Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Τύχη – Ευτυχία – Δυστυχία

Αποτέλεσμα εικόνας για genie in a bottleΕίναι σε όλους γνωστό ότι άλλο πράγμα είναι η τύχη και άλλο είναι η ευτυχία. Ούτε οι τυχεροί είναι πάντα ευτυχισμένοι και ούτε οι άτυχοι είναι πάντα δυστυχισμένοι. Και επειδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι συνεχώς ευτυχισμένος (αυτό θα ήταν το επιθυμητό) μα ούτε και συνεχώς δυστυχισμένος (αυτό θα ήταν το απευκταίο), τότε ίσως τύχη είναι το αντιστάθμισμα της ζυγαριάς ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία. Η σχετική ισορροπία ανάμεσα στις απόλυτες ακραίες περιπτώσεις. Και όπως λέει ο Λα Ροσφουκώ: «Οποιαδήποτε διαφορά κι αν φαίνεται στις Τύχες, ένας συμψηφισμός υπάρχει πάντα που εξισώνει τις καλές και τις κακές». Ωστόσο, ευτυχία σημαίνει να είσαι μέτοχος πολλών αξιών όπως είναι: η γνώση, η αρετή, η ελευθερία, το δίκαιο, η αγάπη, η αυτογνωσία, η φιλία και κάθε άλλο αγαθό.

Αν η αληθινή ευτυχία στηρίζεται περισσότερο σε πνευματικά αίτια, η δυστυχία οφείλεται κυρίως σε υλικά αίτια: σε οικονομική εξαθλίωση, σε αρρώστιες, σε άδικη συμπεριφορά των κοινωνικών δυνάμεων απέναντι στο ανίσχυρο άτομο, στην εκμετάλλευση και την αδιαφορία των συνανθρώπων απέναντι στη συμφορά του.

Η ανθρώπινη δυστυχία εκδηλώνεται με την απώλεια των αγαθών της ζωής: της υγείας, της περιουσίας, της κοινωνικής θέσης, της αισιοδοξίας, της δημιουργικότητας, με αποτέλεσμα την ταπείνωση της προσωπικής αξιοπρέπειας και την ψυχοπαθολογία της συμπεριφοράς.

Και ενώ η ευτυχία προάγει την ψυχική ισορροπία και υγεία και υλοποιεί τον πόθο της ατομικής και κοινωνικής καταξίωσης με τελικό αποτέλεσμα το ηδονικό συναίσθημα της χαράς, αντίθετα η δυστυχία αποσαθρώνει κάθε διάθεση και όραμα, κάθε ελπίδα και δραστηριότητα.

Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι όσοι άνθρωποι υπάρχουν τόσα είναι τα νοηματικά περιεχόμενα που προσδίδουν στη λέξη ευτυχία. Έτσι άλλοι τη θεωρούν άσκηση αρετής, άλλη ως φυγή από τα εγκόσμια, άλλοι ως απόκτηση δύναμης και εξουσίας, πλούτου και απολαύσεων κ.ο.κ. Όλες αυτές οι υποκειμενικές διαφορές και προτιμήσεις έχουν άμεση συνάρτηση με τον τόπο και την εποχή που ζει καθένας, με την επαγγελματική δραστηριότητα, τα ιδεολογικά πιστεύματα, τα συναισθηματικά αγαπήματα, την οικογενειακή αγωγή, την κοινωνική συνείδηση, την παιδεία και την καλλιέργεια.

Ωστόσο η βάση για την βελτίωση της ευτυχίας είναι η υλική αυτάρκεια, το εύφορο έδαφος όπου θα φυτρώσει ο σπόρος της πνευματικότητας, της ηθικότητας, της καλλαισθητικής δραστηριότητας, της κοινοτικής συνειδητότητας κ.λ.π. με κορύφωση τις αρμονικές ανθρώπινες σχέσεις βασισμένες στη σωστή ψυχολογία των συνανθρώπων μας.

Η σωστή ψυχολογία των συνανθρώπων μας
Ο Β. Russel στο έργο του «The conquest of Happiness» λέει ότι: «Ευτυχία που προσφέρει γνήσια ικανοποίηση, προέρχεται από την πληρέστερη άσκηση των ικανοτήτων μας και την κατανόηση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Ο παθολογικός εγωισμός, η μεγαλομανία και η αθέμιτη φιλοδοξία δεν είναι ποτέ συντελεστές ευτυχίας. Δεν μπορεί να υπάρχει ολοκληρωτική ικανοποίηση, όταν καλλιεργείται ένα μονάχα στοιχείο της ανθρώπινης φύσης σε βάρος όλων των άλλων, ούτε και όταν βλέπουμε όλον τον κόσμο σαν πρώτη ύλη για τη δόξα του εγώ μας. Ο μεγαλομανής, είτε άρρωστος είναι είτε προϊόν κάποιας μεγάλης ταπείνωσης. Ο Ναπολέων υπέφερε στα μαθητικά του χρόνια από σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στους συμμαθητές του, που ήταν πλούσιοι αριστοκράτες, ενώ εκείνος ήταν ένα φτωχόπαιδο που σπούδαζε με υποτροφία. Όταν επέτρεψε στους εμιγκρέδες να επαναπατριστούν, ένιωσε ικανοποίηση που έβλεπε τους άλλοτε συμμαθητές του να υποκλίνονται μπροστά του. Τι ευτυχία! Αυτό όμως δεν του έφτανε. ‘Ηθελε να νιώσει μια ανάλογη ικανοποίηση βλέποντας στα πόδια του τον Τσάρο και αυτό τον οδήγησε στο νησί της Αγίας Ελένης. Μια και κανένας δεν είναι παντοδύναμος, εκείνος που κυριαρχείται ολοκληρωτικά σ’ όλη του τη ζωή από τη δίψα της εξουσίας, δεν μπορεί παρά να συναντηθεί αργά η γρήγορα εμπόδια που δεν είναι σε θέση να υπερπηδήσει. Μόνο κάποια μορφή ψυχοπάθειας μπορεί να παρεμποδίσει τη συνείδηση να το χωνέψει αυτό, αν και όταν είναι κανείς αρκετά ισχυρός μπορεί να βάλει στη φυλακή ή να εκτελέσει εκείνους που θα τολμήσουν να του πουν κάτι τέτοιο».

Είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ευτυχία, και είναι αληθινά τυχερός αυτός που διαθέτει το σωστό αισθητήριο και τη σωστή γνώση για την ψυχολογία των συνανθρώπων του, πράγμα το οποίο θα δρομολογήσει τη σωστή κοινωνική του συμπεριφορά. Ας κοιτάξουμε πιο αναλυτικά τον τομέα αυτόν. Η ευαισθησία και η γνώση, η αντίληψη και η κρίση, η νοημοσύνη και η φαντασία, η μνήμη και η θέληση είναι από τους βασικότερους συντελεστές της επιτυχίας μας στη ζωή. Ωστόσο υπάρχει κάτι ακόμα που ενισχύει και στερεώνει αυτή την επιτυχία – κάτι που συνήθως είναι προϊόν της πείρας -και τούτο είναι: η σωστή ψυχολογία των συνανθρώπων μας. Σπουδαίο πράγμα η αυτογνωσία, αλλά και η ετερογνωσία στέκεται κάποτε σπουδαιότερο. Εξάλλου η ετερογνωσία οδηγεί στην αυτογνωσία. Όποιος σπούδασε έναν άνθρωπο και τον έμαθε καλά, τότε έχει γνωρίσει και τον εαυτό του. Η ετεροπαρατήρηση οδηγεί στην αυτοπαρατήρηση και η σύγκριση οδηγεί στην κρίση – στη σωστή κρίση του εαυτού μας.

Η Ψυχολογία εξετάζει και σπουδάζει – ως επιστήμη – τις εκδηλώσεις του ψυχικού βίου των ατόμων. Οι εκδηλώσεις αυτές έχουν δύο αφετηρίες: α) τον χαρακτήρα ή προσωπικότητα, που είναι η ψυχική ιδιομορφία του ατόμου (δηλ. το σύνολο των σταθερών ιδιοτήτων που σχετίζονται περισσότερο με την κληρονομικότητα και λιγότερο με τις κοινωνικές επιδράσεις), και β) τη συμπεριφορά ή διαγωγή, που είναι το σύνολο των εκδηλώσεων του ατόμου (με λόγια ή με πράξεις) στις σχέσεις του με τα άλλα άτομα της κοινωνίας. Οι αντιδράσεις του αυτές μαρτυρούν και τον πολιτισμό του. Κάτω από ορισμένες συνθήκες (αγωγή, φόβος, κ.α.) η συμπεριφορά του ατόμου τροποποιείται ευκολότερα απ’ ότι τροποποιείται ο διαμορφωμένος και παγιωμένος χαρακτήρας του. Ωστόσο, το ν’αλλάζεις διαγωγή είναι σα ν’αλλάζεις χρωματισμό στον τοίχο. Το προηγούμενο χρώμα παραμένει κάτω απ’το καινούριο. Η κοινωνική συμπεριφορά εμπεριέχει σπερματικά την γενετική συγκρότηση του χαρακτήρα, αλλά κυρίως είναι προϊόν αντιδράσεων των εκάστοτε ερεθισμάτων του περιβάλλοντος (αφού υπάρχει στενότατη αλληλεπίδραση του ατόμου και κοινωνικού περιβάλλοντος). Ουσιαστικά η συμπεριφορά μας είναι ένα κλάσμα με αριθμητή την ατομική μας έκφραση και παρονομαστή την κοινωνική συμπεριφορά της ομάδας.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η κοινωνία αποτελείται από άτομο που συνδέονται μεταξύ τους με κοινά πολιτιστικά στοιχεία (ήθη, έθιμα, παραδόσεις, γλώσσα, ιδεολογία, κ.ά.), που έχουν κοινά συμφέροντα και επιδιώξεις, και που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους με κοινούς κανόνες και νόμους. Η κοινωνικότητα στον άνθρωπο είναι έμφυτη αλλά και επίκτητη. Βασίζεται στην κληρονομικότητα και συγχρόνων υπαγορεύεται από τις ανάγκες της ζωής. Οι διάφοροι τομείς των ανθρωπιστικών επιστημών, και ιδιαίτερα της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας ασχολούνται με την κοινωνική συμπεριφορά – τη φυσιολογία της και την παθολογία της. Σήμερα τα ναρκωτικά και το AIDS δημιουργούν πρόσθετα προβλήματα.

Οι στοιχειώδεις γνώσεις της ψυχολογίας αλλά και οι εμπειρικές ικανότητες για την ψυχολογία των συνανθρώπων μας, βοηθούν πάρα πολύ στην προσαρμογή μας στον κοινωνικό χώρο, στη ρύθμιση της σωστής συμπεριφοράς μας και στο ν’ αποχτήσει η ζωή μας «ανθρώπινη ουσία» και ποιότητα αναβαθμισμένη. Θεμέλιος και ακρογωνιαίος λίθος η ψυχολογία στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, μας ανοίγει δρόμους εκεί που με την πρώτη ματιά βλέπουμε φράγμα αδιαπέραστο, σ’όλες τις καμπές του βίου μας. Μ’αυτήν βοηθό, ο μαθητής συμπεριφέρεται σωστά στον συμμαθητή του, ο σπουδαστής στον συμφοιτητή του, ο εργαζόμενος στον συνάδελφό του, ο ερωτευμένος στον ερωτικό του σύντροφο, ο τεχνίτης στον ομότεχνο, ο ανώτερος στον κατώτερο, ο κατώτερος στον ανώτερο, ο άντρας στη γυναίκα, η γυναίκα στον άντρα, ο οικονομικά δυνατός στον οικονομικά αδύνατο, ο ευγενής στον αγενή, ο μορφωμένος στον αμόρφωτο, ο ηθικός στον ανήθικο, ο ειλικρινής στον ανειλικρινή, ο τολμηρός στο δειλό, ο αλτρουιστής στον ατομιστή, ο μεγάλος στον μικρό, ο δάσκαλος στο μαθητή, ο γονιός στο παιδί, ο φίλος στον φίλο αλλά και στον ξένο.

Οι διαφορές που παρουσιάζουν οι άνθρωποι είναι περισσότερο επίκτητες, εξαιτίας των «ρόλων» που παίζουν στην κοινωνία ανάλογα με τη θέση τους, γιατί αυτοί οι ρόλοι επιδρούν στην προσωπικότητα. Η παιδεία και η αγωγή συμπληρώνουν τη δομή του χαρακτήρα.

Εφόσον η κοινωνικότητα προβάλλει ως έμφυτη τάση για επικοινωνία και συμβίωση με τους άλλους, επειδή ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης (υλικά και ψυχικά, ηθικά και πολιτιστικά), τη φυσιολογική του πληρότητα και ισορροπία το Εγώ – ως ατομικό συμφέρον της ύπαρξης – τη βρίσκει στο Εμείς – ως κοινωνικό συμφέρον. Κι η προσαρμογή σ’ αυτή την κοινωνική συμβίωση, που θα οδηγήσει σ’ έναν ομαλό ψυχικό βίο, περνάει μέσα από ένα πλέγμα δημιουργικής προσπάθειας και αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Σ’ αυτό το είδος της συμπεριφοράς θα διακρίνουμε: την άμβλυνση του ενστίκτου της επιθετικότητας και την καταστολή των συγκρούσεων, την καλλιέργεια της συνεργασίας και του αλληλοσεβασμού, τη δημιουργία φιλικών διαπροσωπικών σχέσεων, το πνεύμα της συμπαράστασης, της στοργής και της αγάπης, αλλά και της αξιοπρέπειας, της τιμής και της εμπιστοσύνης, την παραδοχή της ισότητας των δυο φύλων, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – που είναι απόρροια της ανθρωπιστικής ηθικής. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα δικαιοσύνης ελευθερίας και ανθρωπιάς, το συναίσθημα της αβεβαιότητας, και της ανασφάλειας (που είναι η πηγή του άγχους της εποχής μας) υποχωρεί, και αυτή η «κοινωνικοποίηση του Εγώ» ολοκληρώνει το άτομο, που αποκτάει σιγά – σιγά μια ώριμη κοινωνική συνείδηση με υψηλούς στόχους.

Την αντίθετη τελείως εικόνα συναντούμε στον ατομιστή με την αντικοινωνική συμπεριφορά, που τελικά ζημιώνει την ύπαρξη του και τους άλλους. Εξάλλου, ” ΤΟ ΤΩ ΣΜΗΝΕΙ ΜΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΟΥΔΕ ΤΗ ΜΕΛΙΣΣΗ ΣΥΜΦΕΡΕΙ” (Μ.Αυρήλιος)

Το πρόβλημα της ψυχολογίας του ατόμου μέσα στον κοινωνικό χώρο είδε τις σωστές διαστάσεις ο A. Adler (1870-1935). Μαθητής του S. Freud και ιδρυτής της «Ατομικής ψυχολογίας» δέχεται πως το βασικό κίνητρο της δραστηριότητας του ανθρώπου (που πηγάζει απ’το δυναμικό ασυνείδητο) είναι η ορμή για κοινωνική αναγνώριση, για επικράτηση και κυριαρχία, για υπερνίκηση των μειονεκτημάτων του και δύναμη. To κάθε άτομο που είναι – ξεχωριστό και ανεπανάληπτο φοβάται μήπως το απορρίψει η ομάδα εξαιτίας κάποιας σωματικής ή πνευματικής μειονεξίας του (: εσωτερική αιτία) ή όταν το περιβάλλον είναι ακατάλληλο (: εξωτερική αιτία) οπότε δεν γίνεται σωστή αποτίμηση της αξίας του. Έτσι, εμποδίζεται η ορμή και η τάση για αναγνώριση, και δημιουργείται ένα πιεστικό συναίσθημα αυτοϋποβιβασμού και κατωτερότητας που θέτει σε κίνδυνο την ίδια του την ύπαρξη, ένα σύμπλεγμα μειονεκτικότητας (Minderwrtigkeits Komplex). Σ’αυτό το συναίσθημα της αυτοϋποβάθμισης το άτομο αντιδρά με δυο τρόπους: α) το αντισταθμίζει με την εξιδανίκευση και την δημιουργικότητα σ’ έναν άλλο τομέα. Εκεί οφείλονται τα μεγάλα επιτεύγματα των ελαττωματικών ατόμων (Δημοσθένης, Αγησίλαος, Τουλούζ – Λωτρέκ, Μπετόβεν κ.α) β) το απωθεί προς το ασυνείδητο και παθαίνει νεύρωση. Η νεύρωση είναι ένα σύστημα προσωπικών υπεκφυγών και δικαιολογιών που αφορούν αντικοινωνικές αντιδράσεις συμπεριφοράς. Το άτομο επιχειρεί να δικαιολογήσει την (ανάρμοστη) στάση του ως προς την επίλυση κυρίως τριών βασικών προβλημάτων του: α) την επαγγελματική του αποκατάσταση, β) τη σχέση του με το ετερόφυλο, γ) τις διανθρώπινες σχέσεις του. Τα νευρωτικά συμπτώματα είναι συνήθεις φανταστικές ασθένειες για να δικαιολογήσει το άτομο την αδυναμία του.

Ο S.Freud (1865-1939) ως αιτία της νεύρωσης βρίσκει τις “απωθήσεις” στο ασυνείδητο τις επιθυμίες του ατόμου (και ιδιαίτερα την σεξουαλική) επειδή τις απαγορεύει η κοινωνία, το γονεϊκό πρότυπο, ο θεός, το υπερ-Εγώ (: η ηθική συνείδηση) του νευρωτικού.

Ο νεοφροϋδικός Erich Fromm (1900-1980) υποστηρίζει ότι μέσα στη σύγχρονη απάνθρωπη κοινωνία όπου απουσιάζει η αλληλεγγύη και η αγάπη, το άτομο εγκαταλείπει την προσπάθεια για προσωπική εξατομίκευση και μιμείται έναν “κοινωνικό τύπο” νομίζοντας έτσι ότι θα λύσει τα προβλήματά του. Οι γονείς, όπως και η αγωγή της πολιτείας καλλιεργούν στον νέο άνθρωπο έναν “κοινωνικό χαρακτήρα” (προσαρμοσμένον στο πολιτικο-οικονομικό σύστημα της χώρας) εις βάρος του “ατομικού του χαρακτήρα” και της ανάπτυξης μιας ελεύθερης και δημιουργικής προσωπικότητας. Ο Fromm διακρίνει στη σημερινή κοινωνία τους εξής “μη παραγωγικούς” κοινωνικούς τύπους: τον εκμεταλλευτή, τον υποτακτικό, τον σαδιστή, τον μαζοχιστή, τον άβουλο, τον εύπιστο, τον φανατικό. Την μίμηση των κοινωνικών προτύπων υποστήριξαν και οι κοινωνιολόγοι G.Tarde (1843-1904) και E.Durkheim (1858-1917).

Ο ομαλός ψυχικός βίος που εξασφαλίζεται από ομαλές κοινωνικές συνθήκες και προπαντός από σωστή και φωτισμένη παιδεία, είναι μια εγγύηση για σωστή και φυσιολογική συμπεριφορά. Το ψυχολογικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν το άτομο συμπεριφέρεται με τρόπο ασυνεπή προς τις προσωπικές του ανάγκες ή τις κοινωνικές απαιτήσεις. Τότε έχουμε διαταραχή της συμπεριφοράς και πρέπει ν’αναζητήσουμε τα αίτια και τις μορφές θεραπείας. Όρος απαραίτητος για την αντιμετώπιση αυτού του ατόμου είναι η κατανόηση και η ανεκτικότητα με την οποία θα τον περιβάλλουμε. Τα παιδιά, οι έφηβοι και οι γέροι χρειάζονται περισσότερο αυτή τη στοργική αντιμετώπιση. Η συναισθηματική οξύτητα είναι η χαρακτηριστική συμπεριφορά του απαίδευτου και άπειρου, ενώ η πνευματική επιείκεια είναι κορυφαία αρετή του πεπαιδευμένου και πεπειραμένου. Η προκατάληψη, η νοσηρή φαντασία, η καχυποψία κι ο εγωισμός είναι πάντα κακοί σύμβουλοι στην αμερόληπτη ψυχολογία των συνανθρώπων μας.

Οι διάφοροι τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας δημιουργούν ή επηρεάζουν την ψυχολογία των ατόμων που τους εκπροσωπούν. Τα διάφορα επαγγέλματα των εργατών ή των επιστημόνων, των επιχειρηματιών ή των πνευματικών ανθρώπων που ασχολούνται με την αισθητική, την ηθική και τη φιλοσοφία της γνώσης, διαμορφώνουν και μια ιδιαίτερη ψυχολογία, που πρέπει κάθε φορά να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις συνδιαλλαγές μας μαζί τους. Φυσικά, πριν απ’ το επάγγελμα υπάρχει ο άνθρωπος με τον έμφυτο χαρακτήρα του και απέναντι του υπάρχει ο συνάνθρωπος που θα τον κρίνει με κατανόηση ή θα τον κατακρίνει με μεροληψία. Όμως, πριν κακοχαρακτηρίσουμε κάποιον, ας σκεφτούμε μήπως ανήκει σε διαφορετικό ψυχολογικό τύπο απ’ τον δικό μας – και να τον κρίνουμε με το δικό του μέτρο. Γιατί, πως μπορεί να ζητάμε τον ίδιο ήχο από ένα όργανο της ορχήστρας διαφορετικό απ’ το δικό μας; Γι’ αυτό και οι άνθρωποι ομαδοποιούνται και πιάνουν φιλίες σύμφωνα με τις ομοιότητες που έχουν, όπως και τα μουσικά όργανα της ορχήστρας απαρτίζουν ηχητικές ενότητες. Ο Δημόκριτος το επισήμανε: «Ομοφροσύνη φιλίην ποιεί». Και κάτι ακόμα σημαντικό: Είναι κακός ψυχολόγος όποιος βασισμένος στην ψυχολογία του φύλου του αναλύει και κρίνει το άλλο φύλο. Για τη σωστή κατανόηση της γυναικείας συμπεριφοράς πρέπει ο άντρας να χρησιμοποιεί γυναικεία κριτήρια. Πράγμα αδύνατο για την φύση του. (Και το αντίστροφο).

Η δικαιοσύνη απαιτεί να είμαστε αντικειμενικοί στις ψυχολογικές κρίσεις μας, αλλά οι προτιμήσεις μας νοθεύουν την αντικειμενικότητα μας. Ακόμα και σε πράξεις ηθικά αδιάφορες (όπως το πως τρώμε ή κοιμόμαστε) δίνουμε κάποιον ηθικό ή δεοντολογικό προσδιορισμό, ανάλογα με το πρόσωπο που συμπαθούμε ή αντιπαθούμε. Εξάλλου, ο άνθρωπος που συμπαθούμε κι όχι ο άνθρωπος με τη λογική μπορεί και να μας επηρεάσει στην αλλαγή της συμπεριφοράς μας. Είναι επίσης αξιοπρόσεκτο και το ότι αν τύχει κι έχει κάποιος τα προτερήματα του ανθρώπου που αντιπαθεί, συχνά επιθυμεί ν’ απαλλαγεί απ’ αυτά, μα πρόθυμα μιμείται τα ελαττώματα του φίλου του…

Σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά παίζει η ηλικία. Ο νέος, κι αν ακόμα έχει τη μάθηση ενός γέρου σοφού, ποτέ δεν θα χει και την ίδια συμπεριφορά. Η ηλικία είναι η σοφία της συμπεριφοράς. Βέβαια, η συμπεριφορά ακολουθεί πιστά την παιδεία μας όπως ο ίσκιος το σώμα μας, αλλά η συμπεριφορά είναι μια γρήγορη συνήθως αντίδραση σ’ ένα ερέθισμα. Για κάθε ξένη όμως επίδραση υπάρχει μόνο μια σωστή αντίστοιχη αντίδραση από μέρους μας. Γι’ αυτό γλιστράμε σε λάθος. Η σωστή συμπεριφορά είναι μία, τα πάθη μας πολλά και η άγνοια μας περισσότερη. Κι ακόμα, ψυχολογούμε τους άλλους επιπόλαια και μετά διαμαρτυρόμαστε ότι μας εξαπάτησαν… Χρειάζεται λοιπόν προσοχή και σχολαστική μελέτη των χαρακτήρων που συναναστρεφόμαστε, τόσο στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο όσο και στον στενότερο φιλικό ή οικογενειακό. Το περιβόητο «χάσμα των γενεών» δεν θα είχε αυτό το εύρος αν χαρακτήριζε όλους η κατανόηση και η διαλλακτικότητα απέναντι στα ετεροχρονικά άτομα (που αναγκαστικά είναι φορείς των αξιών και ιδεολογιών της εποχής τους).

Κι αν προσπαθήσουμε επίμονα να καταλάβουμε τη συμπεριφορά του κόσμου – αιτιολογώντας τη – τότε θα γνωρίσουμε έκπληκτοι έναν καινούργιο κόσμο ανθρώπων. Έναν κόσμο γεμάτον αξίες που παραγνώρισε ο εγωισμός μας, και γεμάτων αγωνία που προσπέρασε η στοργή και η αγάπη μας.

Όλοι ομολογούν ότι στάθηκαν πολύ τυχεροί εκείνοι που ευτύχησαν στην ερωτική τους ζωή. Και μ’ αυτό εννοούν την πλήρη – κατά το δυνατόν- συνάντηση των δύο εραστών, που είχαν καταργήσει την επιφυλακτικότητα και την υποκρισία και οι προσωπικότητες των δύο συγχωνεύονται σε μία, έτσι που η πεζή ζωή μετατρέπεται σε παράδεισο. Το ερωτικό φαινόμενο δίνει μια άλλη διάσταση, πιο υπερβατική στη ζωή μας.

Το ερωτικό φαινόμενο αφορά στην ελκτική γοητεία δυο ατόμων που βασικά στοχεύουν στην απόλαυση της σεξουαλικής ηδονής. Αυτό είναι το πρωτογενές βιολογικό κίνητρο της ερωτικής έλξης, και δευτερογενώς η φύση επιτελεί το θαυμαστό έργο της: την διαιώνιση του είδους.

Υπάρχει λοιπόν το «ένστικτο της συνουσίας και όχι της αναπαραγωγής» (Νίτσε). Η αμοιβαία έλξη είναι η αφετηρία του έρωτα που οδηγεί σε έναν δαιδαλώδη δρόμο αιθρίας και καταιγίδων, συμφωνίας και ασυμφωνίας χαρακτήρων, ρεαλισμού και ρομαντισμού, ορθολογικής αποτίμησης και φαντασιακής αλληλοεξιδανίκευσης, έως ότου ο έρωτας τερματίσει στον γάμο και την συμβίωση, ή στον χωρισμό και τη μοναξιά. Γι’ αυτό ένας επιτυχημένος έρωτας στηρίζεται σε άτομα μη εγωκεντρικά, αλλά αλτρουιστικά, με κατανόηση και διαλλακτικότητα, με ευγένεια και ήθος, συνεργάσιμα και συμβιβαστικά, υποχωρητικά και καλλιεργημένα.

Αντίθετα, άτομα ανίκανο να ψυχολογήσουν σωστά τον σύντροφό τους, άτομα υπερθυμικά, παρορμητικά και ευέξαπτα, χαρακτήρες ασταθείς και θρασύδειλοι, συμπλεγματικοί και καχύποπτοι, αποτυγχάνουν στον έρωτα. Οι άνθρωποι που θέλουν να παίρνουν χωρίς να δίνουν, παραχαϊδεμένοι και άβουλοι (από την υπερπροστασία των γονέων) υπερόπτες και «ρατσιστές» δεν έχουν θέση στον ερωτικό παράδεισο. Κάθε άνθρωπος διψάει για έρωτα που συνδυάζει την ψυχική αγάπη και την σωματική συνεύρεση. Κι αυτή η δίψα πραΰνεται προσωρινά και πάλι φουντώνει ανικανοποίητη, γιατί η ζωή είναι δεμένη με τον έρωτα και με όλες τις παραλλαγές του.

Βασικό στοιχείο του μεγάλου έρωτα είναι η αποκλειστικότητα. Χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι η αφοσίωση μέχρι θυσίας, το συναίσθημα της ιδιοκτησίας απ’ όπου πηγάζει και η επιθετικότητα προς τους ανταγωνιστές. Ο αληθινός έρωτας γνωρίζει να εξισορροπεί το ένστικτο με το συναίσθημα και τη φαντασία. Η φύση διδάσκει την τέχνη και την φιλοσοφία του έρωτα, και η εμπειρία του ολοκληρώνεται αφού περάσει η πρώτη νεότητα. Στους ώριμους ανθρώπους ωριμάζει και ο έρωτας. Τότε εξευγενίζεται, ωραιοποιούνται οι τρέλες του και υποβαθμίζεται ο εγωισμός του, γιατί ο έρωτας είναι ένα πάθος εγωιστικό και απαιτητικό, αδηφάγο και αψίκορο. Ωστόσο ο έρωτας είναι μια συζυγία ψυχών αμφίσημη: επιτυχημένη ή αποτυχημένη. Άλλοτε πρόκειται για μια διπλή ευτυχία και άλλοτε καταλήγει σε μια διπλή μοναξιά.

Για την έν-θεη ή εν-θουσιαστική μανία του έρωτα μας μιλούν ο Πάν και οι Νύμφες, καθώς και όλοι οι θεοί και τα σύμβολα της γονιμότητας σε όλους τους λαούς της γης.

Ο έρωτας στην αρχαιοελληνική μυθολογία ενσαρκώνεται στο πρόσωπο της Αφροδίτης, ενώ ο γάμος στην φυσιογνωμία της Ήρας. Η πρώτη εμφανίζεται γεμάτη θέλγητρα και καλοσύνη, αλλά η δεύτερη σαν κακότροπη και εχθρό της. Κι αυτό δείχνει την δυσκολία της συνύπαρξης του έρωτα μέσα στο γάμο, μιας ύπαρξης – της ανθρώπινης – που από την φύση της είναι βιολογικά δισυπόστατη, ενστικτικά πολυερωτική και συναισθηματικά μονογαμική. Το μεγάλο κατόρθωμα αυτής της ύπαρξης είναι να μπορέσει να διατηρήσει τον έρωτα μέσα στον γάμο. Αυτό θέλει μεγάλη τέχνη και πείρα, θέληση και ψυχική επάρκεια.

Ο έρωτας αρχίζει από την επαφή των χειλιών στο φιλί, που είναι μια πρόγευση – ωμοφαγική – του πλάσματος που αγαπάμε. Και ύστερα «οι εραστές αγκαλιάζονται, παλεύουν και φιλιούνται ο καθένας για λογαριασμό του, λέγοντας: «σ’ αγαπώ, σε λατρεύω» και κλαίνε και πονούν και μαλώνουν λέγοντας: «είμαστε ευτυχισμένοι»! (Henry Barbusse).

Στον έρωτα – όπως άλλωστε και σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες – υπάρχουν διαβαθμίσεις εντάσεων: η έλλειψη, η μεσότητα, η υπερβολή. Στην πρώτη βαθμίδα βρίσκονται οι αφύσικα εγκρατείς – ανέραστοι. Εδώ υπάγονται οι βιολογικά ανίκανοι ή υποτονικοί, οι ψυχολογικά κομπλεξικοί από τον φόβο του σεξουαλικού συντρόφου ή από κάποια ατυχή απόρριψη στην ερωτική τους ζωή, και σε μεγάλο ποσοστό οι υποταγμένοι σε κάποια θρησκευτική πίστη ή στην διακονία ενός υψηλού ιδανικού που έταξαν ως σκοπό της ζωής τους. Αυτές είναι οι βασικές και συνηθέστερες περιπτώσεις αυτής της βαθμίδας. Υπάρχουν όμως και πολλές άλλες εξατομικευμένες αλλά σπανιότερες.

Στην μέση – νορμάλ κατηγορία βρίσκονται οι περισσότεροι άνθρωποι. Γι’ αυτούς η ερωτική λειτουργία είναι μια φυσιολογική και αναγκαία επιταγή στην οποία πειθαρχούν χωρίς άγχος και ψυχικές αναστολές, χωρίς υπερβολές και απαράδεκτες εκτροπές. Η χαρά που προσφέρει η ζωή με τον ερωτικό σύντροφο είναι μεγάλη και δεν την αρνούνται. Την επιδιώκουν όσο το επιτρέπει ο τρόπος της ζωής τους, και ενώ την αναγνωρίζουν ως ύψιστο αγαθό, δεν θυσιάζονται γι’ αυτό, όταν κάτι δεν πάει κατ’ ευχήν. Είναι πάντοτε ανοιχτοί και καλοπροαίρετοι στον έρωτα, και δεν δένονται στο κατάρτι της άρνησης και της εγκράτειας σαν τον Οδυσσέα, όπως οι άνθρωποι της πρώτης βαθμίδας.

Στην ερωτική υπερβολή ανήκουν οι ερωτομανείς και παθιασμένοι, οι λάγνοι οι παράφοροι και οι τρελοί από το πάθος. Αυτοί είναι οι αδηφάγοι και μέθυσοι, που γίνονται παρανάλωμα της ερωτικής φλόγας και οδηγούνται συχνά στην παραφροσύνη, στο έγκλημα και στην καταστροφή. Η κατάχρηση της θεραπευτικής δόσης μετατρέπει το φάρμακο του έρωτα σε φαρμάκι θανατηφόρο. Ο φυσιολογικός πόθος γίνεται αφύσικο πάθος και καταλήγει σε πάθημα.

Τόσο η πρώτη κατηγορία: το ισόβιο ΟΧΙ στον έρωτα, όσο και η τρίτη με την ισόβια υπερβολή, έχουν το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα για τον άνθρωπο. Ο Ευριπίδης το είχε επισημάνει: «Αυτοί που αποφεύγουν υπερβολικά την Αφροδίτη είναι το ίδιο άρρωστοι μ’ εκείνους που την κυνηγούν υπερβολικά» (Οι την Κύπριν άγαν φεύγοντες, νοσούσι ομοίως τοις άγαν θηρωμένοις).