Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Hegel, η αριστερά: από τις αυταπάτες στις απάτες

Τι σημαίνει πολιτικός ωφελιμισμός της «αριστεράς»;

Η κοινωνία των πολιτών (bürgerliche Gesellschaft) συγκροτεί μια αντιφατική μορφή με δυο κυρίως στοιχεία αντιθετικής υφής: πρώτον την ιδιαιτερότητα των ατόμου. Ως μέλος αυτής της κοινωνίας το άτομο είναι ιδιώτης, με το νόημα ότι εντός της κοινωνίας υπάρχει ως ο ιδιαίτερος σκοπός του εαυτού του: είναι ατομικός ιδιοκτήτης, υπερασπίζεται την ιδιοκτησία του και ταυτίζεται πλήρως με τούτη. Δεύτερον, ως μέλος μιας τέτοιας πολιτικής κοινωνίας, δεν ενσαρκώνει απλώς τη μορφή του οικονομικού υποκειμένου, αλλά και εκείνη του πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή του πολίτη του κράτους ως πολιτείας. Αυτή η έννοια του πολίτη παραπέμπει σε ένα είδος καθολικότητας, την οποία δεν μπορεί να εκφράσει η πιο πάνω κοινωνία παρά μόνο το κράτος/η πολιτεία. Αυτό-εδώ είναι το αντικειμενικό πνεύμα και το πολιτικό υποκείμενο ως μετέχον σε τούτη την πνευματική αντικειμενικότητα είναι η βάση και η εμπρόσωπη δύναμη που πραγματώνει την κοινωνική ηθική (Sittlichkeit).

Η πραγμάτωση ετούτης της ηθικής συνιστά την ολοκλήρωση –ιστορικά και λογικά– εκείνης της διεργασίας, δυνάμει της οποίας η Ιδέα του κράτους/πολιτείας κατορθώνει εν τέλει να γίνει ενεργός πραγματικότητα: να ταυτιστεί εσωτερικά με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα των ενεργών πολιτών. Η συνεκτική και όχι λιγότερο οργανική αρχή που δίνει καθορισμένο εκάστοτε περιεχόμενο σε τούτη την Ιδέα είναι η καθολική, η κοινή βούληση, που ως δρώσα βούληση θεσμίζεται σε κρατική εξουσία. Η εξουσία δεν είναι απροϋπόθετα καλή ή κακή. Γίνεται καλή, δηλαδή λειτουργεί ως αποκάλυψη της ουσίας, όταν οι άνθρωποι που τη συγκροτούν συνέχονται από την Ιδέα της πολιτείας και ανάγουν σε εσωτερικό τους χρησμό την πραγματοποίηση αυτής της Ιδέας. Γίνεται κακή, δηλαδή συγκάλυψη της ουσίας, άρα μηχανισμός βίας, όταν οι κυβερνώντες ιδιοποιούνται την κυριαρχία προς ίδιον όφελος και μετατρέπουν τον λαό σε όχλο.

Ενώ το συμφέρον ενός κράτους, όπως το κατανοεί ο Χέγκελ με τη μορφή της αρχαίας πολιτείας, είναι ένα όλο, ένα ενιαίο καθολικό συμφέρον για κυβερνώντες και κυβερνώμενους, η κατάχρηση της εξουσίας οδηγεί τυφλά τους κυβερνώντες να αυθαιρετούν με το να υπερασπίζονται, πάνω απ’ όλα, το δικό τους στενό συμφέρον και με το να κυνηγούν, με κάθε τρόπο και ευκαιρία, τα προνόμια. Το ποσοτικό κριτήριο εκμηδενίζει το ποιοτικό. Σχετικά και κριτικά γράφει ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος:

«Η υπακοή στους νόμους γίνεται παραδεκτή ως αναγκαία, αλλά όταν απαιτείται από τις υπηρεσιακές αρχές, δηλαδή από [συγκεκριμένα] άτομα, εμφανίζεται ως αντίθετη στην ελευθερία· η αρμοδιότητα να δίνει κανείς εντολές, η διαφορά που προκαλεί αυτή η αρμοδιότητα –η διαφορά ανάμεσα στο να δίνει κανείς εντολές και στο να υπακούει εν γένει– είναι ασυμβίβαστη με την ισότητα· μια μάζα ανθρώπων μπορεί να αποδώσει στον εαυτό της τον τίτλο του λαού, και δικαίως, διότι ο λαός είναι αυτό το αόριστο πλήθος· αλλά οι αξιωματούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι, εν γένει τα μέλη της οργανωμένης κρατικής εξουσίας, διαφέρουν από τον λαό και έτσι εμφανίζονται να έχουν άδικο ως προς το ότι απέρριψαν την ισότητα και αντιτάσσονται στον λαό, ο οποίος διαθέτει το απέραντο πλεονέκτημα να αναγνωρίζεται ως η κυρίαρχη βούληση. Αυτό είναι το άκρο των αντιφάσεων, στον κύκλο των οποίων περιστρέφεται ένα έθνος, όταν το έχουν κυριαρχήσει αυτές οι τυπικές κατηγορίες»[1].

Ως προκύπτει, οι ανώτερες τάξεις, τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης που είναι στην εξουσία, επιδιώκουν πάντα με διάφορες φορμαλιστικές διαδικασίες να κρατούν τον λαό ανενεργό μέσα σε έναν κύκλο τυπικών ελευθεριών. Αυτές εδώ τις διασφαλίζουν, υποτίθεται, δια νόμων και στερεότυπων κανόνων και πειθαναγκάζουν την πλειοψηφία των αρχομένων να υπακούει· η κυβερνητική/άρχουσα πλευρά όμως, που είναι πάντοτε μειοψηφία, δεν αισθάνεται την υποχρέωση να υπακούει, καθότι καθίσταται πλέον ενεργούμενο της αλαζονείας της εξουσίας.

Εξουσία όμως δεν είναι μόνο η κυβερνητική πλευρά, αλλά και η πλευρά της αντιπολίτευσης, που ως αντιπολίτευση, και μάλιστα «αριστερή», ρητορεύει με φωνασκίες και μεμψιμοιρίες, όταν όμως καταλαμβάνει την εξουσία προδίδει τον προηγούμενο εαυτό της και γίνεται πιο φίλαρχη και από την αστική διακυβέρνηση. Πολύ γλαφυρά μας μιλάει ο Χέγκελ, λίγο πριν τον ξαφνικό του θάνατο, για τέτοιες προδοσίες, μέσα από το ιστορικό παράδειγμα της Γαλλίας, ιδίως μετά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830: 

«Εάν πάρουμε [το παράδειγμα] μιας αντιπολίτευσης με διαφορετικό ως τώρα χαρακτήρα στην ακραία του μορφή, όπως ο τελευταίος εμφανίζεται στη Γαλλία, τότε αυτός βρίσκει την πιο αποκαλυπτική του εκδοχή στην έκπληξη, που εκφράζεται <προσφάτως εκεί> στη Γαλλία μετά από κάθε αλλαγή κυβέρνησης, σχετικά με τούτο: τα άτομα, που από την αντιπολίτευση μεταπηδούν στην κυβέρνηση, ακολουθούν στη συνέχεια τις ίδιες σχεδόν αξιωματικές αρχές, όπως οι απελθόντες προκάτοχοί τους. Σε εφημερίδες της γαλλικής αντιπολίτευσης διαβάζει κανείς αφελείς μεμψιμοιρίες ότι τόσα πολλά εξαιρετικά άτομα, όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικά αξιώματα, προδίδουν την Αριστερά, στην οποία προηγουμένως ανήκαν, και αλλάζουν πορεία· πράγμα που σημαίνει δηλαδή πως, ενώ προηγουμένως είχαν ρητά παραδεχτεί in abstracto ότι υπάρχει μια κυβέρνηση, τώρα έχουν μάθει τι σημαίνει στην πράξη το να κυβερνά κανείς και ότι αυτό περικλείει κάτι περισσότερο από τις αρχές μόνο»[2].

Εδώ, με την «αριστερά», συμβαίνει ό,τι εκάστοτε βιώνουν ως αρνητική εμπειρία οι χειραγωγούμενες «πλειοψηφίες» των λαών. Ως αντιπολίτευση, η «αριστερά» πλειοδοτεί σε γενικές και αφηρημένες διακηρύξεις περί ισότητας, ελευθερίας, λαϊκής κυριαρχίας κ.λπ.· αρχίζει όμως να αποκτά αίσθηση του τι είναι συγκεκριμένο, διαλεκτικά συγκεκριμένο, όταν έρχεται στην εξουσία. Και τότε αφήνει πίσω τις προηγούμενες αυταπάτες της και περνά στις απάτες, πολιτικές, ιδεολογικές κ.λπ., απέναντι στο λαό, εάν έχει μάθει να άρχει μόνο. Εάν όμως έχει μάθει κι αυτή να άρχεται με τη σειρά της, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, τότε κυβερνά με φρόνηση. Από την προηγούμενη ωστόσο στάση της ως αντιπολίτευση, με τις φωνασκίες, τις αφηρημένες, ανεδαφικές παραστάσεις περί δικαίου και ισοπολιτείας, ελευθερίας κ.λπ. δεν έχει μάθει να άρχεται, οπότε δεν ξέρει και να άρχει. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη:

«Ο πολίτης να μην άρχεται από καμιά εξουσία, ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, ο καθένας να άρχεται με τη σειρά του»[3].
-----------------------
[1] Γκέοργκ Χέγκελ: Φιλοσοφία και Πολιτική.
[2] Ό.π., σσ. 171-172.
[3] Αριστοτέλης: Πολιτικά 1317a.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου