Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

M. Heidegger: Περί του Πολιτικού

Από το Είναι στο πολιτικό Είναι

Το  παρών άρθρο περιέχει κείμενα της δεύτερης περιόδου της φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ, κείμενα δηλαδή από τη λεγόμενη στροφή της σκέψης του μετά το Είναι και Χρόνος. Η έναρξη αυτής της στροφής χρονολογείται, σε γενικές γραμμές, από το 1929 και εξής. Η περίοδος αυτή στη Γερμανία αλλά και παγκοσμίως λογίζεται ως μια από τις πιο πολύπλοκες και ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας. Η καταιγίδα των γεγονότων δεν αφήνει, ως προκύπτει, αδιάφορο τον φιλόσοφο. Ακριβώς, με την εν λόγω στροφή ο Χάιντεγκερ δείχνει να κάνει στροφή προς την πολιτική φιλοσοφία, να θέλει να γίνει ο φιλόσοφος-πολιτικός κατά το πρότυπο της Πλατωνικής Πολιτείας και να παρακολουθήσει έως και να επηρεάσει τα πολιτικά πράγματα της πατρίδας του. Η καταιγίδα των γεγονότων, για την πολιτική του σκέψη, μετατρέπεται σε καταιγίδα του Είναι. Μάλιστα, ως το τέλος του βίου του, επιχειρεί να αναπροσδιορίσει την έννοια της αλήθειας μέσα από μια ενδογενή σχέση της πολιτικής με την τεχνική. Κατά το πνεύμα αυτό, το ερώτημα για το νόημα του Είναι διευρύνεται σε ερώτημα για το νόημα του πολιτικού Είναι.

Στον προαναφερθέντα τόμο μεταφράζονται, σχολιάζονται και ερμηνεύονται ο πολύκροτος Πρυτανικός λόγος, η θεωρία του Πλάτωνος για την αλήθεια, το ερώτημα για την τεχνική και θεμελιώδεις έννοιες από την (πολιτική) του σκέψη. Οποιαδήποτε κι αν είναι η αφετηρία ανάγνωσης του Χάιντεγκερ, η φιλοσοφία του για το Πολιτικό δεν ερμηνεύεται ούτε κατανοείται, από αφορμή μια πρόσκαιρη εμπλοκή του με τον εθνικοσοσιαλισμό, με ιδεολογικές αγκυλώσεις ή ηθοπλαστικές περιχαρακώσεις του είδους: «είναι μεγάλος στοχαστής, αλλά χωρίς αρχές και ηθικό ανάστημα …». Η Χαϊντεγκεριανή σκέψη είναι πολύτροπη και ως τέτοια έρχεται να συζητηθεί στην εκτενή εισαγωγή του πιο πάνω μνημονευθέντος τόμου. Η σύντομη «πολιτική δράση» του φιλοσόφου –ανεξάρτητα από την έκβασή της ή από τη συνολική έκβαση του ναζιστικού εγχειρήματος ως τέτοιου, με το οποίο συνδέθηκε αυτή η δράση– αποτελεί γνήσιο προϊόν μιας φιλοσοφικής σκέψης, της οποίας η πρώτη φάση ανάπτυξης έχει ως κύριο συστατικό της στοιχείο το κείμενο του Είναι και Χρόνος και η δεύτερη φέρει το «πνευματικό άρωμα» της στροφής. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, αυτή η φιλοσοφία, ακόμη και στις πιο ακραίες της πολιτικές στιγμές, θεμελιώθηκε σε ένα τόσο βαθύ και σύμμετρο προς τις πνευματικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου υπόβαθρο, ώστε κατόρθωσε να μην εκφυλιστεί σε έναν ιλαροτραγικό λίβελλο της πολιτικής ούτε να αποτελέσει μια ιδεολογική παραμυθία ενός ανεπανόρθωτα ερημωμένου κόσμου.

Εκκινούμε λοιπόν από το γεγονός ότι ο Χάιντεγκερ δεν συνδέθηκε με τη συγκρότηση κάποιας θεωρητικής βάσης για τη νομιμοποίηση της μιας ή της άλλης θεσμισμένης τάξης πραγμάτων ούτε ήταν ο πρόθυμος εκτελεστής προϋπαρχόντων σχεδίων του ναζισμού. Εν τούτοις, η σκέψη του περιέχει και εκφράζει μια θεμελιώδη πολιτική κατεύθυνση, που δεν είναι ούτε «δημοκρατική» ούτε «φιλελεύθερη» ούτε «συντηρητική» ούτε «κοινοβουλευτική», αλλά ενδιαφέρεται για την πολιτική ενότητα του λαού στη βάση μιας λαϊκής κοινότητας (Volksgemeinschaft), η οποία θα πρέπει να είναι απρόσβλητη από τα καταστροφικά πυρά της μαζικής «δημοκρατίας» της νεωτερικότητας. Ως πρότυπο αυτής της Volksgemeinschaft είχε την πολιτική-πνευματική κοινότητα της ελληνικής αρχαιότητας, κυρίως υπό την πλατωνική της σύλληψη, και όχι την Volksgemeinschaft του Χίτλερ. Τη δεύτερη τούτη τη συνάντησε στο δρόμο του, από τη δεκαετία ακόμη του 1920, και προφανώς να πίστεψε ότι βρήκε τις Συρακούσες του. Εδώ έγκειται η πολιτική του αφέλεια, για την οποία ομιλεί, μεταξύ άλλων, τόσο γλαφυρά η H. Arendt. Οι βασικές φιλοσοφικές γραμμές αυτής της πολιτικής σύλληψής του σχεδιάστηκαν, έγιναν επεξεργάσιμες και αναγγέλθηκαν δεόντως στο Είναι και Χρόνος. Εδώ πραγματεύεται την ιδέα του Αυθεντικού σε ενδοσυνάφεια πάντοτε με την ιστορικότητα του Dasein. Σε σχέση με αυτό παρατηρούμε την προβολή πολιτικών όρων, οραμάτων και εφαρμογών τους που ο φιλόσοφος επιθυμεί να συμβούν.

Το Dasein αποκτά την αυθεντικότητά του όχι απλά και μόνο από μια τυχαία εκλογή ή επιλογή του, αλλά από την ιστορική του διάνοιξη, που είναι η μοίρα του, σε μια αυθεντικότητα της παράδοσης, δηλαδή στην κληρονομημένη από το παρελθόν Volksgemeinschaft· μια αυθεντικότητα ωστόσο που έρχεται στο παρόν ως επιλεγμένη δυνατότητα του Dasein να αποφασίζει να συναντά τις «ευτυχισμένες περιστάσεις», δηλαδή την επιδιωκόμενη Volksgemeinschaft του ναζισμού, η οποία για το αυθεντικό γίγνεσθαι του Dasein έρχεται στο Είναι ως ο αγώνας ενάντια στην αστική θεσμική τάξη και προς επανάκτηση της παλαιάς ανόθευτης λαϊκής ενότητας, της οποίας την αυθεντικότητα εγγυάται: ο Mein Kampf (ο Αγώνας μου) κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στη συνάφεια τούτη εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας στις ακόλουθες αρχές του Πολιτικού:

 1. Το ερώτημα για το Είναι δεν είναι ένα αφηρημένο, ακαδημαϊκό φιλοσοφικό ερώτημα, αλλά άκρως φιλοσοφικο-πολιτικό που εγγίζει το Dasein του ανθρώπου ως ένα τέτοιας υφής μοιραίο ενδοκοσμικά συμβάν, ώστε να συναπαντά τους άλλους μέσα στον κοινό αγώνα για εγκαθίδρυση της αυθεντικής ενότητας του λαού πέραν της ερήμωσης που επιφέρει η νεωτερική μαζοποίηση του λαού, και μάλιστα μαζοποίηση θεσμικά κατοχυρωμένη.

2. Πρόκειται για το Είναι που παραπέμπει στο «πνευματικό πεπρωμένο της Δύσης», στην πνευματική παρακμή της γης, η οποία σημαίνει απώλεια της πνευματικής δύναμης των λαών.

3. Ετούτη η πνευματική δύναμη ομιλεί τη γλώσσα του πεπρωμένου του Είναι και επιτρέπει στους λαούς, εφόσον αφυπνίζονται, να αποτιμούν δεόντως αυτή την παρακμή.

4. Το ερώτημα επομένως για το Είναι, ως ενεχόμενο στην πολιτική, αφορά την ιστορική ύπαρξη του ανθρώπου, πράγμα που σημαίνει πρωτίστως την αυθεντική μελλοντική του ύπαρξη.

5. Το ερώτημα για το Είναι, εν τέλει, εκδιπλώνεται, στον ορίζοντα του Πολιτικού, ως ερώτημα για την ουσία και τη δομή της ανθρώπινης συμβίωσης σε μια συνταγματική τάξη που διέπεται από σχέσεις κυριαρχίας και από την κυριαρχία της τεχνικής.