Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Fr. Nietzsche: Κοινωνία και Πολιτική

Κόμμα, πολιτικοί και διανοούμενοι

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Σχεδόν σε όλα τα έργα του ο Νίτσε εκκινεί από μια ριζοσπαστική (αριστοκρατικής φαινομενικότητας ή υφής) κριτική στην κλειστότητα της πολιτικής για να θέσει στην ημερήσια διάταξη της ζωής του ανθρώπινου ατόμου αλλά και του συνόλου το ζήτημα της πολιτικής χειραφέτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως σκέπτεται το εν λόγω ζήτημα όχι από τη σκοπιά κάποιου κοινωνικού αναμορφωτή, ήτοι εκφραστή μιας συλλογικής συνείδησης ή οποιασδήποτε κοινότητας, αλλά από τη σκοπιά του διανοητή, του (οραματιστή) φιλοσόφου που τείνει να θέτει εαυτόν πάνω από το θέατρο της καθημερινής ύπαρξης. Το «όραμα» του Νίτσε είναι αφενός εκείνος ο αριστοκρατικός νους που ως χαρισματικός ηγέτης θα ανοίγει νέους δρόμους στη μάζα, στην αγέλη· αφετέρου εκείνος ο φιλοσοφικός άνθρωπος που ξέρει και δύναται να συνυπάρχει με την αγέλη. Ομιλώντας ο φιλόσοφος για αγέλη, προσλαμβάνει τη μάζα, όπως είναι, εκφράζεται και συμπεριφέρεται στην καθημερινότητα της υποδουλωμένης της ύπαρξης. Την προσλαμβάνει μάλιστα ως μέσο υπέρβασης της αντίθεσης ατομικού και κοινωνικού βίου και εν τέλει ως μέσο υπέρβασης της ίδιας της κοινωνίας. Η ανάγνωση έτσι του Νίτσε όπως και όλων των άλλων μεγάλων διανοητών της ιστορίας προσφέρει δυνατότητες για αναζήτηση της ιδιάζουσας στο κάθε άτομο οδού και όχι για δογματική προσήλωση στο αρεστό ή για επιπόλαια απόρριψη του μη αρεστού και μη κολακευτικού για τον ιδεολογικό ή ιδεοληπτικό εγωισμό.

Κείμενα

1. «Ο άνθρωπος του κόμματος. –ο αυθεντικός άνθρωπος του κόμματος δεν μαθαίνει πλέον τίποτα παρά μόνο μένει στις εμπειρίες και κρίνει: ενώ ο Σόλων, που δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος του κόμματος, αλλά επεδίωκε τον σκοπό του πέρα και πάνω από τα κόμματα ή και ενάντιά τους, είναι ο πατέρας –κι αυτό είναι χαρακτηριστικό– εκείνης της απλής ρήσης, η οποία περικλείει το μυστικό της υγείας και του ανεξάντλητου, της ζωτικότητας της Αθήνας: “Γηράσκω αεί διδασκόμενος”» (Menschliches, Allzumenschliches II, 301).

Σχόλιο: Ο εμπειρισμός και η δεσμευτικότητα των ιδεολογικών δογμάτων που διέπουν το κόμμα ως τέτοιο δεν του επιτρέπουν να σκέπτεται ελεύθερα, γιατί ακριβώς δεν έχει μάθει να σκέπτεται και να αμφισβητεί δημιουργικά και τον ίδιο του τον εαυτό. Ο άνθρωπος του κόμματος, συνεπώς, αποδεικνύεται ως το κατ΄ εξοχήν σύμβολο της αγελαίας συμπεριφοράς και, καθότι άσκεπτος, σε δύσκολες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες, σαν αυτές της τωρινής Ελλάδας, αποφασίζει ενάντια στα συμφέροντα της χώρας με ιδεολογικό πρόσχημα την υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας μας.

2. «Τακτική των κομμάτων. – Όταν ένα κόμμα αντιλαμβάνεται πως ένα από τα μέχρι τώρα μέλη του έχει γίνει από απόλυτος οπαδός συμβατικός, ανέχεται τόσο λίγο τούτη τη μεταστροφή, ώστε να επιδιώκει με παντός είδους παρόξυνση και προσβολή να το ωθήσει σε οριστική αποσκίρτηση και να το κάνει αντίπαλο: γιατί έχει την υποψία ότι η πρόθεση του μέλους, να βλέπει στα πιστεύω του κόμματος κάτι το σχετικά αξιόλογο που αναγνωρίζει τα υπέρ και τα κατά, τη στάθμιση, την προσεκτική εξέταση, και το ξεδιάλεγμα, την επιλογή, είναι πιο επικίνδυνη για το ίδιο το κόμμα απ’ ό,τι μια απόλυτη αντίθεση» (ό.π., 305).

Σχόλιο: Ο κριτικός νους δεν έχει θέση στους κόλπους ενός κόμματος, γιατί είναι εγγενώς πολέμιος της ανεστραμμένης λογικής και πολιτικής αυτού του κόμματος. Γι’ αυτό βλέπουμε πας μη συμφωνών με τα ευτράπελα του κάθε δοτού κυβερνήτη να διαγράφεται και να σπιλώνεται. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι όποιος διαγράφεται είναι και κριτικός νους απροϋπόθετα.

3. «Συγγραφείς του κόμματος. –Οι τυμπανοκρουσίες, οι οποίες χαροποιούν τόσο πολύ τους νέους συγγραφείς που υπηρετούν ένα κόμμα, ηχούν σε εκείνον που δεν ανήκει στον κόμμα σαν κλαγγή από αλυσίδες και προκαλούν περισσότερο συμπόνια παρά θαυμασμό» (ό.π., 308).

Σχόλιο: Άβυσσος χωρίζει τον πραγματικό διανοητή από τον αγκιτάτορα-συγγραφέα του κόμματος, ο οποίος λειτουργεί ως ένας αξιολύπητος μισθοφόρος.

4. «Η χαρά στο να προστάζει κανείς και να υπακούει. –Το να προστάζει κανείς δίνει χαρά ακριβώς όπως και το να υπακούει· το πρώτο, όταν δεν έχει γίνει ακόμα συνήθεια, το δεύτερο, απεναντίας, όταν έχει γίνει συνήθεια. Παλιοί υπηρέτες κάτω από νέα αφεντικά ενθαρρύνονται αμοιβαία στο να δίνουν χαρά ο ένας στον άλλο» (ό.π., 311).

Σχόλιο: Εδώ αξίζει να θυμίσουμε αυτό που έλεγε ο Χίτλερ, όταν τον ρωτούσαν πώς θα κυβερνούσε τον κόσμο που κατακτούσε: «πάντοτε θα βρίσκονται προδότες της πατρίδας τους που πρόθυμα θα με υπηρετούν». Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί τώρα τι σημαίνει αγέλη: αυτός ή αυτές οι ομάδες, αυτό το σύνολο πολιτικών αντιπροσώπων, οπαδών κ.λπ., που δεν θέλουν ή δεν είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να καταδικάζουν μια προδοτική πολιτική του κόμματός τους.

5. «Ήθη του κόμματος. –Κάθε κόμμα προσπαθεί να παρουσιάσει ως ασήμαντα τα σπουδαία πράγματα που έχουν επιτευχθεί έξω από αυτό· αν όμως δεν το κατορθώσει αυτό, θα τα εχθρεύεται τόσο πιο πολύ όσο πιο υπέροχα θα είναι» (ό.π., 314).

6. «Να ζει κανείς, στο δυνατό βαθμό, χωρίς οπαδούς. –Καταλαβαίνει κανείς πόσο λίγη αξία έχουν οι οπαδοί, μόνο όταν πάψει να είναι οπαδός των οπαδών του» (ό.π., 367).

Σχόλιο: Αυτός που αποζητά οπαδούς είναι ο ίδιος ένα οπαδός, δηλαδή ένα εξαρτημένο ον από συμφέροντα, ιδεοληψίες, εκδουλεύσεις και παρόμοια, ένα ετερόφωτο στοιχείο που άγεται και φέρεται. Βασικά οπαδούς ζητούν οι επαγγελματίες πολιτικοί και τα κόμματα.

7. «Αθώα διαφθορά. –Σε όλους τους θεσμούς, στους οποίους δεν φυσά το αιχμηρό αεράκι της δημόσιας κριτικής, φύεται σαν μανιτάρι μια αθώα διαφθορά …» (Menschliches, Allzumenschliches I, 468).

8. «Οι διανοούμενοι ως πολιτικοί. –Στους διανοούμενους, που γίνονται πολιτικοί, ανατίθεται συνήθως ο κωμικός ρόλος, να πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι η καλή συνείδηση μιας πολιτικής» (ό.π., 469).

Σχόλιο: Η μεταποίηση του διανοούμενου σε υπηρέτη πολιτικών συμφερόντων παραπέμπει αφενός στον προδοτικό ρόλο ορισμένων διανοουμένων και αφετέρου στη σαθρότητα εκείνης της πολιτικής που περιμένει να εξωραϊσθεί με την δικαιολογητική συμπεριφορά του διανοούμενου.

9. «Ο λύκος που κρύβεται πίσω από τα’ αρνί. –Σχεδόν κάθε πολιτικός, σε ορισμένες περιστάσεις έχει τέτοια ανάγκη ενός έντιμου ανθρώπου, ώστε ορμάει μέσα σε ένα μαντρί με πρόβατα, όπως ένας πεινασμένος λύκος: όμως, όχι για να καταβροχθίσει το κλεμμένο κριάρι, αλλά για να κρυφτεί πίσω από τη μαλλιαρή του ράχη» (ό.π., 470).