Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Heidegger: τι είναι λαός;

Beiträge zur Philosophie

Πού βρίσκεται η ουσία του λαού;

Στοιχεία κατανόησης

Ι. Η έννοια του «λαού» θεωρείται από τις πιο οικείες στη ζωή των ανθρώπων. Το ότι όμως είναι οικεία δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι και καλά εγνωσμένη. Γι’ αυτό, διανοητές από την αρχαία εποχή έως και σήμερα δεν έπαψαν να ασχολούνται με τη διερεύνηση της ουσίας του λαού ως έννοιας και ως πραγματικής κατάστασης. Συνήθως, αρκετοί εννοούν να ταυτίζουν τον «λαό» με το «πλήθος». Η ιστορική πράξη, αλλά και η φιλοσοφική θεώρηση ωστόσο έδειξαν πως δεν πρόκειται για το ένα και το αυτό. Ουδείς σχεδόν φιλόσοφος, μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, δεν σκέφτηκε να ταυτίσει τις δυο έννοιες. Ο Χάιντεγκερ επίσης, που μας ενδιαφέρει εδώ, διέκρινε με σαφήνεια τις δυο κατηγορίες. Τον λαό, κατά κανόνα, τον συλλαμβάνει περισσότερο στη βάση της ιστορικότητας του Είναι και πιο ειδικά του Dasein. Το τελευταίο είναι εκάστοτε Da-Sein [=Εδωνά-Είναι], δηλαδή Είναι του οποίου η παρ-ουσία τελεί πάντοτε σε σχέση με τους άλλους και γίνεται αισθητή μόνο μέσα στον κόσμο ως συν-ανα-στροφή αυτόν. Επομένως, η έννοια του λαού προσδιορίζεται στην ουσία της μόνο στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής και ιστορικής προοπτικής ενός έθνους.

ΙΙ. Το πλήθος, απεναντίας είναι μια πιο απροσδιόριστη, ασυντόνιστη πολλαπλότητα, της οποίας η μαζική συμπεριφορά εμφανίζει, όχι σπάνια, και χαρακτηριστικά δικτατορικής απολυτότητας. Γι’ αυτό, ο φιλόσοφος μιλάει, σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι μαζοποιούνται οικτρά και πέραν κάθε αίσθησης αυτο-αναγνώρισης, όπου συμπεριφέρονται ως μικροί ή μεγάλοι δικτατορίσκοι, για «δικτατορία των πολλών». Μια τέτοια «δικτατορία» κλείνει εντελώς τον δρόμο των πολλών προς τον Λόγο και το Είναι. Μόνο όταν η οδός προς τον Λόγο είναι ανοικτή, το πλήθος γίνεται λαός που έχει φωνή, μιλάει και συγχρόνως ακούει. Προς τούτο, ο Χάιντεγκερ επικαλείται και τον Ηράκλειτο, σύμφωνα με τον οποίο, εκείνοι που δεν διανοίγονται στον Λόγο, δεν είναι σε θέση ούτε να ακούσουν ούτε να μιλήσουν (απ. 19). Αυτό δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ανάμεσα στο πλήθος: όσο κυριαρχεί μέσα στη ζωή, οι πολλοί σκοντάφτουν στη δική τους ισχυρογνωμοσύνη και δεν απέχουν πολύ από την άβυσσο της ανυπαρξίας: ο κόσμος απολιθώνεται και τα ανθρώπινα όντα μετατρέπονται σε αντικείμενα προς κάθε είδους χρήση. 

Da-sein και ο Λαός

«Μόνο στη βάση του Da–sein [=Εδωνά–Είναι] είναι δυνατόν να συλλαμβάνουμε την ουσία του λαού και τούτο σημαίνει συγχρόνως να ξέρουμε πως ο λαός ποτέ δεν μπορεί να είναι στόχος και σκοπός. Το να υποστηρίζει κανείς την αντίθετη άποψη είναι απλώς μια «λαϊκίστικη» προέκταση της «φιλελεύθερης» σκέψης του «Εγώ» και της οικονομικής αντίληψης για τη διατήρηση του «βίου».

Η ουσία του λαού, ωστόσο, είναι η «φωνή» του. Η φωνή τούτη δεν ομιλεί ακριβώς στο επονομαζόμενο άμεσο ξεχείλισμα του κοινού, φυσικού, φυσιολογικού, ανεπιτήδευτου και ακαλλιέργητου «ανθρώπου». Διότι αυτός που καλείται έτσι να είναι μάρτυρας είναι ήδη πολύ κίβδηλος, κακότροπος και προ πολλού δεν κινείται πλέον στις αρχέγονες σχέσεις προς τα όντα. Η φωνή του λαού ομιλεί σπάνια και μόνο σε λίγους· μπορεί αυτή η φωνή να αντηχεί ακόμα;» (GA 65, 319).
 Ένα σχόλιο

1. Η έννοια του λαού εμφανίζεται, πρώτα-πρώτα, στο Είναι και Χρόνος. Εδώ ο Χάιντεγκερ συσχετίζει την ουσία της με την κοινότητα (Gemeinschaft) και όχι με την κοινωνία (Gesellschaft). Μέσα στην έτσι εννοούμενη κοινότητα έρχεται σε επαφή το Da-sein με τους άλλους και δοκιμάζει να υπάρξει αυθεντικά. Στην κοινωνία, απεναντίας, ελλοχεύει πάντοτε ο κίνδυνος το κοινόν [: με την αρχαία ελληνική σημασία] να καταπνιγεί ανάμεσα στις λαβίδες του γυμνού, αγελαίου ατομικισμού των πολλών και του αφηρημένου γενικού της κοινωνίας. Το αυθεντικό Συνείναι (Mitsein) του Da-sein απηχεί την αυθεντική δυνατότητα ύπαρξης του ανθρώπου και προσδιορίζει την κοινότητα ως ανώτερη μορφή έκφρασης έναντι της κοινωνίας, όπου συμβαίνει ανελέητος ανταγωνισμός συμφερόντων και ο αυθεντικός αγώνας υποβιβάζεται σε απλή πολεμική, σε δολοπλοκίες και ασύλληπτες για τον ανυποψίαστο νου μηχανορραφίες.

2. Αυτοί ακριβώς οι δολοπλόκοι: πολιτικοί, δουλοπρεπείς «διανοούμενοι», σωματειακές ενώσεις, επί μέρους οργανωμένες ομάδες κ.λπ. βλέπουν την ουσία του λαού με τη διόπτρα του λαϊκισμού, του οικονομισμού, της επιβίωσης και όχι της βίωσης. Ετούτο το «πνευματικό άρωμα» διοχετεύεται περαιτέρω, μέσω μιας φλύαρης επικοινωνίας και εντεταλμένης εικονικής πραγματικότητας, στους πολλούς ως ιδεολογία και έτσι εξολοθρεύει τη μοναδικότητα του «λαού». Ο λαός τότε γίνεται μάζα και παύει να έχει φωνή. Απέναντι σε μια τέτοια υπονόμευση της αυθεντικότητας της ουσίας του, ο Χάιντεγκερ διερωτάται: μπορεί η φωνή του λαού να αντηχεί ακόμα; Ως προκύπτει από τα πράγματα, μια τέτοια φωνή δείχνει να σιγά και ποικίλες άλλες κακές απομιμήσεις αυτής της φωνής, με τις πιο γλυκόηχες ονομασίες, εμφανίζονται στο (πολιτικό) προσκήνιο και ετοιμάζονται για μια ακόμη φορά να κατασπαράξουν το ήδη κατασπαραγμένο σώμα και πνεύμα αυτού του λαού.