Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Κι έτσι αν πεθάνει ο Θάνατος, κανείς δεν θα πεθαίνει.

Κέντρο του αμαρτωλού πηλού μου εσύ, φτωχή ψυχή,
Κατάστικτη απ’ τις άγριες δυνάμεις που σε ντύνουν,
Γιατί κλεισμένη εδώ υποφέρεις και λιμοκτονείς,
Ενώ έξω ζωγραφιές λαμπρές τα τείχη σου φαιδρύνουν;
Αφού έχεις διορία μικρή, γιατί τόση χλιδή
Γι’ αυτή τη φθίνουσα έπαυλη που κατοικείς ξοδεύεις;
Σκουλήκια θα κληρονομήσουν τέτοια υπερβολή;
Αυτά θα φάν’ τα πλούτη σου; Εκεί το σώμα οδεύει;
Άσε το δούλο να χαθεί ψυχή μου για ν’ ακμάσεις·
Φτιάξε απ’ την πείνα σου σοδειά: Τις ώρες αν πωλήσεις
Τις μάταιες, ουράνια συμβόλαια θ’ αγοράσεις·
Έτσι εσύ μέσα θα τραφείς κι ο πλούτος έξω ας σβήσει.
Μάρανε εσύ το Θάνατο που τους θνητούς μαραίνει,
Κι έτσι αν πεθάνει ο Θάνατος, κανείς δεν θα πεθαίνει.

William Shakespeare, Σονέτο 146