Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣΟ ελληνικός αποικισμός έφτασε στο αποκορύφωμα της έντασής του ανάμεσα στο 750 και το 550. Οι κυριότεροι «κόμβοι» του, κάτι σαν γάγγλια που έστελναν τα νεύρα τους προς όλες τις κατευθύνσεις, ήταν από τη δωρική πλευρά η Κόρινθος, τα Μέγαρα και η Αίγινα, από την ιωνική η Χαλκίδα και η Ερέτρια στην Εύβοια και η Μίλητος και η Φώκαια στη Μικρά Ασία. Οι δύο τελευταίες πόλεις, καθώς ήταν χτισμένες στη θάλασσα και ταυτόχρονα στην εκβολή μεγάλων ποταμών (η Μίλητος όχι μακριά από τον Μαίανδρο, η Φώκαια κοντά στον Έρμο), είχαν δεσπόζουσα θέση. Οι καινούριες αποικίες ήταν πριν απ’ όλα γεωργικές πόλεις και γι’ αυτό τις έχτιζαν κοντά σε εύφορα εδάφη· αλλά φυσικά, εκτός απ’ αυτό, φρόντιζαν να τις χτίζουν κοντά σε παράλια κατάλληλα για ελλιμενισμό. Έτσι, μέσα σε δυο αιώνες απλώθηκαν («σαν βεντάλια», λέει ο Μπούρκχαρτ) ελληνικές αποικίες σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο και, σαν πυκνοπλεγμένο στεφάνι, γύρω από τη Μαύρη θάλασσα. Δεν πρέπει όμως να φανταζόμαστε κάτι σαν τις σημερινές αποικιακές αυτοκρατορίες, όπως λόγου χάρη η αγγλική, γιατί οι θυγατρικές πόλεις ήταν απόλυτα αυτόνομες και το μόνο που τις έδενε με τη μητρόπολη ήταν συναισθηματικοί δεσμοί, που συχνά όμως ήταν πολύ δυνατοί.

Στο Βορρά, η μακεδονική και η θρακική ακτή αποικίσθηκαν κυρίως από την Ερέτρια και τη Χαλκίδα, που έδωσε και τ’ όνομά της στη χερσόνησο της Χαλκιδικής. Στη δυτικότερη από τις τρεις γλώσσες της Χαλκιδικής, η Κόρινθος ίδρυσε την Ποτείδαια, που κι αυτή, σαν μικρογραφία της μητρόπολής της, βρίσκεται ανάμεσα σε δυο θαλάσσιους μυχούς. Ο Πόντος, χάρη στη Μίλητο που δημιούργησε εκεί ενενήντα ολόκληρες αποικίες, από ἄξεινος (δηλαδή αφιλόξενος) που λεγόταν πρώτα, έγινε εὔξεινος, δηλαδή φιλόξενος, ενώ οι Μεγαρείς κυριαρχούσαν στα στενά του Βόσπορου χάρη στις δυο αντικριστές πόλεις που έχτισαν, την Καλχηδόνα (αργότερα Χαλκηδόνα) και το Βυζάντιο. Τα Δαρδανέλλια και οι εκβολές του Δούναβη, η ακτή του Καύκασου και η χερσόνησος της Κριμαίας ήταν υπό ελληνική επιρ­ροή. Τα ιωνικά εμπορεύματα έφταναν ως το Κίεβο, ενώ από τα αστείρευτα εδάφη της νότιας Ρωσίας ξεκινούσαν για την Ελλάδα μαλλί και ξυλεία, κτήνη και δημητριακά. Προς το Νότο οι Έλληνες έφτασαν ως τα βορειοφρικανικά παράλια: εκεί οι Δωριείς ίδρυσαν στην Κυρηναϊκή μερικές πόλεις που γνώρισαν μεγάλη ακμή. Η περίφημη κύλικα του Αρκεσίλαου, έργο των μέσων του έκτου αιώνα, παριστάνει το βασιλιά της Κυρηναϊκής Αρκεσίλαο Β’ να επιβλέπει το ζύγισμα και το φόρτωμα του σίλφιου. Ο Καλλίμαχος, ο πιο ξακουστός ποιητής, και ο Ερατοσθένης, ο πιο επιφανής λόγιος του τρίτου προ- χριστιανικού αιώνα, κατάγονταν από την Κυρήνη. Την εξάπλωση πέρα από τα όρια της Λιβύης την εμπόδιζε προς τα δυτικά η Καρχηδόνα και προς τα ανατολικά η Αίγυπτος, αλλά στην πόλη του Νείλου Ναύκρατι οι Έλληνες έμποροι απολάμβαναν παρόμοια θέση όπως οι Χανσεάτες στο Λονδίνο.
 
Στα παράλια της νότιας Γαλλίας οι Φωκαείς ίδρυσαν τη Μασσαλία, απ’ όπου ξεκινούσαν εμπορικές αποστολές που ανάπλεαν τον Ροδανό και τον Λίγηρα κι έφταναν ώς τον Ατλαντικό ωκεανό. Επίσης, τα γαλλικά ονόματα Αντίμπ και Νις μας θυμίζουν ακόμα και σήμερα τις αρχαίες πόλεις Αντίπολη και Νίκαια. Αλλά οι σημαντικότερες αποικίες ιδρύθηκαν, το αργότερο απ’ τις αρχές του έβδομου αιώνα κι έπειτα, στη νότια Ιταλία και τη Σικελία, όπου σε μεγάλες εκτάσεις υπήρχε ακόμα παρθένο, αγονιμοποίητο έδαφος. Οι κυριότεροι αποικιστές ήταν Αχαιοί. Οι εξαίρετες συνθήκες που διαμορφώθηκαν εκεί βρήκαν την έκφρασή τους στον χαρακτηρισμό «Μεγάλη Ελλάδα», που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες γι’ αυτές τις περιοχές. Η Νεάπολη και ο Τάρας, ο Ακράγας και οι Συρακούσες είναι ονόματα με παγκόσμια αίγλη. Ο πλούτος των Μεταποντίων, που είναι ενδεικτικό ότι είχαν για έμβλημά τους το στάχι, ήταν το ίδιο παροιμιώδης όσο και η διαλεκτική δεινότητα των Ελεατών και η καλοζωία των Συβαριτών. Η Σικελία ήταν η πατρίδα της επιστημονικής μαγειρικής. Ο Κρότων έβγαζε τους καλύτερους γιατρούς. Πα τους Ακραγαντίνους έλεγαν πως χτίζουν σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια και τρώνε σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο. Στην πόλη τους έβλεπε κανείς ναούς με τεράστιες διαστάσεις, αφύσικες για το ελληνικό γού­στο, πολυτελέστατα ταφικά μνημεία (ακόμα και για άλογα ιπποδρομιών), πολυόροφες κάβες, ένα ιχθυοτροφείο με μήκος πάνω από ένα χιλιόμετρο, παράτες τριακοσίων αρμάτων με εκλεκτά άλογα και χρυσά σύνεργα του μπάνιου.
 
Ολόκληρος ο πολιτισμός της Ιταλίας είναι ελληνικός. Το αλφάβητο, η καλλιτεχνική βιομηχανία, η λογοτεχνία, ακόμα και η μεταγενέστερη θρησκεία, όλα αυτά αναπτύχθηκαν στη Ρώμη σύμφωνα με ελληνικά πρότυπα. Το ίδιο συνέβη και μ’ όλους τους κλάδους της τεχνολογίας: σ’ αυτό οφείλονται οι πολλές ξένες λέξεις που υπάρχουν στα λατινικά για τα πιο καθημερινά πράγματα. Οι Ρωμαίοι δεν απόκτησαν ποτέ αυτοδύναμη πνευματική ζωή και φορούσαν πάντα ξένο κοστούμι αν και το κοστούμι αυτό ήταν το λαμπρότερο και ακριβότερο απ’ όλα. Δεν υπάρχει ρωμαϊκή ψυχή. Κι έτσι έγινε κάτι συγκλονιστικό: η Ρώμη να διαφεντεύει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά όχι τον ίδιο της τον εαυτό. Μόνον η βόρεια Ιταλία έμεινε σχεδόν ανέγγιχτη απ’ την ευλογία και την κατάρα του ελληνικού κέρατος της Αμάλθειας: περιφρονημένη στην αρχαιότητα, έγινε στα νεότερα χρόνια η πηγή της δύναμης στο κράτος, στον πολιτισμό: οι απόγονοι των βάρβαρων Βενετίων και Λιγύων θεμελίωσαν την εξουσία της Βενετίας και της Γένοβας, των δύο θαλασσοκρατειρών, απ’ τη Φλωρεντία ξεκίνησε η Αναγέννηση, στο Πεδεμόντιο γεννήθηκε το κίνημα που οδήγησε στην ένωση της Ιταλίας, ενώ και ο φασισμός ήρθε από τα βόρεια.
 
Γύρω στα μέσα του έκτου αιώνα το αποικιστικό κίνημα παραλύει. Εμφανίζονται στο προσκήνιο καινούριες υπερδυνάμεις: στην Ανατολή οι Πέρσες, που λίγο αργότερα απλώνουν χέρι στην Αίγυπτο, στη Δύση οι Ετρούσκοι και οι Φοίνικες. Απ’ την άλλη μεριά, την ίδια εποχή αρχίζει η άνοδος της Αθήνας. Τον έκτο αιώνα η Αττική αριθμούσε γύρω στις εκατό χιλιάδες κατοίκους, τον πέμπτο αιώνα ένα τέταρτο του εκατομμύριου· απ’ αυτούς οι μισοί ή ίσως και τα δύο τρίτα ήταν δούλοι ή μέτοικοι. Ως εκείνη τη στιγμή, η σημαντικότερη εμπορική δύναμη του Αιγαίου ήταν η Αίγινα, ένα μικρό κι άγονο νησί, που όμως χάρη στην έξοχη γεωγραφική του θέση και τον ισχυρό του στόλο είχε εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις, ανθηρή βιομηχανία, που έτεινε ήδη προς τη μαζική χρησιμοποίηση δούλων, και αξιόλογα κεφάλαια: στην Αίγινα υπήρχαν αρκετοί περιώνυμοι «εκατομμυριούχοι». Στη διάρκεια του έκτου αιώνα τα αττικά κεραμικά προϊόντα κατέκτησαν την παγκόσμια αγορά.