Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (219-227)

[219] Ἔτι δ᾽ οὐκ ἔμ᾽ ἔτυπτεν, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μόνον οὗτος οὐδ᾽ ὕβριζε τῇ διανοίᾳ τότε ποιῶν οἷ᾽ ἐποίει, ἀλλὰ πάντας ὅσους περ ἂν οἴηταί τις ἧττον ἐμοῦ δύνασθαι δίκην ὑπὲρ αὑτῶν λαβεῖν. εἰ δὲ μὴ πάντες ἐπαίεσθε μηδὲ πάντες ἐπηρεάζεσθε χορηγοῦντες, ἴστε δήπου τοῦθ᾽ ὅτι οὐδ᾽ ἐχορηγεῖθ᾽ ἅμα πάντες, οὐδὲ δύναιτ᾽ ἄν ποθ᾽ ὑμᾶς οὐδεὶς ἅπαντας μιᾷ χειρὶ προπηλακίσαι.

[220] ἀλλ᾽ ὅταν εἷς ὁ παθὼν μὴ λάβῃ δίκην, τόθ᾽ ἕκαστον αὐτὸν χρὴ προσδοκᾶν τὸν πρῶτον μετὰ ταῦτ᾽ ἀδικησόμενον γενήσεσθαι, καὶ μὴ παρορᾶν τὰ τοιαῦτα, μηδ᾽ ἐφ᾽ ἑαυτὸν ἐλθεῖν περιμένειν, ἀλλ᾽ ὡς ἐκ πλείστου φυλάττεσθαι. μισεῖ Μειδίας ἴσως ἐμέ, ὑμῶν δέ γ᾽ ἕκαστον ἄλλος τις. ἆρ᾽ οὖν συγχωρήσαιτ᾽ ἂν τοῦτον, ὅστις ἐστὶν ἕκαστος ὁ μισῶν, κύριον γενέσθαι τοῦ ταῦθ᾽ ἅπερ οὗτος ἐμὲ ὑμῶν ἕκαστον ποιῆσαι; ἐγὼ μὲν οὐκ οἶμαι. μὴ τοίνυν μηδ᾽ ἔμ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, προῆσθε τούτῳ.

[221] ὁρᾶτε δέ· αὐτίκα δὴ μάλα, ἐπειδὰν ἀναστῇ τὸ δικαστήριον, εἷς ἕκαστος ὑμῶν, ὁ μὲν θᾶττον ἴσως, ὁ δὲ σχολαίτερον, οἴκαδ᾽ ἄπεισιν οὐδὲν φροντίζων οὐδὲ μεταστρεφόμενος οὐδὲ φοβούμενος, οὔτ᾽ εἰ φίλος οὔτ᾽ εἰ μὴ φίλος αὑτῷ συντεύξεταί τις, οὐδέ γ᾽ εἰ μέγας ἢ μικρός, [ἢ] ἰσχυρὸς ἢ ἀσθενής, οὐδὲ τῶν τοιούτων οὐδέν. τί δήποτε; ὅτι τῇ ψυχῇ τοῦτ᾽ οἶδε καὶ θαρρεῖ καὶ πεπίστευκε τῇ πολιτείᾳ, μηδέν᾽ ἕλξειν μηδ᾽ ὑβριεῖν μηδὲ τυπτήσειν.

[222] εἶτ᾽ ἐφ᾽ ἧς ἀδείας αὐτοὶ πορεύεσθε, ταύτην οὐ βεβαιώσαντες ἐμοὶ βαδιεῖσθε; καὶ τίνι χρή με λογισμῷ περιεῖναι ταῦτα παθόντα, εἰ περιόψεσθέ με νῦν ὑμεῖς; θάρρει νὴ Δία, φήσειέ τις ἄν· οὐ γὰρ ἔτ᾽ οὐδὲν ὑβρισθήσει. ἐὰν δέ, τότ᾽ ὀργιεῖσθε, νῦν ἀφέντες; μηδαμῶς, ὦ ἄνδρες δικασταί, μὴ προδῶτε μήτ᾽ ἐμὲ μήθ᾽ ὑμᾶς αὐτοὺς μήτε τοὺς νόμους.

[223] καὶ γὰρ αὐτὸ τοῦτ᾽ εἰ ᾽θέλοιτε σκοπεῖν καὶ ζητεῖν, τῷ ποτ᾽ εἰσὶν ὑμῶν οἱ ἀεὶ δικάζοντες ἰσχυροὶ καὶ κύριοι τῶν ἐν τῇ πόλει πάντων, ἐάν τε διακοσίους ἐάν τε χιλίους ἐάν θ᾽ ὁποσουσοῦν ἡ πόλις καθίσῃ, οὔτε τῷ μεθ᾽ ὅπλων εἶναι συντεταγμένοι μόνοι τῶν ἄλλων πολιτῶν, εὕροιτ᾽ ἄν, οὔτε τῷ τὰ σώματ᾽ ἄριστ᾽ ἔχειν καὶ μάλιστ᾽ ἰσχύειν [τοὺς δικάζοντας], οὔτε τῷ τὴν ἡλικίαν εἶναι νεώτατοι, οὔτε τῶν τοιούτων οὐδενί, ἀλλὰ τῷ τοὺς νόμους ἰσχύειν.

[224] ἡ δὲ τῶν νόμων ἰσχὺς τίς ἐστιν; ἆρ᾽ ἐάν τις ὑμῶν ἀδικούμενος ἀνακράγῃ, προσδραμοῦνται καὶ παρέσονται βοηθοῦντες; οὔ· γράμματα γὰρ γεγραμμέν᾽ ἐστί, καὶ οὐχὶ δύναιντ᾽ ἂν τοῦτο ποιῆσαι. τίς οὖν ἡ δύναμις αὐτῶν ἐστιν; ὑμεῖς ἐὰν βεβαιῶτ᾽ αὐτοὺς καὶ παρέχητε κυρίους ἀεὶ τῷ δεομένῳ. οὐκοῦν οἱ νόμοι θ᾽ ὑμῖν εἰσιν ἰσχυροὶ καὶ ὑμεῖς τοῖς νόμοις.

[225] δεῖ τοίνυν τούτοις βοηθεῖν ὁμοίως ὥσπερ ἂν αὑτῷ τις ἀδικουμένῳ, καὶ τὰ τῶν νόμων ἀδικήματα κοινὰ νομίζειν, ἐφ᾽ ὅτου περ ἂν λαμβάνηται, καὶ μήτε λῃτουργίας μήτ᾽ ἔλεον μήτ᾽ ἄνδρα μηδένα μήτε τέχνην μηδεμίαν εὑρῆσθαι, δι᾽ ὅτου παραβάς τις τοὺς νόμους οὐ δώσει δίκην.

[226] Ὑμῶν οἱ θεώμενοι τοῖς Διονυσίοις εἰσιόντ᾽ εἰς τὸ θέατρον τοῦτον ἐσυρίττετε καὶ ἐκλώζετε, καὶ πάνθ᾽ ἃ μίσους ἐστὶ σημεῖ᾽ ἐποιεῖτε, οὐδὲν ἀκηκοότες πω περὶ αὐτοῦ παρ᾽ ἐμοῦ. εἶτα πρὶν μὲν ἐλεγχθῆναι τὸ πρᾶγμα, ὠργίζεσθε, προὐκαλεῖσθ᾽ ἐπὶ τιμωρίαν τὸν παθόντα, ἐκροτεῖθ᾽ ὅτε προὐβαλόμην αὐτὸν ἐν τῷ δήμῳ·

[227] ἐπειδὴ δ᾽ ἐξελήλεγκται, καὶ προκατέγνωκεν ὁ δῆμος τούτου εἰς ἱερὸν καθεζόμενος, καὶ τἄλλα προσεξήτασται τὰ πεπραγμένα τῷ μιαρῷ τούτῳ, καὶ δικάσοντες εἰλήχατε, καὶ πάντ᾽ ἐστὶν ἐν ὑμῖν μιᾷ ψήφῳ διαπράξασθαι, νῦν ὀκνήσετ᾽ ἐμοὶ βοηθῆσαι, τῷ δήμῳ χαρίσασθαι, τοὺς ἄλλους σωφρονίσαι, μετὰ πολλῆς ἀσφαλείας αὐτοὶ τὸ λοιπὸν διάγειν, παράδειγμα ποιήσαντες τοῦτον τοῖς ἄλλοις;

Πάντων οὖν εἵνεκα τῶν εἰρημένων, καὶ μάλιστα τοῦ θεοῦ χάριν περὶ οὗ τὴν ἑορτὴν ἀσεβῶν οὗτος ἑάλωκεν, τὴν ὁσίαν καὶ δικαίαν θέμενοι ψῆφον τιμωρήσασθε τούτον.

***
[219] Επιπλέον, Αθηναίοι, ο Μειδίας δεν κτυπούσε και προσέβαλλε εσκεμμένα μόνο εμένα τότε, όταν έκαμνε όσα έκαμνε, αλλά όλους εκείνους οι οποίοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν λιγότερο ικανοί από εμένα να διεκδικήσουν το δίκαιό τους. Αν δεν έχετε όλοι σας κτυπηθεί ούτε έχετε όλοι σας υβρισθεί στη διάρκεια της χορηγίας σας, αντιλαμβάνεστε ασφαλώς ότι αυτό έγινε επειδή ούτε μπορείτε να είσθε όλοι συγχρόνως χορηγοί ούτε θα μπορούσε κανένας να σας εξευτελίσει όλους μαζί με ένα μόνο κτύπημα.

[220] Όταν όμως ένας, το θύμα, δεν λάβει ικανοποίηση, τότε καθένας σας πρέπει να περιμένει ότι αυτός ο ίδιος θα είναι το αμέσως επόμενο θύμα και να μην αδιαφορεί για τέτοιες πράξεις ούτε να περιμένει να ξεσπάσει η αδικία επάνω του, αλλά όσο μπορεί να προφυλάσσεται. Ο Μειδίας ίσως μισεί εμένα και τουλάχιστον κάποιος άλλος μισεί καθέναν από σας. Άραγε θα επιτρέπατε στον προσωπικό σας εχθρό —οποιοσδήποτε και αν είναι αυτός— να λάβει το δικαίωμα να μεταχειρισθεί τον καθένα σας όπως ακριβώς με μεταχειρίσθηκε ο Μειδίας; Δεν το πιστεύω. Μη λοιπόν, Αθηναίοι, μη με παραδώσετε στη διάθεση του ανθρώπου αυτού.

[221] Σκεφθείτε μόνο: μόλις ακριβώς λυθεί η συνεδρίαση του δικαστηρίου, καθένας σας, άλλος ίσως γρηγορότερα, άλλος αργότερα, θα επιστρέψει στο σπίτι του χωρίς να φροντίσει για τίποτε, χωρίς να κοιτάξει πίσω του ούτε να φοβηθεί, χωρίς να διερωτηθεί αν θα συναντήσει φίλο ή εχθρό, μεγάλον ή μικρόν, ισχυρόν ή αδύναμον, χωρίς να σκεφθεί τίποτε από όλα αυτά. Και γιατί; Γιατί έχει πεποίθηση, θάρρος και εμπιστοσύνη στο πολίτευμα ότι κανένας δεν θα τον σύρει ούτε θα τον προσβάλει ούτε θα τον κτυπήσει.

[222] Αυτή λοιπόν την αίσθηση της προστασίας, με την οποία περπατάτε στον δρόμο, δεν θα την εξασφαλίσετε και σε μένα πριν εγκαταλείψετε το δικαστήριο; Και με ποιά σκέψη πρέπει να επιζήσω μετά από όσα έπαθα, αν σήμερα αδιαφορήσετε για την τύχη μου; «Να έχεις θάρρος, μά τον Δία», θα μου πει κάποιος· «ποτέ πια δεν θα σε προσβάλουν». Αν όμως στο μέλλον δεχθώ νέα προσβολή, τότε θα οργισθείτε, ενώ τώρα θα τον αθωώσετε; Όχι, κύριοι δικαστές, μην προδώσετε ούτε εμένα ούτε σας τους ίδιους ούτε τους νόμους.

[223] Αν θέλατε να εξετάσετε και να ερευνήσετε για ποιό λόγο τέλος πάντων όσοι από σας κάθε φορά δικάζουν έχουν δύναμη και εξουσία σε όλες τις πολιτικές υποθέσεις —είτε διακόσιοι είτε χίλιοι είτε οσοιδήποτε συγκροτήσουν το δικαστήριο—, θα διαπιστώνατε ότι η δύναμή τους δεν οφείλεται ούτε στο γεγονός ότι από όλους τους πολίτες μόνο αυτοί αποτελούν οργανωμένο ένοπλο σώμα ούτε στην άριστη και ρωμαλέα φυσική τους κατάσταση ούτε στην πολύ νεαρή ηλικία τους ούτε σε καμιά παρόμοια αιτία, αλλά στη δύναμη των νόμων.

[224] Και ποιά είναι η δύναμη των νόμων; Άραγε, αν κάποιος από σας, ο οποίος αδικείται, φωνάξει βοήθεια, θα τρέξουν και θα του παρασταθούν για να τον βοηθήσουν; Όχι· οι νόμοι είναι απλώς γραπτά κείμενα και δεν θα μπορούσαν να το κάμουν. Πού λοιπόν βρίσκεται η δύναμή τους; Σε σας τους ίδιους, αν τους διατηρείτε ισχυρούς και έγκυρους πάντοτε για όποιον τους χρειάζεται. Επομένως οι νόμοι αντλούν τη δύναμή τους από σας και σεις από τους νόμους.

[225] Πρέπει λοιπόν να τους βοηθάτε, όπως εκείνος που αδικείται υπερασπίζεται τον εαυτό του, και να πιστεύετε ότι οι παραβάσεις των νόμων, οποιοσδήποτε συλλαμβάνεται να τις κάνει, είναι αδικήματα που στρέφονται κατά του συνόλου· ούτε λειτουργίες ούτε οίκτος ούτε προσωπική επιρροή ούτε κανένα τέχνασμα πρέπει να επινοείται, για χάρη του οποίου να μην τιμωρείται όποιος παραβαίνει τους νόμους.

[226] Όσοι από σας τον είδατε να μπαίνει στο θέατρο κατά τα Διονύσια, τον σφυρίζατε και τον γιουχαΐζατε και δείχνατε με κάθε τρόπο το μίσος σας, χωρίς να έχετε ακόμη ακούσει από εμένα τίποτε γι᾽ αυτόν. Έπειτα, πριν αποδειχθεί η ενοχή του, εξοργισθήκατε, με παροτρύνατε να ζητήσω εκδίκηση για όσα υπέφερα και με επιδοκιμάζατε, όταν υπέβαλα εναντίον του καταγγελία στην εκκλησία του δήμου·

[227] και τώρα που έχει αποδειχθεί η ενοχή του, που ο λαός συνεδριάζοντας σε ιερό χώρο έχει διατυπώσει την προκαταρκτική καταδίκη του, έχουν επιπλέον εξετασθεί όλες οι πράξεις του ελεεινού αυτού υποκειμένου, έχετε κληρωθεί σεις να δικάσετε την υπόθεση και εξαρτάται από σας να τελειώσουν όλα με ομόθυμη ετυμηγορία, τώρα θα διστάσετε να με βοηθήσετε, να ευχαριστήσετε τον λαό, να συνετίσετε τους πολλούς και, αφού τον κάμετε παράδειγμα στους άλλους, να ζείτε στο μέλλον με μεγάλη ασφάλεια;

Για όλα όσα ειπώθηκαν και κυρίως χάριν του θεού, για βεβήλωση της εορτής του οποίου έχει αυτός καταδικασθεί, τιμωρήστε τον άνθρωπο αυτόν ρίχνοντας την ψήφο που απαιτεί η θεία και η ανθρώπινη δικαιοσύνη.