι αν κάποιος είναι έτοιμος να αλλάξει πορεία, να ανακαλύψει νέα κομμάτια του εαυτού του, αν κάποιος ξέρει πως υπάρχει κάποιος λόγος που είναι εδώ σε αυτόν τον πλανήτη, τότε δε θα επιτρέψει ποτέ στον εαυτό του να νιώσει αδύναμος ή να ντρέπεται για εκείνες τις εμπειρίες που η ψυχή του ένιωσε ως σκοτάδι.

Όσο αναγνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν λάθη, αλλά μόνο μαθήματα, τότε δε θα φοβόμαστε να εκτεθούμε γιατί θα ξέρουμε ότι είμαστε δυνατοί. Θα καταφέρουμε να έρθουμε πιο κοντά με τον εαυτό μας, να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε και που θέλουμε να πάμε. Και οι δύσκολες σχέσεις θα μας ανοίξουν τον δρόμο για μεγάλες ανακαλύψεις!

Δεν ήταν μεγάλο το ταξίδι του, η ταλαιπωρία του ήταν μεγάλη

Δεν υπάρχει λοιπόν κανείς λόγος να πιστεύεις ότι κάποιος έχει ζήσει πολύ επειδή έχει άσπρα μαλλιά και ρυτίδες` δεν έζησε πολύ, απλώς και μόνο υπήρξε στη ζωή επί πολύ. Θα πίστευες μήπως ότι το ταξίδι κάποιου είχε μεγάλη διάρκεια επειδή ο άνθρωπος αυτός, αμέσως μόλις βγήκε από το λιμάνι, έπεσε πάνω σε φοβερή θύελλα, η οποία τον πέταγε από το ένα μέρος στο άλλο, ενώ οι άνεμοι, που λυσσομανούσαν από διάφορες κατευθύνσεις, τον γυρόφερναν μέσα στον ίδιο κύκλο; Δεν ήταν μεγάλο το ταξίδι του` η ταλαιπωρία του ήταν μεγάλη.

Συχνά παραξενεύομαι όταν βλέπω κάποιους να ζητούν να τους διατεθεί ο χρόνος των άλλων, και εκείνοι πάλι, προς τους οποίους διατυπώνεται το αίτημα, να είναι εξαιρετικά ενδοτικοί. Και οι δύο πλευρές φαίνεται να δίνουν σημασία μόνο στο ίδιο το αίτημα της προσφοράς χρόνου, καμιά τους όμως να μην την απασχολεί το θέμα του ίδιου του χρόνου` σαν να ήταν μηδαμινό αυτό που ζητείται και ανάξιο σημασίας αυτό που προσφέρεται. Οι άνθρωποι παίζουν με το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο` στην πραγματικότητα όμως δεν το βλέπουν, επειδή δεν έχει συγκεκριμένη υλική υπόσταση, δεν περιλαμβάνεται μέσα στο οπτικό πεδίο των ανθρώπων, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θεωρείται κάτι το ευτελέστατο ή, για να είμαι πιο ακριβής, κάτι που δεν έχει καμιά απολύτως αξία. Οι άνθρωποι δέχονται με μεγάλη ευχαρίστηση μισθούς και επιδόματα, καταβάλλουν μάλιστα για την απόκτησή τους μόχθο, προσωπική εργασία και όλο τους το ζήλο. Αλλά κανείς τους δεν υπολογίζει το χρόνο` όλοι τον χρησιμοποιούν με απλοχεριά, σαν να μην τους κοστίζει τίποτα. Πρόσεξε όμως πως πέφτουν στα πόδια των γιατρών τους όταν αρρωστήσουν και ο κίνδυνος του θανάτου είναι κοντά, πρόσεξε πόσο έτοιμοι είναι, αν απειληθούν με θανατική καταδίκη, να ξοδέψουν όλα τα υπάρχοντά τους, με μόνο αντάλλαγμα τη ζωή! Τόσο μεγάλη είναι η αστάθεια των συναισθημάτων τους. Αλλά αν ο καθένας μπορούσε να έχει μπροστά του εκτεθειμένα όσα χρόνια ζωής του απομένουν, όπως ακριβώς έχει και εκείνα που έχουν περάσει, πόσο τρομοκρατημένοι θα ήταν όσοι θα έβλεπαν ότι ελάχιστα μόνο τους υπολείπονται και πόσο θα πρόσεχαν να μη τα σπαταλήσουν! Θα σου ήταν, ίσως, εύκολο να διαθέσεις κάποιον αριθμό ετών, ιδιαίτερα αν αυτός ήταν μικρός` θα πρέπει όμως να είσαι πολύ πιο προσεκτικός φρουρός εκείνου που δεν ξέρεις πόσο θα διαρκέσει.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της συντομίας της ζωής

Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή

Ο ανώτερος άνθρωπος διαφέρει από τον κατώτερο άνθρωπο κι απ’ τα ζώα, που είναι αδέλφια του τελευταίου, από την απλή ικανότητά του να ειρωνεύεται. Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή. Και η ειρωνεία περνάει από δύο στάδια: Το στάδιο που καθόρισε ο Σωκράτης όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», κι αυτό που καθόρισε ο Σάντσες όταν έλεγε «δεν ξέρω καν αν δεν ξέρω τίποτα». Το πρώτο βήμα οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας δογματικά, και κάθε ανώτερος άνθρωπος κάνει αυτό το βήμα και φτάνει εκεί. Το δεύτερο οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας και για την ίδια μας την αμφιβολία, και λίγοι άνθρωποι το έφτασαν στη διάρκεια της σύντομης -μα ήδη τόσο μακράς- περιόδου από τότε που ως ανθρώπινο γένος αντικρίσαμε τον ήλιο και τη νύχτα πάνω στο πολύμορφο πρόσωπο της γης.

Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει απατώμαι, κι ο χρησμός που έλεγε «γνώθι σαυτόν» πρότεινε μια προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη κι απ’ τους άθλους του Ηρακλή, κι ένα αίνιγμα πιο σκοτεινό κι απ’ της Σφίγγας. Να αγνοείς τον εαυτό σου συνειδητά, να ποιος είναι ο δρόμος. Και η συνειδητή άγνοια του εαυτού μας είναι η ενεργή χρήση της ειρωνείας. Και δεν ξέρω τίποτα πιο μεγαλειώδες ή πιο ταιριαστό στον αληθινά μεγάλο άνθρωπο από την υπομονετική κι εκφραστική ανάλυση των μέσων που μας επιτρέπουν ν’ αγνοούμε τον εαυτό μας, τον συνειδητό κατάλογο της μη συνειδητότητας των συνειδήσεων μας, τη μεταφυσική των αυτόνομων σκιών, την ποίηση του λυκόφωτος του τέλους των ψευδαισθήσεων.

FERNANDO PESSOA, Εγώ και οι “άλλοι”

Χιλιάδες «καμουφλαρισμένοι» παγετώνες στον Άρη βρίσκονται θαμμένοι κάτω από τη σκονισμένη επιφάνειά του

Ο Άρης διαθέτει χιλιάδες παγετώνες που βρίσκονται θαμμένοι κάτω από τη σκονισμένη επιφάνειά του, σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις Δανών επιστημόνων. Οι παγετώνες αυτοί περιέχουν έναν τεράστιο όγκο παγωμένου νερού, αρκετό για να σκεπάσει όλο τον πλανήτη με ένα παχύ στρώμα πάγου τουλάχιστον ενός μέτρου. 
 
Οι παγωμένες ζώνες
Ερευνητές του Ινστιτούτου Νιλς Μπορ του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, με επικεφαλής τη Νάνα Μπιόρνχολτ Κάρλσον αναφέρουν ότι οι «καμουφλαρισμένοι» παγετώνες καλύπτουν κυρίως δύο εκτεταμένες ζώνες, μία στο βόρειο και μία στο νότιο ημισφαίριο του «κόκκινου» πλανήτη.
 
Η ανάλυση των στοιχείων που έχουν συλλέξει τα ραντάρ των δορυφόρων σε τροχιά γύρω από τον Άρη, καθώς και οι προσομοιώσεις σε υπολογιστή, δείχνουν ότι ο γειτονικός πλανήτης έχει τουλάχιστον 150 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού παγιδευμένα στους παγετώνες του. Πρόκειται, όπως τόνισαν οι επιστήμονες, για ένα εντυπωσιακό απόθεμα νερού σε έναν κατά τα άλλα ξερό πλανήτη.
 
Νέες απορίες
Οι νέες εκτιμήσεις αυξάνουν ακόμα περισσότερο τα ερωτηματικά για το πώς ένας κάποτε υγρός και θερμός πλανήτης μετατράπηκε στη σημερινή παγωμένη έρημο, κάτι που πρέπει να συνέβη πριν από δισεκατομμύρια χρόνια, όταν έχασε το προστατευτικό μαγνητικό πεδίο του και το μεγαλύτερο μέρος της αρχικής ατμόσφαιράς του.
 
Σήμερα πια, η αρειανή ατμόσφαιρα είναι τόσο αραιή και η ατμοσφαιρική πίεση τόσο χαμηλή, που το παγωμένο νερό εξατμίζεται και γίνεται υδρατμοί. Όμως οι παγετώνες έχουν προστατευθεί όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή βρίσκονται κάτω από τα παχιά στρώματα σκόνης.
 
Κάποτε ο Άρης διέθετε και έναν βαθύ ωκεανό που κάλυπτε σχεδόν το μισό βόρειο ημισφαίριό του. Σήμερα περίπου το 87% αυτού του νερού έχει χαθεί πια στο διάστημα και τα μεγαλύτερα γνωστά αποθέματα νερού βρίσκονται στους δύο πόλους του. Σε αυτά πλέον πρέπει να προστεθούν και τα μεγάλα αποθέματα νερού των θαμμένων παγετώνων. Η ανακάλυψη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Geophysical Research Letters».

Παράξενο νερό καραδοκεί μέσα σε γιγάντιους πλανήτες

Τι είναι αυτό που λάμπει με χρώμα κίτρινο και συμπεριφέρεται σαν ένα υγρό και στερεό την ίδια στιγμή; Νερό – τουλάχιστον στην παράξενη υπεριοντική μορφή που φαίνεται να βρίσκεται βαθιά μέσα στον Ουρανό και τον Ποσειδώνα. Μάλιστα αυτό το εξωτικό υλικό θα μπορούσε να βοηθήσει να εξηγήσει γιατί οι δύο πλανήτες έχουν περίεργα μαγνητικά πεδία. 
 
Προσομοιώσεις που έγιναν το 1999 καθώς και ένα πείραμα το 2005 άφησαν να εννοηθεί ότι το νερό μπορεί να συμπεριφερθεί τόσο σαν στερεό όσο και υγρό σε πολύ υψηλές πιέσεις και θερμοκρασίες. Υπό αυτές τις συνθήκες, το οξυγόνο και τα άτομα του υδρογόνου στα μόρια του νερού θα ιονίζονται, με τα ιόντα του οξυγόνου, που σχηματίζουν ένα πλέγμα που μοιάζει με κρυσταλλική δομή, και τα ιόντα του υδρογόνου μπορούν να ρέουν μέσα από το πλέγμα σαν ένα υγρό. Αυτό το "υπερ-ιοντικό" νερό, σχηματίζεται σε θερμοκρασίες άνω των 2000° C περίπου, και θα πρέπει να βγάζει μια κίτρινη λάμψη.
 
Οι ακραίες συνθήκες που επικρατούν βαθιά μέσα στον Ουρανό και τον Ποσειδώνα θα μπορούσαν να είναι ιδανικές για το υπεριοντικό νερό έτσι ώστε να σχηματισθεί για τα καλά. Αλλά αν συμβαίνει αυτό πραγματικά μέσα σε αυτούς τους πλανήτες, και με ποιές ποσότητες, δεν ήταν ποτέ σαφές στους επιστήμονες, λόγω της αβεβαιότητας ως προς τις συγκεκριμένες πιέσεις και θερμοκρασίες που απαιτούνται για να γίνει.
 
planets_superwater
 
Τώρα όμως τα πιο λεπτομερή μοντέλα που έγιναν μέχρι τώρα, που δημιουργήθηκαν από μια ομάδα με επικεφαλής τον Ronald Redmer του Πανεπιστημίου του Ροστόκ της Γερμανίας, δείχνουν πως οι δύο πλανήτες έχουν ένα παχύ στρώμα από αυτό το υλικό. Οι προσομοιώσεις υποθέτουν ότι οι είναι δυνατόν να υπάρχουν οι πιο ακραίες συνθήκες μέσα στους δύο πλανήτες, με τις θερμοκρασίες που φθάνουν έως και 6000° C και πιέσεις 7 εκατομμύρια φορές πάνω από την ατμοσφαιρική πίεση στη Γη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ένα στρώμα υπεριοντικού νερού θα πρέπει να εκτείνεται από τον βραχώδη πυρήνα του κάθε πλανήτη προς τα έξω, περίπου, στα μισά της ακτίνας.
 
Κι αυτό το συμπέρασμα συμφωνεί με τα αποτελέσματα μιας μελέτης που έγιναν το 2006 κάτω από την καθοδήγηση της Sabine Stanley, στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, και του Jeremy Bloxham του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, που προσπαθούν να εξηγήσουν το περίεργο μαγνητικό πεδίο των δύο πλανητών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το γήινο μαγνητικό πεδίο μοιάζει με εκείνο ενός ευθύγραμμου μαγνήτη, στον Ουρανό και τον Ποσειδώνα κάποιρε γειτονικές κηλίδες στην επιφάνεια μπορεί να έχουν πεδία με αντίθετη πολικότητα.
 
Η εργασία των Stanley και Bloxham πρότεινε ότι το εσωτερικό των δύο πλανητών περιέχει ένα στενό στρώμα υλικού, ηλεκτρικά αγώγιμου, που συνεχώς ανακατεύεται παράγοντας έτσι ένα μαγνητικά πεδία. Αυτό το αγώγιμο στρώμα θα μπορεί να είναι από ιοντικό νερό, στο οποίο τα μόρια έχουν σπάσει σε ιόντα οξυγόνου και ιόντα υδρογόνου. Η μελέτη τους αναφέρει, επίσης, ότι αυτή η κινούμενο ζώνη δεν μπορεί να επεκταθεί βαθύτερα από το ήμισυ του δρόμου προς τα κέντρα των δύο πλανητών. Αν ήταν πιο παχιά, θα παράγει ένα πιο ομαλό πεδίο όπως αυτό ενός μαγνήτη.
 
Η μετάβαση από το αγώγιμο τμήμα της θερμότητας προς το μη αγώγιμο τμήμα, στα μεγάλα βάθη υπολογίστηκε από τους Stanley και Bloxham ότι ίσως να είναι άνευ σημασίας, επειδή το υπεριοντικό νερό είναι κι αυτό θερμικά αγώγιμο. Αλλά το υπεριοντικό νερό άγει και τον ηλεκτρισμό, μέσω της ροής των ιόντων του υδρογόνου. Οπότε κάτι πρέπει να σταματά το σούπερ ιοντικό νερό από το να ανακατεύεται και να κάνει το μαγνητικό πεδίο πιο ομαλό.
 
Η μια πιθανότητα είναι ότι ότι το υπεριοντικό νερό είναι ως επί το πλείστον διαφανές στην υπέρυθρη ακτινοβολία, ή την θερμότητα. Τα ηλεκτρόνια σε αυτό το νερό μπορεί να απορροφήσει την υπέρυθρη ακτινοβολία, αλλά οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι τείνουν να μείνουν κοντά στο άτομα του οξυγόνου, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του χώρου να είναι διαφανές στη θερμότητα. Έτσι, είναι εύκολο να ακτινοβολείται η θερμότητα από τους πυρήνες των πλανητών μέσω του σούπερ ιοντικού νερού.
 
Ο Laurence Fried του Εργαστηρίου Lawrence στην Καλιφόρνια, είναι εντυπωσιασμένος από τη νέα δουλειά: “Πρόκειται για ένα νέο σύνορο που υπόσχεται πολλά για την πλανητική δομή."

Ηράκλειτος: Οι καθεύδοντες της αγοράς

Ηράκλειτος Διαλεκτική: Λόγος του Είναι διά του Γίγνεσθαι

Η παραδοσιακή μεταφυσική έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την αναζήτηση, πίσω από την αέναη κίνηση και πολλαπλότητα των φαινομένων, μιας ακίνητης και όμοιας με τον εαυτό της ουσίας, ενός αυτο-ταυτού θεμελίου, ενός Είναι. Αναλογικά, η πολύτροπη κινητικότητα και μεταβολή του αισθητού κόσμου φαντάζει ως μια συμπτωματική, φαινόμενη εκδήλωση των συστατικών γνωρισμάτων αυτού του Είναι. Ο Ηράκλειτος, απεναντίας, επιχείρησε να πλησιάσει την αλήθεια του Είναι μέσα από τον Λόγο. Σημειώνει σχετικά:

«Αν ακούσετε όχι εμένα, αλλά τον Λόγο,
τότε είναι σοφό να ομολογείτε: τα πάντα είναι ένα
»

Τι λέγει εδώ ο Λόγος; «Εν πάντα». Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, ο Λόγος συναρμόζει την ουσία του μέσα στο λέγειν, το οποίο κατονομάζει τον προορισμό (μας), έτσι όπως μας τον αποστέλλει το Είναι. Το αποστέλλον Είναι, ως τέτοιο, δεν φαίνεται, δεν εμφανίζεται, αλλά ομολογείται, δηλαδή τίθεται. Πώς τίθεται; Ως το ομιλείν που μας καλεί να ακούμε τα πράγματα που μας αφορούν. Να ακούμε σημαίνει όχι να ερευνούμε «επιστημονικά»: σχολαστικιστικά, να διαμελιζόμαστε μπροστά στα επί μέρους φαινόμενα, να χανόμαστε μέσα εδώ, αλλά να διαλογιζόμαστε πάνω στο Είναι, να συλ-λέγουμε το ουσιώδες.

Είναι δυνατή μια τέτοια συλ-λογή και περι-συλ-λογή στις εποχές μας, όπου κυριαρχεί ο κανιβαλισμός της μαζικής κουλτούρας; Ποτέ δεν θα μπορέσει να ακούσει κανείς τίποτα, μας λέει ο Ηράκλειτος, όσο τα αυτιά του είναι απλώς εκτεθειμένα στην ηδονή ενός ήχου και ο λόγος, αντίστοιχα, ένας τρόπος εκφοράς αυτής της ηδονής. Η ως άνω συλ-λογή είναι πρωτίστως δυνατή, όταν ακούει κανείς τον βαθύ Λόγο της ψυχής (απ. 45). Αλλά τούτος ο Λόγος είναι τόσο βαθύς, που δεν μας επιτρέπει να ανακαλύπτουμε τα όρια της κατά Ηράκλειτο ψυχής (απ. 15). Τότε ποιες δυνατότητες διανοίγονται; Ή μήπως δεν υπάρχει καμιά άλλη δυνατότητα εκτός από τούτη: να πνίγονται οι άνθρωποι μέσα «στις αστήρικτες εικασίες» (απ. 47) και «να ενεργούν και να μιλάνε σαν κοιμισμένοι» (απ. 73); Οι δυνατότητες που μας διανοίγονται, εντοπίζονται από τον φιλόσοφο, πρώτα-πρώτα μέσα στον κόσμο της γλώσσας ως τον κόσμο της τάξης, της «παλίντροπης αρμονίας» (απ. 51), δηλαδή της αρμονίας που μας παρέχουν οι αντίθετες τάσεις ή ροπές. Και πώς νομιμοποιείται μια τέτοια αρμονία των και εκ των αντιθέτων; Νομιμοποιείται από το γεγονός ότι «κάτι που έχει μέσα του αντίθετες ροπές ή τάσεις συμφωνεί με τον εαυτό του» (απ. 51). Πού θεμελιώνεται μια τέτοια συμφωνία και πώς νοείται στο βάθος της ουσίας της; Θεμελιώνεται στον κοινό, καθολικό Λόγο που είναι το γίγνεσθαι του εαυτού και νοείται, συνακόλουθα, ως ο εσωτερικός λόγος ενός συστήματος έντασης και αντίθεσης, ως η εσωτερική του φωνή, αρθρωμένη σε ομιλία.

Αυτή η φωνή-ομιλία είναι η κλήτευση που μας απευθύνει το Είναι, αλλά οι πολλοί δεν την ακούν, γιατί υποτάσσονται στην ιδιωτική τους γνώμη: εικοτολογούν, απολυτοποιούν την εξωτερική αντίθεση και δεν σκέπτονται την κοινότητα του Λόγου: δεν κατανοούν, δεν συλλαμβάνουν την ενοποιημένη δομή. Στο πλαίσιο της γνώμης, η οποία δεν απορρίπτεται εξ υπαρχής, γίνεται ολοφάνερη η διαμάχη, η έριδα, η διαφορά. Π.χ. οι πολιτικές διαμάχες ερείδονται στην ιδιωτική γνώμη της μιας ή της άλλης ιδιοτελούς πολιτικής φατρίας και δεν προχωρούν στην εναρμόνιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος. Απεναντίας προωθούν πεισματικά την επικράτηση του ατομικού, ιδιωτικού συμφέροντος πάνω στο δημόσιο, στο καθολικό. Στο επίπεδο όμως της γνώσης, ήτοι της σοφίας, [=του Λόγου] αναγνωρίζεται η ενότητα: Εν πάντα ως η αλήθεια του Είναι. Ωστόσο, οι ως άνω φατρίες, ας πούμε, κωφεύουν, γιατί δεν μπορούν να υπερβούν τη σκιαμαχία των γνωμών και γι’ αυτό, όταν επιχειρούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, συμφωνούν μόνο μηχανικά, μηχανιστικά και συμφεροντολογικά, χωρίς ποτέ να μπορούν να μετέχουν στη βαθύτερη Λογική ιδέα του κόσμου. Αυτή η ιδέα, δηλαδή ο κοινός Λόγος, είναι συμπαντικός νόμος της κοσμικής τάξης και ανοικτός στο να κατανοείται από τους ανθρώπους. Όταν όμως αυτοί δεν βλέπουν ετούτο το γίγνεσθαι [=την ανοικτότητα προς κατανόηση], που διανοίγεται μπροστά τους, ή δεν το γνωρίζουν, τότε φαντάζονται ότι το βλέπουν· νομίζουν πως το γνωρίζουν και όλο τους το πράττειν κυοφορεί τον σκοταδισμό, με όρους του Χάιντεγκερ: τη λήθη του Είναι.