Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Hegel: Κράτος και κοινωνία (II)

Σχετική εικόναΗ κοινωνική ηθική (Die Sittlichkeit)

Πώς σκέπτεται ο Χέγκελ την ανθρώπινη κοινότητα; Τη σκέπτεται ως μια οργανωμένη κοινωνία ελεύθερων πολιτών. Τι σημαίνει τούτο; Μεταξύ άλλων και τα εξής: Εν πρώτοις, πλήρης διαφοροποίηση από την επικρατούσα τότε, σε γενικές γραμμές, πολιτική αντίληψη, εκπορευόμενη από αντίστοιχες πολιτικές θεωρίες, περί μιας άνευ όρων υπεράσπισης του ιδιωτικού συμφέροντος. Το προσωπικό μόνο συμφέρον και όφελος, εάν δεν διέπεται από κανόνες δικαίου και δεν στηρίζεται σε μια αυτοσυνειδητοποιημένη κοινότητα ανθρώπων, μετατρέπει τον λαό σε όχλο και έτσι διευκολύνει τους ανθρώπους της κρατικής εξουσίας να αποδεικνύονται υπάνθρωποι: να αυθαιρετούν –οικονομικά, κοινωνικά, ιδεολογικά …– σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος και προς ίδιον όφελος χωρίς αρχές και ήθος· να είναι κοινώς πολιτικοί απατεώνες. Η παρούσα έκπτωση του κοινωνικο-πολιτικού μορφώματος της Ελλάδας, με τους μίσθαρνους πολιτικούς του, κάτι τέτοιο έρχεται να μας υπενθυμίζει. Δεύτερον, η σύλληψη των ενικών ατόμων όχι ως οντοτήτων, πλήρως απογυμνωμένων από το κοινωνικό τους Είναι, αλλά ως προσώπων προσδιορισμένων από την κοινωνική τους σχέση και ταυτότητα· από αυτό δηλαδή που ο Μαρξ ονόμαζε αργότερα ταξική σχέση. Τρίτον, εναρμόνιση ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος, κατά τέτοιο τρόπο που το κάθε άτομο να βρίσκει την ευχαρίστησή του, την εσωτερική του ενότητα και την πραγματική του ευτυχία σε αυτό που έχει κατακτηθεί από κοινού και όχι απλώς σε ένα άθροισμα μεμονωμένων ατομικών εγχειρημάτων. Θεμέλιο μιας τέτοιας εναρμόνισης αποτελεί η κοινωνική ηθική, η ηθική τάξη (Sittlichkeit). Ποιος εγγυάται τούτη την ηθική τάξη; Το κράτος. Το τελικό ζητούμενο λοιπόν είναι η έννοια και η ουσία του κράτους –κάτι που θα μας απασχολήσει σε επόμενες αναρτήσεις– με προαπαιτούμενο: την κατανόηση της εγελιανής Sittlichkeit.

Πριν απ’ όλα, η εγελιανή Sittlichkeit ανάγει τις ρίζες της στην ιστορικότητα του ανθρώπινου κόσμου, με ιστορική αφετηρία πάντοτε την έννοια και την πράξη του αρχαίου ελληνικού ήθους. Όταν επομένως ο Χέγκελ μιλάει περί κοινωνικής ηθικής ή ηθικής τάξης και ζωής δεν εννοεί κάποια δέσμη θεολογικών κανόνων ή παρόμοιων ηθικών εντολών, υπαγορευμένων έξωθεν, αλλά πολύτροπα σύνολα κοινωνικών και πολιτικών κυρίως ιδεών που επιτρέπουν στην κάθε ατομικότητα να αναπτύσσεται με τα δικά της χαρακτηριστικά αλλά σε συντονία με τους υψηλούς σκοπούς της κοινωνίας. Στα σύνολα αυτά των ιδεών ανήκουν οι διάφορες εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, μαζί και η ηθική των ατόμων ως κοινωνικών όντων (Moralität), η τέχνη, η ποίηση, η θρησκεία και η φιλοσοφία. Όλες αυτές οι εκφάνσεις είναι εξωτερικεύσεις και εφαρμογές ενός ενιαίου και μοναδικού ήθους. Γι’ αυτό και δικαίως ο Χέγκελ μιλούσε για μια ενιαία και αδιαίρετη φιλοσοφία με επί μέρους διακλαδώσεις, στις οποίες αντιστοιχούν οι εκάστοτε ιστορικές αναπτύξεις της φιλοσοφίας. Τα ιστορικά αναπτύγματα της φιλοσοφίας δεν είναι απλώς πολιτισμικά δημιουργήματα, αλλά κατ’ εξοχήν πνευματικά, δηλαδή ιστορικά επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού, τα οποία ανασυλλέγονται ως νοητή γραμμή που καθοδηγεί και συνέχει την εξέλιξη του κόσμου. Ο Χέγκελ συμπυκνώνει σε τρεις λέξεις όλη αυτή τη διεργασία ανασυλλογής και εξελικτικής προοπτικής του νεωτερικού κόσμου: Φαινομενολογία του πνεύματος. Απ’ αυτή την άποψη, αποτελεί μέγιστη και ασυγχώρητη μωρία να συνθλίβεται η κατά Χέγκελ έννοια του πνεύματος στα σιδερόφρακτα πλοκάμια ενός εργαλειακού νου (π.χ. Φαινομενολογία του νου). Αυτός ο «νους» δεν έχει καμιά σχέση με την αρχαιοελληνική έννοια του νου –που περιλαμβάνεται μέσα στο εγελιανό πνεύμα– παρά είναι η κατονομασία του μετά τον Διαφωτισμό καθιδρυμένου εργαλειακού λόγου της αστικής εξουσίας. Εάν στο πρώιμο νεωτερικό του ξεκίνημα αυτός ο Λόγος αποτελούσε πρόοδο για την αναδυόμενη αστική κοινωνία, κατά την περίοδο της ύστερης νεωτερικής εποχής και μέχρι σήμερα έχει ένα μόνο έργο: να αποδομεί την κοινωνική ηθική, αυτό το πιο ισχυρό ρίζωμα του πνεύματος, εν ονόματι μιας νεφελώδους προόδου της κοινωνίας. Έτσι οι εκάστοτε πολιτικοί, γιατί όχι και «φιλοσοφικοί», απατεώνες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να αυτό-αναγορεύονται σε «σωτήρες» μιας κοινωνίας και ενός έθνους ή ακόμη και σε ανα-μορφωτές της φιλοσοφικής σκέψης.