Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Ηράκλειτος: «Πόλεμος πάντων πατήρ»

Αποτέλεσμα εικόνας για alexander the great statueΗράκλειτος: Τα νεύματα του λόγου

Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε αποφθεγματική ρήση του Ηράκλειτου μας στέλνει νεύματα του λόγου: όλα τελούν σε αεικίνητη μεταβολή και τίποτα δεν είναι δεδομένο, παγιωμένο και οριστικό. Γιατί; Επειδή τα πράγματα διέπονται από εσωτερικές, ως προς τον εαυτό τους, συγκρούσεις, σήμερα θα λέγαμε εσωτερικές αντιφάσεις, και αμοιβαίες μεταξύ τους συγκρούσεις: αντιθέσεις, εναντιότητες, αλληλεξαρτήσεις. Στο απ. Β 53 αποφαίνεται πολύ εκφραστικά αυτός ο βαθύνους στοχαστής:

«Ο πόλεμος είναι πατέρας και βασιλεύς όλων»

Προφανώς με την έννοια «πόλεμος» δεν εννοεί ο φιλόσοφος τον πόλεμο με τη συνήθη έννοια, ας πούμε, έναν επιθετικό, ιμπεριαλιστικό πόλεμο κ.λπ., αλλά κάτι πιο βαθύ: πέρα από την εκάστοτε υποκειμενική γνώμη και την παραδοχή ή μη αυτής της ρήσης από διάφορους «πολυμαθείς» της αμάθειας, ο συγκεκριμένος λόγος του αποσπάσματος απηχεί τη συνεκτική αλήθεια σχετικά με τη δομή και την ύπαρξη των όντων, ανεξαρτήτως χρόνου. Τα όντα, από τη μια πλευρά, ερείδονται σε ένα θεμελιακό υπόστρωμα καθορισμένης και εν πολλοίς δεδομένης-σταθερής υφής και, από την άλλη, εκ-τίθενται σε μια ακατάπαυστη μεταβλητότητα. Εάν το πρώτο χαρακτηριστικό των όντων συγκροτεί, για τον Ηράκλειτο, το Είναι, το δεύτερο παραπέμπει στο γίγνεσθαι. Το Είναι μπορεί να υπάρχει μόνο ως εσωτερική ανα-τροπή του εαυτού σε γίγνεσθαι. Γι’ αυτό, χωρίς το γίγνεσθαι δεν θα υπήρχε ούτε φυσικός ούτε νοητός κόσμος.

Όμως ποια άλλα, υπαρκτικής φύσης, γνωρίσματα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα νοήμονα όντα, κατά τον Ηράκλειτο, ώστε να διάγουν τον βίο τους εύρυθμα; Πρέπει να μην παραγνωρίζουν ότι «ο πόλεμος είναι κοινός και η δικαιοσύνη έριδα και πως όλα συμβαίνουν με βάση την έριδα και την αναγκαιότητα» (απ. Β 80), πως όλα δηλαδή τα πράγματα διέπονται από την έριδα και την αναγκαιότητα. Στη συνάφεια τούτη, τι σημαίνει η φράση: ο πόλεμος είναι κοινός (στ’ αρχαία: ξυνός); Ότι η νοητή γραμμή που συνέχει και ανατροφοδοτεί το γίγνεσθαι ως αναγκαιότητα, ως νομοτέλεια, είναι ο Λόγος. Και ο Λόγος δεν είναι ανέξοδα και ανερμάτιστα λόγια, σαν αυτά πολλών σημερινών καθεστωτικών διανοουμένων ή ανίκανων πολιτικών , αλλά η πύρινη, έμπρακτα φωτεινή αρχή που καθιστά αμείλικτο τον αγώνα αντίρροπων δυνάμεων, ανυποχώρητη την πάλη των αντιθέτων, ως το σημείο που αμφότερα τα αντίπαλα μέρη, μέσα από τη διαλεκτική τους αυτοαναίρεση, κατ’ αναγκαιότητα διεκδικούν τη συστατική τους αλήθεια στον εσωτερικό χώρο ενός νέου, ανώτερου ποιοτικά, ενιαίου νοηματικού όλου. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, σήμερα έναν παρόμοιο αγώνα, αντιμαχία, αντιπαράθεση, μεταξύ αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων. Η αυθεντικότητα του αγώνα δεν έγκειται στις λεκτικές επιθέσεις της μιας παράταξης ενάντια στην άλλη –τότε, τα πολιτικοσυνδικαλιστικά «αηδόνια» θα ήταν άγιοι και όχι μισθοφόροι- αλλά στο κατά πόσο η κάθε παράταξη, λόγω και έργω, αναιρεί διαλεκτικά τον εαυτό της ως παράταξη, ως τεμαχισμένο όλο δηλαδή, και συμβάλλει με έναν λαμπρό και τιτάνιο αγώνα στη χάραξη μιας αυτοδιευθυνόμενης προοπτικής του λαού. Στο εσωτερικό μιας τέτοιας ολότητας έχουν θέση και οι παραταξιούχοι, στο βαθμό που παύουν πλέον να υπηρετούν τον διχαστικό λόγο της κλειστής παράταξης, έχουν αποβάλλει το παλιό εξουσιαστικό τους δέρμα και δύνανται έτσι να ακροώνται τον κοινό Λόγο, να συνομιλούν μαζί του.