Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Αναβλητικότητα: Η σύγκρουση του παροντικού με τον μελλοντικό εαυτό

Τι είναι η αναβλητικότητα

Η αναβλητικότητα αναφέρεται στην εθελοντική, περιττή καθυστέρηση εκτέλεσης μίας προγραμματισμένης πράξης, παρά τις αναμενόμενες αρνητικές συνέπειες που θα προκαλέσει η καθυστέρηση αυτή και έχει διαπιστωθεί ότι συνδέεται στενά με συναισθήματα όπως η ενοχή και η ντροπή.

Αυτά τα ισχυρά αρνητικά συναισθήματα αντανακλούν μία επικριτική διάθεση για τον εαυτό σε σχέση με τις ηθικές ευθύνες του ατόμου και αφορούν ειδικά την αναβλητική συμπεριφορά σε αντίθεση με άλλες μορφές καθυστέρησης.

Σε αντίθεση με την αιτιολογημένη καθυστέρηση που στοχεύει στην διευκόλυνση της επίτευξης του επιδιωκόμενου στόχου ή στις εξωτερικές καθυστερήσεις πέρα από τα όρια του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το άτομο, η αναβλητικότητα αντιπροσωπεύει ένα περιττό κενό μεταξύ πρόθεσης και δράσης που είναι ενδεικτικό της αποτυχημένης λειτουργίας του συστήματος της αυτορρύθμισης (Sirois και Pychyl, 2013).

Πειραματική Φιλοσοφία και αναβλητικότητα

Από τη σκοπιά της πειραματικής φιλοσοφίας, τα ευρήματα δείχνουν ότι το άτομο είναι πιο πιθανό να αντιληφθεί τους ανθρώπους γύρω του ως υπεύθυνους για ηθικά μη αποδεκτές συμπεριφορές, που θεωρούνται σκόπιμες, όταν έχουν αρνητικές συνέπειες οι οποίες οδηγούν στη δημιουργία αισθημάτων ενοχής και τιμωρίας (Knobe, 2003). Ομοίως, η κοινωνικοψυχολογική έρευνα που βασίζεται στη θεωρία της απόδοσης υποστηρίζει ότι η αντίληψη των ανθρώπων γύρω μας ως υπεύθυνων για τις αρνητικές τους εμπειρίες, που θεωρούνται ως προσωπικά ελεγχόμενες, οδηγεί το άτομο να αισθανθεί μεγαλύτερο θυμό και έχει λιγότερο βοηθητικό χαρακτήρα (Weiner, 2006).

Η αναβλητικότητα και η ψυχολογική έρευνα

Στην ψυχολογική έρευνα, η αναβλητικότητα ορίζεται ως η εθελοντική καθυστέρηση μίας προγραμματισμένης πορείας δράσης, παρά το γεγονός ότι το άτομο έχει επίγνωση των αρνητικών συνεπειών που θα επιφέρει η καθυστέρηση αυτή (Steel, 2007).

Η αναβλητικότητα συνδέεται επίσης με την κάλυψη των άμεσων αναγκών του ατόμου, παρά τις πιθανές αρνητικές συνέπειες, ενδεχομένως για λόγους κινήτρων ή για λόγους συναισθηματικής φύσεως.

Η έρευνα για την αναβλητική συμπεριφορά υποστηρίζει περαιτέρω ότι το άτομο είναι πιο πιθανό να αναβάλει καθήκοντα που του είναι δυσάρεστα ή όταν τα «κέρδη» από την επιτέλεση των καθηκόντων αυτών έχουν απώτερο χαρακτήρα.

Ως εκτούτου, η αναβλητικότητα θεωρείται ευρέως ότι εκδηλώνεται όταν το άτομο επικεντρώνεται στη σημερινή αντίληψη του εαυτού του, που αντιτίθεται στον μελλοντικό εαυτό του, και με τον τρόπο αυτό, υπονομεύει την μακροπρόθεσμη συναισθηματική ευημερία και επιτυχία του, μεταθέτοντας το συμπεριφορικό και ψυχολογικό βάρος στον μελλοντικό εαυτό. Επιπλέον, η αναβλητικότητα εκτιμάται συνήθως σε σχέση με συναισθηματικούς παράγοντες, καθώς το άτομο είναι πιο πιθανό να εκδηλώσει ανάλογη συμπεριφορά, όταν, για παράδειγμα, πλησιάζει η λήξη κάποιας προθεσμίας, με σκοπό να ελαχιστοποιήσει το μέγεθος της εμφάνισης αρνητικών συναισθημάτων, όπως η ντροπή και η ενοχή.

Ο παροντικός εαυτός έναντι του μελλοντικού

Αυτή η πρωτοκαθεδρία του παροντικού εαυτού έναντι του μελλοντικού, η τάση να ενδίδουμε στο να νιώθουμε καλά, χαρακτηρίζεται ευρύτερα από την ψυχολογική έρευνα ως αποτυχία του συστήματος της αυτορρύθμισης (Baumeister κ.ά., 1994, Tice και Bratslavsky, 2000). Η αποτυχία του συστήματος αυτού συμβαίνει, παρά τον καθορισμό των στόχων και παρά την αυτοπαρακολούθηση, λόγω της υπέρμετρης επικέντρωσης στη διαφυγή από τις αρνητικές συναισθηματικές διαθέσεις (Baumeister και Heatherton, 1996). Κατά συνέπεια, το άτομο συχνά επιλέγει να «φτιάχνει» τη διάθεσή του μέσω της εκδήλωσης συμπεριφορών αποφυγής, όπως η αναβλητικότητα, σε αντίθεση με τις συμπεριφορές προσέγγισης που είναι προσανατολισμένες σε κάποιο συγκεκριμένο στόχο.

Στη φιλοσοφική βιβλιογραφία, εδώ και πολύ καιρό, η αναβλητικότητα έχει περιγραφεί ως αδυναμία θέλησης, ή αλλιώς «ακρασία», όπου ο άνθρωπος ενεργεί αντίθετα από κάποια καλύτερη κρίση την οποία ο ίδιος έχει διατυπώσει (Searle, 2001, Kalis κ.ά., 2008, Pychyl, 2011). Αντίστοιχα, η αποτυχία του συστήματος της αυτορρύθμισης, μπορεί να εξηγηθεί ως μία σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που κάποιος αισθάνεται ότι πρέπει να κάνει (καθήκον), και σε αυτό που κάνει πραγματικά (ενέργεια). Επιπλέον, αυτή η αναβολή της προσπάθειας θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει την έλλειψη ηθικού χαρακτήρα, δηλαδή την άμεση παραβίαση των ευθυνών του ατόμου τόσο σε σχέση με τον εαυτό του όσο και σε σχέση με τους άλλους, υπογραμμίζοντας έτσι την μη ηθικά αποδεκτή φύση της αναβλητικότητας.

Η αναβλητική συμπεριφορά σε μαθητές και φοιτητές

Στα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, οι μαθητές και οι φοιτητές που εκδηλώνουν αναβλητική συμπεριφορά τείνουν να παρουσιάζουν περισσότερα αρνητικά συναισθήματα, όπως ενοχή και ντροπή, ανεπαρκέστερες συνήθειες μελέτης και χαμηλότερους βαθμούς σε σχέση με τους συμμαθητές και συμφοιτητές τους που δεν συμπεριφέρονται κατά αυτόν τον τρόπο.

Η ακαδημαϊκή αναβλητικότητα θεωρείται επίσης ότι προκύπτει από την ύπαρξη χαμηλών κινήτρων, από την τελειομανία και συμβαίνει, συνήθως, όταν οι φοιτητές δεν αντλούν ευχαρίστηση από τα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα και θεωρούν ότι έχουν ελάχιστο προσωπικό κέρδος από την επιτέλεση αυτών. Ως εκτούτου, η ακαδημαϊκή αναβλητικότητα συνδέεται συνήθως με επιζήμιες συμπεριφορικές επιλογές καθώς και συναισθήματα που ενέχουν προσωπική ενοχή, δικαιολογώντας την περαιτέρω διερεύνηση των ηθικών αντιλήψεων αυτής της αρνητικής στρατηγικής προσαρμογής.