Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Μη φοβάσαι που φοβάσαι

Κάποτε ήσουν ατρόμητος. Διέθετες υπερδυνάμεις και μπορούσες να αντιμετωπίσεις όλους τους δράκους. Μα μεγάλωσες και μαζί με σένα μεγάλωσαν και οι δράκοι που έχεις να αντιμετωπίσεις. Χωρίς υπερδυνάμεις αυτή τη φορά. Τώρα παλεύεις να διώξεις όλους εκείνους τους φόβους που σε κάνουν να νιώθεις διαφορετικός, που σε κάνουν να ντρέπεσαι. Που φοβάσαι να τους μοιραστείς για να μην γελάσουν οι γύρω σου. Που σε γεμίζουν ανασφάλειες. Που σου τρώνε την ψυχή.

Γιατί άραγε να συμβαίνει όλο αυτό; Γιατί να θεωρούμε τον φόβο μια αρρώστια και να ντρεπόμαστε για αυτόν; Γιατί δηλαδή είναι φυσιολογικό να μην φοβόμαστε τίποτα και είναι παράλογος ένας φόβος; Μπορεί να φοβάσαι το σκοτάδι και τη μοναξιά, να φοβάσαι τα σκυλιά ή και τους ανθρώπους, τη θάλασσα και τα αεροπλάνα, τις αρρώστιες ή και τον θάνατο. Ε και; Πειράζει;

Κάποτε πίστευα πως ναι, πειράζει. Και αυτό γιατί όσες φορές προσπάθησα να μοιραστώ τους φόβους μου ή να τους εκφράσω, αντιμετώπισα γέλια και χαρακτηρισμούς όπως ‘υπερβολική’, ‘προβληματική’ και πολλούς ακόμα. Θα μου πεις, πώς περιμένεις ένας άνθρωπος να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που δεν γνωρίζει; Και θα σου απαντήσω: με κατανόηση.

Τότε, όμως, δεν ήξερα να σου απαντήσω. Και σταμάτησα να μιλάω. Και δεν ήξερα τι συμβαίνει. Και αρνιόμουν να δεχτώ πως συμβαίνει και πίστεψα όλους αυτούς. Και το αποτέλεσμα ήταν να τρώει ο φόβος το μέσα μου και να φοβάμαι που φοβάμαι. Και όλο αυτό γιατί κατάπινα τα συναισθήματά μου. Μέχρι που πνίγηκα. Και είπα ‘ποτέ ξανά’. Ποτέ ξανά δεν θα φοβηθώ γι’ αυτό που είμαι, ποτέ ξανά δεν θα φοβηθώ να πω πως φοβάμαι. Και ας μην με ακούσει κανείς. Μου αρκεί που θα ανασάνω.

Αν είχαμε λίγο περισσότερη κατανόηση, αν ακούγαμε λίγο περισσότερο τους γύρω μας, αν τους δίναμε χώρο και χρόνο να εκφράσουν όσα νιώθουν, αν σταματούσαμε να κρίνουμε, αν γινόμασταν λίγο περισσότερο άνθρωποι, αν δεν κλείναμε τα μάτια και αν συμπονούσαμε, ίσως ο κόσμος εκεί έξω να μην ήταν τόσο φοβισμένος και απόμακρος και ίσως ο κόσμος μέσα μας να γινόταν ανθρώπινος