Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

G. Hegel: Φιλοσοφία και γλώσσα

Αποτέλεσμα εικόνας για georg stellerΓλώσσα και σκέψη

Ποιος είναι ο λόγος της φιλοσοφίας, κατά τον Χέγκελ; Ο λόγος που ομιλεί τη γλώσσα της δια-λεκτικής άρσης των αντιθέσεων της ζωής. Ετούτη η άρση σημαίνει ότι η φιλοσοφία δεν επιδιώκει μια τυπική ταυτότητα της ανθρώπινης σκέψης και μια εξίσου κατασκευασμένη, επινοημένη εξίσωση των πάντων με τα πάντα, αλλά την καλλιέργεια της πιο ζωντανής σχέσης ανάμεσα στις αντιθέσεις της ζωής· μιας σχέσης που επιτρέπει στους ανθρώπους να σκέπτονται το θετικό μέσα από τη δύναμη του αρνητικού. Πώς κατανοείται η δύναμη τούτη; Σε καμιά περίπτωση ως μια καταστροφική δύναμη, ως ο Μεφιστοφελής που παντού θέλει να βλέπει συντρίμμια ή να προκαλεί συμφορές, παρά ως η αναζωογονητική δύναμη ή ικανότητα του λόγου να φωτίζει τις διαφορές και τις λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα σε ανθρώπους και πράγματα, να συλλαμβάνει κριτικά τις εσωτερικές τους αντιφάσεις και να αναδεικνύει την έννοια ή την ιδέα ως τη γλωσσική υπέρβαση των πιο ασαφών ή αδύναμων όψεων του πράγματος. Η γλωσσική τούτη υπέρβαση είναι η σκέψη που θέτει την υπέρβαση ως προσδιορισμένη άρνηση τινός και ανύψωσή του σε ένα ανώτερο ποιοτικό όλο. Το τελευταίο τούτο είναι το ρόδο της ανθρώπινης μοίρας, που σε κάθε στιγμή γυρεύει να μας συναντήσει και με χαμόγελο να μας προμηθεύσει το σπαθί, για να εξουδετερώνουμε τους γόρδιους δεσμούς, τους οποίους κάποιοι επιτήδειοι του δημόσιου βίου παρουσιάζουν ως αδήριτη αναγκαιότητα, ενώ στην πράξη τους κατασκευάζουν οι ίδιοι για να εκτρέπουν τα ισχυρά ρεύματα σκέψης και πράξης από τον αυτοκαθοριζόμενο δρόμο τους.

Η γλώσσα έτσι εργάζεται με έννοιες για έναν ερωτηματικό προσανατολισμό της σκέψης, που θα υποβάλλει, κατά περίπτωση, το συμπτωματικό στην αναγκαιότητα του δια λόγου ελέγχου. Αυτή η γλώσσα χωρεί πάνω από ιδεολογικές ιχνογραφίες υπέρ του αλάθητου και δίνει τη δυνατότητα στη συνείδηση να ανακαλύπτει την πηγαία της αυθεντικότητα. Όσο η συνείδηση αφήνει την πηγαία της αυθεντικότητα να εκφράζεται και να μορφοποιείται περαιτέρω σε διανοηματικό λόγο αποδυναμώνει με δημιουργικό πάθος τη νωθρότητα της καθημερινής κουβέντας και αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα πιο υψηλά επιτεύγματα του πνευματικού πολιτισμού. Μια τέτοια συνείδηση τότε, εάν κληθεί από τις περιστάσεις να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή εάν χρειάζεται να εκφραστεί ως πολιτική συνείδηση, δεν θα συγχέει τον ως άνω πολιτισμό με την αντικουλτούρα του σκυλάδικου, όπως συμβαίνει με τα αδηφάγα πολιτικά ερπετά της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής· απεναντίας θα βρίσκει το θάρρος της σκέψης να ρωτά και να διερωτάται τι είναι πολιτισμός, τι είναι αληθινό, τι είναι πολιτική κ.λπ. και κατ’ αυτό τον τρόπο να ανα-χωρεί για νέους κόσμους σκεπτόμενης δράσης και μάλιστα πολιτικής δράσης, η οποία θα εισχωρεί στη νοηματική ρίζα των πραγμάτων και δεν θα εγκαθιστά σε υπουργικούς θώκους αντιαισθητικούς θαμώνες των πιο σκοτεινών καπηλειών ή "αυλικούς με τερατώδεις προσωπίδες" (Σεφέρης), έτοιμους να μετατρέψουν την πατρίδα τους σε "τόπο βοσκής για τις γκαμούζες" (Σεφέρης).