Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Κ. Καβάφης: Η Απιστία των κρατούντων

Κωνσταντίνος Καβάφης: 1863–1933

ΑΠΙΣΤΙΑ

Πολλὰ ἄρα Ὁμήρου ἐπαινοῦντες, ἀλλὰ τοῦτο
οὐκ ἐπαινεσόμεθα... οὐδὲ Αἰσχύλου, ὅταν φῇ ἡ
Θέτις τὸν Ἀπόλλω ἐν τοῖς αὐτῆς γάμοις ἄδοντα

«ἐνδατείσθαι τὰς ἑὰς εὐπαιδίας,
νόσων τ' ἀπείρους καὶ μακραίωνας βίους.
Ξύμπαντα τ' εἰπὼν θεοφιλεῖς ἐμᾶς τύχας
παιῶν' ἐπευφήμησεν, εὐθυμῶν ἐμέ.
Καγὼ τὸ Φοίβου θεῖον ἀψευδὲς στόμα
ἤλπιζον εἶναι, μαντικὴ βρύον τέχνη:
Ὁ δ', αὐτὸς ὕμνων,
αὐτός ἐστιν ὁ κτανὼν
τὸν παῖδα τὸν ἐμόν».


Πλάτων, Πολιτείας, Β’

Σὰν πάντρευαν τὴν Θέτιδα μὲ τὸν Πηλέα
σηκώθηκε ὁ Ἀπόλλων στὸ λαμπρὸ τραπέζι
τοῦ γάμου, καὶ μακάρισε τοὺς νεονύμφους
γιὰ τὸν βλαστὸ ποῦ θάβγαινε ἀπ' τὴν ἕνωσι των.
Εἶπε· Ποτὲ αὐτὸν ἀρρώστια δὲν θαγγίξει
καὶ θάχει μακρυνὴ ζωή. -Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἡ Θέτις
χάρηκε πολύ, γιατί τὰ λόγια
τοῦ Ἀπόλλωνος πού γνώριζε ἀπὸ προφητεῖες
τὴν φάνηκαν ἐγγύησις γιὰ τὸ παιδί της.
Κι ὅταν μεγάλωνεν ὁ Ἀχιλλεύς, καὶ ἦταν
τῆς Θεσσαλίας ἔπαινος ἡ ἐμορφιά του,
ἡ Θέτις τοῦ θεοῦ τὰ λόγια ἐνθυμοῦνταν.

Ἀλλὰ μιὰ μέρα ἦλθαν γέροι μὲ εἰδήσεις,
κ' εἶπαν τὸν σκοτωμὸ τοῦ Ἀχιλλέως στὴν Τροία.
Κ' ἡ Θέτις ξέσχιζε τὰ πορφυρά της ροῦχα,
κ' ἔβγαζεν ἀπὸ πάνω της καὶ ξεπετοῦσε
στὸ χῶμα τὰ βραχιόλια καὶ τὰ δαχτυλίδια.
Καὶ μὲς στὸν ὀδυρμό της τὰ παληὰ θυμήθη·
καὶ ρώτησε τί ἔκαμνε ὁ σοφὸς Ἀπόλλων,
ποῦ γύριζεν ὁ ποιητὴς πού στὰ τραπέζια
ἔξοχα ὁμιλεῖ, ποῦ γύριζε ὁ προφήτης
ὅταν τὸν υἱό της σκότωναν στὰ πρῶτα νειάτα.
Κ' οἱ γέροι τὴν ἀπήντησαν πώς ὁ Ἀπόλλων
αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκατέβηκε στὴν Τροία,
καὶ μὲ τοὺς Τρώας σκότωσε τὸν Ἀχιλλέα.


Σχολιασμός

Το ποίημα ανήκει στην κατηγορία των καβαφικών ποιημάτων, όπου η ποιητική σκέψη ανα-λύεται σε εκμυθευμένο λόγο αδιά–σκεπτων εμβιώσεων. Το ρίγος αυτών των εμβιώσεων μας καλεί στην αναζήτηση της ποιητικής μας ουσίας: διατρέχει το πεπρωμένο του θνητού μέσα στο χρόνο και το αισθητοποιεί στις εκάστοτε εκφάνσεις του ως κάτι που συμβαίνει και τον καθορίζει. Τι συμβαίνει, σύμφωνα με το περιεχόμενο του παρόντος ποιήματος; Απιστία. Με αυτόν τον τίτλο, το συγκεκριμένο ποίημα γράφτηκε το 1903 και δημοσιεύτηκε το 1904. Ως προμετωπίδα του ποιήματος ο ποιητής χρησιμοποιεί ένα χωρίο από την Πολιτεία του Πλάτωνα (Β 383a7-b9). Η νεοελληνική απόδοση αυτού του χωρίου έχει ως εξής: «επιδοκιμάζουμε πολλά στον Όμηρο, αλλά τούτο δεν θα το επιδοκιμάσουμε … ούτε τον Αισχύλο θα επιδοκιμάσουμε, στο σημείο που η Θέτις ανιστορεί ότι ο Απόλλωνας άδοντας στον γάμο της ύμνησε τη μητρική της ευτυχία:

...των παιδιών τον μακραίωνο βίο, ανέγγιχτο από αρρώστιες
και αφού είπε όλα τα άλλα, ύμνησε με παιάνα
τη θεόσταλτη ευτυχία μου, γεμίζοντάς με χαρά.
και εγώ ήλπιζα πως του Φοίβου το θεϊκό στόμα,
απ’ το οποίο μαντική τέχνη αναβλύζει, ψέμα δεν ξεστομίζει·
μα αυτός ο ίδιος που έπλεκε τους ύμνους εκείνους,
[ο ίδιος που ήταν παρών στο δείπνο,
ο ίδιος που τα είπε αυτά], είναι αυτός που σκότωσε
το παιδί μου.


Ο Πλάτων θεωρεί ότι αυτά τα λόγια του Αισχύλου προσβάλλουν την έννοια και την αλήθεια του θείου. Στο ευρύ πλαίσιο των συμφραζομένων της Πολιτείας ψέγει έτσι τους δύο ποιητές. Ο Καβάφης όμως ξεκινά με αυτά τα λόγια, χωρίς να έχει πρόθεση να κατηγορήσει την ποίηση ή τους ποιητές. Πώς προσλαμβάνει το νόημα των ως άνω λόγων; Το προσλαμβάνει ως την κλήση του ποιητικού λέγειν προς τον εαυτό του ως ποιητικό Εγώ, ήτοι προς αυτό τούτο το ποίημα, να εντοπίσει εκείνο το έδαφος, κοινωνικό και ευρύτερα πολιτικό, πάνω στο οποίο συμβαίνει απιστία, προδοσία, δολοφονία από την πλευρά των αρχόντων, είτε αυτοί παρουσιάζονται με την όψη του «δίκαιου, ευαίσθητου, μελωδικού θεού» των «δημοκρατικο-προοδευτικών!» είτε με την ωμή κόψη των εξολοθρευτών.

Αυτό το έδαφος αποδεικνύεται έτσι ως ακαλλιέργητο, κρημνώδες, κακοτράχαλο. Σε τούτη την ένδεια του εν λόγω εδάφους κατέρχεται ο ποιητικός λόγος για να το οργώσει, να το διασχίσει, να χαράξει αυλακιές. Αυτό το όργωμα, οι αυλακιές είναι αυτό καθεαυτό το ποιητικό πράττειν. Στο πρώτο μέρος του (στ. 1-12) κυριαρχεί η χαρμόσυνη όψη: ο γάμος, η προφητεία για το θνητό παιδί, τον Αχιλλέα, με την υπόσχεση για αιώνια ζωή, η εγγύηση για τούτη την αιωνιότητα. Αυτά ηχούν ως ο πλούτος της ευφρόσυνης ζωής, πάνω στον οποίο επαναπαύεται ο ανθρώπινος βίος. Αυτή την ευφροσύνη υπόσχεται, κατά κόρον, και ο σιδερόφρακτος «λόγος» των απανταχού κρατούντων. Με την απολλώνια λύρα αυτός ο σιδερόφρακτος χαρακτήρας του εξουσιαστικού «λέγειν» κρύβεται, υποχωρεί από την επιφάνεια του Είναι μας. Η υποχώρηση τούτη ωστόσο είναι η κρυπτόμενη έλευση του πιο ύπουλου θανάτου της ύπαρξής μας. Ύπουλος είναι ο θάνατος, γιατί οι κρατούντες «γνωρίζουν από προφητείες» και έτσι παγιδεύουν την κάθε Θέτιδα μέσα σε μια «μελωδία» του Είναι, η οποία στο τέλος θα αποδειχθεί ό,τι είναι αληθινά στην αρχή: η παράδοση του πολλά υποσχόμενου μαχητή –Αχιλλέα …– στον θάνατο. Οι μαχητές, οι πρωταγωνιστές είναι περιττοί. Εκείνοι που χρειάζονται είναι οι κηφήνες της πολιτικής. Η Θέτις επαφίεται στο ήθος του «θείου» λόγου, όπως οι υπήκοοι στους «άρχοντες»· επαφίεται, μέσα στην περιδίνηση του εκμυθευμένου λόγου, ακριβώς στους εν λόγω κηφήνες. Στο δεύτερο μέρος (στ. 13-25), επομένως, η πιο πάνω κρυπτόμενη έλευση γίνεται αποκαλυπτόμενη έλευση ολέθρου. Τότε συμβαίνει συγκλονισμός και επέρχεται οδυρμός: ο Απόλλων αθέτησε τις υποσχέσεις του, πρόδωσε τη Θέτιδα, όπως οι κρατούντες αθετούν τις υποσχέσεις τους και προδίδουν την πατρίδα τους. Η εμπιστοσύνη στα λόγια του Απόλλωνα, του κάθε κήρυκα, καταρρέει μέσα στον αντίποδά της: στην Απιστία των κρατούντων. Μια τραγική ειρωνεία που αποκορυφώνεται στο τέλος διαπερνά το ποίημα: αντί οι άνθρωποι να απιστούν απέναντι στους θεούς, απιστεί ο θεός απέναντι στους ανθρώπους. Αυτό το τραγικό στοιχείο συνέχει όλο το νοηματικό πλέγμα του ποιήματος: οι επίγειοι «θεοί», οι κρατούντες, δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτε το δημιουργικό, το ζωογόνο. Μπορούν μόνο να απιστούν, να κατεδαφίζουν και ασμένως να δολοφονούν.