Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Πως συνδέεται η γονεική στάση που διατηρούν οι ενήλικες με τις εμπειρίες της πρώιμης ζωής τους

Οι περισσότεροι επίδοξοι γονείς έχουν αναρωτηθεί σχετικά με τον αν θα μπορούσαν να σταθούν αντάξιοι του γονεικού ρόλου. Η φράση «Αν θέλουμε κάτι να αλλάξει σε ένα παιδί, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε και να βεβαιωθούμε ότι δεν είναι κάτι σ’ εμάς που θα έπρεπε να αλλάξει», πιθανόν να απαντά ένα σκέλος αυτής της ερώτησης.

Προκειμένου να εξηγηθεί το παραπάνω θα γίνει μια μικρή αναδρομή στην ιστορία της ψυχολογίας εστιάζοντας στην «θεωρία του δεσμού ή της προσκόλλησης».

John Bowlby και θεωρία δεσμού ή προσκόλλησης

Ο ψυχαναλυτής John Bowlby, υπήρξε ο εισηγητής της θεωρίας του δεσμού ή της προσκόλλησης (attachment theory). Μίλησε λοιπόν για «συμπεριφορές ή δεσμούς προσκόλλησης», των οποίων ο βασικός στόχος είναι η δημιουργία και η εξασφάλιση ισχυρών συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα στο παιδί και τον φροντιστή του. Πιο απλά, σύμφωνα με την παραπάνω θεωρία, ο γονεϊκός ρόλος δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην βιολογική κάλυψη των αναγκών του παιδιού του. Ο γονέας, ως ασφαλές λιμάνι, στέκεται υπεύθυνος για την ικανοποίηση των συναισθηματικών αναγκών του παιδιού ενώ παράλληλα του προσφέρει ένα «ασφαλές καταφύγιο» προκειμένου να εξέρευνήσει το περιβάλλον του.

Η Θεωρία του δεσμού στις σχέσεις ενηλίκων

Αργότερα, η θεωρία του δεσμού επεκτάθηκε και στις ενήλικες σχέσεις. Αν η φροντίδα που λαμβάνει το βρέφος (και νήπιο) είναι συνεχής και εκλαμβάνεται από το ίδιο ως δεδομένη, τότε θα δημιουργήσει θετικά συναισθήματα για τον έξω κόσμο και ο δεσμός του με τον φροντιστή θα είναι συναισθηματικά ιδιαίτερα ισχυρός (ασφαλής δεσμός). Οι μετέπειτα σχέσεις του θα έχουν και εκείνες με την σειρά τους ασφαλή βάση και θα κατακλύζονται από θετικά συναισθήματα.
Σε περίπτωση όμως που οι ανάγκες του βρέφους δεν καλυφθούν τότε αναπτύσσει έναν «ανασφαλή δεσμό προσκόλλησης», ο οποίος διακρίνεται σε δύο κατηγορίες τον «αγχώδη αμφιθυμικό δεσμό προσκόλλησης» και τον «απορριπτικό δεσμό προσκόλλησης». Το άτομο με «ανασφαλή δεσμό» διακατέχεται συνήθως από ένα αίσθημα διαρκούς αγωνίας και ανασφάλειας. Ακόμη, είναι πιθανό να μην εμφανίζει ανθεκτικότητα σε περίπτωση στρεσσογόνων καταστάσεων και να δημιουργεί είτε σχέσεις εξαρτητικού τύπου είτε επιφανειακές σχέσεις, γεγονός το οποίο κρίνεται δυσλειτουργικό για την ανάπτυξη σχέσεων με υγιή βάση στην μετέπειτα ενήλικη ζωή του.

Πώς  συνδέεται όμως η γονεική στάση πoυ υιοθετεί ένας ενήλικας με τους  δεσμούς προσκόλλησης που ανέπτυξε με τον φροντιστή του στην παιδική του ηλικία;
Το πεδίο αυτό έχει μελετηθεί και έχει διαπιστωθεί σε ερευνητικό επίπεδο οτι τα άτομα με:

Ασφαλή προσκόλληση: Επιθυμούν να τεκνοποιήσουν και διατηρούν θετικές προσδοκίες σχετικά με τον γονεϊκό τους ρόλο. Ακόμη, έχουν ενεργό ρόλο στην φροντίδα και την ανατροφή των παιδιών τους ενώ παράλληλα αντλούν ικανοποίηση από την σχέση τους με τα παιδιά τους και φαίνεται να τους παρέχουν σταθερή υποστήριξη όταν εκείνα το επιθυμούν.

Απορριπτικό τύπο προσκόλλησης: Δεν τους πληροί ο γονεϊκός ρόλος αφού δεν αντλούν ευχαρίστηση μέσω αυτού. Επίσης, σε συναισθηματικό επίπεδο διατηρούν απόσταση από τα τέκνα τους ενώ δεν λείπουν και οι εντάσεις. Η εξισορρόπηση του γονεϊκού, συζυγικού και επαγγελματικού τομέα δεν γίνεται συχνά εφικτή από τα άτομα με «απορριπτικό τύπο προσκόλλησης».

Αγχώδη τύπο προσκόλλησης: Μολονότι ο ρόλος τους γονέα τους επιβαρύνει με επιπρόσθετο άγχος, τα άτομα με αγχώδη τύπο προσκόλλησης αντλούν αρκετά μεγάλη ικανοποίηση από τον γονεικό τους ρόλο. Βέβαια, παρουσιάζουν έντονη παρεμβατικότητα ενώ δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται με ευαισθησία στις ανάγκες των παιδιών τους. Ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αυτόν τον τύπο προσκόλλησης είναι αυτό της αδυναμίας τους να θέσουν όρια ανάμεσα στα επαγγελματικά ζητήματα και αυτά της οικογένειας πράγμα το οποίο φορτίζει πρόσθετα το οικογενειακό περιβάλλον.

Συμπερασματικά, οι μελλοντικοί γονείς οφείλουν να «περιπλανηθούν στον λαβύρινθο του ψυχικού τους κόσμου προκειμένου να αναμοχλεύσουν πιθανές πληγές του παρελθόντος.

Η θεραπευτική διαδικασία σε αυτή την φάση προκαλεί το άτομο να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί τον εαυτό του ώστε να μπορέσει να προσφέρει άνευ όρων αποδοχή και αγάπη στο παιδί του αλλά και να εκφράσει τον θυμό του αναφορικά με τα δυσάρεστα αυτά βιώματα. Άλλωστε, αυτά είναι τα «κλειδιά» για μία «επιτυχημένη πορεία» και όχι για μία «επιτυχημένη συνταγή ενός τέλειου γονέα».

Τέλειος γονέας δεν υπάρχει αφού κάθε παιδί είναι διαφορετικό!