Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Η σύζευξη των Αντιθέτων

Αποτέλεσμα εικόνας για γιν και γιανγκΌλα τα πράγματα έχουν δύο πόλους, τον ένα ενάντια στον άλλο.

Φως-σκοτάδι, Χαρά-λύπη, πείνα-κορεσμός. Είναι αξεχώριστα, μολονότι το ένα φαίνεται να είναι ενάντια στο άλλο, δηλαδή δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο, όπως δεν μπορείς να έχεις ένα ραβδί με μια μόνο άκρη. Τα αντίθετα, αν τα ονομάσουμε δεξί και αριστερό εξασκούν δύναμη εναλλάξ. Προσέξτε πως αν έχουμε ένα εκκρεμές και έχει μετακινηθεί απόλυτα στα δεξιά, το δεξί γίνεται πάρα πολύ αδύναμο, και αρχίζει να έχει δύναμη το αριστερό, και αντίστροφα.

Όλα τα φαινόμενα, όλα τα γεγονότα, όλη η γήινη ζωή εκδηλώνονται ανάμεσα σε αντίθετες δυνάμεις, ή αντίθετους πόλους που κινούνται πότε προς τη μία κατεύθυνση, πότε προς την άλλη, έτσι που ο πόλεμος ακολουθεί την ειρήνη και η ειρήνη τον πόλεμο, η έλλειψη ακολουθεί την αφθονία και η αφθονία την έλλειψη και πάει λέγοντας.

Στον αρχαίο ιερό ναό των Δελφών, ήταν γραμμένες δυο φράσεις που διάβαζαν εκείνοι που έμπαιναν στο μαντείο για συμβουλή. «Γνώθι σαυτόν» και «Μηδέν άγαν». Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να κάνει ή να δίνει πάρα πολλά. Σημαίνει «τίποτα σε ακρότητα, με υπερβολή». Πρώτα ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίσει τον εαυτό του (η αυτογνωσία φυσικά περιλαμβάνει και να γνωρίσεις τα αντίθετα μέσα σου) και μετά δεν πρέπει να φτάνει ποτέ στα άκρα –δηλαδή όταν γνωρίσει τον εαυτό του, θα γνωρίσει και τι είναι τα άκρα στον εαυτό του. Τα ενάντια είναι κλέφτες διότι ότι κτίζεται πάνω στο ένα, υπονομεύεται από το άλλο. Αλλά ότι κτίζεται στο κέντρο δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς. Γι’ αυτό, πολύ συχνά στα αρχαία σύμβολα, βρίσκουμε τα δύο ενάντια στις δύο πλευρές και την τρίτη δύναμη στο μέσον.

Φανταστείτε έναν εξασκημένο σχοινοβάτη που κρατά ισορροπία γέρνοντας δεξιά κι αριστερά. Ξέρει πώς να το κάνει μέσα από μακροχρόνια εκπαίδευση και μελέτη του εαυτού του. Χωρίς γνώση δεν θα μπορούσε να το κάνει. Ας υποθέσουμε ότι του θέτουμε το ερώτημα του Πιλάτου: «Τι είναι αλήθεια;» συμπληρώνοντας «είναι προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά;» Αν απαντούσε ότι είναι και τα δύο, το δικό μας αίσθημα για την αλήθεια θα προσβαλλόταν, διότι εμείς φανταζόμαστε ότι η αλήθεια είναι κάτι άκαμπτο. Αγνοούμε κάθε τι που δεν αντιστοιχεί στις απόψεις μας κι έτσι περπατάμε με το ένα πόδι. Ωστόσο μπορούμε να κατανοήσουμε ότι θα ήταν λάθος για τον σχοινοβάτη να θεωρήσει το αριστερό μέρος διαβολικό και το δεξί το μόνο επιθυμητό. Διότι θα βλέπαμε ότι είναι αναγκασμένος σε διάφορες στιγμές να γέρνει πότε προς τα αριστερά ή τα δεξιά, και ότι μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να προχωρεί. Αυτή είναι η ιδέα που εκφράζεται σε άλλο απόσπασμα από τον Εκκλησιαστή που λέει:

«Κάτω από τον ουρανό υπάρχει χρόνος για όλα και μια εποχή για κάθε σκοπό. Η ώρα της γέννησης και η ώρα του θανάτου, η ώρα να φυτέψεις και η ώρα να θερίσεις αυτό που φύτεψες. Η ώρα να γκρεμίσεις και η ώρα να χτίσεις, η ώρα να κλάψεις και η ώρα να γελάσεις, η ώρα να αποκτήσεις και η ώρα να χάσεις, η ώρα να σιωπάς και η ώρα να μιλάς, η ώρα για πόλεμο και η ώρα για ειρήνη.»

Τίποτα δε παραμένει ίδιο μέσα στο χρόνο. Ο χρόνος είναι αλλαγή. Τα πάντα αλλάζουν μέσα στο χρόνο ανάμεσα στα αντίθετα. Τα πάντα κυβερνιούνται από τα αντίθετα και ταλαντεύονται ανάμεσά τους. Τα πράγματα που θα πηγαίνουν καλά τη μία στιγμή, δε θα πηγαίνουν καλά την άλλη στιγμή. Υπάρχει ώρα για το καθετί κάτω από τον ήλιο, και το καθετί είναι θαυμάσιο στην ώρα του. Ωστόσο, εμείς οι άνθρωποι προσδοκούμε ότι τα πράγματα θα είναι πάντοτε τα ίδια και όταν δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες μας είμαστε ανίκανοι να προσαρμοζόμαστε και να αφομοιώνουμε τις εντυπώσεις από εκείνη την πλευρά της ζωής που δεν αντιστοιχεί στις απόψεις μας. Υποθέτω ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο για μας, από το να μάθουμε ότι ο καιρός δεν είναι πάντοτε ο ίδιος. Εμείς θέλουμε πάντοτε το ίδιο και προσδοκούμε το ίδιο, μολονότι παραπονιόμαστε για αυτό. Η ανικανότητά μας να αφομοιώσουμε το αντίθετο, να δούμε τα πράγματα από μια αντίπαλη άποψη, να είμαστε συνειδητοί και προς τις δύο πλευρές του εκκρεμούς, μας κάνει επιρρεπείς στη μονοτονία. Και αυτό οφείλεται αποκλειστικά, στη γενική στάση μας απέναντι στη ζωή, που δεν εσωκλείει την ιδέα των αντιθέτων. Επιμένουμε να παίρνουμε τη ζωή με μονόπλευρο τρόπο και θεωρούμε καθετί που είναι αντίθετο στις απόψεις μας σαν αίρεση ή σαν ατυχία. Το αποτέλεσμα είναι η έλλειψη ευκαμψίας, ευκινησίας. Γέρνουμε προς τα δεξιά και αρνούμαστε να γείρουμε προς τα αριστερά, όταν το απαιτεί η περίσταση.

Λοιπόν, δεν μπορούμε να είμαστε ζωντανοί αν παίρνουμε μια αμετακίνητη άποψη της ζωής διότι τότε σταματάει η αλληλεπίδραση ανάμεσα στη ζωή και σε μας και ταυτιζόμαστε με τη δική μας άποψη μόνον. Δεν πρέπει λοιπόν να ταυτιζόμαστε με τις συνθήκες τις ζωής, όποια κατεύθυνση κι αν παίρνουν αυτές, όσο δύσκολες κι αν φαίνονται πρόσκαιρα να είναι. Όμως όλοι μας θέλουμε να είμαστε ασφαλισμένοι, να νιώθουμε σιγουριά. Είναι σα να θέλουμε να παγώσουμε τα πράγματα σε ένα σταθερό πρότυπο. Τότε ταυτιζόμαστε μέσα από τις στάσεις μας. Ταυτιζόμαστε με τις συνθήκες της ζωής και παύει να υπάρχει κάτι που να ζει μέσα στη ζωή. Αν μπορούσαμε να διατηρούμε πλήρη συνειδητότητα και μνήμη καθ’ όλη την κίνηση του εκκρεμούς, όχι μόνο θα θυμόμασταν τις δύο αντίθετες καταστάσεις σε κάθε άκρο αλλά θα αρχίζαμε να συλλαμβάνουμε και μια Τρίτη που βρίσκεται στο μέσον. Θα πρέπει λοιπόν, κατά την ταπεινή μου άποψη, να παρατηρούμε τα εντός μας εκκρεμή, καθώς και τα εκκρεμή της ζωής και να προσπαθούμε να μην ταυτιζόμαστε με τα δύο άκρα της ταλάντωσης. Οι διαθέσεις μας κρέμονται όλες από τα εκκρεμή και δυστυχώς εμείς ταυτιζόμαστε με αυτές. Τις παίρνουμε σαν τον αληθινό εαυτό μας. Λέμε: «Σκέφτομαι», «Νιώθω» κλπ. Ξεχνάμε ότι το πραγματικόΕγώ βρίσκεται στον ομφαλό της κίνησης του εκκρεμούς και επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ταλαντεύεται ανάμεσα στον ενθουσιασμό και την απογοήτευση, ανάμεσα στη μεγάλη χαρά και την κατάθλιψη, ανάμεσα στην υπερεκτίμηση και την υποτίμηση, ανάμεσα στην έπαρση και την ταπεινότητα και στα παρεμφερή τους αιωνίως. Σε όλα αυτά δεν υπάρχει κέντρο βάρους. Δεν υπάρχει το μέτρο των Αρχαίων Ελλήνων. Ας θυμόμαστε ότι όταν ταυτιζόμαστε με μια πλευρά της ταλάντωσης, θα βρεθούμε κάτω από την εξουσία της άλλης πλευράς, όταν αυτή αναλάβει τα ηνία, και δε θα μπορούμε να δούμε καμιά σύνδεση. Ο σημερινός άνθρωπος έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση μονοδιάστατης ανάπτυξης που μοιάζει πραγματικά να προκαλεί την τύχη του.

Να είμαστε στη μέση σημαίνει να παρατηρούμε τον εαυτό μας και τις εσωτερικές μας διαμάχες, σημαίνει να διαχωρίζουμε τον εαυτό μας από τις συνθήκες τις ζωής έτσι ώστε να μην ταλαντεύεται από τη μια πλευρά στην άλλη. Σημαίνει να αναπτύσσουμε την Τρίτη εξουδετερωτική δύναμη. Η λέξη περιέχει ολοφάνερα την ιδέα του ουδέτερου. Τι σημαίνει ουδέτερο; Σημαίνει με την έννοια του λεξικού κανένα από τα δύο (από το ελληνικό: ουδέν ετέρων).

Όσον αφορά το γένος, ουδέτερο σημαίνει, ούτε αρσενικό, ούτε θηλυκό, για ένα ρήμα, ούτε ενεργητικό, ούτε παθητικό και ως εκ τούτου αμετάβλητο. Γενικά, σημαίνει ότι δεν ανήκει σε κανένα από δύο εξειδικευμένα αντίθετα ή προσδιορισμένες καταστάσεις. Να είσαι στη μέση τελικά σημαίνει να βρίσκεσαι σε κατάσταση αυτεπίγνωσης, να μη ταυτίζεσαι με τα άκρα, να μην ταλαντεύεσαι από την μια πλευρά στην άλλη. Όταν ενεργούμε μέσα από την ταύτιση στα άκρα δεν μπορούμε να προσδοκούμε τίποτα περισσότερο από τη συνηθισμένη λειτουργία των αντιθέτων, δράση και αντίδραση. Σε χτυπώ, μετά με χτυπάς εσύ, μετά σε ξαναχτυπώ και συνεχίζεται ατελείωτα. Για κάποιο μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα είμαι εγώ που θριαμβεύω, μετά, εξαιτίας της μηχανικής ταλάντευσης των πραγμάτων, θριαμβεύεις εσύ και πάει λέγοντας. Τώρα είσαι εσύ πρώτος, μετά είμαι εγώ πρώτος. Αυτή είναι η ζωή, ταλάντευση ανάμεσα στα αντίθετα, Αυτό είναι να ανεβαίνεις τον ανήφορο και μετά να κατρακυλάς στον κατήφορο. Σε όλο αυτό το παιχνίδι των αντιθέτων, δεν υπάρχει καμιά λύση. Έχεις μόνο την ικανοποίηση των αντιθέτων, τα οποία όπως προείπαμε, είναι οι ληστές του αληθινού εαυτού μας.

Ενώ στη μέση είναι η θέση που βρίσκεται το πραγματικό ΕΓΩ. Το πραγματικό ΕΓΩ πηγάζει από πάνω, δηλαδή από ανώτερο επίπεδο. Δεν μπορούμε να το προσεγγίσουμε από το ένα ή το άλλο αντίθετο σημείο.

Ας στοχαστούμε τώρα :

θα μπορούσε να υπάρξει το ωραίο χωρίς το άσχημο,
το καλό χωρίς το κακό,
το αληθινό χωρίς το ψεύτικο;

Στη σφαίρα του απολύτου δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μεγαλείο κι επομένως «δεν υπάρχει» μεγαλείο. Δηλαδή, δεν μπορεί να βιωθεί, δεν μπορεί να γνωριστεί βιωματικά, αφού δεν υπάρχει τρόπος να βιωθεί το μεγαλείο όταν υπάρχει απουσία αυτού που δεν είναι μεγαλειώδες, όπως δεν υπάρχει τρόπος να βιωθεί ανακούφιση εκεί που δεν υπάρχει πόνος. Ίσως η σφαίρα του σχετικού να δημιουργήθηκε έτσι ώστε να μπορέσουμε βιωματικά να γνωρίσουμε το μεγαλείο του εαυτού μας.

Πιστεύω λοιπόν ότι στη δική μας σφαίρα, το ωραίο και το άσχημο, το καλό και το κακό, το αληθινό και το ψεύτικο δεν είναι παρά είδωλα των εικόνων του άφατου.