Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Μ. Αναγνωστάκης: Εν πολέμω

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ: 1925-2005

Προοιμιακές παρατηρήσεις

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανήκει στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, των οποίων το ποιητικώς λέγειν δίνει φωνή σε οράματα κοινωνικά, πολιτικά, ηθικο-ανθρωπιστικά καθώς και στις πραγματώσεις ή διαψεύσεις αυτών των οραμάτων. Αυτό το λέγειν μελετά τις τραυματικές εμπειρίες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, αλλά και ό,τι επακολουθεί για να περισυλλέξει τελικά σε ποίημα τα σήματα αυτών των εμπειριών. Αναλογικά, ο Αναγνωστάκης γίνεται ο κυριότερος εκφραστής αυτής της ποιητικής περισυλλογής. Σμιλεύει έτσι έναν ποιητικό λόγο, ο οποίος περι-συλ-λέγει τις διαψεύσεις των μεγάλων ελπίδων και των ανεξάντλητων οραματισμών της γενιάς του. Συγχρόνως όμως ορμάται από αυτό που δίνει φωνή και λόγο στο ποίημα, που το προσδιορίζει ως τέτοιο, προκειμένου να φωτίσει περισσότερο την περισυλλεγμένη εμπειρία, να την αποδώσει στην ουσία της. Εδώ έγκειται και η ποιητική του μεγαλοσύνη, η οποία του επιτρέπει να απευθύνεται στον αναγνώστη με τρόπο μοιραίο, χωρίς να εκπίπτει σε ιδεολογικούς παροξυσμούς ή σε γοερές παραφωνίες για αυτό που έχει χαθεί και έχει προκαλέσει πόνο, θλίψη, σπαραγμό. Η ποιητική του απεύθυνση επομένως προς εμάς με τρόπο μοιραίο σημαίνει ότι αναδεικνύει το ποίημα σε μια μοιραία δημιουργία για μας, σε ένα ποιείν που είναι η μοίρα μας, που είναι η ιδιάζουσα στην υπαρκτική μας ουσία οδός, είτε έχουμε επίγνωση αυτής της οδού είτε όχι. 

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ …

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως
εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα
σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το
εμπόρευμα
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω
Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω.


Ερμηνεία – Κατανόηση

· Το συγκεκριμένο ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή: Η Συνέχεια, δημοσιευμένη το 1954. Κυρίαρχο γνώρισμα της αλήθειας του είναι η αυτογνωσία, η καίρια αντιμετώπιση του πραγματικού, η απελευθέρωση της ποιητικής σκέψης από παραμορφώσεις και συσκοτίσεις μιας κενόδοξης αισιοδοξίας. Η αγωνία της ύπαρξης εδώ δεν είναι μια στιγμή του ποιητικού υποκειμένου, που αισθάνεται πανικόβλητο μπροστά στην ήττα με τα πολλά πρόσωπα: την ήττα με το πρόσωπο της μεταπολεμικής προδοσίας που εκτείνεται ως το σήμερα· με εκείνο της ψευδούς συνείδησης της μεταπολεμικής αριστεράς, της διθυραμβικής-μεταφυσικής εξιδανίκευσης –εκ μέρους της– του νεκρού αγωνιστή που δεν πέθανε αλλά πέρασε στην αιωνιότητα, με την απανθράκωση του οραματικού στοιχείου στο όνομα μιας εδώ και τώρα λύτρωσης, η οποία εν τέλει αποβαίνει άτακτος συμβιβασμός με την υφιστάμενη εξαθλίωση κλπ.

· Απεναντίας η εν λόγω αγωνία είναι η διαρκής αλήθεια του ποιητικού υποκειμένου και του αναγνώστη. Ακριβώς αυτή η αλήθεια απηχεί την τεταμένη σκέψη που ζητεί να προσεγγίσει τον πυρήνα της ηττημένης πολιτικοκοινωνικά ψυχής του μεταπολεμικού ανθρώπου και να την οδηγήσει πέρα από τις συνέπειες αυτής της ήττας, προς την αυθεντική πηγή της μη-ήττας (=δεν παραδέχτηκα την ήττα …), της μη παραδοχής του χαμένου αγώνα ως ολοκληρωτικής καταστροφής, ως αδυσώπητης μοίρας. Η μαρτυρία του ποιητικώς λέγειν αναδύεται από τη νύχτα της ήττας και κατονομάζει το συμβάν (=θέλει ακόμα πολύ φως να ξημερώσει) ως ύψιστη δυνατότητα του ποιητικού υποκειμένου να αντιπαραθέτει τη μοναδικότητα του δικού του ποιείν στη σύγχυση της αντικειμενικότητας. 

· Μέσα από την ήττα εκπηγάζει το κύμα αναμέτρησης με την ήττα. Ο ποιητής μέσα στη συγκάλυψη ευαγγελίζεται την αποκάλυψη: δεν εσωτερικεύει την ήττα, δεν υποχωρεί άτακτα, αλλά επιλέγει να διασώσει ό,τι μπορεί να διασώσει. Είναι και αυτό ένας τρόπος αντί-στασης στην «ασφαλή πρόγνωση» ότι θα πέσει η πόλη. Η πτώση της πόλης είναι αναπόφευκτη, γιατί η συλ-λογική συνείδηση δεν είναι πλέον «ανδρειωμένη», αλλά άκρως κατακερματισμένη, διαμελισμένη, αποσαρθρωμένη, ηττημένη· μόνο το ποιείν του ποιητή, ως ποιητικώς λέγειν, έχει τη δύναμη να ενθαρρύνει τους συντρόφους, να μην καταρρεύσουν, να μη διασκορπιστούν μέσα στην ανωνυμία της συμβατικής καθημερινότητας, αλλά να είναι παρόντες και να στρέφονται, να έρχονται προς τον ποιητή.

· Η έλευση προς τον ποιητή είναι έλευση προς τη μοναδική και μοναχική του αντίσταση. Ο ίδιος περισυλλέγει, προσλαμβάνει τον εαυτό του και περιμένει. Περισυλλέγει τα οράματα, τις διαψεύσεις τους και τις συνέπειες αυτών των διαψεύσεων (=εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά)· προσλαμβάνει για τον εαυτό του μέσα από μνήμες και βιώματα την αναμονή της δικαίωσης· γι’ αυτό περιμένει: παραμένει όρθιος και διαφυλάσσει ό,τι έχει προσλάβει, δεν το διαφυλάσσει όμως ως ένα μουσείο εκθεμάτων, αλλά ως τη λανθάνουσα φωτεινότητα του σκοταδιού. Έτσι απαλύνει την αίσθηση της ήττας, ξεπερνά την εξ αυτής ερήμωση μέσα σε έναν καταλαγιασμένο πόνο και ποιητικά ξαναβρίσκει τον παλμό για μια νέα μαχητική πορεία προς τη ζωή, για τον πεισματικό πόλεμο του παρόντος.