Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

J.-J. Rousseau: εκείθεν της διαφθοράς και της κοινωνικής ανισότητας

Ζαν-Ζακ Ρουσσώ: 1712–1778

Η ισοσθένεια ατόμου και κοινότητας

Είναι γνωστό πως η απερίγραπτη διαφθορά της, κατά τα άλλα, «πολιτισμένης» κοινωνίας αποτελούσε ικανή αποκάλυψη, για τον Ρουσσώ, ώστε να στρέψει το ενδιαφέρον του στην αναζήτηση μιας εγγενούς προς τη φύση του ανθρώπου αρμονικής ζωής: απλής, μοναδικής, μοναχικής και συγχρόνως άκρως κοινωνικής. Ως φαίνεται, ο φιλόσοφος κατάλαβε έγκαιρα πως το φαινόμενο της διαφθοράς δεν είναι ένα εφήμερο και παροδικό φαινόμενο της κοινωνικο-πολιτικής ζωής των λαών, αλλά, λιγότερο ή περισσότερο, σύμφυτο με τη λειτουργική φυσιογνωμία αυτής της ζωής. Εξάλλου, ως ένας από τους πιο ακαταμάχητους θεωρητικούς της Γαλλικής Επανάστασης, θέτει με οξύτητα όλα τα μεγάλα ζητήματα του καιρού του, που εξακολουθούν να απασχολούν και τη σύγχρονη εποχή στην αναλογική απόχρωση των δικών της αναγκών. Τα ερωτήματα του μεγάλου αυτού στοχαστή γύρω από την έμφυτη κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, από την πρόοδο και τον πολιτισμό ως απόλυτες αξίες κ.α., τίθενται και πάλι στην ημερήσια διάταξη της σύγχρονης σκέψης. Αρκεί κανείς να μιλάει, έτσι γενικά, για κοινωνικοποίηση ανθρώπων και πραγμάτων, για ελεύθερη βούληση και δημιουργική πράξη, χωρίς τη συγκεκριμένη και γι’ αυτό ουσιαστική χάραξη κατεύθυνσης προς την ελεύθερη κοινότητα των άμεσα ελεύθερων ατόμων;

Επιχειρώντας να σκεφτεί πάνω στη φυσική κατάσταση και το φυσικό δίκαιο, ο Ρουσσώ διακρίνει μια αληθινή άβυσσο ανάμεσα στη φυσική κατάσταση και την πολιτική κοινωνία. Η πρώτη τίθεται πάντοτε ως αναγκαία προϋπόθεση, για να σκεφτούμε τη δεύτερη· γι’ αυτό, υποστηρίζει, εάν δεν γνωρίζουμε τίποτα το ακριβές για τη φύση της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, δηλαδή σχετικά με το «τι είναι έμφυτο και τι τεχνητό στην παρούσα φύση του ανθρώπου» (Λόγος για την ανισότητα …), οφείλουμε να σχηματίσουμε κάποιες συγκεκριμένες ιδέες επ’ αυτής, οι οποίες θα μας επιτρέπουν μια ορθή αποτίμηση της παρούσας κατάστασής μας ως ανθρώπων: θα καταδεικνύουν τα πραγματικά θεμέλια της πολιτικής κοινωνίας. Κατ’ αυτή τη συλλογιστική, ο Ρουσσώ αποδέχεται τη σημερινή πολιτική κοινωνία ως μια συμβατική συνθήκη συνύπαρξης και συλλογικής έκφρασης των ανθρώπων, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται, με κανένα τρόπο, στην αρχέγονα ελεύθερη φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Ταυτόχρονα επιδιώκει να κατανοεί τούτη τη φυσική κατάσταση όχι με βάση εντυπώσεις, ιδέες, παραστάσεις ή νοητικές αφαιρέσεις που μας παρέχει η σύγχρονη πολιτική κοινωνία· δηλαδή όχι ως μια άλλη όψη της αστικής κοινωνίας των πολιτών και των πολιτικών, αλλά ως ένα είδος υποθετικής σύλληψης, με βάση την οποία δύναται να ανασυγκροτηθεί η αληθινή ιστορία του ανθρώπινου κόσμου.

Η σημασία μιας τέτοιας σύλληψης έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οδηγεί τη σύγχρονη σκέψη πέρα από κάθε δογματική απόφανση ότι τη σημερινή αστική κοινωνία μάς την έχει πέμψει ο θεός και ως τέτοια είναι αδιαπραγμάτευτη. Η σύλληψη αυτή κλονίζει συθέμελα την τεχνητή συλλογικότητα της αστικής κοινωνίας. Μια συλλογικότητα, που δίνει στους οικονομικά ισχυρούς την εξουσία πάνω στους ανίσχυρους και μεταποιεί τους τελευταίους σε υποζύγια. Η ως άνω υποθετική σύλληψη σκιαγραφεί τον πρωτόγονο άνθρωπο ως αυτάρκη, ως μη εξαρτώμενο από τους συνανθρώπους του, ως απαλλαγμένο από τα φοβερά πάθη του –τεχνικού κυρίως– πολιτισμού. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι η απεικόνιση της αυθεντικής φυσικής κατάστασης του ανθρώπου, αλλά η μέσω μιας τέτοιας αξιό-λογης απεικόνισης κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας των σημερινών ανθρώπων. Τι καταδεικνύει λοιπόν; Πως η εν λόγω ανισότητα ξεκίνησε με την καθίδρυση της κοινωνικής μας σχέσης στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας. Από τότε, παρατηρεί εμφατικά ο φιλόσοφος, που ο πρώτος περιέφραξε ένα χωράφι και είπε: «αυτό είναι δικό μου», υπογράφηκε η ιδρυτική πράξη της πολιτικής κοινωνίας. Οι συνέπειες έκτοτε μιας γενικευμένης ιδιοποίησης, στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής κοινωνίας, ήταν οι πόλεμοι, οι φόνοι, τα εγκλήματα και πάσης φύσεως αθλιότητες, που αντιβαίνουν στη φύση της φυσικής κατάστασης των ανθρώπων.

Τι προτείνει εν τέλει ο Ρουσσώ; Η ως άνω υποθετική σύλληψη, ως υπόθεση φιλοσοφικής εργασίας, δεν καθήλωσε τη σκέψη του σε μια απλώς ρομαντική διαφυγή από το υπάρχον. Απεναντίας, του επέτρεψε να διαπιστώσει πως ο σημερινός άνθρωπος ταξιδεύει μαζί με τους συνανθρώπους του το χωρίς επιστροφή ταξίδι της προόδου και του πολιτισμού· γι’ αυτό, το μόνο ρεαλιστικό είναι μια νέα ομόφωνη σύμβαση, την οποία αποκάλεσε κοινωνικό συμβόλαιο. Τι επιζητεί με τη νέα τούτη σύλληψη του κοινωνικού συμβολαίου; Την ανάδειξη της μοναδικότητας του ατόμου μέσα από την ταυτόχρονη ανάδειξη μιας ελεύθερης κοινότητας των ανθρώπων. Στο κοινωνικό συμβόλαιο, για παράδειγμα, διαβάζουμε πως η μορφή συνένωσης των ανθρώπων πρέπει να είναι τέτοια, ώστε με όλη τη δύναμη της κοινότητας να προστατεύεται το πρόσωπο και τα αγαθά του, παράλληλα δε, μέσα στην ενότητα των ανθρώπων-προσώπων, το κάθε μέλος να υπακούει μόνο στον εαυτό του και να απολαμβάνει πλήρως την ατομική του ελευθερία, όπως και πριν. Το κοινωνικό συμβόλαιο, απ’ αυτή την άποψη, είναι αφενός η πράξη–συμβόλαιο συνένωσης των ανθρώπων σε κοινότητα και αφετέρου η πράξη-συμβόλαιο ελεύθερης ύπαρξης των ατόμων μέσα σε τούτη την κοινότητα· πρόκειται δηλαδή για συμβόλαιο ανάμεσα σε συμβαλλόμενα μέρη με ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, χωρίς ηγεμονεύσεις και χαρισματικές εξαιρέσεις.

 Το μεγαλειώδες αυτού του συμβολαίου συνοψίζεται λοιπόν σε τούτο: η ελεύθερη κοινότητα αναδεικνύεται εν ταυτώ με τη συγκρότηση ελεύθερων ατόμων και πέραν κάθε ηγεμονικής βλέψης της μιας ή της άλλης πλευράς: το συλλογικό σώμα, γράφει ο Ρουσσώ, πρέπει να αποτελείται από τόσα μέλη όσες και οι ψήφοι της συνέλευσης. Αυτό που θέλει να αποτρέψει με τη σκέψη του είναι η πάσης φύσεως υποταγή της ατομικότητας στη μια ή την άλλη μορφή εξουσίας και κυριαρχίας, ακόμη κι αν αυτή η εξουσία ευαγγελίζεται το γενικό καλό. Στην πράξη κάθε μορφή κυριαρχίας αντιμετωπίζει το ενικό άτομο ως αριθμητική μονάδα και όχι ως πρόσωπο, με αποτέλεσμα να το ρίχνει εκάστοτε σε νέα δεσμά και να το μετατρέπει σε υπήκοο. Κάτι σαν αυτό που συμβαίνει σήμερα με τις ιδεολογικές αυταπάτες ή εξαπατήσεις της μαζικής δημοκρατίας ή της καθεστωτικής «αριστεράς»: όλες οι συνιστώσες βαπτίζουν τη δική τους αναρρίχηση στην εξουσία ως καθίδρυση μιας ελεύθερης κοινότητας των ανθρώπων, η οποία με τη σειρά της θα «υπερασπιστεί» τη μοναδικότητα και την ελευθερία του ατόμου. Στην ουσία, η συγκεκριμένη καθεστωτική λογική αυτής της «αριστεράς» είναι μια νέα εσχατολογία, με άμεση συνέπεια την κατασκευή νέων Φύρερ, που θα εμφανίζονται ως λυτρωτές της περιφρονημένης προσωπικότητας των ατόμων και θα μιλούν ριζοσπαστικά, αλλά θα ενεργούν μόνο συντηρητικά έως σκοταδιστικά: θα περιθωριοποιούν τη μονάδα και θα διαφθείρουν την ομάδα.