Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

I. Kant: Η καλή βούληση ως άγγελμα βίου

Ιμμάνουελ Καντ: 1724–1804

Λόγος και καλή βούληση

Το μόνο πράγμα που υπάρχει, μέσα ή έξω από τον κόσμο, και είναι καλό χωρίς επιφυλάξεις και περιορισμούς δεν είναι άλλο από μια καλή βούληση. Έτσι περίπου αρχίζει τη συζήτηση για την καλή βούληση ο Καντ στο βιβλίο του: Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών (βλ. ελλην. μτφρ. Γ. Τζαβάρα). Το εν λόγω βιβλίο, στην περιοχή της ηθικής φιλοσοφίας, λογίζεται ισάξιο της Πολιτείας του Πλάτωνα, καθώς και των Ηθικών του Αριστοτέλη. Περιεκτικά, αλλά με βάθος νοημάτων και σαφή λόγο διερευνά τα κατά Λόγο (θεωρητικό και πρακτικό) δυνατά ηθικά θεμέλια, με ορίζοντα πάντοτε τον ηθικό νόμο και τη φωταγώγηση, ως εκ τούτου, της ύψιστης αρχής της ηθικότητας. Τι μας λέει λοιπόν, ευθύς εξαρχής, ο Καντ για την καλή βούληση; Πως μια καλή βούληση, φιλοσοφικά-Λογικά ιδωμένη και όχι απλώς καθημερινά-εμπειρικά, είναι καλή κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Τούτο σημαίνει ότι η βούληση συνυφαίνεται με κάτι το ανυπόθετα, το απόλυτα καλό· ένα καλό που δεν εξαρτάται υποχρεωτικά από άλλα πράγματα ή πάλι δεν προϋποθέτει κάποια σχέση μαζί τους.

Βέβαια, μια καλή βούληση δεν είναι το μοναδικό καλό. Δεν χωράει αμφιβολία πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα ή ιδιότητες που κατηγοριοποιούνται ως καλά/καλές, στην αναλογία τους και υπό διάφορες οπτικές ή σχέσεις. Π.χ. η εγκράτεια στις ορμές και τα πάθη, η αυτοκυριαρχία, η νηφάλια σκέψη κ.λπ. ανήκουν στα σημαντικά γνωρίσματα που κοσμούν τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπινου προσώπου. Τέτοια καλά όμως δεν είναι καλά κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες· δεν είναι δηλαδή ανυπόθετα, απόλυτα καλά. Απεναντίας, ανάλογα με την καλή ή κακή βούληση του ανθρώπου που τα χρησιμοποιεί, αποβαίνουν καλά ή κακά. Η καλή βούληση έτσι τίθεται ως προϋπόθεση για να προκύπτει το καλό. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο γερμανός φιλόσοφος, «η ψυχραιμία (das kalte Blut) ενός κακούργου τον καθιστά όχι μόνο πιο επικίνδυνο, αλλά και παρευθύς πιο αποτρόπαιο στα μάτια μας, από όσο θα τον θεωρούσαμε χωρίς αυτήν την ψυχραιμία» (Τζαβάρας, ό.π., σ.34).

Πώς εξηγείται όμως η καλοσύνη της καλής βούλησης; Από πού έλκει την καταγωγή της; Η καλή βούληση δεν κρίνεται, ως τέτοια, από τα αποτελέσματα που έχει, από τα καλά που μπορεί να μας προσφέρει ή από το γεγονός ότι είναι σε θέση να εκπληρώσει κάποιον καλό σκοπό. Εάν προσδιοριζόταν έτσι, τότε θα ήταν σχετική και όχι απόλυτη, συναφώς θα μπορούσε για τον έναν ή στη μια περίπτωση να παράγει το καλό και στην άλλη ή για άλλον το κακό· οπότε θα ήταν εναλλαγή καλής και κακής βούλησης ως το άπειρο, δηλαδή απόλυτη σχετικοκρατία του καλού. Τότε θα νομιμοποιούταν και το κακό ως λιγότερο ή περισσότερο καλό ή κακό, ανάλογα με τα πρόσωπα, τα συμφέροντα, τις συστημικές αντιλήψεις κ.λπ. Σύμφωνα με τον Καντ, η καλή βούληση εξακολουθεί να είναι καλή, να εκπέμπει καλοσύνη, ακόμη κι αν από κακή τύχη δεν μπορέσει να εκπληρώσει τους προτιθέμενους σκοπούς της. Επομένως, αυτή δεν επηρεάζεται από τη χρησιμότητά της ή μη σε μια δεδομένη στιγμή. Από εδώ όμως δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα ότι μια καλή βούληση δεν στοχεύει ή δεν πρέπει να στοχεύει στο να παράγει αποτελέσματα από το φόβο μην παραχθεί κάποιο κακό αποτέλεσμα.

Το ερώτημα λοιπόν τίθεται τώρα πιο συγκεκριμένα: ποιο είναι το θεμέλιο εκείνο που καθιστά την καλή βούληση απόλυτη αξία; Ο Καντ διερευνά την ουσία του ερωτήματος σε σχέση με τη λειτουργία του Λόγου. Ο τελευταίος, πριν απ’ όλα είναι το όργανο, με το οποίο μας προικίζει η φύση. Με τη λειτουργία του, ο Λόγος προορίζεται να κυβερνά τη βούληση ή να ενεργοποιεί μια βούληση. Προς ποια κατεύθυνση όμως; Μήπως προς επίτευξη της ευημερίας ή της ευτυχίας του ανθρώπου; Εάν η λειτουργία του Λόγου εξαντλούταν μόνο στα όρια επίτευξης κάποιας ευημερίας ή ευτυχίας, τότε θα ήταν περιττή και ο ίδιος θα ήταν ένα υποβαθμισμένο όργανο, γιατί το ίδιο το ένστικτο μπορεί άριστα, ίσως και καλύτερα, να μας καθοδηγεί στην εκπλήρωση τέτοιων αναγκών. Ο ρόλος του Λόγου είναι άλλος. Δεν είναι να δημιουργεί μια βούληση που είναι καλή, για να μας οδηγεί στην ευτυχία· τότε όλοι οι φιλήδονοι του κόσμου –και δη οι φιλήδονοι πολιτικοί, αυτοί οι κατ’ εξοχήν εχθροί του Λόγου– θα ήταν τα υπέρτατα Λογικά όντα και ως εκ τούτου το απόλυτο καλό. Ο ρόλος του είναι να δημιουργεί μια βούληση που είναι αυτή καθεαυτήν καλή. Εδώ πρόκειται για μια τελεολογική αντίληψη, η οποία μπορεί να μη γίνεται άκρως αποδεκτή σήμερα, αλλά δεν παύει να διασφαλίζει τον Λόγο –ως Λογική και λέγειν συνάμα– από την καταβύθισή του μέσα στο άσκεπτο, στο θνησιγενές, στη μωρολογία, στον λογοκοπικό κατακλυσμό. Ο «λόγος» που μας κατακλύζει σήμερα είναι μια δημόσια φλυαρία χωρίς έρεισμα Λογικής και συναίσθηση ήθους. Ο Καντιανός Λόγος, απεναντίας, στοχεύει στη διαφύλαξη του ανθρώπινου βίου από την κενότητα και το άρριζο ενός χωρίς ήθος λόγου. Όσο μαθαίνει να διαφυλάσσεται, τόσο αναφλογίζεται από τη συνδυαστική αλήθεια βιώματος και λογισμού.