Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ (Ιούλιος 1943)

Η ΣΥΜΜΑΧΙΚΗ ΑΠΟΒΑΣΗ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ

Η ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΒΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΞΟΝΑ ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΔΑΦΟΣ 

Το ζήτημα της εκστρατείας των Συμμάχων στην Ιταλική χερσόνησο είχε αποφασιστεί σε μια από τις διασκέψεις κορυφής, όπου παρέστησαν οι δύο από τους «Τρεις Μεγάλους». Επρόκειτο για τη διάσκεψη της Καζαμπλάνκας, διάσκεψη ιδιαίτερης σπουδαιότητας, οι εργασίες της οποίας διεξήχθησαν εν άκρα μυστικότητα. Στη διάσκεψη (14 - 24 Ιανουαρίου 1943), παρευρέθησαν μόνο ο Ρούζβελτ και ο Τσόρτσιλ. Ο Στάλιν επικαλέστηκε αδυναμία απομάκρυνσης από τη Μόσχα λόγω του συνεχιζόμενου Γερμανοσοβιετικού πολέμου, έχοντας, όμως, λάβει τη διαβεβαίωση των συνδαιτυμόνων του ότι θα άνοιγαν «ένα δεύτερο Ευρωπαϊκό μέτωπο», εξαναγκάζοντας τον Χίτλερ να αποσπάσει ικανό μέρος των στρατευμάτων του που μάχονταν ματαίως, όπως αποδείχθηκε, στις αφιλόξενες Ρωσικές στέπες. Ένας από τους κύριους σκοπούς της διάσκεψης ήταν η οργάνωση των πολεμικών ενεργειών στη Μεσόγειο και η επιχείρηση υπό την κωδική ονομασία «Husky», η απόβαση δηλαδή στη Σικελία και η κατάκτησή της...

Η επιτυχία του εγχειρήματος θα καθησύχαζε, κατά τον Τσόρτσιλ, τους Ρώσους για το δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη, θα επιτάχυνε την ήττα της Ιταλίας και θα ωθούσε, ενδεχομένως, την Τουρκία στην έξοδο από την ουδετερότητα και την ένταξή της στο συμμαχικό στρατόπεδο. Μετά το πέρας των συνομιλιών, ο Ρούζβελτ απαίτησε την «άνευ όρων παράδοση» όλων των αντιπάλων τους. Το επόμενο χρονικό διάστημα και καθ' όλο το 1943 η προϊούσα αδυναμία του Χίτλερ, και λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στη Σοβιετική Ένωση, ενέτεινε την προσπάθεια των Συμμάχων για ανάληψη πρωτοβουλιών που στόχευαν στην αποτροπή επιβολής της αξονικής ηγεμονίας.

Ορισμένες επιτυχίες τους, στον στρατιωτικό τομέα, είχαν ενισχύσει τις ελπίδες τους για το ευκταίο αποτέλεσμα. Σ' αυτές πρέπει σαφώς να προσμετρηθούν και τα γεγονότα στη Βόρεια Αφρική, στις αρχές Μαΐου 1943, όπου οι Γερμανοϊταλικές στρατιές αδυνατούσαν να αμυνθούν, γεγονός που επέτρεψε στους Αμερικανούς και τους Βρετανούς να καταλάβουν τη Μπιζέρτα και την Τύνιδα. Οι εύστοχες αυτές ενέργειες άνοιξαν τον δρόμο για την, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Τεχεράνης (Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1943), πραγματοποίηση της επιχείρησης «Husky», η οποία ξεκίνησε στις 10 Ιουλίου 1943.

Υπήρξε η πρώτη απόβαση των Συμμάχων σε Ευρωπαϊκό έδαφος και μια σημαντικότατη αμφίβια επιχείρησή τους στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία διευκόλυνε την έναρξη της Ιταλικής Εκστρατείας, με όλα τα αρνητικά επακόλουθα για τον Άξονα. Η νικηφόρα έκβαση των επιχειρήσεων οφειλόταν και στη δράση των αντάρτικων ομάδων που δρούσαν στην Ελλάδα, βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου των Συμμάχων, απασχολώντας αναγκαστικά μέρος των εχθρικών δυνάμεων. Η Σικελία κατελήφθη στα μέσα Αυγούστου, ενώ περί τα τέλη Ιουλίου είχε προηγηθεί ο εξοστρακισμός του Μουσολίνι από την Ιταλική ηγεσία, η σύλληψη και φυλάκισή του και η ανάληψη της εξουσίας από τον Μπαντόλιο.

Ο νέος πρωθυπουργός υπέγραψε ανακωχή με τους Συμμάχους, στις 8 Σεπτεμβρίου. Την επαύριον, 9 Σεπτεμβρίου, άρχισε, υπό τις διαταγές του στρατηγού Μαρκ Κλαρκ, η απόβαση της Αμερικανοβρετανικής 5ης Στρατιάς σε περιοχή πλησίον του Σαλέρνο. Στις 29 του μηνός υπογραφόταν η «μακρά ανακωχή» και στις 13 Οκτωβρίου η Ιταλία κήρυττε τον πόλεμο εναντίον της πρώην συμμάχου της, Γερμανίας. Στο Σαλέρνο, οι Γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις συγκράτησαν τα συμμαχικά στρατεύματα στη νότια Ιταλία και οχυρώθηκαν σε μια ζώνη, πρόσφορη για την άμυνά τους, λόγω των φυσικών οχυρώσεων, που συναποτελούνταν από τους ποταμούς Ράπιντο, Σάνγκρο και Γκαριλιάνο, καθώς και από τον ορεινό όγκο του Μόντε Κασίνο.

Το Κασίνο έμεινε γνωστό στην Ιστορία για τις λυσσώδεις μάχες που διεξήχθησαν εκεί μεταξύ των αξονικών και συμμαχικών δυνάμεων οι οποίες και τελικώς επικράτησαν, τον Μάιο του 1944. Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα οι λυσιτελείς κινήσεις των Συμμάχων οδήγησαν τα στρατεύματά τους αρχικώς -υπό τον Κλαρκ- στη Ρώμη, όπου εισήλθαν νικηφόρα στις 4 Ιουνίου, εξαναγκάζοντας τους στρατιώτες του Χίτλερ σε τακτική υποχώρηση. Υστερα από δύο μέρες, στις 6 Ιουνίου, πραγματοποιούνταν η, υψίστης σπουδαιότητας για την έκβαση του πολέμου, απόβασή τους στη Νορμανδία, άμεση επιδίωξη της οποίας ήταν η εκδίωξη των Γερμανών από τη Γαλλία και η απελευθέρωσή της.

Εν τω μεταξύ η κατάσταση στην Ιταλία απαιτούσε την εντατικοποίηση της συμμαχικής προσπάθειας. Υπό αυτές τις συνθήκες μεταφέρθηκε εκεί και η ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία. Η συνεπικουρία Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στον συμμαχικό αγώνα είχε προβλεφθεί και αποφασιστεί από την Ελληνοβρετανική Στρατιωτική Συμφωνία, της 9ης Μαρτίου 1942. Βάσει αυτής, η Ελληνική κυβέρνηση εξορίας, υπό τον Εμμανουήλ Τσουδερό, και η Βρετανική προσδιόριζαν τις αρχές επί των οποίων θα οργανώνονταν οι Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, ώστε να συμπράξουν με τις συμμαχικές, με τελικό στόχο την ήττα του Άξονα και την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Για την οργάνωση και την ενεργή ανάμειξή τους σε διάφορα μέτωπα, αρμόδια θα ήταν η Βρετανική Στρατιωτική Διοίκηση. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις Μέσης Ανατολής, οι οποίες έλαβαν μέρος και στο Ελ Αλαμέιν. Στις μονάδες, όμως, αυτές τα στασιαστικά κινήματα ήταν συχνά, με κορυφαίο εκείνο της 6ης Απριλίου 1944, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η διάλυση των στρατιωτικών μονάδων και η συγκρότηση της ΙΙΙ Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας (Ε.Ο.Τ), στις 31 Μαΐου 1944, όπου, υπό την εποπτεία της 9ης Βρετανικής Στρατιάς, εντάχθηκαν οι νομιμόφρονες αξιωματικοί και οπλίτες. Ως τις 28 Ιουλίου έλαβε ειδική εκπαίδευση για ορεινό αγώνα και σύμπραξη στην πολεμική αναμέτρηση στην Ιταλία.

Στις αρχές Αυγούστου μεταφέρθηκε από τον Λίβανο στο λιμάνι του Τάραντα, προστατευόμενη από θάλασσα και αέρα και στις 26 Αυγούστου σε περιοχή έξι χιλιόμετρα βόρεια του Σπολέτο, όπου ετέθη υπό τις διαταγές της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας, διοικητής της οποίας ήταν ο στρατηγός Γουέιρ. Οι Σύμμαχοι στη διάρκεια του Αυγούστου είχαν συγκεντρώσει για τις επιχειρήσεις εναντίον της Γοτθικής Γραμμής -αμυντική γραμμή του Άξονα την οποία είχε καθορίσει ο Χίτλερ από τον Ιούλιο του 1942 και υπολογιζόταν πως θα ήταν έτοιμη περί τα τέλη Ιουνίου 1944- την 5η Συμμαχική Στρατιά, υπό τον στρατηγό Αλεξάντερ και την 8η Βρετανική Στρατιά, υπό τον στρατηγό Όλιβερ Λις.


Στις 3 Σεπτεμβρίου η ΙΙΙ Ε.Ο.Τ ετέθη υπό τις διαταγές της 5ης Καναδικής Μεραρχίας και στις 5 του μηνός εντάχθηκε με το πυροβολικό της στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων. Στην πρώτη αυτή περίοδο κατελήφθη το Κοριάνο από Καναδικά τμήματα, ενώ στη δεύτερη περίοδο έπρεπε να απελευθερωθεί το Ρίμινι, τη διατήρηση του οποίου οι Γερμανοί θεωρούσαν απαραίτητη.

OPERATION TORCH ''ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΥΡΣΟΣ''

Την κωδική ονομασία "Επιχείρηση Πυρσός" ("Operation Torch") έφερε η μεγάλη Αμερικανο-Βρετανική απόβαση - εισβολή στη Γαλλοκρατούμενη Βόρεια Αφρική κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που επιχειρήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1942, από ένα γιγάντιο αποβατικό στόλο, στα πλαίσια της συμμαχικής εκστρατείας της Βόρειας Αφρικής που ακολούθησε στη συνέχεια.

Σκοπός - Σχεδιασμός

Η απόβαση αυτή προγραμματίσθηκε μετά την υπόσχεση που είχαν δώσει οι ΗΠΑ (Φραγκλίνος Ρούσβελτ) και η Βρετανία (Τσώρτσιλ) στη Σοβιετική Ένωση (Στάλιν) για δημιουργία δυτικού μετώπου προκειμένου να μειώσουν την ασκούμενη εκ μέρους των Γερμανικών δυνάμεων πίεση στα σοβιετικά στρατεύματα. Η υπόσχεση αυτή είχε δοθεί τον Μάιο του 1942 στην Ουάσιγκτον κατά την εκεί συνάντηση που είχε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Βιατσεσλάβ Μολότωφ, με τον πρόεδρο Ρούσβελτ, έχοντας υπόψη ο δεύτερος ήδη σχεδιαζόμενη επιχείρηση. 

Και ενώ οι Αμερικανοί επιτελείς σχεδίαζαν μια άμεση επιχείρηση στην κατεχόμενη Β. Ευρώπη με την κωδική ονομασία "Επιχείρηση Βαριοπούλα", στην διάρκεια μυστικής διάσκεψης που έλαβε χώρα στην Ουάσιγκτον, με την Ελληνική κωδική ονομασία "Αρκαδία", τον Δεκέμβριο του 1941, οι Βρετανοί προκειμένου και αυτοί να τύχουν της μείωσης της Γερμανικής πίεσης υποστήριζαν πως μια τόσο άμεση επιχείρηση από Ευρωπαϊκό έδαφος θα ήταν καταστροφική, αντιπροτείνοντας επί του ασφαλέστερου τα εδάφη της Γαλλίας στη Βόρεια Αφρική επιτυγχάνοντας συγχρόνως τον ναυτικό έλεγχο της Μεσογείου και από εκεί την ασφαλέστερη απόβαση στη νότια Ευρώπη.

Βέβαια η πρόταση αυτή διασφάλιζε πρωτίστως τον ανοικτό δρόμο προς την Ινδία, την διασφάλιση των Αγγλικών συμφερόντων στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά και τον παράλληλο έλεγχο των Βαλκανίων με ενθάρρυνση ανατρεπτικών τάσεων σ΄αυτά, διατηρώντας τουλάχιστον την ουδετερότητα της Τουρκίας. Αν και αρχικά οι Αμερικανοί κράτησαν επικριτική στάση στο προτεινόμενο σχέδιο, τελικά συμφώνησαν στη πρόταση του Τσώρτσιλ.

Αντικειμενικοί Σκοποί

Η μεγάλη αυτή επιχείρηση που κατά τον σχεδασμό της έφερε την κωδική ονομασία "Επιχείρηση Γυμναστής" (περιέχοντας την έννοια της άσκησης - γυμνάσιου), περιελάμβανε τρεις βασικές αποβάσεις, (Καζαμπλάνκα, Οράν, Αλγέρι) έχοντας εννέα αντικειμενικούς σκοπούς (ΑΝ.ΣΚ.) -σημεία απόβασης- με συνέπεια να περιλαμβάνει εννέα επιμέρους σχέδια αποβατικών επιχειρήσεων, καθένα εκ των οποίων έφερε ιδιαίτερη κωδική ονομασία. Βασικά την επιχείρηση θα εκτελούσαν ταυτόχρονα δύο αποβατικά ρεύματα: 

Το μεν ένα από ΗΠΑ, δηλαδή από Δυτικά, με μία Αμερικανική τακτική δύναμη, υπό τον υποστράτηγο Τζωρτζ Πάττον, προς τρία σημεία απόβασης στις ακτές του Γαλλικού Προτεκτοράτου του Μαρόκου διαθέτουσα συνολική δύναμη 33.000 ανδρών, το δε έτερο από Αγγλία διερχόμενο το Γιβραλτάρ, με Αγγλοαμερικανικές τακτικές δυνάμεις υπό τον αντιστράτηγο Κέννεθ Άντερσον, προς 6 σημεία απόβασης στις ακτές της Γαλλικής αποικίας της Αλγερίας με συνολική δύναμη 74.000 ανδρών. Την συνολική δύναμη και των δύο ρευμάτων 107.000 καλούνταν να αντιμετωπίσει τουλάχιστον ως εισβολείς, δύναμη 60.000 ανδρών της κυβέρνησης του Βισύ, συνεπικουρούμενη από άλλες τοπικές αποικιακές δυνάμεις.

Διοίκηση

Επικεφαλής της όλης επιχείρησης τέθηκε ο Αμερικανός αντιστράτηγος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έχοντας υπό τις διαταγές του τον Βρετανό ναύαρχο Άντριου Κάννινγκαμ. Οι αεροπορικές δυνάμεις που έλαβαν μέρος, αντίθετα με την μέχρι τότε εμπειρία ήταν μοιρασμένες κατά εθνικές δυνάμεις διατηρώντας κάθε μία δικό της διοικητή, ενώ οι διοικητές των χερσαίων δυνάμεων και για τις τρεις βασικές αποβάσεις θα ήταν Αμερικανοί στρατηγοί που απ΄ τη στιγμή που θα έβγαιναν στη ξηρά θα ανασυγκροτούνταν προκειμένου να δημιουργήσουν την 1η Στρατιά υπό τον Βρετανό αντιστράτηγο Κένεθ Άντερσον. Αναπληρωτής διοικητής ορίσθηκε ο Αμερικανός υποστράτηγος Μαρκ Γουέιν Κλαρκ.

Φίλια Εδάφη

Φίλια εδάφη στην επιχείρηση αυτή ήταν η Αλεξάνδρεια, που μετά τη νίκη του Ελ Αλαμέιν δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο, η Μάλτα στο μέσον της Μεσογείου, που προσπαθούσε να διατηρηθεί ελεύθερη από την Ιταλία, στον λιμένα της οποίας ελλιμενίζονταν Βρετανικά και Ελληνικά πολεμικά πλοία και τέλος το Γιβραλτάρ που στους φόβους που εξέφρασαν οι Αμερικανοί για τυχόν εισβολή των Γερμανών στην Ισπανία, ο Φράνκο τήρησε την υπόσχεσή του επί απόλυτης ουδετερότητας με συνέπεια το Γιβραλτάρ να παραμείνει ο σημαντικότερος σταθμός ανεφοδιασμού και ελλιμενισμού συμμαχικών πολεμικών πλοίων και στάθμευσης αεροσκαφών. 

Χωρίς αυτή τη διασφάλιση του Φράνκο η όλη απόβαση θα επιχειρούνταν μόνο από το Μαρόκο. Μάλιστα οι Βρετανοί μέσα στον ενθουσιασμό τους από την παραπάνω διαβεβαίωση ζήτησαν την τελευταία στιγμή την τροποποίηση του σχεδίου με μοναδικό σημείο απόβασης την περιοχή Μπον-Μπουζί παρά την Τυνησία αντί στη Καζαμπλάνκα. Τελικά επικράτησε η σύνεση του δρομολογημένου σχεδίου.

Χρόνος Εκτέλεσης

Βασική αιτία της καθυστέρησης της υλοποίησης της Αμερικανικής υπόσχεσης προς τη Σοβιετική Ένωση για τη δημιουργία δυτικού μετώπου ήταν η ήδη εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο του Ειρηνικού, σχεδόν όλο το έτος του 1942. Έτσι αποφασίστηκε για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου αναστολή της επίθεση προς την Ιαπωνία. Τέσσερις ημέρες μετά τη διάσπαση των γραμμών του Άξονα στο Ελ Αλαμέιν, (4 Νοεμβρίου 1942), μετά από αγώνα 10 ημερών της 8ης στρατιάς υπό τον Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ, ξεκίνησε, κατ΄ εφαρμογή του παρόντος σχεδίου τις πρώτες πρωινές ώρες της 8ης Νοεμβρίου του 1942, η μεγάλη διασυμμαχική απόβαση με την νέα κωδική ονομασία "Επιχείρηση Πυρσός". 


Ονομασία που συνειρμικά οδηγεί στον πυρσό που φέρεται στο Άγαλμα της Ελευθερίας.

Διαρροή του Σχεδίου

Από τα διάφορα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αλλά και από τον τρόπο της εξέλιξης αυτής της επιχείρησης διαφαίνεται ότι το εν λόγω σχέδιο, ενδεχομένως όχι σε όλη του την έκταση, είχε περιέλθει σε γνώση των Γάλλων αξιωματούχων από το τρίτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, χωρίς να θεωρείται παρακινδυνευμένη η κάποια προσυνεννόηση. Είναι γεγονός ότι ο στρατάρχης Πεταίν διατηρούσε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τους Βρετανούς τόσο επίσημα όσο και μέσω πρακτόρων. 

Από την άλλη ο Αμερικανός πρόξενος που είχε τοποθετηθεί στο Αλγέρι προσπάθησε πλησιάζοντας Γάλλους αξιωματούχους να βολιδοσκοπήσει ποια θα ήταν η πιθανή στάση των γαλλικών δυνάμεων του Βισύ σε μία ενδεχόμενη απόβαση αμερικανικών δυνάμεων, με απώτερο στόχο στη συνέχεια την συμμαχική εκστρατεία στη Β. Αφρική και η από Νότο απελευθέρωση της Γαλλίας. Το βέβαιο είναι ότι επ΄ αυτού πρέπει να του δόθηκε μια επιθυμητή στάση στην παρουσία των Αμερικανών όχι όμως και για τους Βρετανούς όπου θα εγκυμονούσε ανεξέλεγκτες καταστάσεις από τα Γαλλικά στρατεύματα ένεκα της εναντίον τους γενικευμένης δυσφορίας που επικρατούσε.

Αλλά και από την άλλη πλευρά μια τέτοια επίσημη συναίνεση εκ μέρους των Γάλλων θα ήταν καταστροφική για την Γαλλική Πολιτείαπαραβιάζοντας σημαντικό όρο της συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς. Συνεπώς η μόνη εφικτή στάση ήταν μία τουλάχιστον υποτυπώδης αντίσταση προκειμένου η όλη επιχείρηση να χαρακτηριστεί εισβολή. Ελάχιστες ημέρες πριν την απόβαση και συγκεκριμένα την επομένη της συμμαχικής νίκης στο Ελ Αλαμέιν φθάνει στο Αλγέρι, ο αρχηγός των γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων ναύαρχος Νταρλάν με την δικαιολογία της επίσκεψης στο γιο του που είχε εισαχθεί εκτάκτως σε νοσοκομείο του Αλγερίου για παθολογικές εξετάσεις, αντί να διακομισθεί αεροπορικώς, αν ήταν κάτι σοβαρό, στη Γαλλία. 

Έτσι η "τυχαία" παρουσία του Νταρλάν στο χώρο και τον χρόνο της επιχείρησης άσκησε σημαντική θετική επιρροή στην εξέλιξή της.

Διεξαγωγή Επιχείρησης

Η διεξαγωγή της επιχείρησης ακολουθώντας επακριβώς το σχέδιο εκδηλώθηκε με σημεία προσγειάλωσης του μεν πρώτου ρεύματος στις ακτές των πόλεων Σάφι, Καζαμπλάνκα και Μεχντία, του Μαρόκου, σε μορφή προσβάλλουσας τρίαινας, του δε δεύτερου εκατέρωθεν του λιμένος Οράν και στις ακτές των πόλεων Αλγερίου, Μπουζί, Φιλιπβίλ και Μπον της Αλγερίας σε μορφή εν σειρά επάλληλης προσβολής. Από δε την επομένη 9 Νοεμβρίου όλοι οι αντικειμενικοί σκοποί είχαν επιτευχθεί εκτός Καζαμπλάνκας όπου ολοκληρώθηκε στις 11 Νοεμβρίου, λόγω της εκεί παρουσίας γερμανικών δυνάμεων όπου και σημειώθηκε ναυμαχία.

Γενικά η αντίσταση των Γάλλων ήταν πολύ περιορισμένη και στάθηκε περισσότερο σπασμωδική και αυτή μόνο εκ των παράκτιων πυροβολείων, χωρίς να σημειωθούν μετακινήσεις ιδιαίτερων στρατιωτικών μονάδων, παρότι τα συμμαχικά πλοία που συμμετείχαν στη απόβαση επιχείρησαν χωρίς συσκότιση, δηλαδή με αναμμένα τα φώτα τους. Τα παραπάνω καταμαρτυρούν επίσης και οι αριθμοί των εκατέρωθεν απωλειών σε έμψυχο υλικό που ήταν ιδιαίτερα περιορισμένοι, μόλις και μεταξύ του 0.5 - 2% των αντιμαχομένων, (των μεν συμμάχων περίπου 470 νεκροί και 700 τραυματίες, των δε Γαλλικών και εντοπίων δυνάμεων 1250 νεκροί και περίπου 2.000 τραυματίες). 

Το δε μεγαλύτερο μέρος αυτών των απωλειών ήταν στην Καζαμπλάνκα ή οφείλονταν σε ανεπαρκή εκγύμναση και έλλειψη πείρας πολλών από εκείνους που έλαβαν μέρος. Έτσι και οι τρεις βασικές τακτικές δυνάμεις μετά την γρήγορη απόβασή τους με πολύ λίγες ζημίες ανασυγκροτήθηκαν ενώ στις 10 και 11 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Νταρλάν έχοντας έλθει σε επαφή με τον υποστράτηγο Μαρκ Κλαρκ υπό χαρακτήρα συνθηκολόγησης υπεγράφησαν δύο συμφωνίες οι καλούμενες "συμφωνίες Κλαρκ - Νταρλάν". 

Από εκεί και πέρα συντασσόμενοι όλοι οι Γάλλοι τοπικοί διοικητές και οι δυνάμεις τους στην ενέργεια του Νταρλάν χωρίς να εκδηλωθεί καμία αντίδραση συμπεριλαμβανομένων και των δυνάμεών τους λειτούργησαν όπως προπολεμικά, ανοίγοντας ελεύθερα ο δρόμος για την εκστρατεία Β. Αφρικής προς την Μπιζέρτα και την Τυνησία.

ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑΣ 

Η διάσκεψη της Καζαμπλάνκας ήταν σύσκεψη των ηγετών των Συμμάχων που έγινε στην Καζαμπλάνκα, πόλη του (τότε) Γαλλικού Μαρόκου από τις 14 έως τις 24 Ιανουαρίου 1943 υπό την κωδική ονομασία "SYMBOL". Χαρακτηρίστηκε ως η πλέον αμφιλεγόμενη διάσκεψη του Πολέμου. Στη διάσκεψη, σε επίπεδο ηγετών, συμμετείχαν ο Αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ και ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστων Τσώρτσιλ. Απουσίαζε ο Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος, αν και είχε προσκληθεί, αρνήθηκε να παραστεί προφασιζόμενος την επικείμενη μάχη του Στάλινγκραντ. Οι δύο ηγέτες είχαν μαζί τους όλους τους αρχηγούς επιτελείων τους και σημαντικούς στρατιωτικούς παράγοντες. Παρόντες ήταν επίσης οι Γάλλοι ανταγωνιστές στρατηγοί Σαρλ ντε Γκωλ και Ανρί Ζιρώ.

Πριν τη Διάσκεψη
 
Στις 8 Νοεμβρίου 1942 οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στις ακτές της (τότε) Γαλλικής Βόρειας Αφρικής, εκτελώντας μια επιχείρηση η οποία είχε το προσωνύμιο «Πυρσός» (Operation Torch). Η επιχείρηση είχε αποφασιστεί παρά την αρχική δυσπιστία των Αμερικανών και υπό την πίεση του Στάλιν, ο οποίος απαιτούσε να ανοίξουν οι Αγγλοαμερικανοί το ταχύτερο δυνατό ένα μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη, ώστε να ανακουφιστεί ο Κόκκινος Στρατός στο Ανατολικό Μέτωπο. Πράγματι σχεδιάστηκε η «Επιχείρηση Σφύρα» (Operation Sledgehammer) με στόχο τους λιμένες της Βρέστης και του Σερμπούρ αποκτώντας έτσι ένα μικρό προγεφύρωμα στο Ευρωπαϊκό έδαφος.

Οι Αμερικανοί αρχικά ευνόησαν το σχέδιο, αλλά οι Βρετανοί αντιτάχθηκαν ισχυρά, προφασιζόμενοι (και σωστά) ότι ούτε πολλά αποβατικά σκάφη διέθεταν ούτε ήταν σε θέση να υποστηρίξουν από αέρος και θαλάσσης ένα παρόμοιο εγχείρημα. Έτσι ξεκίνησε η εφαρμογή του «Πυρσού», με ισχυρή απροθυμία των Αμερικανών, που δε θεωρούσαν ότι «ο δρόμος προς το Βερολίνο περνά από τη Βόρεια Αφρική». Στις αρχές του 1943 διαφαινόταν ήδη ότι η έκβαση της επιχείρησης ήταν αυτή που αναμενόταν: Οι Γερμανικές και οι Ιταλικές δυνάμεις θα εκδιώκονταν οριστικά από τη Βόρεια Αφρική.


Έμενε να διευκρινιστούν ορισμένα θέματα, όπως η διαχείριση του προβλήματος που είχαν δημιουργήσει τα υποβρύχια του ναυάρχου Καρλ Νταίνιτς στον Ατλαντικό (Μάχη του Ατλαντικού), πώς θα κατανέμονταν οι δυνάμεις στα διάφορα πολεμικά μέτωπα, ποιο θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα των Συμμάχων και, τέλος, από πλευράς Τσώρτσιλ, τέθηκε το ζήτημα του πώς θα συμβιβάζονταν οι αντιμαχόμενοι Γάλλοι στρατηγοί. Οι Βρετανοί επιθυμούσαν τη συνέχεια των επιχειρήσεων από την πλευρά της Μεσογείου. Ο Τσώρτσιλ μάλιστα είχε χαρακτηρίσει την Ιταλία ως «το μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης».

Οι Αμερικανοί αντίθετα επιθυμούσαν την εισβολή μέσω της Μάγχης, γνωρίζοντας πως σε τέτοια περίπτωση το κύριο βάρος θα σήκωναν οι Βρετανοί, πράγμα που τους επέτρεπε να εξοικονομήσουν πόρους για την τεράστια προσπάθεια που κατέβαλαν στον Ειρηνικό εναντίον της Ιαπωνίας.

Η Προετοιμασία της Διάσκεψης 

Η διάσκεψη έγινε στη συνοικία Άνφα της Καζαμπλάνκας και οι συζητήσεις θα γίνονταν στο ομώνυμο ξενοδοχείο (Anfa Hotel). Για τη διαμονή των ηγετών είχαν παραχωρηθεί δύο επαύλεις, άλλες δύο παραχωρήθηκαν για τη διαμονή των αρχηγών των επιτελείων, ενώ ολόκληρη η συνοικία είχε συρματοπλεχθεί και πίσω από το συρματόπλεγμα βρίσκονταν πυκνά παρατεταγμένοι ένοπλοι φρουροί. Ουσιαστικά η διάσκεψη δεν είχε σοβαρό αντικειμενικό σκοπό. Χωρίς μάλιστα την παρουσία του Στάλιν έχανε μεγάλο μέρος της σημασίας της. Όλα της τα θέματα θα μπορούσαν να επιλυθούν χωρίς αυτήν. Ωστόσο ο πρόεδρος Ρούζβελτ «ήθελε να κάνει ένα ταξίδι», όπως αφηγείται ο προεδρικός σύμβουλος Χάρι Χόπκινς.

Επειδή μάλιστα δεν ήθελε και πολλές επισημότητες, παρακάλεσε τον Τσώρτσιλ «να μη φορτωθεί τον υπουργό εξωτερικών του», καθώς το ίδιο θα έκανε κι αυτός. Στην πραγματικότητα ο Ρούζβελτ έκανε το γύρο της μισής υφηλίου πριν καταλήξει στην Καζαμπλάνκα, περνώντας μέχρι και από το Τρινιντάντ. Η περιττή αυτή μετακίνηση λίγο έλειψε να στοιχίσει ακριβά στη συμμαχική ηγεσία: Το αεροσκάφος που μετέφερε τον Τσώρτσιλ πήρε φωτιά, ενώ αυτό που μετέφερε τον Αϊζενχάουερ έχασε δύο κινητήρες εν πτήσει, με αποτέλεσμα ο αρχιστράτηγος να προσγειωθεί με το αλεξίπτωτο στην πλάτη και ένα κτύπημα στο γόνατο από τους κραδασμούς.

Ο Τσώρτσιλ, από την άλλη, είχε προσχεδιάσει τι ήταν αυτά που θα ζητούσε από τον Αμερικανό, που δεν ήταν άλλο από την επέκταση των εχθροπραξιών στη Μεσόγειο. Φόρτωσε ένα πλοίο με έγγραφα («πλωτό επιτελείο» το χαρακτηρίζει ο Καρτιέ) και πήρε μαζί του (όπως και ο Ρούζβελτ) όλους τους αρχηγούς επιτελείων του. Ζήτησε επίσης από τον Ντε Γκωλ να τον συνοδεύσει, χωρίς προηγουμένως να τον έχει ενημερώσει. Αιτιολόγησε την έλλειψη ενημέρωσης προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι, αν είχε γνωστοποιηθεί η διάσκεψη, θα χρειάζονταν πολλαπλά μέτρα ασφαλείας.

Ο πείσμων Γάλλος, γνωρίζοντας ότι εκεί ακριβώς ήταν η έδρα του αντιπάλου του, πρόβαλε αρχικά ένα κατηγορηματικό «όχι» και ο Τσώρτσιλ αναχώρησε μόνος του. Κάλεσε εκ νέου τόσο τον Ζιρώ όσο και τον Ντε Γκωλ «εκ μέρους του Αμερικανού προέδρου και του Βρετανού πρωθυπουργού». Ο Ζιρώ έφθασε αμέσως, ο Ντε Γκωλ εξακολούθησε να αρνείται, υποστηρίζοντας ότι αυτό ήταν ένα καθαρά γαλλικό ζήτημα και δε χρειαζόταν παρεμβάσεις ξένων. Ο οξύθυμος Τσώρτσιλ εκνευρίστηκε τόσο που απείλησε τον Ντε Γκωλ, στέλνοντάς του ένα αυστηρό τηλεγράφημα ότι θα απέσυρε την υποστήριξή του και θα τον παραμέριζε. Υπό την ασφυκτική αυτή πίεση ο Ντε Γκωλ υποχώρησε, αν και ήρθε στη διάσκεψη μόλις την ένατη ημέρα.

Η Διάσκεψη

Παρόντες στη διάσκεψη ήταν:

Βρετανική Πλευρά
  • Ουίνστον Τσώρτσιλ, Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου
  • Ναύαρχος Σερ Ντάντλεϊ Πάουντ (Sir Alfred Dudley Pickman Rogers Pound)
  • Στρατάρχης της Αεροπορίας Τσαρλς Πόρταλ (Charles Frederick Algernon Portal)
  • Στρατάρχης της Αεροπορίας Σερ Άρθουρ Τέντερ (Arthur Tedder)
  • Στρατηγός Σερ Άλαν Μπρουκ (Sir Alan Francis Brooke)
  • Στρατάρχης Σερ Τζον Ντιλ (Sir John Greer Dill)
  • Στρατάρχης Σερ Χάρολντ Αλεξάντερ, επικεφαλής των Βρετανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή
  • Ναύαρχος λόρδος Λούις Μαουντμπάττεν (Louis Francis Albert Victor Nicholas George Mountbatten)
  • Στρατηγός Σερ Χάστινγκς Ίσμεϊ (Hastings L. Ismay)
Αμερικανική Πλευρά
  • Φραγκλίνος Ρούζβελτ, πρόεδρος των ΗΠΑ
  • Στρατηγός του Στρατού και της Αεροπορίας Χένρι Άρνολντ (Henry Harley "Hap" Arnold)
  • Ναύαρχος Έρνεστ Κινγκ (Ernest King), επικεφαλής του αμερικανικού στόλου
  • Στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ (George Catlett Marshall), αρχηγός του αμερικανικού επιτελείου
  • Αρχιστράτηγος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (Dwight Eisenhower), επικεφαλής της «Επιχείρησης Πυρσός»
  • Άβερελ Χαρριμαν (Averel Harriman), προεδρικός σύμβουλος
  • Χάρι Χόπκινς (Harry Hopkins]], προεδρικός σύμβουλος
  • Ρόμπερτ Μέρφι (Robert D. Murphy), ειδικός αντιπρόσωπος του προέδρου στο επιτελείο του Αϊζενχάουερ
  • Αντισυνταγματάρχης Έλιοτ Ρούζβελτ, γιος του προέδρου
Γαλλική Πλευρά
  • Στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ (Charles de Gaulle), επικεφαλής των «Ελεύθερων Γάλλων»
  • Στρατηγός Ανρί Ζιρώ (Henri Onoré Giraud), στρατιωτικός διοικητής της Γαλλικής Βόρειας Αφρικής

Συμμετείχαν επίσης και αρκετοί ανώτεροι αξιωματικοί και των τριών όπλων. Μεγάλος απών στη διάσκεψη, ο Στάλιν. Η πραγματοποίηση της διάσκεψης εν απουσία του ενίσχυσε στη σκέψη του Σοβιετικού ηγέτη την εντύπωση ότι σχέδια καταστρώνονταν χωρίς τη συμμετοχή του και πίσω από την πλάτη του, χωρίς αυτός να ενημερώνεται απόλυτα. Η καχυποψία του Στάλιν ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο ύστερα από τις αποφάσεις τις διάσκεψης και συνέχισε να αυξάνει σε ολόκληρη την πορεία του πολέμου, για να καταλήξει, ύστερα από τη λήξη του, στην έναρξη του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης.

Σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις των New York Times, τόσο ο Στάλιν όσο και ο Τσανγκ Κάι Σεκ τηρήθηκαν ενήμεροι σχετικά με τις αποφάσεις της διάσκεψης. Στο ίδιο φύλλο η ανταπόκριση αναφέρει ότι και οι δύο ηγέτες ήταν τελικά ικανοποιημένοι από τις αποφάσεις της διάσκεψης.

Αποφάσεις

Η βασική απόφαση της διάσκεψης ήταν ότι ο αγώνας των Συμμάχων έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι του σημείου που αποκαλείται «bitter end» (πικρό τέλος), δηλαδή μέχρις ότου η Ναζιστική Γερμανία οδηγηθεί στην άνευ όρων παράδοση (Unconditional surrender). Το ίδιο θα ίσχυε τόσο για την Ιταλία όσο και για την Ιαπωνία. Συμφωνήθηκε επίσης ότι κανείς από τους Συμμάχους δεν θα αποδεχόταν χωριστή παράδοση κάποιας από τις δυνάμεις του Άξονα (π.χ. η Ιταλία όφειλε να παραδοθεί στους Συμμάχους και όχι στη Βρετανία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες). Η αλήθεια είναι ότι ο Τσώρτσιλ αντιτάχθηκε στην πρόταση περί Unconditional surrender. Δεν θεωρούσε ότι επάνω στη Γερμανία έπρεπε να επιπέσει η μανία αντεκδίκησης των Συμμάχων.

Γι' αυτό και αργότερα διευκρίνισε ότι «άνευ όρων συνθηκολόγηση δε σημαίνει διάθεση εκδικήσεως εις βάρος του Γερμανικού λαού». Ο Τσώρτσιλ φοβόταν, και όπως αποδείχτηκε απολύτως δικαιολογημένα, ότι αυτές οι δύο λέξεις κατέστρεφαν την όποια αντιπολίτευση υπήρχε στο εσωτερικό της Γερμανίας: Έδινε στους Ναζί το εφαλτήριο που αναζητούσαν για να στηρίξουν την απόφασή τους να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Τις δύο αυτές μικρές λέξεις εκμεταλλεύθηκε άριστα ο Γιόζεφ Γκέμπελς στην προπαγάνδα του. Όπως είναι λογικό, οι αντίπαλοι του Χιτλερικού καθεστώτος δεν είχαν άλλη επιλογή από το να σταματήσουν κάθε τους ενέργεια.

Οι Βρετανοί επιχειρηματολόγησαν ισχυρά και ο Τσώρτσιλ αντέκρουσε προσωπικά την άποψη του Μάρσαλ σχετικά με μια «μικρή» απόβαση στις βόρειες Γαλλικές ακτές προς το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Κατέδειξε ότι ένα τέτοιο εγχείρημα στην παρούσα φάση του πολέμου θα κατέληγε απλά σε μια εύκολη νίκη του Χίτλερ, δεδομένης της αεροπορικής κυριαρχίας της Luftwaffe στη συγκεκριμένη περιοχή. Επιπλέον τα διαθέσιμα αποβατικά σκάφη ήταν εκείνη την εποχή αριθμητικά πολύ λίγα για να μεταφέρουν τα απαιτούμενα στρατεύματα, ενώ ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική η παρουσία των Γερμανικών υποβρυχίων.

Αντίθετα, ο Τσώρτσιλ έδωσε την έγκρισή του για την παροχή ισχυρής υποστήριξης στους Αμερικανούς από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, χώρες μέλη της Κοινοπολιτείας, στο θέατρο επιχειρήσεων του Ειρηνικού. Ο Τσώρτσιλ διαβεβαίωσε επίσης ότι θα επεκτείνονταν οι Βρετανικές επιχειρήσεις στη Βιρμανία με στόχο την ισχυροποίηση του Τσανγκ Κάι Σεκ στην Κίνα. Ως ανταπόδοση αυτής της χειρονομίας, ο Ρούζβελτ συμφώνησε στην Εισβολή των Συμμάχων στη Σικελία. Συμφωνήθηκε, επίσης να αρχίσουν και να ενταθούν αεροπορικές επιδρομές κατά του Γερμανικού εδάφους από τα Βρετανικά αεροδρόμια με τη συμμετοχή και των δύο αεροποριών (RAF και U.S.A.F.).

Η διάσκεψη αυτή ήταν η τελευταία στην οποία ο Τσώρτσιλ θα μπορούσε να υπαγορεύσει τους στόχους της συμμαχικής προσπάθειας. Ύστερα από τη διάσκεψη αυτή οι Αμερικανοί συνειδητοποίησαν ότι λόγω της ισχύος τους ήταν ο κύριος παράγοντας της Συμμαχίας και θα άρχιζαν να ενεργούν ανάλογα.

Οι Γάλλοι

Αρχικά οι δύο Γάλλοι ηγέτες, αν και ισχυρά αντιτιθέμενοι στην Κυβέρνηση του Βισύ είχαν αναπτύξει ένα κλίμα έντονης ψυχρότητας, αν όχι αντιπάθειας, στις σχέσεις τους. Τα «πείσματα» αυτά είχαν κουράσει τόσο τον Τσώρτσιλ όσο και τον Ρούζβελτ. Ο Αμερικανός πρόεδρος από την άλλη θεωρούσε τον Ντε Γκωλ εκπρόσωπο της «παλαιάς» Γαλλίας, με τάσεις αποικιοκρατισμού και απολυταρχισμού, ενώ παράλληλα τον θεωρούσε επηρμένο. Από την άλλη ο Ζιρώ θεωρούσε ότι στη δολοφονία του ναυάρχου Νταρλάν είχε συμμετάσχει και ο Ντε Γκωλ (για την ακρίβεια θεωρούσε πως τον δολοφόνο του Νταρλάν τον είχε αποστείλει ο Ντε Γκωλ).

Την Κυριακή 24 Ιανουαρίου, τελευταία ημέρα της διάσκεψης, Τσώρτσιλ και Νε Γκωλ έχουν ακόμη μια θυελλώδη συζήτηση, στην οποία ο Ντε Γκωλ επιμένει να μην αναλάβει καμία δέσμευση. Στη συνέχεια οι δυο άνδρες πηγαίνουν να συναντήσουν τον Ρούζβελτ, ο οποίος, ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες σύνταξης κοινού ανακοινωθέντος, αποφασίζει να εφαρμόσει με τον Ντε Γκωλ άλλη μέθοδο: Αρχίζει μαζί του μια ήρεμη συζήτηση, κατά την οποία τον ερωτά αν θα δεχτεί να ανταλλάξει χειραψία με τον Ζιρώ. Ο Ντε Γκωλ απαντά «ναι». «Και θα το κάνετε αυτό μπροστά στους φωτογράφους;» «I shall do it for you», απαντά ο Γάλλος.

Οι δημοσιογράφοι καλούνται στην αίθουσα και παίρνουν φωτογραφία τους δύο άνδρες να ανταλλάσσουν τη χειραψία, η οποία εμφανίζει την εικόνα της συμφιλίωσης. Ο Ζιρώ μάλιστα αποδέχεται να του στείλει ο Ντε Γκωλ έναν εκπρόσωπό του για να οργανώσει άμεση επαφή μεταξύ Γαλλικής Αφρικής και Λονδίνου (έδρα του Ντε Γκωλ). Από την άποψη αυτή, για τη Γαλλία η διάσκεψη έλαβε μεγάλη σημασία. Το BBC ανέφερε: "The two Frenchmen became the joint chairmen of the French Committee for National Liberation" («Οι δύο Γάλλοι έγιναν οι από κοινού ηγέτες της Γαλλικής Επιτροπής για την Εθνική Απελευθέρωση»).

Η ΣΥΜΜΑΧΙΚΗ ΑΠΟΒΑΣΗ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ 

Γενικά

Στις 23 Ιανουαρίου 1943, στη διάρκεια της σύσκεψης στην Καζαμπλάνκα, οι Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ αποφάσισαν μία τολμηρή απόβαση στη νότια άκρη της Ιταλικής χερσονήσου, με σκοπό να λυγίσουν την άμυνα του Άξονα, προκαλώντας του έναν πρώτο "πονοκέφαλο" πριν από τη μελλοντική αποβατική προσπάθεια στις Γαλλικές ακτές, που θα οδηγούσε τους εισβολείς στην καρδιά του Γ' Pάιχ. Το εγχείρημα είχε καθοριστεί για το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου, κατά την τέταρτη φάση της Σελήνης, ώστε τα αποβατικά σκάφη να προσεγγίσουν με την κάλυψη του σκοταδιού και οι αλεξιπτωτιστές να δράσουν υπό την ευεργετική παρουσία του σεληνόφωτος.


Oι Σύμμαχοι είχαν προετοιμάσει μήνες νωρίτερα το σχέδιο δράσης, δεδομένου ότι ανάλογες ενέργειες της προηγούμενης χρονιάς είχαν καταλήξει σε αποτυχία: οι επιδρομές εναντίον της Διέπης (18 Αυγούστου) και του Τομπρούκ (13 Σεπτεμβρίου) αποδείχθηκαν ένα αιματηρό φιάσκο, ενώ η απόβαση στη Βόρεια Αφρική (8 Νοεμβρίου), παρά την επιτυχία της, οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι εκτεταμένες αμφίβιες επιχειρήσεις στην παρούσα φάση του πολέμου ήταν άκρως επικίνδυνες και απαιτούσαν δυσβάσταχτες θυσίες σε άνδρες και υλικό. Eνα ακόμη δυσεπίλυτο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι Σύμμαχοι, ήταν η μεταφορά βαρέων πυροβόλων και αρμάτων μάχης.

Tα αποβατικά σκάφη δεν διέθεταν τον απαιτούμενο εξοπλισμό. H εμπειρία των αποβάσεων στην Καζαμπλάνκα, στο Αλγέρι και στο Οράν, ώθησε σε μία φρενήρη τεχνολογική αναβάθμιση των σκαφών. Oι υπεύθυνοι όλων των μελλοντικών επιχειρήσεων εστίασαν πολύ προσεκτικά στη διάρθρωση του σχεδιασμού και στην πρόβλεψη αστάθμητων παραγόντων. H ιστορία απέδειξε, τελικά, ότι οι δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν οι διενεργούντες την απόβαση άνδρες, επρόκειτο να είναι σημαντικά λιγότερες από τις αναμενόμενες.

Το Υπόβαθρο

Η Επιχείρηση Πυρσός, όπως είχε ονομαστεί η συμμαχική απόβαση στη Βόρεια Αφρική, σημείωνε επιτυχία: Ήδη από τα τέλη του 1942 ήταν εμφανές ότι ο "Πυρσός" θα κατέληγε σε μεγάλη συμμαχική νίκη. Τους ηγέτες των Συμμάχων άρχισε να απασχολεί η επόμενη ημέρα: Τι έπρεπε να γίνει στη συνέχεια; Η Απόβαση της Νορμανδίας, επονομαζόμενη "Επιχείρηση Round-up" ήταν σαφές ότι δεν είχε ακόμη δυνατότητα πραγματοποίησης. Από την άλλη πλευρά, ο Ιωσήφ Στάλιν δεν έπαυε να ζητά το άνοιγμα ενός δευτέρου μετώπου, ώστε να ανακουφιστεί η Γερμανική πίεση στο ανατολικό μέτωπο. Εξετάζονταν, επίσης, τρόποι ώστε η Ιταλία να αποσυρθεί από τον Πόλεμο.

Όλα αυτά τα ζητήματα εξετάστηκαν στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκα τον Ιανουάριο του 1943, αν και οι Αμερικανοί ήταν κάπως διστακτικοί, καθώς η στρατιωτική ηγεσία ζητούσε να αυξηθεί η Αμερικανική πίεση στο μέτωπο του Ειρηνικού. Είχε προηγηθεί μια διάσκεψη στην Ουάσινγκτον, το καλοκαίρι του 1942, στην οποία ο τότε Αρχηγός του Επιτελείου του Αμερικανικού στρατού Τζορτζ Μάρσαλ είχε υποστηρίξει, ενώπιον του Προέδρου Φράνκλιν Ρούζβελτ και του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστων Τσώρτσιλ ότι ο μόνος τρόπος επιτυχούς αντιμετώπισης των δυνάμεων του Άξονα ήταν μια αμφίβια αποβατική επιχείρηση στη δυτική Ευρώπη.

Και κατά συνέπεια, δε θα έπρεπε να γίνει καμία άλλη επιχείρηση η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση αυτού του στόχου λόγω διασποράς ανθρώπινου δυναμικού και υλικού. Ο Τσώρτσιλ αντέδρασε αστραπιαία: Σε ένα ιδιαίτερα οξύ υπόμνημα προς τον Αμερικανό Πρόεδρο, αντέκρουσε ευθέως τις θέσεις του Μάρσαλ, δηλώνοντας ότι η Βρετανική πλευρά δεν είχε κανένα σχέδιο εισβολής στην Ευρώπη το Σεπτέμβριο του 1942: Μήπως είχαν οι Αμερικανοί; Και αν ναι, ποιο ήταν αυτό; Αλλά αν δεν υπήρχε τέτοιο σχέδιο, τι θα έπρεπε να γίνει; Θα έπρεπε οι Σύμμαχοι να μείνουν αδρανείς στον Ατλαντικό, χωρίς να κάνουν τίποτα; Φυσικά, οι Σύμμαχοι δεν παρέμειναν αδρανείς.

Το Νοέμβριο του 1942 οργανώθηκε και εκτελέστηκε η "Επιχείρηση Πυρσός". Ενώ διαφαινόταν η συμμαχική νίκη, οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν στην Καζαμπλάνκα, όπου ο Τσώρτσιλ πήρε μαζί του κυριολεκτικά ένα πλωτό αρχείο, προκειμένου να στηρίξει τις Βρετανικές θέσεις. Η Αμερικανική πρόταση ήταν σχετικά συντηρητική: Οι αρχηγοί των τριών επιτελείων των Αμερικανικών δυνάμεων πρότειναν πως, όταν εκδιώκονταν τελείως οι δυνάμεις του Άξονα από τη Βόρεια Αφρική, οι Σύμμαχοι μπορούσαν να εγκαταστήσουν εκεί βάσεις και να βομβαρδίζουν συνεχώς την Ιταλία, μέχρι να την αναγκάσουν να βγει από τον Πόλεμο. Εκεί, όμως, θα παρέμεναν μόνον οι απολύτως αναγκαίες δυνάμεις.

Οι υπόλοιπες, μαζί με τις ενισχύσεις τους σε άνδρες και υλικό, θα συγκεντρώνονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να προετοιμαστεί η εισβολή στη δυτική Ευρώπη. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η θέση των Βρετανών. Κατά την άποψή τους η εισβολή στη δυτική Ευρώπη ήταν ακόμη αδύνατη, ο δε Τζον Σλέσσορ, μέλος του Βρετανικού Επιτελείου, εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπήρχε η παραμικρή ελπίδα εδραίωσης προγεφυρώματος στη Δυτικοευρωπαϊκή ξηρά, πόσο μάλλον η αντιμετώπιση και εξουδετέρωση της Βέρμαχτ: Έπρεπε πρώτα οι Σύμμαχοι να εξασφαλίσουν την από αέρος κυριαρχία. Την ίδια άποψη είχε εκφράσει και ο Στρατάρχης της Αεροπορίας Σερ Τσαρλς Πόρταλ σε διάσκεψη τον προηγούμενο Σεπτέμβριο.

Κατά συνέπεια, η απόβαση στη Δυτικοευρωπαϊκή ακτή έπρεπε να αναβληθεί τουλάχιστον για ένα ακόμη χρόνο. Ύστερα από ατελείωτες συζητήσεις, η πρόταση στην οποία κατέληξαν οι αρχηγοί των επιτελείων ήταν να γίνει μια απόπειρα απόβασης στη νότια Ευρώπη. Στην Καζαμπλάνκα έφθασε, στις 15 Ιανουαρίου, και ο Αρχιστράτηγος των Συμμαχικών δυνάμεων στη Βόρεια Αφρική, Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, προκειμένου να ενημερώσει τους ηγέτες για την πορεία της επιχείρησης στην Τυνησία. Ο στρατηγός έφθασε εκεί με την ψυχή στο στόμα, καθώς δύο από τους κινητήρες του Β-17 που τον μετέφερε σταμάτησαν εν πτήσει κι αυτός προσγειώθηκε με το αλεξίπτωτο στην πλάτη και ένα κτύπημα στο γόνατο από τους κραδασμούς.

Ο στρατηγός ευελπιστούσε ότι ύστερα από την επιτυχημένη εκστρατεία στη Βόρεια Αφρική οι Σύμμαχοι θα αναλάμβαναν δράση στη Νότια Ευρώπη και πρότεινε επίθεση κατά της Κορσικής και της Σαρδηνίας. Τελικά πείσθηκε ότι η απόβαση έπρεπε να γίνει στη Σικελία, καθώς έτσι θα εξασφαλιζόταν πολύ περισσότερο η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών στη Μεσόγειο. Η επιμονή των Βρετανών, η οποία τελικά υπερίσχυσε, για την απόβαση στη Σικελία μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω των από μακρού συμφερόντων της Βρετανίας από πολιτική και στρατιωτική άποψη στη Μεσόγειο.

OPERATION MINCEMEAT ''ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΙΜΑΣ''

Η Επιχείρηση ''ΚΙΜΑΣ'' (Operation MINCEMEAT) υπήρξε ένα επιτυχημένο Βρετανικό σχέδιο παραπλάνησης κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου (Β' ΠΠ). Ο ''ΚΙΜΑΣ'' έπεισε την ανώτατη Γερμανική ηγεσία ότι οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν την εισβολή στην Ελλάδα και τη Σαρδηνία το 1943, αντί για τη Σικελία, που ήταν ο πραγματικός τους αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ). Το πέτυχαν με το να πείσουν τους Γερμανούς ότι είχαν, τυχαία, πέσει στα χέρια τους «άκρως απόρρητα» έγγραφα, που έδιναν με λεπτομέρεια τα συμμαχικά πολεμικά σχέδια. Τα έγγραφα αυτά συνόδευαν τη σωρό ενός αξιωματικού που αφέθηκε σκόπιμα να εκβρασθεί σε κάποια ακτή της Ισπανίας. 

Η αλήθεια απεκαλύφθη το 1953 με το βιβλίο του Μόνταγκιου «Ο Άνθρωπος Που Δεν Υπήρξε Ποτέ» («The Man Who Never Was»).


Ο Σχεδιασμός της Παραπλάνησης

1942, η Επιχείρηση «ΠΥΡΣΟΣ» (Operation TORCH - απόβαση των Συμμάχων στην ΒΔ Αφρική) είναι επικείμενη και ο θρίαμβος των Συμμάχων στη Βόρεια Αφρική ολοκληρώνεται. Το επόμενο βήμα του πολέμου στο Θέατρο Επιχειρήσεων (ΘΕ) της Μεσογείου, ο έλεγχος της Σικελίας, ο οποίος θα εξασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα των Συμμάχων και θα επιτρέψει την εισβολή στην ηπειρωτική Ευρώπη. Έτσι, η Σικελία αποτελεί τον ευνόητο επόμενο στρατηγικό ΑΝΣΚ. Οι Γερμανοί επιτελείς, φυσικά, αντιλαμβάνονταν το ίδιο. Όμως, μια συγκέντρωση συμμαχικών στρατευμάτων για την εισβολή αυτή θα εντοπιζόταν αμέσως, διότι σίγουρα δεν θα μπορούσε να κρυφτεί. Οι Γερμανοί θα αντιλαμβάνονταν την επικείμενη μεγάλης κλίμακας επιθετική ενέργεια. 

Αλλά, εάν οι Σύμμαχοι κατόρθωναν να παραπλανήσουν τους Γερμανούς για το πού κατευθυνόταν η επίθεση, οι Γερμανοί θα διέσπειραν τις δυνάμεις τους ή τουλάχιστον θα διοχέτευαν κάποια σοβαρά τμήματα αυτών στους παραπλανητικούς ΑΝΣΚ, γεγονός που θα διευκόλυνε την επιτυχία της εισβολής. Αρκετούς μήνες πριν, ο Υποσμηναγός Τσαρλς Σόλμοντλυ του Τμήματος Β1 της Αγγλικής Υπηρεσίας Πληροφοριών («ΜΙ-5»), είχε προτείνει τη ρίψη ενός νεκρού άνδρα, δεμένου σε ένα ατελώς ανοιγμένο αλεξίπτωτο στη Γαλλία, μαζί με μια συσκευή ασυρμάτου, ώστε να τον βρουν οι Γερμανοί. 

Η κεντρική ιδέα ήταν να νομίσουν οι Γερμανοί ότι οι Σύμμαχοι δεν γνώριζαν ότι έπεσε στα χέρια των Γερμανών ο ασύρματος και οι χειριστές προσποιούμενοι ότι ήταν πράκτορες να τους τροφοδοτήσουν έτσι με παραπλανητικές πληροφορίες. Η ιδέα αυτή απερρίφθη σαν μη εφικτή. Όμως, η ίδια επανήλθε αργότερα στην Επιτροπή ΧΧ, την ολιγομελή διακλαδική ομάδα πληροφοριών που ήταν υπεύθυνη για τους διπλούς πράκτορες. Ο Σόλμοντλυ ήταν μέλος της Επιτροπής ΧΧ, όπως ήταν και ο Αντιπλοίαρχος Όουεν Μόνταγκιου, αξιωματικός πληροφοριών του Βασιλικού Ναυτικού. Ο Μόνταγκιου και ο Σόλμοντλυ βελτίωσαν την προηγούμενη ιδέα ώστε ν’ αποτελέσει ένα πραγματοποιήσιμο σχέδιο, χρησιμοποιώντας έγγραφα αντί ασυρμάτου. 

Η Επιτροπή σκέφτηκε να βάλει τα έγγραφα σε σωρό στρατιωτικού με αλεξίπτωτο που δεν άνοιξε πλήρως. Όμως, οι Γερμανοί γνώριζαν πολύ καλά ότι οι Σύμμαχοι δεν θα έστελναν ευαίσθητα έγγραφα πάνω από περιοχή που κατέχει ο εχθρός κι έτσι αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν σωρό θύματος αεροπορικού ατυχήματος στη θάλασσα. Αυτό βοηθούσε στο να εξηγηθεί ο από μέρες θάνατος του ανδρός, αλλά και το πώς αυτός μετέφερε απόρρητα έγγραφα. Η σωρός θα εκβραζόταν στην Ισπανία, όπου η τυπικά ουδέτερη κυβέρνηση ήταν γνωστό ότι συνεργαζόταν με τη Γερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών (Abwehr). 

Οι Βρετανοί ήταν σίγουροι ότι οι Ισπανικές αρχές θα έψαχναν το σώμα και ότι θα επέτρεπαν στους Γερμανούς πράκτορες να εξετάσουν όλα όσα βρεθούν πάνω του. Ο Μόνταγκιου έδωσε στην επιχείρηση την κωδική ονομασία ''ΚΙΜΑΣ'' (MINCEMEAT).

Προηγούμενα Παρόμοια Περιστατικά

Η μέθοδος τοποθέτησης εγγράφων σε πτώμα δεν ήταν καινούρια. Δύο γεγονότα που προηγήθηκαν μας δείχνουν ότι ο Μόνταγκιου τη γνώριζε. Το ένα συνέβη πριν από τη μάχη της Άλ-Αμ Χάλφα, στη Βόρεια Αφρική τον Αύγουστο του 1942. Ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σ’ ένα κατεστραμμένο όχημα αναγνωρίσεως εντός ναρκοπεδίου, στο μέτωπο της Γερμανικής 90ης ελαφράς μεραρχίας. Πάνω στο πτώμα βρέθηκε χάρτης με τις θέσεις ανύπαρκτων Βρετανικών ναρκοπεδίων. Οι Γερμανοί παραπλανήθηκαν και τα τεθωρακισμένα του Ρόμμελ οδηγήθηκαν μέσα σε περιοχές μαλακής άμμου όπου και τελμάτωσαν. Το δεύτερο γεγονός δεν μπορεί βέβαια να ονομασθεί παραπλάνηση, αλλά μάλλον μπορούμε να πούμε ότι ''τη γλύτωσαν παρά τρίχα''. 

Τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα υδροπλάνο τύπου «Καταλίνα» συνετρίβει στ’ ανοικτά του Καδίθ της Ισπανίας, μεταφέροντας τον οικονομικό Υπολοχαγό Τζέϊμς Χάντεν Τέρνερ, με αποστολή ταχυδρόμου. Μετέφερε επιστολή του Στρατηγού Μαρκ Κλάρκ προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ, η οποία ονομάτιζε Γάλλους πράκτορες στη Βόρεια Αφρική κι έδιδε τις ημερομηνίες των αποβάσεων του «ΠΥΡΣΟΥ» (σαν 4 Νοεμβρίου 1942 ενώ αυτή πραγματοποιήθηκε στις 8 Νοεμβρίου). Η σωρός του Τέρνερ εξεβράσθη στην ακτή κοντά στην Ταρίφα και την περισυνέλεξαν οι Ισπανικές Αρχές. Όταν η σωρός επεστράφη στους Βρετανούς, η επιστολή ήταν ακόμη πάνω στον νεκρό και οι τεχνικοί ήταν κατηγορηματικοί στο ότι ποτέ δεν ανοίχθηκε. 

Οι Γερμανοί είχαν τα μέσα να διαβάσουν την επιστολή δίχως ν’ ανοίξουν τον φάκελο, αλλά και αν το έκαναν, προφανώς απεφάσισαν ότι αυτή είχε «φυτευτεί» επίτηδες και οι πληροφορίες που περιείχε ήταν πλασματικές, γι’ αυτό και τις αγνόησαν.

Ο Ταγματάρχης Ουίλλιαμ Μάρτιν των Βασιλικών Πεζοναυτών

Με τη βοήθεια του διάσημου παθολόγου σερ Μπερνάρ Σπίλσμπουρυ, ο Μόνταγκιου και η ομάδα του κατέληξαν στο τι είδους σωρό χρειάζονταν: έναν άνδρα που θα έμοιαζε να έχει χάσει τη ζωή του στη θάλασσα από υποθερμία και πνιγμό και κατόπιν εξεβράσθη στην ακτή μετά από μερικές μέρες. Όμως, το να βρεθεί κατάλληλο πτώμα φαινόταν σχεδόν αδύνατο, καθώς οι έρευνες θα προκαλούσαν συζητήσεις. Όμως, κάτω από αθόρυβη πίεση, ο Μπέντλεϋ Πέρτσις, ιατροδικαστής του δημοτικού διαμερίσματος Αγίου Πάνκρας του Λονδίνου, κατάφερε να πάρει στα χέρια του τη σωρό ενός 34χρονου άνδρα, με τον όρο ότι η πραγματική του ταυτότητα δεν θα αποκαλυπτόταν ποτέ. 

Ο άνδρας είχε πεθάνει από πνευμονία προκληθείσα από κατάποση ποντικοφάρμακου. Έτσι, υπήρχαν υγρά στους πνεύμονές του, που μπορούσαν να ξεγελάσουν ότι είχαν προκληθεί από θάνατο στη θάλασσα - πλην ίσως κάποιο παθολόγο με τις γνώσεις του σερ Μπερνάρ, ο οποίος όμως τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε τέτοιος στην Ισπανία. Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία του «μύθου»: μιας πλαστής ταυτότητας για τον νεκρό άνδρα. Δημιούργησαν τον «Ταγματάρχη Ουϊλιαμ Μάρτιν των Βασιλικών Πεζοναυτών», γεννημένο το 1907 στο Κάρντιφ της Ουαλίας και τοποθετημένο στο Στρατηγείο Διακλαδικών Επιχειρήσεων. 

Σαν Πεζοναύτης, ο Ταγματάρχης Μάρτιν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Ναυαρχείου και η όλη επίσημη διερεύνηση του θανάτου του και η σχετική αλληλογραφία θα διεκπεραιωνόταν από τον Κλάδο Πληροφοριών του Ναυτικού. Οι διαδικασίες του Στρατού ήταν διαφορετικές και τα πάντα θα ελέγχονταν λεπτομερώς. Επίσης, θα μπορούσαν να του φορέσουν στολή μάχης του Στρατού («μπατλ-ντρες», που χορηγούνταν έτοιμες) και όχι στολή ναυτικού. Ο βαθμός του Ταγματάρχη ήταν αρκετά υψηλός ώστε να του εμπιστευθούν έγγραφα αναλόγου ευαισθησίας, αλλά όχι τόσο σημαντικός ώστε να τον γνωρίζουν πολλοί. Το όνομα «Μάρτιν» επελέγη διότι υπήρχαν αρκετοί Μάρτιν περίπου του αυτού βαθμού στους πεζοναύτες. 

Για το χτίσιμο του μύθου βρήκαν και μια μνηστή με το όνομα Παμ. Ο Ταγματάρχης Μάρτιν έφερε φωτογραφία της «Παμ» (στην πραγματικότητα μιας υπαλλήλου του ΜΙ - 5), δύο ερωτικά γράμματα και μια απόδειξη πληρωμής κοσμηματοπωλείου για ένα δακτυλίδι αρραβώνων. Είχε, επίσης, και ένα γράμμα από τον πατέρα του όλο πατριωτισμό, μια επιστολή του οικογενειακού τους δικηγόρου και μια επιστολή της Τράπεζας Λόυντς που απαιτούσε πληρωμές ακάλυπτων λογαριασμών ύψους £79, 19 σελινιών και 2 πεννών. 


Υπήρχαν αποκόμματα εισιτηρίων του θεάτρου του Λονδίνου, εισιτήρια λεωφορείων, ένας λογαριασμός για διαμονή τεσσάρων ημερών στη Λέσχη Αξιωματικών Ναυτικού και Στρατού και μια απόδειξη των καταστημάτων Γκήβς & Χόουκς για ένα καινούργιο πουκάμισο. Όλα αυτά δημιουργήθηκαν πάνω σε αυθεντικό χαρτί κατά περίπτωση. Οι ημερομηνίες των αποκομμάτων των εισιτηρίων και της αποδείξεως διαμονής έδειχναν ότι ο Ταγματάρχης Μάρτιν αναχώρησε από το Λονδίνο στις 24 Απριλίου. Εφόσον το σώμα του ανακαλυπτόταν στην ακτή γύρω στις 30 Απριλίου, δηλαδή μετά από αρκετές ημέρες στη θάλασσα, τότε θα πρέπει να είχε ταξιδέψει αεροπορικώς από την Αγγλία και να είχε πέσει στη θάλασσα. 

Τα Παραπλανητικά Έγγραφα

Ταυτόχρονα φτιάχτηκαν και τα πλαστά υπηρεσιακά έγγραφα που θα μετέφερε. Ο Μόνταγκιου με την ομάδα του επέμεναν ότι αυτά θα έπρεπε να είναι ανώτατου επιπέδου, για να μειωθούν οι αμφιβολίες της πλαστογραφίας. Το κυριότερο έγγραφο ήταν μια προσωπική επιστολή του «Άρτσι Νύε» (Αντιστράτηγου σερ Άρτσιμπαλντ Νύε, Υπαρχηγού του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου) προς τον «Αγαπητό Άλεξ» (Στρατηγό σερ Χάρολντ Αλεξάντερ, διοικητή της 18ης Ομάδος Στρατιών σε Αλγερία και Τυνησία). Η επιστολή κάλυπτε «ευαίσθητα» θέματα, όπως την (ανεπιθύμητη) απονομή των μεταλλίων Πορφυράς Καρδιάς από τις ΗΠΑ σε Βρετανούς στρατιωτικούς που υπηρετούσαν μαζί τους και την ανάθεση καθηκόντων νέου διοικητού στην Ταξιαρχία Φρουρών.

Αυτό θα εξηγούσε το γιατί μεταφέρονταν με αγγελιοφόρο και δεν είχε αποσταλεί μέσω του συστήματος της λοιπής αλληλογραφίας. Για το συγκεκριμένο θέμα των Συμμαχικών σχεδίων στη Μεσόγειο, η επιστολή αναφερόταν στην Επιχείρηση Husky «ΕΥΣΩΜΟΣ» σαν την απόβαση στην Ελλάδα από στρατεύματα που βρίσκονταν στην Αίγυπτο και τη Λιβύη υπό τις διαταγές του Στρατηγού Ουίλσον. Μνημονεύονταν δε και δύο από τις ακτές αποβάσεως και κάποιες από τις μονάδες που θα λάμβαναν μέρος. («ΕΥΣΩΜΟΣ» ήταν στην πραγματικότητα η επιχείρηση κατά της Σικελίας). Η επιστολή μνημόνευε επίσης τον σχεδιασμό μιας δεύτερης επίθεσης, την Επιχείρηση «ΚΟΛΑΣΗ», για την οποία ο κρυφός στόχος θα ήταν η Σικελία.

Αυτό σήμαινε ότι οι δυνάμεις του Αλεξάντερ στην Τυνησία θα εισέβαλαν στη Σαρδηνία, τον μόνο λογικό στόχο που απέμενε. Ο «Άρτσι» πρόσθετε ότι «έχουμε μια πολύ καλή ευκαιρία να τους κάνουμε (τους Γερμανούς) να νομίσουν ότι έχουμε στόχο τη Σικελία». Η επιστολή συνετάχθη από τον ίδιο τον σερ Άρτσιμπαλ. Υπήρχε επίσης μια συστατική επιστολή για τον Ταγματάρχη Μάρτιν, από τον διοικητή «του», τον Ναύαρχο Μαουντμπάτεν, προς τον Ναύαρχο Κάνιγκαμ, Διοικητή των Συμμαχικών Ναυτικών Δυνάμεων Μεσογείου. Η επιστολή αυτή περιελάμβανε κι ένα άνοστο αστείο που έκανε λογοπαίγνιο με τη λέξη «σαρδέλες», το οποίο περιέλαβε ο Μόνταγκιου ελπίζοντας ότι οι Γερμανοί θα το έβλεπαν σαν αναφορά στην σχεδιαζόμενη εισβολή στη Σαρδηνία.

Οι Γερμανοί (και οι Ισπανοί φίλοι τους) δεν είχαν προφανώς αντιληφθεί το γράμμα στην τσέπη του Υπολοχαγού Τέρνερ, γι’ αυτό η ομάδα Μόνταγκιου απεφάσισε να βάλει τα έγγραφα σε χαρτοφύλακα που δεν ήταν δυνατόν ν’ αγνοηθεί. Για τη δικαιολόγηση της μεταφοράς εγγράφων με χαρτοφύλακα, δόθηκαν στον «Ταγματάρχη Μάρτιν» δύο αντίγραφα του επισήμου πρωτοτύπου του εγχειριδίου «Περί Διακλαδικών Επιχειρήσεων» του Χίλαρυ Σώντερς και μια επιστολή του Μαουντμπάντεν προς τον Στρατηγό Αϊζενχάουερ, με την οποία του ζητούσε τη σύνταξη σύντομου προλόγου για την Αμερικανική έκδοση του εγχειριδίου.

Ήταν επίσης απαραίτητο να εξασφαλίσουν ότι σώμα και χαρτοφύλακας με τα έγγραφα θα ήταν αναπόσπαστα ώστε να βρεθούν μαζί. Στην αρχή η ομάδα σκέφτηκε να σφηνωθεί ο χαρτοφύλακας στο χέρι του πτώματος με τη βοήθεια της νεκρικής ακαμψίας. Αλλά η ακαμψία ήταν πολύ πιθανό να χαλαρώσει και ο χαρτοφύλακας να χαθεί. Έτσι, εξόπλισαν τον Ταγματάρχη Μάρτιν με χειροπέδες με εσωτερική δερμάτινη κάλυψη, όπως αυτές που χρησιμοποιούσαν οι αγγελιοφόροι τραπεζών ή κοσμηματοπωλών για να εξασφαλιστούν από κλοπές. Οι Βρετανοί Αξιωματικοί αγγελιαφόροι δεν χρησιμοποιούσαν χειροπέδες, αλλά οι Γερμανοί δεν το γνώριζαν.

Τέλος, επειδή δεν έμοιαζε αληθινό το ότι ο Ταγματάρχης θα κρατούσε τον χαρτοφύλακα δεμένο στον καρπό του καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς πτήσεως, γι’ αυτό και η αλυσίδα περάστηκε μέσα από τη ζωστήρα του χιτωνίου του.

Η Εκτέλεση της Επιχείρησης

Ο Ταγματάρχης Μάρτιν, με τη στολή μάχης των Βασιλικών Πεζοναυτών, τοποθετήθηκε μέσα σε ένα ατσάλινο κιβώτιο. Το κιβώτιο γέμισε με ξηρό πάγο και σφραγίσθηκε. Όταν ο ξηρός πάγος έλιωσε, γέμισε το κιβώτιο με διοξείδιο του άνθρακα που έδιωξε κάθε ίχνος οξυγόνου κι έτσι το πτώμα διατηρήθηκε δίχως ψύξη. Οι Σόλμοντλυ και Μόνταγκιου μετέφεραν το κιβώτιο στο Χόλυ Λόχ της Σκωτίας, όπου φορτώθηκε στο Βρετανικό υποβρύχιο «ΣΕΡΑΠΦ» (HMS SERAPH). Ο κυβερνήτης του «SERAPH», Υποπλοίαρχος Μπιλ Τζιούελ και το πλήρωμα είχαν προηγούμενες εμπειρίες ειδικών επιχειρήσεων.

Ο Τζιούελ ενημέρωσε τους άνδρες του ότι το ατσάλινο κιβώτιο περιείχε άκρως απόρρητη μετεωρολογική συσκευή που θα την εγκαθιστούσαν κοντά στην Ισπανία. Στις 19 Απριλίου, το «ΣΕΡΑΠΦ» απέπλευσε. Στις 30 Απριλίου, έφθασε γύρω στο ένα μίλι έξω από τις ακτές της Ισπανίας, κοντά στην κωμόπολη Χουέλβα. Οι Βρετανοί γνώριζαν ότι υπήρχε πράκτορας της Γερμανικής υπηρεσίας κατασκοπίας στη Χουέλβα, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τις εκεί Ισπανικές αρχές. Στις 04:30 της 30ης Απριλίου, το «ΣΕΡΑΠΦ» αναδύθηκε. Ο Υποπλοίαρχος Τζιούελ μετέφερε το κιβώτιο στο κατάστρωμα και κατόπιν έστειλε όλο το πλήρωμα στο εσωτερικό του υποβρυχίου, πλην των αξιωματικών.

Τους ενημέρωσε για τις λεπτομέρειες της απόρρητης επιχείρησης. Άνοιξαν το κιβώτιο, φόρεσαν στον Ταγματάρχη Μάρτιν ένα σωσίβιο διάσωσης και του έδεσαν τον χαρτοφύλακα με τα έγγραφα. Ο Τζιούελ ανέγνωσε τον 39ο Ψαλμό, αν και η τελετή ταφής δεν καθοριζόταν στη διαταγή εκτελέσεως της επιχειρήσεως, και η σωρός αφέθηκε απαλά στη θάλασσα. Η παλίρροια θα τον εξέβραζε στην ακτή. Κατόπιν, ο Τζιούελς έστειλε το εξής σήμα στην Επιτροπή: «ΚΙΜΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ». Το πτώμα βρέθηκε γύρω στις 09:30 π.μ. από ένα ντόπιο ψαρά, τον Χοσέ Αντόνιο Ρέυ Μαρία.

''Ο Κιμάς Καταναλώθηκε Εξολοκλήρου''

Τρεις ημέρες αργότερα, ο Βρετανός Ναυτικός Ακόλουθος στην Ισπανία ανέφερε την ανεύρεση του πτώματος και η Επιτροπή ΧΧ ενημερώθηκε. Το πτώμα παρεδόθη στον Βρετανό Υποπρόξενο Φ. Κ. Χάζελντην και ο Ταγματάρχης Μάρτιν ετάφη στην Χουέλβα με πλήρεις στρατιωτικές τιμές, στις 4 Μαΐου. Ο Υποπρόξενος κάλεσε τον παθολόγο Εντουάρδο Ντελ Τόρνο για να κάνει την νεκροψία. Ο Ντελ Τόρνο ανέφερε ότι ο άνδρας είχε πέσει στη θάλασσα ενώ βρισκόταν ακόμη στη ζωή δίχως να έχει μώλωπες, ο θάνατος προήλθε από πνιγμό και η σωρός του έμεινε στη θάλασσα μεταξύ 3 και 5 ημερών.


Δεν έγινε κάποια ποιο ενδελεχής εξέταση διότι ο παθολόγος τον εξέλαβε για Ρωμαιοκαθολικό, λόγω ενός ασημένιου εσταυρωμένου που κρεμόταν από τον λαιμό του και μιας πλάκας με τον Άγιο Χριστόφορο που ευρέθη μέσα στο πορτοφόλι του, αυτά είχαν τοποθετηθεί ειδικά γι’ αυτόν τον λόγο: να αποθαρρύνουν μια λεπτομερή εξέταση της σωρού. Ο Μόνταγκιου φρόντισε να συμπεριληφθεί ο Ταγματάρχης Μάρτιν και στις δημοσιευθείσες καταστάσεις Βρετανικών απωλειών, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στους «Τάϊμς» της 4ης Ιουνίου, για την περίπτωση που οι Γερμανοί ήλεγχαν κι αυτό.

Από σύμπτωση, τα ονόματα δύο άλλων αξιωματικών, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους όταν το αεροσκάφος τους χάθηκε στη θάλασσα, δημοσιεύθηκαν επίσης την ίδια ημέρα, προσδίδοντας αξιοπιστία στην ιστορία του Ταγματάρχη Μάρτιν. Για την αληθοφάνεια της ιστορίας, το Ναυαρχείο έστειλε μερικά μηνύματα στον Ναυτικό Ακόλουθο «ανησυχώντας» για τα έγγραφα που μετέφερε ο Ταγματάρχης Μάρτιν. Ο Ναυτικός Ακόλουθος κινήθηκε γρήγορα για τον εντοπισμό των εγγράφων και διέδωσε ότι τ’ αναζητούσε χωρίς να λογαριάζει τα έξοδα, αλλά επίσης αποφεύγοντας να συνεγείρει τις ισπανικές αρχές για τη σπουδαιότητά τους.

Ο χαρτοφύλακας και τα έγγραφα παρελήφθησαν από το Ισπανικό ΠΝ και επεστράφησαν στον Ν. Ακόλουθο από τον αρχηγό του Ισπανικού ΓΕΝ στις 13 Μαΐου, με τη διαβεβαίωση ότι «άπαντα ήταν εκεί». Πλην όμως, οι Βρετανοί ήταν βέβαιοι ότι τα έγγραφα είχαν εξετασθεί από τους Ισπανούς και ότι το περιεχόμενό τους είχε σίγουρα φθάσει μέχρι τους Γερμανούς. Η περαιτέρω επιβεβαίωση από ULTRA προκάλεσε σημαντική αναφορά στον Τσώρτσιλ και κατόπιν στις ΗΠΑ που έλεγε: «ΚΙΜΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΘΗΚΕ ΕΞΟΛΟΚΛΗΡΟΥ». Τ ο αποτέλεσμα ήταν να αλλάξουν σημαντικά τα αμυντικά σχέδια των Γερμανών. Απεστάλησαν επιπρόσθετα τμήματα στη Σαρδηνία και την Κορσική, αντί της Σικελίας, όπως και στην Ελλάδα.

Αυτά περιελάμβαναν μια ολόκληρη τεθωρακισμένη μεραρχία, η οποία μετακινήθηκε από τη Γαλλία στην Ελλάδα. Επίσης, οι Γερμανοί έστρωσαν τρία επιπλέον ναρκοπέδια στ’ ανοικτά της Ελλάδος και μεταστάθμευσαν μια ομάδα πλοίων «R» από τη Σικελία στην Ελλάδα. Ο ξακουστός Στρατηγός Ρόμμελ στάλθηκε στην Ελλάδα για ν’ αναλάβει τη διοίκηση όλων των δυνάμεων. Όλες αυτές οι προσπάθειες έγιναν διότι παραπλανήθηκαν, κάνοντας την επίθεση κατά της Σικελίας πολύ πιο εύκολη. Στις 9 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι εισέβαλαν στη Σικελία υλοποιώντας την Επιχείρηση Husky «ΕΥΣΩΜΟΣ».

Παρά τούτο, οι Γερμανοί παρέμειναν πεπεισμένοι για δύο ακόμη εβδομάδες ότι οι κύριες επιθετικές ενέργειες θα εκδηλώνονταν στη Σαρδηνία και την Ελλάδα, κρατώντας τις δυνάμεις τους αδρανείς μέχρι που ήταν πολύ αργά. Στον Όουεν Μόνταγκιου απενεμήθη το Παράσημο του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (Order of the British Empire - OBE), που απονέμεται από την ίδια τη Βασίλισσα, για τη συνεισφορά του στην επιτυχία της Επιχειρήσεως «ΚΙΜΑΣ».

H EΠIΛOΓH THΣ ΣIKEΛIAΣ

Απέχοντας 145 χλμ. από τις ακτές της Βόρειας Αφρικής και σχεδόν 4 χλμ. από τη νότια άκρη της Ιταλικής χερσονήσου, η Σικελία αποτελούσε το φυσικό συνεκτικό κρίκο μεταξύ Αφρικής και Ευρώπης. Ταυτόχρονα, η θέση της διαχώριζε τη Μεσόγειο σε δύο τμήματα, δίνοντας στους Συμμάχους την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν τμηματικά τις δυνάμεις του Άξονα. H ιδέα της εισβολής υποστηρίχτηκε σθεναρά από τους Βρετανούς, επειδή διατηρούσαν συμφέροντα πολιτικού και στρατηγικού χαρακτήρα στη Μεσόγειο. Παρουσίασαν την κατάληψη της νήσου ως πρώτης τάξης ευκαιρία να αποκτηθεί μία βάση για περαιτέρω εξορμήσεις εναντίον των Γερμανών, ενώ ταυτόχρονα θα έθετε τη σύμμαχο Ιταλία εκτός πολέμου.

Από την άλλη, οι Αμερικανοί διατείνονταν πως έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα σε "χτυπήματα" που θα στόχευαν απευθείας στην καρδιά του Ράιχ και όχι να εξαντλούνται πόροι και χρόνος σε περιμετρικές επιθετικές ενέργειες αμφίβολου αποτελέσματος. O αρχηγός του Αμερικανικού επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Τζωρτζ Μάρσαλ, τάχθηκε φανερά υπέρ της εισβολής διαμέσου του καναλιού της Μάγχης, αλλά, τελικά, η επιτηδειότητα του Τσώρτσιλ έπεισε τον Ρούζβελτ να προτιμήσει τη Σικελία και να αφήσει για αργότερα το σχεδιασμό επιχειρήσεων στη Βόρεια Ευρώπη.Oι ακτές της Σικελίας, συνολικού μήκους 1.100 χλμ., ευνοούσαν αποβατικές ενέργειες, με εξαίρεση τη βόρεια πλευρά της.

Kατά τη Βρετανική θεώρηση, ήταν το "μαλακό υπογάστριο του Χίτλερ". H ορεινή ραχοκοκαλιά της Αίτνας απλώνεται βορειοανατολικά προς τη Μεσσήνη, τα θαλάσσια στενά της οποίας αρκούσαν για να επιφέρουν κωλύματα σε περίπτωση που οι Γερμανοί έσπευδαν με ενισχύσεις στην περιοχή. Βέβαια, η Σικελία ήταν αρκούντως οχυρωμένη από τις δυνάμεις του Άξονα και η απόσταση από τις βάσεις τους στην Αφρική δύσκολα μπορούσε να καλυφθεί από τα βομβαρδιστικά των Συμμάχων. Εντός της νήσου, τα φρούρια της Μεσσήνης, των Συρακουσών, της Αουγκούστα, της Κατάνια, του Παλέρμο και του Τράπανι διέθεταν ισχυρή αντιαεροπορική άμυνα και παράκτιες μονάδες πυροβολικού μακράς εμβέλειας.

Επίσης, οι ορεινοί όγκοι στα βόρεια και στα ανατολικά του νησιού απαγόρευαν κάθε σκέψη για διενέργεια επιχειρήσεων εκεί. Όλα συνηγορούσαν πως το αποβατικό εγχείρημα θα ήταν δύσκολο και επικίνδυνο. H επιτυχία της απόβασης στην Τυνησία, γνωστή ως επιχείρηση "Πυρσός" (Torch), που σταδιακά γινόταν ολοένα πιο αδιαμφισβήτητη, προκαλούσε τους ηγήτορες των δύο κρατών να εκμεταλλευτούν τη μαζική διαθεσιμότητα ανδρών και υλικού στη Βόρεια Αφρική, μεταφέροντας αρκετές μονάδες στην περιοχή της Σικελίας, πριν ακόμη οι Γερμανοί προλάβουν να αντιδράσουν δυναμικά.

Αλλά η διάσταση των απόψεων των πολιτικών, σχετικά με το τι θα έπρεπε να θεωρηθεί ως "σημαίνον" στη διάρκεια των επιχειρήσεων του 1943, οδήγησε στην εγκατάλειψη του συμμαχικού γενικού επιτελείου από την πολιτική ηγεσία. Έτσι, η κατάστρωση του επιχειρησιακού πλάνου πραγματοποιήθηκε, χωρίς το επιτελικό τμήμα σχεδιασμού να έχει πλήρως κατανοήσει τον απώτερο σκοπό της εκστρατείας. Συγκεκριμένο σχέδιο δεν εκπονήθηκε, ωστόσο, συμφωνήθηκε η όλη ευθύνη της απόβασης να ανατεθεί στο στρατηγό Αϊζενχάουερ, που διορίστηκε ανώτατος διοικητής συμμαχικών δυνάμεων στη Μεσόγειο, με 3 Βρετανούς επικεφαλής των επίγειων, εναέριων και θαλάσσιων δυνάμεων.


O δημοφιλής σε Άγγλους και Αμερικανούς, στρατηγός Αλεξάντερ, που έχαιρε και της εκτίμησης του Αϊζενχάουερ, επιλέχθηκε ως αναπληρωτής του τελευταίου και ταυτόχρονα επιχειρησιακός διοικητής των επίγειων δυνάμεων. Αυτές αποτελούνταν από την Αμερικανική 7η Στρατιά του υποστράτηγου Πάτον και τη Βρετανική 8η Στρατιά του στρατηγού Μοντγκόμερι.

Η Προετοιμασία της Απόβασης - Εκστρατείας στη Σικελία

Η στρατηγική θέση της νήσου ήταν αναμφισβήτητη: Αποτελούσε τη γέφυρα μεταξύ Αφρικής και Ευρώπης και φυσικό φράγμα για τη ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο. Το βασικό πρόβλημα ήταν το ανάγλυφό της: Τραχύ και απότομο, ήταν σχετικά εύκολο για τυχόν ισχυρές δυνάμεις να αποκρούσουν τη συμμαχική εισβολή, καθώς οι δυνάμεις αυτές δε θα ήταν εύκολο να αναπτυχθούν. Στο σημείο αυτό οι Βρετανοί αποδείχτηκαν ιδιαίτερα επινοητικοί: Η λεγόμενη "Επιτροπή ΧΧ", κλάδος της υπηρεσίας αντικατασκοπείας ΜΙ5 εκπόνησε και εκτέλεσε με απόλυτη επιτυχία ένα από τα μεγαλύτερα σχέδια παραπλάνησης του αντιπάλου, την "Επιχείρηση Κιμά".

Με το σχέδιο αυτό επιδιώχθηκε -και κατορθώθηκε- να πειστούν οι Γερμανοί ότι μια μικρή απόβαση θα γινόταν στη Σαρδηνία αλλά ο κύριος όγκος των Συμμαχικών δυνάμεων θα στρεφόταν στα παράλια της Ελλάδος και συγκεκριμένα στην Πελοπόννησο, όπου θα εγκαθιστούσαν ναυτικές βάσεις στην περιοχή της Καλαμάτας και αεροπορικές στην περιοχή του Αράξου. Οι Γερμανοί έπεσαν στην παγίδα και διέσπειραν τις δυνάμεις τους: Με διαταγή του Χίτλερ δύο θωρακισμένες μεραρχίες μετακινήθηκαν από το Ανατολικό μέτωπο στην Ελλάδα. Επιπλέον, οι τεράστιες προετοιμασίες που απαιτούσε η απόβαση στη Σικελία -και φυσικά δεν ήταν δυνατό να αποκρυβούν- δεν υπήρχε πλέον λόγος να γίνονται με μυστικότητα.

Οι προετοιμασίες της εκστρατείας άρχισαν αμέσως μετά την ολοκλήρωση της διάσκεψης στην Καζαμπλάνκα, καθώς η εισβολή, προγραμματισμένη για τις 10 Ιουλίου 1943, δεν άφηνε περιθώρια χρόνου. Επικεφαλής της επιχείρησης ορίστηκε ο Αϊζενχάουερ, ενώ στη 15η Ομάδα Στρατιών του Χάρολντ Αλεξάντερ υπάχθηκαν οι 7η Στρατιά του Τζωρτζ Πάττον και η 8η Στρατιά του Σερ Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ. Η συμμαχική στρατηγική διέκρινε τρία κύρια σημεία προκειμένου να καταστρώσει τα τελικά σχέδια: Την τοπογραφία του νησιού, τις αεροπορικές βάσεις του Άξονα και το μέγεθος της αντίστασης που θα συναντούσαν τα συμμαχικά στρατεύματα.

Η Τοπογραφία

Η Σικελία έχει έκταση περίπου 10.000 τετρ. μίλια και το έδαφός της είναι τραχύ, προσφερόμενο για άμυνα. Με αρχικά χαμηλούς λόφους στη νότια και δυτική της ακτή, το έδαφος γίνεται ορεινό στα βόρεια και τα ανατολικά, με αποκορύφωμα το σχεδόν 3.000 μ. ύψους ηφαίστειο της Αίτνας. Στη βορειοανατολική πλευρά της βρίσκεται η Μεσσίνα, το κεντρικό σημείο επικοινωνίας μεταξύ του νησιού και της ηπειρωτικής Ιταλίας. Το λιμάνι της πόλης ορίστηκε σαν τελικός αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας, καθώς χωρίς αυτό οι δυνάμεις του Άξονα θα αποκόπτονταν από τις γραμμές ανεφοδιασμού τους.

Ωστόσο, το έδαφος γύρω από τη Μεσσίνα είναι ιδιαίτερα τραχύ, με στενές παραλίες, ενώ η πόλη ήταν ισχυρά οχυρωμένη και σε τέτοια απόσταση από τις Αφρικανικές ακτές που δύσκολα τα συμμαχικά αεροσκάφη θα μπορούσαν να παρέχουν αποτελεσματική αεροπορική κάλυψη. Έτσι, η Μεσσίνα ορίστηκε όχι ως αρχικός αλλά ως τελικός στόχος.

Οι Αεροπορικές Βάσεις

Οι παραλίες με την καλύτερη πρόσβαση για αμφίβιες επιχειρήσεις βρίσκονταν στη νοτιοανατολική και δυτική ακτή. Προφανώς λόγω του ηπιότερου αναγλύφου στις ίδιες περιοχές βρίσκονταν και τα άλλα μεγάλα λιμάνια της Σικελίας, η Κατάνη, το Παλέρμο, η Αουγκούστα και οι Συρακούσες και το ίδιο συνέβαινε με τα κυριότερα, περίπου τριάντα, αεροδρόμια του νησιού. Τόσο τα λιμάνια όσο και τα αεροδρόμια ήταν από τους βασικούς στόχους των επιτελών που κατέστρωσαν τα σχέδια: Τα μεν λιμάνια ήταν απαραίτητα για λόγους "logistics", ενώ οι επιτελείς του Ναυτικού και της Αεροπορίας επιθυμούσαν την άμεση κατάληψη των αεροδρομίων προκειμένου να προστατευθεί ο στόλος από εναέριες επιθέσεις.

Αντίσταση και Προτεινόμενο Σχέδιο

Η συνύπαρξη κατάλληλων ακτών για την απόβαση, λιμένων και αεροδρομίων τόσο στη βορειοδυτική όσο και στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού οδήγησε στην αρχική απόφαση να πραγματοποιηθούν αποβάσεις ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές. Η πρόταση αυτή τελικά απορρίφθηκε: Εκτός από τη διασπορά δυνάμεων, οι δύο αποβατικές αιχμές θα ήταν αδύνατο να παρέχουν υποστήριξη η μία στην άλλη. Ο Μοντγκόμερυ ήταν ολοσχερώς αμετακίνητος από την άποψη ότι οι συμμαχικές δυνάμεις όφειλαν να συγκεντρωθούν για να υπερνικήσουν την άγρια αντίσταση των Γερμανοϊταλικών δυνάμεων.

Οι Γερμανοί είχαν προβάλει πείσμονα αντίσταση στη Βόρεια Αφρική και ο στρατηγός είχε την άποψη ότι και τα ιταλικά στρατεύματα θα επιδείκνυαν την ίδια αποφασιστικότητα, καθώς τώρα θα υπεραμύνονταν του εδάφους της πατρίδας τους. Το επιχείρημα του Μοντγκόμερυ έπεισε τον Αϊζενχάουερ ο οποίος επέλεξε τη συνετότερη λύση της συγκέντρωσης των συμμαχικών δυνάμεων μόνο στη νοτιοανατολική πλευρά της Σικελίας.

Το Τελικό Σχέδιο

Σύμφωνα με το σχέδιο που τελικά επιλέχτηκε, οκτώ μεραρχίες θα αποβιβάζονταν σε μέτωπο 160 περίπου χιλιομέτρων στη νοτιοδυτική Σικελία, ενώ δύο αερομεταφερόμενες μεραρχίες θα προσεδαφίζονταν πίσω από τις δυνάμεις του Άξονα. Η 8η Βρετανική Στρατιά θα παρείχε τις τέσσερις από αυτές, καθώς και μια ανεξάρτητη ταξιαρχία και μια μονάδα κομάντος. Οι δυνάμεις αυτές θα επιχειρούσαν κατά μήκος μετώπου περίπου 50 χιλιομέτρων, εκκινώντας από τη χερσόνησο Πακίνο (Pachino) και κινούμενες προς τα βόρεια μέχρις ενός σημείου λίγο νοτιότερα από το λιμάνι των Συρακουσών.


Στρατεύματα μεταφερόμενα με ανεμόπτερα θα ενίσχυαν τις αποβατικές δυνάμεις στην κατάληψη της πόλης και του λιμένα της. Προς τα δυτικά, η 7η Στρατιά του Πάττον θα αποβίβαζε τρεις μεραρχίες σε ένα ακόμη ευρύτερο μέτωπο, στον κόλπο της Γέλας. Η απόβαση θα υποστηριζόταν από αλεξιπτωτιστές της 505ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών και το 3ο Σύνταγμα της 504ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών. Αφού αποβιβαζόταν, η 8η Στρατιά θα προωθείτο βόρεια, καταλαμβάνοντας την Αουγκούστα, την Κατάνη και το σύμπλεγμα αεροδρομίων του Γκερμπίνι (Gerbini) πριν αποπειραθεί την τελική έφοδο προς τη Μεσσίνα.

Αρχικός αντικειμενικός στόχος της 7ης Στρατιάς ήταν μερικά αεροδρόμια μεταξύ της Λικάτα και του Κομίζο και, ύστερα από την κατάληψή τους, θα προωθείτο σε μια θέση περίπου 30 χλμ. από την ακτή η οποία είχε επονομαστεί "Κίτρινη Γραμμή" (Yellow Line). Από εκεί θα ήταν δυνατό να ελέγξει τους ορεινούς όγκους που περιέβαλαν τις παραλίες της αμερικανικής απόβασης και να προστατεύσει τη δυτική πτέρυγα της 8ης Στρατιάς. Εφόσον οι αντικειμενικοί στόχοι επιτυγχάνονταν, η 7η Στρατιά προβλεπόταν να μετακινηθεί λίγο περισσότερο, στη θέση που είχε επονομαστεί "Μπλε Γραμμή" (Blue Line) από την οποία θα ήταν σε θέση να ελέγξει το οδικό δίκτυο που προερχόταν από την Πιάτσα Αρμερίνα (Piazza Armerina).

Στις αποβατικές επιχειρήσεις αποφασίστηκε να συμμετάσχει, επίσης, και μια Καναδική δύναμη, αποτελούμενη από την 1η Καναδική μεραρχία πεζικού και την 1η Καναδική ταξιαρχία αρμάτων, με διοικητή τον υποστράτηγο Γκάι Σίμοντς (Guy Simonds). Λόγω του απειροπόλεμου των στρατιωτών της και της αδυναμίας γρήγορου εγκλιματισμού τους στο Μεσογειακό καλοκαίρι αλλά και λόγω της έλλειψης μεταφορικών μέσων, η πορεία των Καναδικών δυνάμεων ανεστάλη λίγες ημέρες μετά την απόβαση, ώστε οι άνδρες να αναπαυθούν.

OPERATION HUSKY ''EΠIXEIPHΣH ΕΥΣΩΜΟΣ"

Tο συμμαχικό επιτελείο συνδυασμένων επιχειρήσεων εργάστηκε αρμονικά για την εκπόνηση του αποβατικού σχεδίου, που ονομάστηκε "Εύσωμος" (Husky). Kατά την πρώτη φάση της απόβασης, θα συμμετείχαν 2.760 πολεμικά σκάφη (άλλες πηγές αναφέρουν 2.499 ή 2.590 σκάφη), συμπεριλαμβανομένων των αποβατικών και των οπλιταγωγών. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μπράντλεϊ (Omar Nelson Bradley - "H Ιστορία ενός Στρατιώτη"), αυτά θα μετέφεραν περίπου 160.000 άνδρες, 14.000 οχήματα παντός τύπου, 1.800 πυροβόλα και 600 άρματα μάχης. Ακόμη, 4.000 αεροπλάνα θα υποστήριζαν την απόβαση.

Όταν, στις 13 Μαΐου 1943, οι δυνάμεις του Άξονα στη Βόρεια Αφρική παραδόθηκαν άνευ όρων στους Συμμάχους, όλα συνηγορούσαν προς την πλησιέστερη ασφαλή ημερομηνία έναρξης της απόβασης, τη νύχτα της 9ης προς 10η Ιουλίου. Tο τελικό πλάνο προέβλεπε την απόβαση της 7ης και 8ης Στρατιάς. Oι 4 μεραρχίες του Πάτον θα προσέβαλαν τον κόλπο της Γέλας, στο κέντρο των νοτίων ακτών της Σικελίας, και οι 5 του Μοντγκόμερι θα ενεργούσαν στις νοτιοανατολικές ακτές του νησιού, μέχρι την πόλη των Συρακουσών. Κατόπιν, η προώθηση θα έφτανε μέχρι τη Mεσσήνη. H λιγότερο έμπειρη Αμερικανική 7η Στρατιά είχε ως πρωταρχικούς αντικειμενικούς στόχους την κατάληψη αεροδρομίων μεταξύ Λικάτα και Κόμισο.

Στη συνέχεια, θα διείσδυε περίπου 32 χλμ. στο εσωτερικό του νησιού, ώσπου να προσεγγίσει τη λεγόμενη "Κίτρινη Γραμμή", από τα υψίπεδα της οποίας θα ήλεγχε την παράλια ζώνη, προστατεύοντας τη δυτική πτέρυγα της Βρετανικής 8ης Στρατιάς. Σε δεύτερη φάση, η στρατιά θα προωθείτο ενδότερα, στη λεγόμενη "Μπλε Γραμμή", για να εξασφαλίσει την οδική αρτηρία προς την Πιάτσα Αρμερίνα. Συγκεκριμένα, η 3η Μεραρχία ΠZ κι ένα τμήμα της 2ης TΘ Μεραρχίας των υποστρατήγων Τράσκοτ και Γκάφι αντίστοιχα, θα αποβιβάζονταν στη Λικάτα και κατόπιν θα προέλαυναν βόρεια, προκειμένου να καλύψουν την αριστερή πτέρυγα της στρατιάς στην πορεία της προς τη Μεσσήνη.

H 1η Μεραρχία ΠZ, του υποστράτηγου ντε λα Μέσα Aλεν, θα αποβιβαζόταν ανατολικά της Γέλας και θα καταλάμβανε το αεροδρόμιο Πόντε Ολίβο, μέχρι το βράδυ της πρώτης μέρας, και η 45η Μεραρχία ΠZ, του υποστράτηγου Μίντλτο, θα αποβιβαζόταν σε δύο σημεία, αριστερά και δεξιά του παραθαλάσσιου χωριού Σκογκλίτι, ώστε το αργότερο μέχρι τη δεύτερη μέρα, να καταλάβει τα αεροδρόμια του Μπίσκαρι και του Κομίζο. Ύστερα, θα αποκαθιστούσε επαφές με τη Βρετανική στρατιά στο ύψος της Ραγκούζα. Tέλος, η 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία (4 τάγματα συνολικής δύναμης 2.700 ανδρών) του υποστράτηγου Ρίτζγουεϊ θα προσεδαφιζόταν με ανεμοπλάνα κοντά στη Γέλα.

Και θα δημιουργούσαν προγεφυρώματα στους λόφους πίσω από το σημείο απόβασης της 1ης Μεραρχίας. Εκτός από το μικρό τμήμα που θα συνόδευε την 3η Μεραρχία, η 2η TΘ Μεραρχία θα παρέμενε εντός των πλοίων ως εφεδρεία. H περισσότερο έμπειρη Βρετανική 8η Στρατιά είχε δυσκολότερη αποστολή. Tο 13ο Σώμα, του αντιστράτηγου Ντέμπσι, αποτελούμενο από τις 5η και 50ή Μεραρχίες ΠZ, θα αποβιβαζόταν στην ανατολική πλευρά του νησιού μεταξύ της Αβόλα και του Κασίμπιλε, νότια των Συρακουσών, με σκοπό την προέλαση κατά μήκος των ακτών μέχρι την Κατάνια.

Tο 30o Σώμα, του αντιστράτηγου Λιζ, έπρεπε να αποβιβαστεί στο ακρωτήριο Πασέρνο, να προωθηθεί πάνω στον άξονα Ραγκούζα - Καλτατζιρόνε και κατόπιν να στραφεί βόρεια, προσπερνώντας την Αίτνα από τα δυτικά. Αποτελείτο από την καναδική 1η Μεραρχία ΠZ, του υποστράτηγου Σάιμοντς, τη Βρετανική 51η Μεραρχία ΠZ Highlanders, του υποστράτηγου Γουίμπερλι, και την ανεξάρτητη 231η Ταξιαρχία ΠZ του αντισυνταγματάρχη Ούρκουαρτ, που αργότερα παρέδωσε τη διοίκηση στον ταξίαρχο Γουάρντ.

Tέλος, από την 1η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία του ταξίαρχου Χόπκινσον, οι 1η και 4η Ταξιαρχίες Αλεξιπτωτιστών και η 1η Ταξιαρχία Αεραπόβασης, των ταξίαρχου Λάθμπερι, συνταγματάρχη Χάκετ και ταξίαρχου Χικς αντίστοιχα, θα καταλάμβαναν σημαντικές γέφυρες στην Πριμοσόλε, στην Αουγούστα και στο Πόντε Γκράντε, εξασφαλίζοντας την ταχεία ανάπτυξη της 8ης Στρατιάς προς τη Μεσσήνη. Tο Καναδικό αρχηγείο στην Αγγλία επέμενε να συμμετάσχουν στην επιχείρηση και η 1η Μεραρχία ΠZ με την 1η TΘ Ταξιαρχία των Καναδών, στη θέση της Βρετανικής 3ης Μεραρχίας ΠZ.


H αντικατάσταση οριστικοποιήθηκε στις 27 Απριλίου, όταν ο διοικητής της Καναδικής 1ης Στρατιάς, στρατηγός Μακνότον, πείσθηκε πως το ποσοστό επιτυχίας της απόβασης ήταν ικανοποιητικό. Αρχικά διοικητής των καναδικών δυνάμεων ορίστηκε ο ταξίαρχος Σάλμον, ο οποίος πέθανε κατά τις πρώτες μέρες της επιχείρησης σε αεροπορικό δυστύχημα, και τη θέση του ανέλαβε ο Σάιμοντς. Ωστόσο, η Καναδική συμμετοχή δεν ανταποκρίθηκε ολοκληρωτικά στις προσδοκίες του συμμαχικού αρχηγείου, γιατί, αν και οι Καναδοί επί σειρά ετών είχαν εκπαιδευτεί και εγκλιματιστεί στην Αγγλία, δεν είχαν λάβει ενεργό μέρος σε πραγματικές συμπλοκές, με εξαίρεση τη 2η Μεραρχία ΠZ, που συμμετείχε στην καταδρομική επιχείρηση κατά της Διέπης.

Στο θέατρο επιχειρήσεων της Μεσογείου δεν είχαν καμιά απολύτως συμμετοχή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αλλωστε, οι απώλειες του υλικού τους κατά τη θαλάσσια μεταφορά υποχρέωσαν τους Καναδούς να μη λάβουν ενεργό μέρος στις πρώτες φάσεις της απόβασης. Αργότερα, αποβιβάστηκαν στην Καλαβρία και πολέμησαν ηρωικά με την 8η Στρατιά των Βρετανών σε όλο σχεδόν το μήκος των ανατολικών ακτών της Ιταλικής χερσονήσου, από την Ορτόνα μέχρι το Σένιο. H επιμονή με την οποία οι Γερμανοί είχαν αντισταθεί στην Αφρική, έπεισε τον Μοντγκόμερι ότι το έργο του στην Ιταλία θα παρουσίαζε ανάλογες δυσκολίες.

Hταν σημαντικό να καταληφθούν τα αεροδρόμια, βαθιά μέσα στις εχθρικές γραμμές, αλλιώς το πρόβλημα του ανεφοδιασμού του αποβατικού σώματος θα εντεινόταν. Ακόμη, οι ισχυρές παράκτιες οχυρώσεις έπρεπε να εξουδετερωθούν εγκαίρως, ώστε να αποφευχθεί η περίπτωση υπέρμετρης θυσίας σε άνδρες και υλικό κατά την απόβαση. Την αποστολή αυτή θα αναλάμβαναν μονάδες καταδρομών, για το συντονισμό των οποίων συγκροτήθηκε ένα επιτελείο με επικεφαλής τον ταξίαρχο Λέικοκ. Tο συγκεκριμένο Βρετανικό καταδρομικό τμήμα θα περιελάμβανε:

α) Το 3ο Commando, που θα αποβιβαζόταν 9 χλμ. βορειοανατολικά της Αβόλα και κατόπιν θα επιτίθετο σε μία πυροβολαρχία στην περιοχή της Κασίμπιλε, 4 χλμ. από την ακτή.

β) Τα 40ό και 41ο Commando Πεζοναυτών, που θα αποβιβάζονταν δυτικά του ακρωτηρίου Πούντα Κοστελάτσο, με αποστολή να επιτεθούν στις πυροβολαρχίες της περιοχής, ώστε να διευκολύνουν την αποβατική προσπάθεια της Καναδικής 1ης Μεραρχίας.

γ) Τη μοίρα Eιδικών Καταδρομών (Special Raiding Sguadron), που θα αποβιβαζόταν νότια των Συρακουσών, στο ακρωτήριο Μούρο ντι Πόρκο, για να επιτεθεί στην πυροβολαρχία της μικρής χερσονήσου Ντέλα Μανταλένα.

H Γέλα θα καταλαμβανόταν αιφνιδιαστικά τη νύχτα, πριν από τη διενέργεια της κύριας απόβασης, από τα Αμερικανικά 1ο και 4ο Τάγματα Rangers, των οποίων θα ηγείτο ο θρυλικός αντισυνταγματάρχης Ντάρμπυ (William Orlando Darby). Tο 3ο Τάγμα Rangers θα αποβιβαζόταν 5 χλμ. δυτικά της Λικάτα και θα βοηθούσε την 3η Μεραρχία να την καταλάβει. Καμιά από τις προαναφερόμενες καταδρομικές μονάδες δεν ήταν εκείνη την περίοδο συγκεντρωμένη σε κάποιο κοντινό σημείο. Tο 40ό και 41ο Commando Πεζοναυτών, που βρίσκονταν στη Σκωτία, επιβιβάστηκαν στα οπλιταγωγά "Derbyshire" και "Durban Castle", στις 28 Ιουνίου. H Μοίρα Eιδικών Καταδρομών, στις αρχές Μαΐου, βρισκόταν στην Παλαιστίνη, στη διώρυγα του Σουέζ.

Στα τέλη του μήνα εκτέλεσε ασκήσεις στο Σινά και στις 4 Ιουλίου επιβιβάστηκε στο "Ulster Monarch", με το οποίο απέπλευσε από το λιμάνι του Πορτ Σάιντ για τα νερά της Σικελίας. Tο 3ο Commando, που επίσης βρισκόταν στην Αίγυπτο, χωρίστηκε σε δύο τμήματα και επιβιβάστηκε στα οπλιταγωγά "Dunera" και "Prince Albert", για να συναντήσει τα άλλα στο Πορτ Σάιντ. Όλοι οι Αμερικανοί Rangers βρίσκονταν στην Αλγερία. Στις 8 Ιουλίου, προσέγγισαν κι αυτοί το σημείο επαφής ανοιχτά της νότιας θάλασσας της Σικελίας. Eνα ακόμη τμήμα καταδρομέων, το 2ο Commando, που τότε βρισκόταν στο Γιβραλτάρ, θα εμπλεκόταν σε μεταγενέστερη φάση της απόβασης.

H έγκαιρη προσέλευσή τους από τόσο μακριά φανερώνει τον επαγγελματισμό και την υπευθυνότητα του συμμαχικού επιτελείου, όπως επίσης η προσεκτική μελέτη που διέταξε σχετικά με το βάθος και το ανάγλυφο του βυθού των περιοχών των αποβάσεων. Oι χαρτογραφήσεις έδειχναν ότι σε αυτές τις ακτές ο υποθαλάσσιος χώρος ήταν κατάσπαρτος από μικρούς υφάλους σε μία ευρεία περιοχή έως τα 300 μέτρα από τη στεριά, ώστε έπρεπε να εξακριβωθεί αν το βάθος πάνω από αυτούς ήταν επαρκές για την πλεύση των πλοίων. Mία ατέλειωτη σειρά αεροφωτογραφιών εστάλησαν σε ειδικά εργαστήρια για ανάλυση, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν πως ο ακριβής προσδιορισμός των βαθών ήταν αδύνατος.

Από την άλλη, η άνιση κατανομή ευθυνών μεταξύ των δύο συμμαχικών στρατιών από το στρατηγό Αλεξάντερ, με τη Βρετανική 8η να έχει τον πρώτο ρόλο στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων, καταδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης των Βρετανών προς τη μαχητική ικανότητα των Αμερικανών. Μπορούμε να αναζητήσουμε τις ρίζες αυτής της ανασφάλειας που ένιωθαν οι Βρετανοί για τους συμμάχους τους στον πανικό που τους κατέβαλε κατά τη διάρκεια των κρίσιμων συμπλοκών στο πέρασμα Kασερίν (Bόρεια Aφρική), όταν, τον Φεβρουάριο εκείνης της χρονιάς, εγκατέλειψαν τον οπλισμό τους στο πεδίο της μάχης και τράπηκαν σε φυγή.

Tο ότι για την τελική κατάληψη της Μεσσήνης επιλέχθηκε μόνο μία στρατιά, η 8η, αντί ενός σώματος αποτελούμενου από κλιμάκια και των δύο στρατιών που θα πραγματοποιούσαν ταυτόχρονη έφοδο από δύο πλευρές, φανερώνει επίσης ότι ο Αλεξάντερ ουδέποτε έδωσε σαφείς εντολές δράσης για τη φάση που θα ακολουθούσε τις πρώτες αποβάσεις, προτιμώντας να κρίνει κατά περίπτωση, όσο θα διαρκούσαν ακόμη οι συμπλοκές στην ενδοχώρα. Από τη στιγμή που δεν δόθηκαν ακριβείς οδηγίες στην 7η Στρατιά σχετικά με την προέλασή της από την "Κίτρινη" στην "Μπλε Γραμμή", ο Αλεξάντερ επέτρεψε τη δημιουργία αρνητικού κλίματος και την εκδήλωση αντιπαραθέσεων μεταξύ των διοικητών των δύο στρατιών πάνω στην κρισιμότερη φάση της εκστρατείας.


ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ

Με ορμητήριο τα αεροδρόμια της Βόρειας Αφρικής, οι συμμαχικές αεροπορικές δυνάμεις εξαπολύουν σφοδρούς βομβαρδισμούς εναντίον των στρατηγικών αεροδρομίων στη Σικελία και στη Σαρδηνία, ενώ παράλληλα επιτίθενται εναντίον βιομηχανικών στόχων στην περιοχή της Νάπολι και στο λιμάνι της. Βομβαρδίζονται επίσης τα λιμάνια της Μεσσήνης, του Παλέρμο και του Κάλιαρι στη Σαρδηνία. Ο στόχος είναι διπλός: Εξουδετέρωση των αντίπαλων δυνάμεων αλλά και τέτοια διασπορά ώστε να μη γίνεται αντιληπτός ο αντικειμενικός στόχος.

Βομβαρδισμοί γίνονται επίσης τόσο στη βόρεια Ιταλία (από αεροσκάφη με ορμητήριο τη Βρετανία) όσο και στην Ελλάδα (με ορμητήριο τα αεροδρόμια της Μέσης Ανατολής), αποπροσανατολίζοντας έτσι τις αντίπαλες δυνάμεις. Από τις αρχές Ιουλίου οι επιχειρήσεις γίνονται περισσότερο στοχευμένες προς τα αεροδρόμια της Σικελίας και μέχρι τις 10 Ιουλίου, προγραμματισμένη ημερομηνία της απόβασης, μόνο δύο αεροδρόμια έχουν ακόμη δυνατότητα εξυπηρέτησης αεροσκαφών, ενώ τα περισσότερα αεροσκάφη του Άξονα έχουν εγκαταλείψει το νησί.

Η Παντελλερία

Πρωταρχικός στόχος του Αϊζενχάουερ ήταν η εξουδετέρωση της Παντελλερίας. Πρόκειται για ένα μικρό ηφαιστειογενές νησί με έκταση μόνο 83 τετρ. χλμ., που βρίσκεται σε απόσταση 53 μιλίων νοτιοανατολικά του Καπ Μπον (Cap Bon) της Τυνησίας και 63 μίλια νοτιοδυτικά της Σικελίας. Η ιταλική διοίκηση είχε απαγορεύσει την πρόσβαση ξένων από το 1926 και είχε κατασκευάσει οχυρωματικά έργα και μερικά αεροδρόμια. Η δύναμη της φρουράς ανερχόταν σε περίπου 10.000 άτομα και διέθετε, επιπλέον, εξοπλισμό ραδιοβοηθημάτων (radio direction finder, RDF). Αποτελούσε εν δυνάμει ισχυρή απειλή κατά του συμμαχικού αποβατικού στόλου, ενώ διέθετε μόνο μια ακτή κατάλληλη για απόβαση στο βορειοδυτικό της άκρο.

Το έδαφος είναι ορεινό ενώ στη βόρεια πλευρά της υπήρχε αεροδρόμιο ικανό για αποπροσγειώσεις τετρακινητήριων βομβαρδιστικών, με υπόστεγο μήκους 350 μέτρων, στο οποίο, μεταξύ άλλων, στεγαζόταν μια ηλεκτρογεννήτρια, δεξαμενή παροχής νερού και εγκαταστάσεις επισκευών αεροσκαφών. Επιπλέον, στο νησί μπορούσαν να σταθμεύουν περισσότερα από 80 αεροσκάφη, ενώ υπήρχαν εγκατεστημένα σε διάφορα σημεία περισσότερα από 100 πυροβόλα. Ακόμη κι αν τα αεροσκάφη της Παντελλερίας δεν επιτίθονταν αλλά απλά κατέγραφαν τις συμμαχικές κινήσεις, ήταν δυνατό να αναμένονται δυσάρεστες εκπλήξεις για τους επιτιθέμενους.

Ο Αϊζενχάουερ αποφάσισε ότι χωρίς να έχει καταληφθεί η Παντελλερία, η απόβαση στη Σικελία ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Για το λόγο αυτό αποφάσισε ως πρώτη ενέργεια των επιτιθεμένων την εξουδετέρωσή της. Εναντίον της στάλθηκε ολόκληρη η δύναμη της "NASAF" (Northwest African Strategic Air Force, Στρατηγική Αεροπορική Δύναμη της Βορειοδυτικής Αφρικής), εξαιρουμένων δύο σμηνών της RAF με αεροσκάφη Wellington. Συνολικά θα συμμετείχαν σε αυτήν κάτι λιγότερο από 1.000 αεροσκάφη. Η επιχείρηση κατά της Παντελλερίας, με το κωδικό όνομα "Operation Corkscrew" (Επιχείρηση ανοιχτήρι φελλών) άρχισε στις 18 Μαΐου 1943 με παράλληλο ναυτικό αποκλεισμό.

Μέχρι το τέλος του μήνα το νησί είχε αποκοπεί από τις γραμμές αποστολής εφοδίων και ενισχύσεων. Οι συνεχείς βομβαρδισμοί εξουδετέρωσαν τις υποδομές ενώ μέσα σε δύο εβδομάδες όλα τα αεροσκάφη που βρίσκονταν στο νησί ήταν αδύνατο να πετάξουν ή να υποστούν οποιαδήποτε επισκευή, ενώ οι αμυνόμενοι είχαν ήδη χάσει 60 αεροσκάφη. Στις 8 Ιουνίου το Βρετανικό Ναυτικό άρχισε συστηματικό βομβαρδισμό του λιμανιού (Porto di Pantelleria). Τη νύκτα της 10ης προς 11η Ιουνίου εξουδετερώθηκαν όλα τα πυροβόλα στο νησί. Στις 10:30 π.μ. της 11ης Ιουνίου ξεκίνησαν τα αποβατικά σκάφη.

Και, παρά τις προσπάθειες της Γερμανικής αεροπορίας να τα ανακόψουν, με την αποστολή μεγάλων σχηματισμών αεροσκαφών, μισή ώρα αργότερα άρχισε ο βομβαρδισμός των ακτών του νησιού από τις ναυτικές δυνάμεις. Τα αποβατικά έφθασαν στην ακτή και αποβίβασαν την 1η Βρετανική μεραρχία πεζικού. Έξι ώρες αργότερα οι δυνάμεις στο νησί, με επικεφαλής το στρατιωτικό διοικητή του νησιού Υποναύαρχο Τζίνο Παβέζι (Gino Pavesi) παραδόθηκαν. Χρειάστηκαν μερικές ακόμη ημέρες για να καταληφθούν και όλα τα περιβάλλοντα μικρά νησιά, μεταξύ των οποίων η Λαμπεντούζα (Lampedusa) και η Λινόζα (Linosa). Έχει πλέον εκλείψει ο κίνδυνος από αυτή την πλευρά.

OI AMYNTIKEΣ ΔYNAMEIΣ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Στις 30 Μαΐου 1943, τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων της Σικελίας ανέλαβε ο Ιταλός στρατηγός Γκουτσιόνι, διοικητής της 6ης Στρατιάς, ασκώντας ταυτόχρονα και πολιτική εξουσία. H Ιταλική αυτή στρατιά, επιτελάρχης της οποίας ήταν ο ταξίαρχος Φαλντέλα, περιελάμβανε την εφεδρική 4η Μηχανοκίνητη Μεραρχία "Livorno", υπό το μέραρχο Τσιριελιεσόν, και 2 σώματα στρατού: το XII Σώμα, υπό τις διαταγές του αντιστράτηγου Αρίσιο και το XVI Σώμα, του αντιστράτηγου Ρόσι.

Tο καθένα από αυτά διέθετε μηχανοκίνητες μονάδες, αλλά και στατικές, που ως αποστολή τους είχαν τη φρούρηση παράκτιων πυροβολαρχιών και φυλακίων ή αεροδρομίων, αποθηκών, διαφόρων στρατηγικών σημείων κ.λ.π. αυτές οι τελευταίες ήταν μικρής μαχητικής αξίας, επειδή τις επάνδρωναν άτομα μεγάλης ηλικίας, συνήθως ντόπιοι, χωρίς σωστή εκπαίδευση ή μάχιμη εμπειρία. H αξιολογότερη Ιταλική μεραρχία από όλες ήταν η "Livorno", πραγματικά μηχανοκίνητη και ετοιμοπόλεμη, επειδή είχε προγραμματιστεί να συμμετέχει στην επίθεση κατά της Μάλτας (που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε).

Ειδικότερα, στο XII Σώμα υπάγονταν οι παράκτιες 202η, 207η, 208η και 136η Μεραρχίες και αρκετές άλλες μονάδες περιφρούρησης λιμένων. Στις κινητές μονάδες του σώματος συμπεριλαμβάνονταν η 28η Μεραρχία "Aosta", υπό το μέραρχο Pομάνο, και η 26η Μεραρχία "Assietta", υπό το μέραρχο Σκότι, τον οποίο, στις 26 Ιουλίου, διαδέχθηκε ο Σράιμπερ. Στο XVI Σώμα υπάγονταν οι παράκτιες 206η και 213η Μεραρχίες και οι ανεξάρτητες στατικές 18η και 19η Ταξιαρχίες. Στις κινητές μονάδες του σώματος ανήκε η 54η Μεραρχία "Napoli", υπό τις διαταγές του μεράρχου Πορτσινάρι.


Από Γερμανικής άποψης, στις αμυντικές δυνάμεις του νησιού συγκαταλέγονταν η TΘ Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών (Fallschirm-Panzer Division) "Hermann Goring", υπό τον υποστράτηγο Κόνραθ, και το XIV Σώμα Panzer, του στρατηγού Χούμπε, αποτελούμενο από την 15η Μεραρχία Γρεναδιέρων Panzer, που σχηματίστηκε εκείνον τον Ιούνιο από τα εναπομείναντα τμήματα της κατεστραμμένης 15ης Mεραρχίας Panzer, υπό τον ταξίαρχο Ροντ, την 29η Μεραρχία Γρεναδιέρων Panzer, του ταξίαρχου Φρις, και την 1η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών, του υποστράτηγου Χάιντριχ. Συνολικά, οι ιταλικές δυνάμεις αριθμούσαν περίπου 170.000 άνδρες, 100 άρματα κατώτερης ποιότητας.

Πάμπολλα ιπποκίνητα πυροβόλα και 238 αεροπλάνα αρχικά, από τα οποία μόνο το 1/3 θεωρούνταν μάχιμα κατά τη στιγμή της απόβασης. Oι Γερμανικές δυνάμεις αριθμούσαν 28.000 άνδρες, 165 άρματα, από τα οποία 17 ήταν Tiger I της 504 Επιλαρχίας Βαρέων Αρμάτων (504 schwere Pazner Abteilung) και εντάχθηκαν στη μεραρχία "Hermann Goring", πάμπολλα αντιαρματικά και πυροβόλα μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, τεθωρακισμένα οχήματα και πολυβολεία. Σταδιακά, βέβαια, οι εμπλεκόμενες δυνάμεις αυξήθηκαν. Υπολογίστηκε πως, τελικά, δραστηριοποιήθηκαν 275.000 Ιταλοί, 75.000 Γερμανοί, 260 άρματα μάχης και 1.400 αεροσκάφη.

Ειδικότερα, τη νοτιοανατολική ακτή των 219 χλμ. από τη Λικάτα έως το Κασίμπιλε όπου επρόκειτο να επιχειρηθεί η απόβαση, ήταν ακροβολισμένα 11 παράκτια τάγματα σε ετοιμότητα 500 περίπου ανδρών το καθένα, 3 εφεδρικά και 112 πυροβολαρχίες. Κάθε τάγμα, επομένως, επιτηρούσε κατά μέσο όρο 20 χλμ. ακτής με τη στήριξη 2 πυροβόλων ανά χλμ. Mία τέτοια δύναμη μπορούσε ασφαλώς να ανταποκρίνεται σε αιφνιδιαστικές εφόδους, όχι, όμως, και να εμποδίζει μία απόβαση μεγάλης κλίμακας όπως αυτήν που σκόπευαν να επιχειρήσουν οι Σύμμαχοι. Oι Ιταλοί είχαν ακριβείς πληροφορίες για τη διάταξη των συμμαχικών δυνάμεων.

Τα λιμάνια από τα οποία απέπλευσαν τα σκάφη και τα δρομολόγια που ακολούθησαν μέχρι τα σημεία συγκέντρωσης, ώστε συμπέραναν ακριβώς την τοποθεσία της απόβασης. O Γκουτσιόνι διατήρησε τις Ιταλικές Μεραρχίες "Napoli" και "Livorno" και τις γερμανικές 15η και "Hermann Goring" νοτιοανατολικά του νησιού, ενώ τις "Aosta" και "Assietta" τις άφησε στα δυτικά, παρά την εμμονή του Κέσελρινγκ ότι η πραγματική απειλή θα εκδηλωνόταν στη δυτική ακτή, μεταξύ Τράπανι και Μαρσάλα. O Κέσελρινγκ πίστευε πως, σε περίπτωση αδυναμίας αντιμετώπισης του εχθρού στις ακτές, το μόνο που έμενε, ήταν μία δυναμική αντεπίθεση των Panzer, οπότε ο μόνος ασφαλής τόπος για τη διαφύλαξή τους ήταν η ορεινή δυτική πλευρά της Σικελίας.

Τελικά, οι δύο άνδρες συμβιβάστηκαν, στέλνοντας τα 2/3 της 15ης Μεραρχίας Γρεναδιέρων Panzer δυτικά, αλλά ο Γκουτσιόνι μπόρεσε να αναβάλει την αποστολή μίας ομάδας στα δυτικά, ώστε τη στιγμή της κρίσης μόνο η Oμάδα "Enis" βρέθηκε μακριά από το επίκεντρο των γεγονότων. Δύο ακόμη ομάδες μάχης, η "Foulriente" και το "Kampfgruppe Schmalz", μετακινήθηκαν στην Καλτανισσέτα και στην Κατάνια αντίστοιχα, ενώ η περιορισμένης μαχητικής ικανότητας Μεραρχία "Goring" στην Καλτατζιρόνε. Αυτή θα ήταν η μόνη Γερμανική μεραρχία που θα αντιμετώπιζε τους Συμμάχους κατά την πρώτη φάση της εισβολής.

Στις 3 Ιουλίου, άρχισε η συμμαχική αεροπορική επίθεση, που σαφώς αποτελούσε προάγγελο της επακόλουθης απόβασης. Μέχρι την αυγή της 9ης Ιουλίου, οι βομβαρδισμοί και οι αερομαχίες μεταξύ των αντιπάλων υπήρξαν ακατάπαυστες. H Ιταλική αεροπορία κατέρριψε 53 συμμαχικά αεροσκάφη εκείνες τις μέρες των άγριων εναέριων αναμετρήσεων.

H ΠPΩTH ΦAΣH THΣ AΠOBAΣHΣ

Την άμυνα της Σικελίας έχει αναλάβει ο στρατηγός Αλφρέντο Γκουτσόνι (Alfredo Guzzoni), ο οποίος διαθέτει περίπου 200.000 - 300.000 Ιταλούς και 30.000 Γερμανούς. Οι παράκτιες δυνάμεις ανέρχονται σε έξι μεραρχίες "άθλια εξοπλισμένες" και απλωμένες σε μέτωπο 100 χλμ. Τέσσερις μεραρχίες άμεσης επέμβασης δε διαθέτουν παρά μόνο μερικά παλαιά γαλλικά άρματα - λεία πολέμου και παραχωρημένα από τους Γερμανούς στη μεραρχία "Λιβόρνο".

Από την άλλη, οι Γερμανοί διαθέτουν δύο μεραρχίες, από τις οποίες η μεν 60ή Αρμάτων διαθέτει μόνο 46 ελαφρά άρματα και η Μεραρχία Χέρμαν Γκέρινγκ 90, από τα οποία 17 είναι τύπου Tiger αλλά διαθέτει μόνο 2 τάγματα πεζικού. Επιπλέον, ο Γκουτσόνι είναι μόνο κατ' όνομα διοικητής των Γερμανικών μονάδων, καθώς αυτές δέχονται διαταγές απευθείας από το Στρατάρχη Άλμπερτ Κέσσελρινγκ, στον οποίο έχει ανατεθεί η άμυνα της Ιταλίας από γερμανικής πλευράς. Η διοίκηση των γερμανικών μονάδων στην πραγματικότητα ασκείται από τον υφιστάμενο του Κέσσελρινγκ και σύνδεσμό του υποστράτηγο Φριντολίν φον Ζένγκερ ουντ Έττερλιν (Fridolin von Senger und Etterlin).

Ο Μουσολίνι είχε εκμυστηρευτεί στο Γερμανό στρατάρχη, στη συνάντησή τους το Μάιο του 1943, ότι θεωρούσε περισσότερο πιθανή μια απόβαση των Συμμάχων στη Νότια Γαλλία, για να αλλάξει γνώμη και να δώσει μια διάλεξη στο Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς στις 13 Μαΐου σχετικά με την υπεράσπιση της Σικελίας και της Σαρδηνίας, θεωρώντας μάλιστα πιθανότερη μια απόβαση στη Σικελία. Αντίθετα, οι στρατηγοί της Ιταλικής ανώτατης διοίκησης θεωρούσαν πιθανότερο τόπο απόβασης τη Σαρδηνία, με κυριότερο τον αποσυρθέντα γηραιό στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο (Pietro Badoglio), τον οποίο χρησιμοποιούσαν ως σύμβουλο.

Η βασική όμως απογύμνωση της άμυνας του νησιού προήλθε από τον ίδιο το Χίτλερ: Πέφτοντας στην παγίδα της εξαπάτησης από την "Επιχείρηση Κιμάς" έστειλε ισχυρές δυνάμεις στην Ελλάδα. Τις παραμονές της απόβασης οι δυνάμεις του Άξονα εμφανίζουν την εξής κατανομή: Το Ιταλικό σώμα της Δύσης σταθμεύει κοντά στο Παλέρμο, το Ανατολικό κοντά στις Συρακούσες, η 4η Μεραρχία "Λιβόρνο" κοντά στη Λικάτα και η Μεραρχία αρμάτων Χέρμαν Γκέρινγκ στα υψώματα πίσω από τη Γέλα. Το βασικό τμήμα της 15ης Μεραρχίας Πάντσερ Γρεναδιέρων βρίσκεται στα δυτικά. Στις 26 Ιουνίου οι Γκουτζόνι και Κέσσελρινγκ είχαν μια τελευταία συνάντηση. Σε αυτήν ο Γερμανός αναπτύσσει το αμυντικό δόγμα του στον Ιταλό:

Τα στατικά στρατεύματα πρέπει να αμυνθούν επί τόπου, ενώ οι ταχυμεταφερόμενες μονάδες έπρεπε να επιτεθούν αμέσως μόλις εκδηλωνόταν η απόβαση. Οι Γερμανικές μονάδες θα ακολουθούσαν την αντεπίθεση για να την ολοκληρώσουν. Η άποψη του Κέσσελρινγκ ήταν ότι οι Σύμμαχοι θα αποβιβάζονταν σε πολλές διαφορετικές ακτές ταυτόχρονα. Έπρεπε λοιπόν να επέμβουν πριν προλάβουν οι αποβιβαζόμενες μονάδες να συνενωθούν και να αλληλοκαλυφθούν. Τις ημέρες που προηγούνται της απόβασης ο Γκουτσόνι λαμβάνει μηνύματα που τον πληροφορούν για τις συμμαχικές κινήσεις. Στις 9 Ιουλίου το βράδυ δίνει εντολή κόκκινου συναγερμού σε όλες τις μονάδες.


Δίνει, επίσης, εντολές υπονόμευσης των σημαντικών λιμένων. Tο απόγευμα της 9ης Ιουλίου, μία παράξενη ησυχία απλώθηκε σε όλο το νησί. Oι υπερασπιστές της Σικελίας αμέσως αντελήφθησαν πως ερχόταν η ώρα της απόβασης κι έλαβαν θέσεις μάχης. Oι διαταγές ετοιμότητας στις παράκτιες πυροβολαρχίες και μεραρχίες είχαν δοθεί νωρίς το πρωί της προηγούμενης μέρας, στη διάρκεια της οποίας η θάλασσα άρχισε να ταράζεται. Αυτό ήταν κάπως καθησυχαστικό, επειδή θα δυσκόλευε τις αποβατικές δυνάμεις και θα τις στερούσε από το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Ξαφνικά, στις 18:00, οι ουρανοί γέμισαν από συμμαχικά βομβαρδιστικά.

Mία βροχή από βόμβες έπληξαν την Καλτανισσέτα, την Κατάνια, τις Συρακούσες και το Παλάτσολο Ακρέιντε. Mία ώρα μετά, τα αναγνωριστικά αεροσκάφη του Άξονα εντόπισαν 6 νηοπομπές με κατεύθυνση προς το νησί. H πληροφορία επιβεβαιώθηκε κι αμέσως σήμανε κόκκινος συναγερμός. Μόλις βράδιασε, ο καιρός γαλήνεψε. Στις 22:30 ένας δυνατός βόμβος από μηχανές αεροπλάνων τάραξε τη νυχτερινή γαλήνη. Hταν τα συμμαχικά βομβαρδιστικά, που εξαιτίας του πυκνού μπαράζ των αντιαεροπορικών δίσταζαν να ρίξουν τις βόμβες τους. Tα πυρά δεν έβρισκαν πάντα τους στόχους, καθώς οι πολυβολητές έριχναν στα τυφλά.

Αργότερα, από τα συμμαχικά αεροδρόμια της Τυνησίας απογειώθηκαν 144 αεροπλάνα, με προσδεμένα στην "ουρά" τους ανεμόπτερα. Μέσα τους υπήρχαν οι άνδρες της Βρετανικής αερομεταφερόμενης 1ης Ταξιαρχίας. Ακολούθησαν 222 αεροσκάφη, που μετέφεραν ένα ολόκληρο Αμερικανικό σύνταγμα αεραποβάσεων της 82ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών. H απειρία των πιλότων, η έλλειψη επαρκούς νυχτερινού φωτός και οι θυελλώδεις άνεμοι έφεραν την καταστροφή. Από τα 144 Βρετανικά ανεμόπτερα που έπρεπε να προσεδαφιστούν στην περιοχή των Συρακουσών, μόνο 12 προσέγγισαν τους στόχους τους, ενώ 69 έπεσαν στη θάλασσα και τα υπόλοιπα διασκορπίστηκαν σε άγνωστες περιοχές.

Oι Αμερικανοί είχαν κάπως καλύτερη τύχη: έπεσαν διασκορπισμένοι σε μία ευρεία περιοχή πίσω από τις εχθρικές γραμμές, 40 χλμ. μακριά από το σωστό σημείο. H επίθεση της 7ης Στρατιάς τέθηκε σε μεγάλο κίνδυνο, αφού αυτοί οι άνδρες υποτίθεται πως έπρεπε να ενισχύσουν τα προγεφυρώματα ακριβώς εμπρός από τον τομέα δράσης της 1ης Μεραρχίας του Νέσα Άλεν. Τελικά, οι Αμερικανοί κατάφεραν να συγκεντρωθούν και να σχηματίσουν μικρά τμήματα, με τα οποία προσέβαλαν τα ιταλικά οχυρά του τομέα τους. Αρκετοί από αυτούς συνελήφθησαν, ορισμένα οχυρά κατελήφθησαν, αλλά οι νεκροί ανάμεσά τους ήταν πολλοί.

Tο μόνο ουσιαστικό επίτευγμα ήταν η προσβολή των τηλεπικοινωνιών και η εξουδετέρωση ορισμένων φυλακίων στην ενδοχώρα, επιφέροντας σύγχυση στους Γερμανούς και στους Ιταλούς. Oι συμμαχικές προσεδαφίσεις είχαν αρχίσει περίπου στις 23:30 της 9ης Ιουλίου, ωστόσο, ο Γκουτσιόνι ήδη είχε ενεργοποιήσει το συναγερμό των παράκτιων μονάδων του νοτιοανατολικού τομέα από τις 22:00. Λίγο πριν από τις 03:00 τα χαράματα της 10ης Ιουλίου, άρχισαν οι πρώτες αποβάσεις, καθώς η μανιασμένη θάλασσα λυσσομανούσε πάνω στα σκάφη των Συμμάχων. Έτσι άρχισε επίσημα η επιχείρηση "Husky", που επρόκειτο να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες συνδυασμένες επιχειρήσεις των Συμμάχων σε όλη τη διάρκεια του B' Π. Π.

Mε το πρώτο φως της ημέρας, μία φοβερή εικόνα αποκαλύφθηκε στα μάτια όλων: εκατοντάδες πλοία αγκυροβολημένα στο μέσο του πελάγους άφηναν να αποσπαστούν ένα αμέτρητο πλήθος μικρότερων αποβατικών σκαφών, που αμέσως έσπευδαν προς τη στεριά. Σύμφωνα με την έκθεση του Αμερικανικού Ναυτικού, "τα συμμαχικά πλοία είχαν αποκλείσει το 1/3 της Σικελίας, ώστε καμιά δύναμη στον κόσμο δεν μπορούσε να αποτρέψει τη δημιουργία προγεφυρωμάτων στο εσωτερικό".

Tα επάκτια πυροβόλα άρχισαν να βάλλουν ενάντια στις σκοτεινές σιλουέτες των πλοίων, αλλά οι φλόγες από τις κάννες πρόδιδαν τη θέση τους και οι εισβολείς απάντησαν με μπαράζ οβίδων από τα τεράστια κανόνια των πλοίων.

Eνα-ένα τα πυροβόλα των Γερμανών και των Ιταλών άρχιζαν να σιγούν. Σε κάποια σημεία, οι ύφαλοι κατόρθωσαν να ακινητοποιήσουν κάποια συμμαχικά σκάφη, αλλά το μεγαλύτερο ποσοστό των αρμάτων και το πεζικό μπόρεσε να αποβιβαστεί ασφαλώς. H αδυναμία των Ιταλικών μεραρχιών στις ακτές έδωσε την ευκαιρία στα τμήματα της 8ης Στρατιάς να προωθηθούν προς την Αουγκούστα μέχρι το τέλος της πρώτης μέρας. Ανάλογα ασθενής ήταν η αντίσταση που συνάντησαν τα τμήματα της 7ης Στρατιάς, αν και τα σποραδικά βλήματα του εχθρικού πυροβολικού τούς προξένησαν κάποιες απώλειες.

H μοναδική σοβαρή απειλή στο κέντρο των Αμερικανών σημειώθηκε, όταν οι Rangers του 1ου και 4ου Τάγματος διενήργησαν έφοδο στο λιμάνι της Γέλας και αναγκάστηκαν να πολεμήσουν επίμονα, από σπίτι σε σπίτι, εξαιτίας της επιμονής ενός ιταλικού τάγματος, που αργότερα ενισχύθηκε από μία μηχανοκίνητη μονάδα με έναν λόχο τεθωρακισμένων. Tα 13 Ιταλικά άρματα επιτέθηκαν με σφοδρότητα στο κέντρο της πόλης κι όταν ενεπλάκησαν το 1ο Τάγμα του 39ου Συντάγματος Μηχανικού, το 1ο Τάγμα του 531ου Συντάγματος Μηχανικού των Ακτών και το 83ο Τάγμα Χημικού Πολέμου των Αμερικανών, η συμπλοκή αγρίεψε. Ακολούθησε σύγχυση σε ολόκληρη την πόλη.

Στο μεταξύ, στη συμβολή των οδικών αρτηριών προς το Πιάνο Λούπο, οι ελάχιστοι Αμερικανοί που προσεδαφίστηκαν στο σωστό σημείο, αντιμετώπισαν έναν ουλαμό 20 Ιταλικών αρμάτων με τη βοήθεια των πυροβόλων των πλοίων. Κατόπιν κατόρθωσαν να απωθήσουν 90 Γερμανικά άρματα PzKpfw III και IV, 2 TΘ τάγματα πυροβολικού, 1 TΘ τάγμα αναγνωρίσεων κι ένα τάγμα μηχανικού της Μεραρχίας "Hermann Goring". Αλλά όταν εισήλθαν στη μάχη τα 17 Tiger I της μεραρχίας, υποστηριζόμενα από ισχυρό πυροβολικό και 2 μηχανοκίνητα τάγματα πεζικού, η αντίσταση του 1ου Τάγματος του 180ού Συντάγματος της 45ης Μεραρχίας κάμφθηκε. O Αμερικανός διοικητής και αρκετοί άνδρες του συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Ανατολικότερα, οι άνδρες από το μοναδικό Βρετανικό ανεμοπλάνο που προσεδαφίστηκε κοντά στο Πόντε Γκράντε, νότια των Συρακουσών, κατάφεραν με την αρωγή φίλιων τμημάτων να εξασφαλίσουν τη γέφυρα, που αργότερα θα χρησίμευε στη διέλευση των αρμάτων της 5ης Μεραρχίας του Φίκλιν. H μεραρχία αυτή πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη επιτυχία της πρώτης μέρας, αφού έφτασε στις Συρακούσες. O Γκουτσιόνι απέσυρε εγκαίρως την Oμάδα "Enis" κι άλλα Ιταλικά τμήματα στο Κανικάτι, στην κορυφή του τριγώνου που σχηματίζει η πόλη με το Αγκριτζέντο (Ακράγαντας) και τη Λικάτα, προκειμένου να αναχαιτίσουν την Αμερικανική διείσδυση.


Ταυτόχρονα, διέταξε το Kampfgruppe Schmalz της 15ης Μεραρχίας Panzer και την "Napoli" να σπεύσουν στις Συρακούσες, ενώ η "Livorno" και η "Hermann Goring" έλαβε θέσεις βόρεια της Γέλας. H Oμάδα "Foulriente" συνενώθηκε με άλλα ιταλικά τμήματα στο Κανικάτι, με σκοπό να επιτεθεί στη Λικάτα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες Γερμανών και Ιταλών, οι Συρακούσες έπεσαν 12 ώρες μετά την έναρξη της κύριας απόβασης. H έκταση των περιοχών που έπρεπε να υπερασπιστούν και η υπεροχή των εισβολέων ήταν τέτοιες, που ήταν αδύνατο να φέρουν νικητήριο αποτέλεσμα.

Γιατί κι αν ακόμη κατάφερναν να αναχαιτίσουν τα πρώτα κύματα του εχθρού, οι Βρετανικές 50ή και 51η Μεραρχίες, η 1η Καναδική και η 45η Αμερικανική μπορούσαν να προελάσουν σχεδόν ανενόχλητα προς την καρδιά της Σικελίας, μεταξύ Βιτόρια και Αβόλα. Μέχρι το τέλος της πρώτης μέρας, η 7η Στρατιά είχε εγκαθιδρύσει προγεφυρώματα σε βάθος 3,2 - 6,4 χλμ. και πλάτος 80 χλμ., είχε συλλάβει 4.000 άνδρες του εχθρού, ενώ η ίδια απώλεσε 58 άνδρες, έφερε 199 τραυματίες και κατέγραψε 700 αγνοούμενους. O κίνδυνος δεν είχε τελειώσει.

Oι δυνάμεις του Άξονα είχαν δημιουργήσει έναν θύλακα ακριβώς στη μέση της διάταξής της, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται οι άνδρες του 505ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, αν, βέβαια, ρίπτονταν στο σωστό σημείο. H συγκεκριμένη μονάδα της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας είχε διενεργήσει το πρώτο "άλμα" σε επίπεδο συντάγματος στην ιστορία, αλλά δυστυχώς είχε διασκορπιστεί κι απαιτήθηκε αρκετός χρόνος μέχρι να συγκεντρωθεί στη σωστή τοποθεσία.

Οι Πρώτες Αποβάσεις 

Αερομεταφερόμενες Μονάδες

Ελάχιστα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα της 9ης Ιουλίου άρχισαν να εκτελούνται οι πρώτες αεραποβάσεις Αμερικανών και Βρετανών. Οι Αμερικανικές δυνάμεις περιλάμβαναν το 505ο Σύνταγμα της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας και έπεσαν στα ανατολικά του Πόντε Ολίβο 8 χλμ. από την ακτή της Γέλας. Εδώ σημειώνεται ένα σημαντικό σφάλμα απειρίας: Ένα ανυπόμονο συμμαχικό σκάφος αρχίζει να βάλει κατά του σχηματισμού, παρασύροντας και άλλα, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την κατάρριψη φίλιων αεροσκαφών και την απομάκρυνση των αλεξιπτωτιστών που επρόκειτο να πέσουν από τα πεδία προσεδάφισής τους.

Είκοσι τρία αεροσκάφη από τα συνολικά 144 μεταγωγικά αλεξιπτωτιστών καταρρίφθηκαν ενώ οι αλεξιπτωτιστές είχαν 318 νεκρούς και τραυματίες από τα φίλια πυρά. Αντίθετα, οι Βρετανοί έρριψαν τους ανιχνευτές του 21ου Ανεξάρτητου λόχου αλεξιπτωτιστών για να σημαδέψουν τη γέφυρα "Ponte Grande" του ποταμού Anape νότια των Συρακουσών. Η διμοιρία των ανιχνευτών κράτησε τη γέφυρα αντέχοντας σε όλες τις αντεπιθέσεις. Ο ήχος της μάχης έφθασε μέχρι τη βάση του ιταλικού 75ου Συντάγματος Πεζικού της Μεραρχίας "Νάπολι" που κατέφθασε με μερικά πυροβόλα και ανάγκασε τους Βρετανούς να παραδοθούν, ελάχιστο χρόνο πριν την άφιξη της 5ης Μεραρχίας Πεζικού που είχε αποβιβαστεί στην ακτή 11 χλμ. νοτιότερα.

Η Βρετανική 1η αερομεταφερόμενη ταξιαρχία επρόκειτο να προσεδαφιστεί με ανεμόπτερα τύπου "Horsa" σε άλλες ζώνες του εσωτερικού, αλλά οι άνεμοι δε βοήθησαν καθόλου: Έπνεαν με ταχύτητα 70 km/h με συνέπεια να εκτρέψουν τα ανεμόπτερα ενώ οι Αμερικανοί αλεξιπτωτιστές διεσπάρησαν μεταξύ Γέλας και Συρακουσών. Η συγκέντρωσή τους χρειάστηκε τέσσερις ημέρες, ενώ οι Βρετανοί δεν ήταν πιο τυχεροί: 12 από τα 147 ανεμόπτερα προσγειώθηκαν στις ζώνες - στόχους, ενώ 69 κατέπεσαν στη θάλασσα.

Όσες όμως αερομεταφερόμενες μονάδες κατάφεραν να προσγειωθούν και να συγκεντρωθούν άρχισαν αμέσως δράση επιτιθέμενες σε περιπόλους και διασπείροντας σύγχυση και πανικό στα εχθρικά μετόπισθεν. Εν τούτοις, δε θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει "μεγάλη επιτυχία" την επιχείρηση αεραπόβασης.

Αμφίβιες Μονάδες

Τη νύκτα της 9ης προς 10η Ιουλίου η αρμάδα του Συμμαχικού στόλου προσεγγίζει τις ακτές όπου θα γίνει η απόβαση. Ο καιρός δεν βοηθά ιδιαίτερα, καθώς πνέουν ισχυροί άνεμοι και η θάλασσα είναι ταραγμένη. Για τους άνδρες των αποβατικών δυνάμεων, οι περισσότεροι των οποίων δεν έχουν πολεμική εμπειρία, αυτό αποτελεί ένα ακόμη εμπόδιο. Από την άλλη, βοηθά στον εφησυχασμό των αμυνομένων, οι οποίοι δεν υποπτεύονται ότι με τέτοιο καιρό μπορεί να επιχειρηθεί απόβαση. Οι συνθήκες είναι περισσότερο άσχημες στον αμερικανικό τομέα και περισσότερο ευνοϊκές στο βρετανικό. Μολονότι οι Σύμμαχοι ανησυχούν, το σχέδιο εκτελείται.

Σε είκοσι έξι παραλίες της Σικελίας αποβιβάζονται, τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Ιουλίου, οι προσχεδιασμένες δυνάμεις (οι Αμερικανοί στα δυτικά, οι Βρετανοί με τους Καναδούς στα ανατολικά) σε συνολικό μέτωπο 170 χιλιομέτρων. Η έκταση αυτή καθιστούσε την επιχείρηση τη μεγαλύτερη αποβατική επιχείρηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου τόσο σε έκταση όσο και σε δυνάμεις που αποβιβάστηκαν με την πρώτη ημέρα. Από την άλλη και παρά τις πομπώδεις διακηρύξεις του Μουσολίνι ("Αν ο εχθρός αποβιβαστεί στην Ιταλία, θα εξοντωθεί ως τον τελευταίο άνδρα στη γραμμή της άμμου, εκεί όπου τελειώνει η θάλασσα και αρχίζει η ξηρά.

Αν καταλάβει μερικές σπιθαμές γης στην πατρίδα μας, θα βρίσκεται εκεί σε θέση οριζόντια, όχι κάθετη και για πάντα."), η Ιταλική διοίκηση δεν έχει προβλέψει τη διεξαγωγή μαχών στις παραλίες.

AΛEΞIΠTΩTIΣTEΣ KAI KATAΔPOMEIΣ ANAΛAMBANOYN MAZIKH ΔPAΣH

H 10η Ιουλίου έδυσε με ένα ακόμη συμμαχικό πλεονέκτημα: Τη σχεδόν απόλυτη υπεροχή στον αέρα. Πετώντας χαμηλά, τα αεροσκάφη των Συμμάχων πολυβολούσαν οτιδήποτε κινείτο. Oι φάλαγγες των αμυνόμενων έφταναν είτε καθυστερημένα στα κρίσιμα σημεία είτε καθόλου. Oι απώλειες ήταν μεγάλες, πολλές αποθήκες παραδόθηκαν στις φλόγες, τα άρματα δύσκολα αποτολμούσαν έξοδο, λόγω της ανεπαρκούς κάλυψης που πρόσφερε η Μεσογειακή χλωρίδα του νησιού: δένδρα χαμηλά, κυρίως ελιές και κυπαρίσσια, εντελώς ακατάλληλα για να κρύψουν τα Panzer, που άλλωστε υπέφεραν κι από το αμμώδες, συχνά βαλτώδες, έδαφος ή το βραχώδες της ενδοχώρας. Oι δρόμοι δέχτηκαν τόνους βομβών και αχρηστεύτηκαν, όπως και οι τηλεπικοινωνίες.


Την επόμενη μέρα (11 Ιουλίου), η 7η Στρατιά δοκιμάστηκε περισσότερο από ποτέ. O Γκουτσιόνι επέμενε εναντίον του ευαίσθητου κέντρου των Αμερικανών, με τις Μεραρχίες "Livorno" και "Hermann Goring", στον άξονα Πιάνο Λούπο - Γέλα. H αεροπορία του Άξονα υπήρξε αρκετά δραστική και, καθώς τα άρματα του II Σώματος του Μπράντλεϊ δυσκολεύονταν να ολοκληρώσουν την απόβασή τους στη στεριά, οι 1η και 45η Μεραρχίες, οι Rangers και οι αλεξιπτωτιστές αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τους Γερμανο-Ιταλούς με το πεδινό πυροβολικό που διέθεταν και την επίταξη βοηθητικού προσωπικού.

Νοσοκόμοι, ναύτες, ιερωμένοι, στρατιωτικοί και τραυματιοφορείς συνέδραμαν ηρωικά τις προσπάθειες των μάχιμων τμημάτων, εφόσον η συμμαχική αεροπορία ήταν απασχολημένη με άλλους στόχους ζωτικότερης σημασίας, όπως αεροδρόμια, συγκεντρώσεις εφεδρειών και γραμμές συγκοινωνιών. Μετά τις 11:00 το πρωί, τα πυροβόλα των πλοίων έστρεψαν τα πυρά τους στον εχθρό, λυτρώνοντας τους συναδέλφους τους που έδιναν σκληρό αγώνα. Ταυτόχρονα, ένας καταιγισμός πυρών αντιαρματικών και όλμων των 106 χιλ. πρόσβαλε τους επιτιθέμενους Γερμανούς.

Oι απώλειες ήταν σημαντικές, αλλά κάποια Γερμανικά άρματα κατάφεραν να εισβάλουν στη Γέλα και 2 TΘ τάγματα προσέγγισαν επικίνδυνα το ευαίσθητο σημείο της Αμερικανικής διάταξης στις ακτές. Tη στιγμή που τα Panzer κόντευαν να κυκλώσουν τους Rangers, ορισμένα Αμερικανικά τεθωρακισμένα μπόρεσαν να αποβιβαστούν κι έσπευσαν σε βοήθεια. Mε τις άμεσες οδηγίες του Πάτον, κατόρθωσαν να απωθήσουν τους Γερμανούς κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. O Γκουτσιόνι διέταξε μία τρίτη προσπάθεια από τα εναπομείναντα Panzer της "Hermann Goring" και συγχρόνως την "Livorno" να ασκήσει πίεση στην αριστερή πλευρά των Rangers, επιτιθέμενη από τα υψώματα της Μπουτέρα.

Ακολούθησε πραγματική κόλαση πυρός, που υποχρέωσε τους Γερμανούς σε αναδίπλωση. Oι Ιταλοί κατάφεραν να προσεγγίσουν τη διάταξη των Rangers σε απόσταση 3 χλμ., αλλά το τρομακτικό φράγμα πυρός τούς διέλυσε. Κάποια τμήματα έφτασαν μέχρι τις σιδηροδρομικές γραμμές της πόλης, αλλά αμέσως αιχμαλωτίστηκαν. Έληξε έτσι και η τρίτη προσπάθεια των Γερμανο-Ιταλών να ανακαταλάβουν τη Γέλα. Λίγο ανατολικότερα, στο Μπιάτσο, μία κωμόπολη στο μέσο της οδικής αρτηρίας Γέλα - Βιτόρια, ένα Γερμανικό τάγμα αυτοκινούμενων πυροβόλων, συνεπικουρούμενο από 700 πεζικάριους και μία ίλη Tiger I απωθήθηκαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.

Oι μάχες διήρκεσαν αμείωτες μέχρι το πρώτο σκοτάδι, όταν ο Πάτον αποφάσισε να ενισχύσει το ευαίσθητο κέντρο του με περισσότερους από 2.000 αλεξιπτωτιστές από τις εφεδρείες της Βορείου Αφρικής. Διέταξε, λοιπόν, τα 1ο και 2ο Τάγματα του 504ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, το 376ο Τάγμα Πεδινού Πυροβολικού των Αλεξιπτωτιστών κι έναν λόχο από το 307ο Αερομεταφερόμενο Τάγμα Μηχανικού (ένα σύνολο περίπου 2.000 ανδρών) να ριφθούν στην περιοχή της Γέλας. Kαι τότε μία τραγωδία σφράγισε τη μοίρα των άτυχων εκείνων ανδρών.

Καθώς 144 μεταγωγικά τύπου Dakota πετούσαν σε ύψος 250 μέτρων για να ρίξουν τους άνδρες στην περιοχή της Γέλας, τα αντιαεροπορικά του συμμαχικού στόλου άνοιξαν πυρ και κατέρριψαν 23 αεροσκάφη, ενώ άλλα 37 υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Από τους 2.000 αλεξιπτωτιστές μόνο 400, τελικά, προσγειώθηκαν στην προγραμματισμένη ζώνη. Oι απώλειες των αλεξιπτωτιστών έφτασαν το 10%. H έρευνα που ακολούθησε απέδειξε ότι η τραγωδία θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν όλες οι μονάδες είχαν ενημερωθεί για τη ρίψη των αλεξιπτωτιστών. Μέχρι το τέλος της 11ης Ιουλίου, η 7η Στρατιά μετρούσε 2.300 νεκρούς.

Mε την κάλυψη του σκοταδιού, ωστόσο, οι Αμερικανοί συνέχισαν αργά να προελαύνουν προς την ενδοχώρα, πολεμώντας διαρκώς με τη μεραρχία "Hermann Goring" και την 1η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών του υποστράτηγου Χάιντριχ. O υποστράτηγος Μέσα Aλεν επέμενε σε μία προώθηση προς το Νισέμι, βορειοανατολικά της Γέλας, εκεί που άρχιζε η "Κίτρινη Γραμμή". Tη δεξιά του πτέρυγα κάλυπτε η 45η Μεραρχία του Μίντλτον, που βάδιζε προς την οδική αρτηρία 124, και την αριστερή η 3η Μεραρχία του Τράσκοτ με τα άρματα της 2ης TΘ Μεραρχίας του Γκάφι. Βρετανοί και Αμερικανοί ανταγωνίζονταν ποιος θα εκπλήρωνε πρώτος τους αντικειμενικούς στόχους του.

Μέχρι τις 13 Ιουλίου, η 8η Στρατιά είχε προσεγγίσει το Bιζίνι (Vizzini) και την Αουγκούστα, αλλά στη συνέχεια η κατάληψη της Κατάνια αποδεικνυόταν μία δύσκολη υπόθεση. Oι Γερμανοί μετέφεραν από τη Γαλλία κλιμάκια της επίλεκτης 1ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών (1.Fallschirmjager Division) στην Κατάνια και οι Βρετανοί απάντησαν με μεταφορά από τη Βόρεια Αφρική της 1ης Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών. Tα αεροπλάνα απογειώθηκαν στις 19:00, αλλά τα περισσότερα έχασαν τον προσανατολισμό τους και προσπάθησαν να επιστρέψουν στη βάση. Τελικά, προσγειώθηκαν στη Μάλτα. Όσα μπόρεσαν να φτάσουν στη Σικελία, ελευθέρωσαν στην τύχη τους αλεξιπτωτιστές.

Ελάχιστοι προσέγγισαν τη γέφυρα Πριμοσόλε, τον αντικειμενικό στόχο. O ίδιος ο διοικητής τους, ταξίαρχος Λάθμπερι, βρέθηκε με την ορντινάντσα του απομονωμένος 5 χλμ. μακριά. Ταυτόχρονα, το 3ο Commando με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Σλέιτερ διατάχθηκε να αποβιβαστεί στην πολίχνη Ανιόνε, στο μέσο της απόστασης Αουγκούστα - Κατάνια, και να διεισδύσει ταχέως προς τα ενδότερα προς τη ζωτικής σημασίας γέφυρα Ponte dei Malati, ώστε να αποτρέψει την ανατίναξή της. Tο εγχείρημα πραγματοποιήθηκε με πολλές Βρετανικές απώλειες.

ΔYNAMIKEΣ AΠOΦAΣEIΣ

Tη νύχτα της 11ης προς την 12η Ιουλίου ο Γκουτσιόνι έλαβε μία σημαντική απόφαση. Να σχεδιάσει τις σύγχρονες "Θερμοπύλες" της Δύσης. Θα απέσυρε τις δυνάμεις του σε μία μικρότερη έκταση, ώστε να την υπερασπιστεί με τις εξαντλημένες μεραρχίες του, χωρίς να υποστεί τη φθορά που συνεπαγόταν η έκθεση σε εκτεταμένο πεδίο, όπου οι Σύμμαχοι διατηρούσαν την επίγεια και την εναέρια κυριαρχία. Ως άξονας άμυνας ορίστηκε η γραμμή Σάντο Στέφανο ντι Καμάστρα - Νικόσια - Λεονφόρτε - Κατάνια, δηλαδή, η βάση του τριγώνου που σχηματίζει η βορειοανατολική άκρη της νήσου.


Σημαντικό ήταν η αναδίπλωση να λάβει χώρα τάχιστα, χωρίς επιπλέον απώλειες και πριν οι προφυλακές των Συμμάχων εμπλέξουν τμήματα των δυνάμεων του Γκουτσιόνι, εγκλωβίζοντάς τα στις τοποθεσίες όπου δρούσαν μέχρι τότε. Αποτέλεσμα αυτής της "αριστοτεχνικής κίνησης", σύμφωνα και με την έκθεση του Αμερικανικού Ναυτικού, ήταν η παράταση της αντίστασης των αμυνομένων μέχρι τις 17 Αυγούστου. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, η επέμβαση του Χίτλερ, ο οποίος διέταξε τη μη υποχώρηση των Γερμανικών τμημάτων παρά μόνο σε περίπτωση που η πίεση του εχθρού γινόταν αφόρητη, παρεμπόδισε την εκτέλεση αυτού του λαμπρού σχεδίου, που δεν έβρισκε σύμφωνο ούτε το στρατάρχη Κέσελρινγκ.

Αποτέλεσμα ήταν η 15η Μεραρχία Γρεναδιέρων Panzer να υποστεί τρομερές απώλειες από τους Αμερικανούς. H Μεραρχία "Hermann Goring" πρόλαβε να λάβει θέσεις μάχης στην πεδιάδα της Κατάνια και με την αρωγή αποσπασμάτων της Λιμενικής Άμυνας της πόλης έφραξε την προέλαση της 8ης Στρατιάς μέχρι την 4η Αυγούστου. Την άμυνα συνέδραμαν οι Μεραρχίες "Livorno" και "Napoli". H τελευταία μάλιστα βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση λόγω απωλειών, αλλά κράτησε τις θέσεις της στον άξονα Παλάτσολο Ακρέιντε - Σολαρίνο, δυτικά των Συρακουσών, μέχρι τις 13 Ιουλίου.

Λίγο περισσότερο (μέχρι τις 17 του μηνός) κράτησαν οι άμυνες της Ιταλικής παράκτιας 207ης Μεραρχίας του XII Σώματος, στην περιοχή του Ακράγαντα, στο μέσον της απόστασης Pιμπέρα - Λικάτα, στις νότιες ακτές. Στο μεταξύ, ο Μοντγκόμερι έπεισε τον Αλεξάντερ να μετατοπισθεί η οροθετική γραμμή δράσης μεταξύ Αμερικανών και Βρετανών, ώστε ο ίδιος να μπορέσει να προελάσει προς το εσωτερικό της Σικελίας. H συγκατάθεση του Αλεξάντερ γνωστοποιήθηκε τηλεφωνικά στον Μοντγκόμερι τα μεσάνυχτα της 13ης Ιουλίου και ακολούθως στοιχεία της 8ης Στρατιάς ανέλαβαν να προωθηθούν μέσω της οδικής αρτηρίας 124 προς το Έννα και να στραφούν βορειοανατολικά προς τη Μεσσήνη.

Έτσι, οι Βρετανοί θα μονοπωλούσαν τη δόξα της προσέγγισης του αντικειμενικού σκοπού της εκστρατείας, με τους Αμερικανούς στον υποδεέστερο ρόλο της προφύλαξης των πλευρών και των μετόπισθεν της 8ης Στρατιάς από πιθανές αντεπιθέσεις των δυνάμεων του Άξονα, που βρίσκονταν στο δυτικό τμήμα του νησιού. H αλλαγή αυτή πολύ λίγο επηρέασε την άμεση εξέλιξη των επιχειρήσεων σε όφελος των Συμμάχων. Απεναντίας, έδωσε τα χρονικά περιθώρια στους αμυνόμενους να ανασυνταχθούν σε μία νέα αμυντική γραμμή από την Κατάνια μέχρι το Έννα. Aκόμη, δημιούργησε ένα κλίμα έντασης μεταξύ των Συμμάχων, που ασφαλώς δυσχέραινε ακόμη πιο πολύ την έκβαση των επιχειρήσεων.

Πρώτος ο οξύθυμος Πάτον, που δεν αποδεχόταν έναν δευτερεύοντα ρόλο, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του. Στόχος του ήταν το λιμάνι του Παλέρμο, στις βόρειες ακτές της Σικελίας, η κατάκτηση του οποίου όχι μόνο θα του προσέδιδε δάφνες δόξας, αλλά θα ανακούφιζε και τα εφοδιαστικά προβλήματα των μονάδων του. Αφού έπεισε τον Αλεξάντερ να του επιτρέψει μία αναγνώριση προς τον Ακράγαντα, περιοχή που κανονικά ανήκε στη δικαιοδοσία του Τράσκοτ (έπρεπε να το καταλάβει το αργότερο μέχρι τις 15 Ιουλίου), στις 17 Ιουλίου, με την πόλη κυριευμένη από δικούς του άνδρες, επισκέφτηκε τον Αλεξάντερ στο στρατηγείο του προκειμένου να εξασφαλίσει την άδεια της προέλασης προς το Παλέρμο.

Ταυτόχρονα διέταξε το II Σώμα του Μπράντλεϊ να προελάσει βόρεια, κόβοντας το νησί στη μέση. O Αλεξάντερ αρχικά έδωσε τη συγκατάθεσή του, αλλά όταν στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, ήταν αδύνατο να επιβάλλει στον Πάτον να κινηθεί προς τα βορειοανατολικά, για να προστατεύσει τα πλευρά του Μοντγκόμερι. H αντίσταση που συνάντησε ο Πάτον στην πορεία του προς το Παλέρμο, ήταν αμελητέα. Έθεσε προσωρινά υπό τις διαταγές του ταξίαρχου Κις τις 3η ΠZ, 2η TΘ και 82η Αερομεταφερόμενες Μεραρχίες και μέσα σε 24 ώρες οι Αμερικανοί κατέλαβαν, στις 22 Ιουλίου, την υπερασπιζόμενη από ιταλικές μονάδες πόλη.

Στις 24 Ιουλίου, η 7η Στρατιά ήλεγχε σχεδόν ολόκληρο το δυτικό τμήμα της Σικελίας, έχοντας συλλάβει 53.000 Ιταλούς και 400 οχήματα, με απώλεια μόνο 272 ανδρών της. Στη διάρκεια των πρώτων τριών ημερών της επιχείρησης, οι Αμερικανοί είχαν συνολικά αποβιβάσει 66.285 άνδρες, 17.766 τόνους εφοδίων και 7.396 οχήματα, χάρη στα νέας γενιάς μεταγωγικά σκάφη τύπου LST, LCT, LCI, LCVP και DUKW. H εμπειρία αυτή τούς φάνηκε χρήσιμη αργότερα, κατά την καθοριστική απόβαση στη Νορμανδία (6 Ιουνίου 1944).

Η Μάχη Γενικεύεται

Ορισμένες από τις μονάδες απόβασης συνάντησαν ισχυρή αντίσταση, άλλες σχεδόν καμία. Οι μονάδες που αποβιβάστηκαν κοντά στο Σκολίτι (Scoglitti) πρακτικά δε συνάντησαν αντίσταση, η 1η Μεραρχία Πεζικού συνάντησε αρχικά σφοδρή αντίσταση στα περισσότερα σημεία που αποβιβάστηκε. η 3η Μεραρχία συνάντησε μόνο σποραδική αντίσταση. Έτσι, σε λιγότερες από δύο ημέρες, η 15η Ομάδα στρατιών έχει καταφέρει να αποβιβάσει 80.000 άνδρες, 7.000 οχήματα, 300 άρματα και 900 πυροβόλα, μαζί με επαρκείς ποσότητες εφοδίων για τη συντήρηση ανδρών και οπλισμού. Στις 11 Ιουλίου επεμβαίνουν, καθυστερημένα λόγω του δύσβατου της περιοχής, οι Γερμανοί.

Εμφανίζονται τα πρώτα άρματα τύπου "Τίγρης" και προκαλούν πανικό στους επιτιθέμενους Αμερικανούς, καθώς αυτοί δε διαθέτουν τα μέσα για να τα αντιμετωπίσουν. Κάποιες μικρές ομάδες ξαναμπαίνουν στα αποβατικά, έτοιμες να εγκαταλείψουν τη μάχη. Την κατάσταση σώζει το πυροβολικό του καταδρομικού USS Savannah, που αρχίζει να βάλει εναντίον των αρμάτων. Το μιμούνται σύντομα το καταδρομικό USS Boise και τα αντιτορπιλικά USS Jeffers, USS Butler, USS Glennon, τα οποία καταστρέφουν κάπου 10 άρματα και προκαλούν την αποχώρηση των υπόλοιπων. Σχεδόν ταυτόχρονα διαλύεται και η πρωινή ομίχλη, η οποία παρεμπόδιζε τις πτήσεις των συμμαχικών αεροσκαφών.

Ύστερα από αυτή την αποτυχία οι Γερμανικές δυνάμεις αποσύρονται στο εσωτερικό του νησιού. Στις 15 του μήνα η γραμμή της παραλίας μεταξύ των κωμοπόλεων Εμπέντοκλε και Αουγκούστα είναι υπό πλήρη συμμαχική κυριαρχία. Οι αντεπιθέσεις δε λείπουν αλλά αντιμετωπίζονται σχετικά εύκολα, καθώς η υπεροπλία των Συμμάχων είναι εμφανής. Ωστόσο, αν οι γερμανικές δυνάμεις αποσύρονται από τα μέτωπα της 7ης Αμερικανικής Στρατιάς, παρατάσσονται απέναντι στην 8η Βρετανική: Δύο θωρακισμένες μεραρχίες, η Χέρμαν Γκέρινγκ και η 15η, ενισχυμένες με δύο συντάγματα από την 1η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών (1. Fallschirmjäger Division) στις 20 Ιουλίου καταφέρνουν να ανακόψουν την προέλαση της 8ης Στρατιάς, καθηλώνοντάς τη μέχρι τις 4 Αυγούστου.


Η Αμερικανική στρατιά, όμως, προελαύνει ταχύτατα: Στις 20 Ιουλίου καταλαμβάνεται η Έννα, στις 21 υπερφαλαγγίζει τον Ακράγαντα, και στις 22 ο Πάττον μπαίνει, επικεφαλής μιας πομπής οχημάτων, στο Παλέρμο. Το δυτικό τμήμα της Σικελίας καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από την 82η αερομεταφερόμενη μεραρχία και οι Αμερικανοί εισέρχονται στο ναύσταθμο του Τράπανι. Η μόνη περιοχή που εξακολουθεί να είναι κάτω από την κυριαρχία των Γερμανοϊταλικών δυνάμεων είναι η βορειοανατολική γωνία του νησιού, στην οποία δεσπόζει το ηφαίστειο της Αίτνας. Ο Χίτλερ στέλνει στη Σικελία το μονόχειρα στρατηγό Χανς-Βάλεντιν Χούμπε (Hans-Valentin Hube), ο οποίος έχει διαταγές "να υπερασπίσει τη Σικελία σπιθαμή προς σπιθαμή".

Η σκέψη εγκατάλειψης του νησιού αντιμετωπίζεται από την OKW, αλλά ο Ναύαρχος Ντένιτς είναι κατηγορηματικά αντίθετος στην εγκατάλειψη ενός από τα πλέον στρατηγικά, για τη ναυσιπλοΐα, σημεία της Μεσογείου. Η Μεσσήνη είναι ακόμη υπό την κατοχή των δυνάμεων του Άξονα και οι Σύμμαχοι εξαπολύουν επίθεση από τρεις κατευθύνσεις στις 3 Αυγούστου. Οι μάχες είναι σκληρές, διεξάγονται σε τραχύ, ξηρό και ορεινό έδαφος υπό θερμοκρασία 40 βαθμών. Οι αμυνόμενοι μάχονται αποφασιστικά, αλλά η από αέρος συμμαχική υπεροχή είναι συντριπτική και δεν τους αφήνει καμία ελπίδα. Στις 6 Αυγούστου η 8η Βρετανική στρατιά προελαύνει από την Κατάνη και φθάνει στην Ταορμίνα στις 14 Αυγούστου.

Οι Αμερικανοί στο μεταξύ καταλαμβάνουν την περιοχή των κωμοπόλεων Τροΐνα, Νικόσια και Ραντάτσο. Η Μεσσήνη είναι πλέον αποκλεισμένη από ξηρά και αέρα. Επικοινωνεί μόνο δια θαλάσσης με την ηπειρωτική Ιταλία, αλλά τα συμμαχικά αεροσκάφη έχουν ήδη βυθίσει τρία από τα τέσσερα πορθμεία της γραμμής. Δεν απομένει τίποτε άλλο στους Γκουτσόνι και Χούμπε από το να εκκενώσουν τη Σικελία. Η εκκένωση αυτή αρχίζει από τις 9 Αυγούστου: Κάθε νύχτα κάθε είδους διαθέσιμο πλωτό μέσο διασχίζει το στενό της Μεσσήνης μεταφέροντας άνδρες, οπλισμό και οχήματα στην Καλαβρία.

Στις 17 του μήνα ο Πάττον εισέρχεται επιτέλους στη Μεσσήνη αλλά είναι πλέον αργά: 40.000 Γερμανοί και 62.000 Ιταλοί στρατιώτες έχουν περαιωθεί στην Καλαβρία με μικρές απώλειες. Η αποχώρηση των δυνάμεων αυτών χαρακτηρίζεται ως σημαντικό συμμαχικό σφάλμα, μια χαμένη ευκαιρία να στερήσουν ένα στρατό 100.000 ανδρών από τις δυνάμεις του Άξονα, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν (κυρίως οι Γερμανοί) σημαντική αιμορραγία σε έμψυχο υλικό.

Εκτέλεση Αιχμαλώτων

Μετά την κατάληψη, στις 14 Ιουλίου 1943, του αεροδρομίου του Μπισκάρι (το σημερινό Ακάτε), ανατολικά της Γέλας, κλιμάκια του 180ού Συντάγματος της 45ης Μεραρχίας προέβησαν στην εκτέλεση 74 Ιταλών και 2 Γερμανών αιχμαλώτων. H στυγνή αυτή δολοφονία, που σίγουρα δεν τίμησε τα συμμαχικά όπλα, έλαβε χώρα τμηματικά: η πρώτη εκτέλεση αφορούσε σε 34 Ιταλούς και 3 Γερμανούς, ενώ η δεύτερη σε 40 Ιταλούς. O λοχίας ομολόγησε τη συμμετοχή του στο πρώτο συμβάν, απώλεσε το βαθμό του και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, αλλά μετά από λίγο καιρό ελευθερώθηκε ως απλός στρατιώτης.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο λοχαγός Κόμπτον πέρασε από στρατοδικείο αλλά αθωώθηκε, ισχυριζόμενος ότι εκτελούσε διαταγές άνωθεν. Αποσπάστηκε σε άλλο σύνταγμα, για να πεθάνει την επόμενη χρονιά, πολεμώντας στην Ιταλία. Όλοι οι υπεύθυνοι για αυτό το έγκλημα ισχυρίστηκαν ότι απλώς εφάρμοσαν τα λόγια του ίδιου του Πάτον, όταν απευθύνθηκε στο στράτευμα πριν από την απόβαση:

"Mη λησμονήσετε να χτυπήσετε σκληρά τον εχθρό. Όταν συναντήσουμε τον εχθρό, θα τον σκοτώσουμε χωρίς έλεος. Είναι υπεύθυνος για το θάνατο χιλιάδων συντρόφων σας και πρέπει να πεθάνει. Όσο είστε μακριά του, θα πυροβολεί εναντίον σας και μόλις πλησιάσετε, θα θέλει να παραδοθεί - αλλά όχι. Tο κάθαρμα πρέπει να πεθάνει! Σκοτώστε τον! Καρφώστε τον μεταξύ του 3ου και 4ου πλευρού! Πείτε στους άνδρες σας να έχουν το ένστικτο του δολοφόνου! Πείτε τους να τον καρφώσουν στο συκώτι! Θα μας πουν δολοφόνους, αλλά οι δολοφόνοι είναι αθάνατοι. Όταν ο εχθρός μάθει ότι έρχεται αντιμέτωπος με έναν δολοφόνο, θα πολεμήσει λιγότερο. Πρέπει να αναπτύξουμε τη φήμη μας ως δολοφόνοι!"

TEΛIKOΣ ΣTOXOΣ ''MEΣΣHNH''

Στις 23 Ιουλίου, ο Αλεξάντερ διέταξε τον Πάτον να στραφεί ανατολικά για να συνδράμει τους Βρετανούς στην προσπάθεια κατά της Μεσσήνης. H καθήλωση των δυνάμεων του Μοντγκόμερι στην περιοχή της Κατάνια κατέστησε σαφές ότι η 8η Στρατιά δεν θα μπορούσε από μόνη της να επιτύχει αυτόν τον αντικειμενικό στόχο. O στρατηγός Χούμπε, βλέποντας τους Βρετανούς να έχουν προσωρινά αναστείλει τη σχεδιαζόμενη γενική έφοδο προς τη "Γραμμή Αίτνα", δηλαδή, τις οχυρώσεις από την ανατολική ακτή μέχρι τις νότιες παρυφές της Αίτνας και τη βόρεια ακτή, στο ύψος του Σαν Φρατέλο.

Διαβεβαίωσε τον Γκουτσόνι ότι τα στρατεύματά του, ενισχυμένα από ένα επιπλέον σύνταγμα της 29ης Μεραρχίας Γρεναδιέρων Panzer, δεν επρόκειτο να τον απογοητεύσουν. Στις 25 Ιουλίου, οι Ιταλοί ακόμη ήταν πεπεισμένοι για τη σθεναρότητα αυτής της γραμμής αντίστασης, αλλά το βράδυ της 27ης έκπληκτοι πληροφορήθηκαν ότι η 15η Μεραρχία Γρεναδιέρων Panzer σταδιακά εγκατέλειπε τις θέσεις της στη Νικόσια, εγκαταλείποντας τη γειτονική "Aosta" στο έλεος των 1ης και 45ης Μεραρχιών, τις οποίες ακολουθούσε κατά πόδας η νεοφερμένη από την Τυνησία 9η Μεραρχία ΠZ, του υποστράτηγου Έντυ.

Πράγματι, το II Σώμα του Μπράντλεϊ είχε απλώσει σαν βεντάλια τις δυνάμεις του προς την κατεύθυνση της Μεσσήνης, φέρνοντας τους συρρικνωμένους Ιταλούς σε δεινή θέση. Oι τελευταίοι αγνοούσαν ότι, όπως εκ των υστέρων αποκαλύφθηκε, ο Χίτλερ είχε διατάξει την εκκένωση του νησιού και ότι ο μόνος λόγος που ακόμη αντιστέκονταν, ήταν η καθυστέρηση των Συμμάχων όσο χρειαζόταν για να προλάβουν να αποσύρουν τις μεραρχίες τους στην Καλαβρία. H εκβιαστική αυτή κατάσταση υποχρέωσε τον Γκουτσιόνι να μιμηθεί τους Γερμανούς συμμάχους του, οπότε οι Μεραρχίες "Aosta" και "Assietta" συμπτύχθηκαν προς το τρίγωνο της Μεσσήνης.


H πρωτοβουλία των κινήσεων για τις δυνάμεις του Άξονα πέρασε πλέον στον Χούμπε. Oι αντίπαλοι εστίασαν τη δραστηριότητά τους στους μοναδικούς δύο άξονες που οδηγούσαν στη Μεσσήνη. O Αλεξάντερ προσδιόρισε δύο διαδρομές από κάθε άξονα για καθεμία από τις συμμαχικές στρατιές. Ένα τμήμα της 8ης Στρατιάς θα ακολουθούσε τη διαδρομή Αντράνο - Μπρόντε - Ραντάτσο, κυκλώνοντας από δυτικά την Αίτνα, κι ένα άλλο θα ακολουθούσε την οδική αρτηρία 114 ανατολικά της Αίτνα, κατά μήκος των ανατολικών ακτών του νησιού.

H 7η Στρατιά θα προσέγγιζε κατά ένα τμήμα της από την αρτηρία 120, μέσω της διαδρομής Νικόσια - Τρόινα - Ραντάτσο, και κατ' άλλο από την παραλιακή 113, κατά μήκος των βορείων ακτών της Σικελίας, που εστίασε περισσότερο και το ενδιαφέρον του Πάτον. Ωστόσο, ο φιλόδοξος και ιδιόρρυθμος Αμερικανός, που τώρα κατελήφθη από την εμμονή της κατάληψης της Μεσσήνης, δεν θα αντιμετώπιζε την ίδια εύκολη κατάσταση, όπως προηγουμένως, στην πορεία του προς το Παλέρμο.

"Πρόκειται για ιπποδρομία, όπου διακυβεύεται το γόητρο των HΠA. Πρέπει να καταλάβουμε τη Μεσσήνη πριν από τους Βρετανούς. Βάλε τα δυνατά σου, ώστε να εξασφαλίσεις την επιτυχία μας", έγραψε στον Μίντλτον. Αλλά αυτή η "ιπποδρομία" έμελλε να μετεξελιχθεί σε αργή προέλαση, εξαιτίας του ότι οι Γερμανοί είχαν αριστοτεχνικά εκμεταλλευτεί τους ορεινούς όγκους που παρεμβάλλονταν στην πορεία των Συμμάχων. Oι υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν στο νησί σαφώς ευνοούσαν τους αμυνόμενους και όχι τους Αμερικανούς και Βρετανούς αρματιστές, κάποιοι από τους οποίους έπρεπε να διέλθουν από αμμώδεις εκτάσεις πλησίον των ακτών.

H 1η Μεραρχία του Μέσα Αλεν, που δεν έπαψε να μάχεται ασταμάτητα όλο αυτό το διάστημα, βρισκόταν στα όριά της. Ο Πάτον είχε ήδη αποφασίσει να την αποσύρει για λίγο, αμέσως μετά την κατάληψη της Τρόινα. H μάχη της Τρόινα άρχισε στις 31 Ιουλίου, με την απώθηση από τους καλά οχυρωμένους Γερμανούς του 39ου Συντάγματος της 9ης Μεραρχίας. Tο ηρωικό Σύνταγμα των "Fighting Falcons" του θρυλικού συνταγματάρχη Φλιντ, που έδωσε στη μονάδα το χαρακτηριστικό σύνθημά της AAA (Anything, Anywhere, Anytime = οτιδήποτε, οπουδήποτε, οποτεδήποτε), ζωγραφισμένο πάνω σε κάθε όχημα, πολέμησε σθεναρά, αλλά δεν μπόρεσε να κάμψει τις Γερμανικές αντιστάσεις.

O Πάτον συνήθιζε να λέει για τον Φλιντ: "Είναι εντελώς τρελός, αλλά πολεμάει καλά!" Τελικά, οι Μπράντλεϊ και Άλεν αποφάσισαν να διενεργήσουν μία μαζική έφοδο της 1ης Μεραρχίας, με τη βοήθεια της 9ης Μεραρχίας, ενός τάγματος Μαροκινών Γάλλων και ισχυρή αεροπορική υποστήριξη. Aκόμη, 165 πυροβόλα των 105 και 155 χιλ. ανέλαβαν να ισοπεδώσουν τις Γερμανικές θέσεις, βάλλοντας σχεδόν αδιάκοπα για διάστημα 6 ημερών. Tο 26ο Σύνταγμα ΠZ, του εμπειροπόλεμου συνταγματάρχη Μπόουεν, υπερκέρασε την Τρόινα και οχυρώθηκε 3 χλμ. βόρεια της πολίχνης, στο Μόντε Μπαζίλιο, αποκόπτοντας κάθε δυνατότητα διαφυγής των αμυνομένων σε περίπτωση υποχώρησης.

Στις 2 Αυγούστου προχώρησε 800 μέτρα προς τις Γερμανικές θέσεις, αλλά το επόμενο πρωί ένα τάγμα του απώλεσε τον οπλισμό του πάνω στα κακοτράχαλα υψώματα. Tο Γερμανικό πυροβολικό συνέχιζε να σφυροκοπά ανελέητα ό,τι κινείτο πάνω στους λόφους. Tο απόγευμα της 3ης Αυγούστου, το 129ο Σύνταγμα Γρεναδιέρων Panzer προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του Μόντε Μπαζίλιο, χωρίς αποτέλεσμα. Tο 26ο Σύνταγμα απομονώθηκε και, στις 5 Αυγούστου, πια αντιμετώπιζε πρόβλημα ανεφοδιασμού. Oι απώλειές του ήταν δυσβάσταχτες (ένα τάγμα του μετρούσε μόνο 17 άνδρες!), αλλά κράτησε τις θέσεις του ηρωικά, μέχρι που αργά το βράδυ εκείνης της μέρας ο Χούμπε διέταξε υποχώρηση προς το Ραντάτσο.

Μαζί με τους Γερμανούς υποχώρησαν και τα ιταλικά τμήματα της "Aosta", που πραγματικά έδειξε απαράμιλλο θάρρος. Στο μεταξύ, την 1η Αυγούστου, η 8η Στρατιά επιχείρησε μία ακόμη επίθεση στην πεδιάδα της Κατάνια, με τη συνδρομή της 78ης Μεραρχίας. Tο αποτέλεσμα ήταν πενιχρό, καθώς οι Γερμανικές αντιστάσεις δεν εννοούσαν να καμφθούν, παρά φρόντιζαν να εξοικονομήσουν χρόνο για να μπορέσουν οι υποχωρούσες δυνάμεις τους να διαφύγουν προς τη Μεσσήνη κι από εκεί στην Ιταλία. Την ίδια περίοδο, η 3η Μεραρχία του Τράσκοτ έδινε σκληρές μάχες στη βόρεια άκρη της αμυντικής γραμμής των Γερμανών, στο Σαν Φρατέλο, ενάντια στην 29η Μεραρχία Γρεναδιέρων Panzer και στην "Assietta".

Oι προσπάθειες εκεί είχαν ενταθεί στις 3 Αυγούστου, ανεπιτυχώς για τους Αμερικανούς, ώστε αποφασίστηκε η υπερκέραση του Σαν Φρατέλο με αποβατική προσπάθεια μέσω θάλασσας. Tη νύχτα της 7ης προς 8ης Αυγούστου, τα 3ο και 5ο Τάγματα του 15ου και 30ού Συνταγμάτων αντίστοιχα, κατέλαβαν έναν λόφο σε θέση-κλειδί, τη στιγμή που ο αντισυνταγματάρχης Μπέρναρντ ηγείτο μίας αμφίβιας ομάδας σε μία επιτυχημένη απόβαση στη Σάντα Αγκάτα, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Σαν Φρατέλο. Oι άνδρες του Μπέρναρντ μπλόκαραν την παραλιακή οδό, αιφνιδιάζοντας τους υποχωρούντες Γερμανούς, από τους οποίους αιχμαλώτισαν περισσότερο από 1.000.

Tο πρωί της 17ης Αυγούστου, 38 μέρες μετά την έναρξη της απόβασης στη Σικελία, κλιμάκια του 7ου Συντάγματος της 3ης Μεραρχίας του Τράσκοτ μπήκαν στη Μεσσήνη, λίγες μόνο ώρες μετά την αναχώρηση των τελευταίων τμημάτων του Χούμπε προς τον Ιταλικό κορμό. Oι Αμερικανοί είχαν νικήσει όχι μόνο τις δυνάμεις του Άξονα σε έναν πόλεμο τακτικής και θυσιών, αλλά και τον αγώνα ταχύτητας με τους Βρετανούς. O υποδιοικητής της 3ης Μεραρχίας, ταξίαρχος Ιγκλς, κάλεσε επειγόντως τμήματα της 7ης Στρατιάς, "για να πιστοποιηθεί ότι ήταν αυτοί που πρώτοι κυρίευσαν την πόλη και όχι οι Βρετανοί", όπως χαρακτηριστικά είπε.

Πράγματι, αφού ο Πάτον δέχθηκε την παράδοση της Μεσσήνης, ένας αργός ουλαμός Βρετανικών οχημάτων περιήλθε στους βομβαρδισμένους δρόμους. Μόλις ο αρχηγός του τμήματος είδε τον Πάτον, έσπευσε να τον συγχαρεί, αναγνωρίζοντας ότι ο ιδιόρρυθμος υποστράτηγος από την άλλη άκρη του Ατλαντικού είχε κερδίσει το στοίχημα.


ΣYMΠEPAΣMATA KAI AΞIOΛOΓHΣEIΣ

O στρατηγός Αλεξάντερ είχε προβλέψει την ολοκληρωτική κατάληψη της Σικελίας και τη συντριβή των δυνάμεων του Άξονα που την υπερασπίζονταν το πολύ μέσα σε 15 μέρες από τη στιγμή της κύριας απόβασης. O Μοντγκόμερι, πάλι, διαβεβαίωνε υπερφίαλα ότι θα έφτανε στην Κατάνια σε 6 μέρες, αλλά, τελικά, έφτασε στις 4 Αυγούστου. Αναμφίβολα, και οι δύο είχαν κάνει λάθος εκτιμήσεις. Από την άλλη, Γερμανοί και Ιταλοί απέδειξαν ότι διέθεταν αξιοσημείωτο σθένος και λαμπρή ηγεσία, παρά την αρχική δυσκολία του στρατάρχη Κέσελρινγκ να ερμηνεύσει σωστά τις κινήσεις των Συμμάχων και να αποκωδικοποιήσει τα στοιχεία που καταμαρτυρούσαν τις πραγματικές δυνατότητές τους.

Oι δυνάμεις του Άξονα όχι μόνο δεν συνετρίβησαν, αλλά κατάφεραν να διασώσουν στην ηπειρωτική Ιταλία περισσότερους από 100.000 άνδρες, 9.605 οχήματα, 47 άρματα μάχης και 94 βαρέα πυροβόλα, πλήθος ολμοβόλων και αντιαρματικών. Tο επίτευγμα αυτό επέτρεψε η έλλειψη οργανωμένου σχεδίου από την πλευρά των Συμμάχων σχετικά με την εκδοχή της υποχώρησης του εχθρού. Προφανώς, οι επιχειρησιακοί διοικητές και ο ίδιος ο Αϊζενχάουερ πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να καταστρέψουν τις δυνάμεις του Άξονα πάνω στο νησί, πριν προλάβουν να υποχωρήσουν. Πίσω τους άφησαν νεκρούς 4.325 Γερμανούς και 4.278 Ιταλούς, ενώ οι συνολικές απώλειες των αμυνομένων ανήλθαν σε 29.000.

Επιπλέον, ο πόλεμος είχε τελειώσει για 140.000 αιχμαλώτους, κυρίως Ιταλούς. Oι Σύμμαχοι υπέστησαν κι αυτοί βαριές απώλειες: 2.237 Αμερικανοί, 2.721 Βρετανοί και 562 Καναδοί ήταν οι νεκροί τους, μαζί με έναν μικρό αριθμό Νοτιοαφρικανών, Γάλλων και Αυστραλών. Oι τραυματίες και οι αιχμάλωτοι Αμερικανοί ήταν 6.544 και αντίστοιχα οι Βρετανοί 10.122. Oι αριθμοί αυτοί από μόνοι τους δείχνουν πόσο τιτάνια ήταν η προσπάθεια και πόσο αμείλικτος ο αγώνας για τη Σικελία. Ένα από τα ουσιωδέστερα στοιχεία ήταν η ανικανότητα του Άξονα να παρακωλύσει τις θαλάσσιες μεταφορές των αποβατικών μονάδων στα σημεία συγκέντρωσης και στη συνέχεια να επιτεθεί στις συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις που υποστήριζαν τα επίγεια τμήματα.

H ίδια αδυναμία σημειώθηκε στον αέρα. H ανικανότητα του Χίτλερ να εστιάσει εγκαίρως στο ζωτικό θέμα της Μεσογείου από τη μία, αδιαφορώντας για το ναυτικό εξοπλισμό της Γερμανίας, και η φαυλότητα του στρατάρχη Γκαίρινγκ από την άλλη, ήταν δύο από τους βασικότερους παράγοντες που οδήγησαν το Ράιχ στην ήττα. Θα περίμενε κάποιος ότι η απειρία των Συμμάχων διοικητών στη διεκπεραίωση συνδυασμένων επιχειρήσεων θα γινόταν εύκολα αντικείμενο εκμετάλλευσης των εμπειροπόλεμων Γερμανών. Γενικά, παρά την τελική επιτυχία της, η στρατηγική των Συμμάχων αποδείχθηκε συντηρητική και προβλέψιμη από τον εχθρό.

Hταν η αριθμητική υπεροχή τους και ταυτόχρονα η κόπωση των δυνάμεων του Άξονα από τον πολυμέτωπο μακροχρόνιο αγώνα που, τελικά, έγειραν την πλάστιγγα του αποτελέσματος υπέρ των Συμμάχων. Ωστόσο, η ήττα αυτή των Γερμανο-Ιταλικών δυνάμεων δεν μπόρεσε να επηρεάσει καθοριστικά τη γενικότερη εξέλιξη του πολέμου.

Συνέπειες

Εκτός από τις καθαρά στρατιωτικές - τακτικές συνέπειες, η κατάληψη της Σικελίας επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία: Στις 24 Ιουλίου 1943, ύστερα από τρία χρόνια απραξίας, συνήλθε το Μέγα Φασιστικό Συμβούλιο (Gran Consiglio del Fascismo), το οποίο, ύστερα από ολονύκτια συνεδρίαση και ψήφισμα που υπέβαλε προς έγκριση ο Ντίνο Γκράντι (Dino Grandi) οδήγησε στην πτώση και σύλληψη του Μπενίτο Μουσολίνι στις 25 Ιουλίου. Τον αντικατέστησε ο Στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο. Η κατάρρευση του Μουσολινικού καθεστώτος επέφερε σημαντικές μεταβολές στην ευρωπαϊκό χάρτη της εποχής: Η Ιταλία αργότερα ζήτησε συνθηκολόγηση, με αποτέλεσμα να καταληφθεί από τους Γερμανούς.

Αυτοί αντιμετώπισαν τις συμμαχικές δυνάμεις που αποβιβάστηκαν στην Ιταλία. Οι στρατιωτικές συνέπειες ήταν, επίσης, σημαντικές: Η ναυσιπλοΐα έγινε πολύ πιο ελεύθερη στη Μεσόγειο για το Συμμαχικό στόλο (όπως σωστά είχε επισημάνει ο Ναύαρχος Ντένιτς) ενώ οι Σύμμαχοι διέθεταν πλέον το κατάλληλο εφαλτήριο για απόβαση στην Ιταλία, εκστρατεία που πραγματοποιήθηκε λίγο αργότερα. Ο απολογισμός της επιχείρησης ήταν 29.000 νεκροί και 140.000 αιχμάλωτοι, οι περισσότεροι Ιταλοί, για τον Άξονα, ενώ οι συμμαχικές απώλειες ήταν 7.500 χιλιάδες νεκροί και 20.000 περίπου τραυματίες και αιχμάλωτοι.

Κατά την επιχείρηση, Αμερικανοί στρατιώτες εκτέλεσαν 74 Ιταλούς και 2 Γερμανούς στρατιώτες σε δύο διαφορετικά περιστατικά στον αεροδιάδρομο του Biscari. Μετά τον πόλεμο, δύο Αμερικανοί που έλαβαν μέρος στην εκτέλεση κατηγορήθηκαν για εγκλήματα πολέμου, ο ένας καταδικάστηκε σε ισόβια και ο άλλος αθωώθηκε

Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ ΕΞΑΡΘΡΩΝΕΙ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ 

Η νοτιοανατολική ακτή της Σικελίας είναι μια πεδιάδα που πλαταίνει ή στενεύει, καθώς ο ορεινός εξώστης που ορθώνεται από πάνω της, απομακρύνεται ή πλησιάζει προς τη θάλασσα. Κοιλάδες ξανοίγονται σε σχήμα χωνιού και διαγράφουν τα όρια μικρών κάμπων που χωρίζονται μεταξύ τους από προεξοχές των βουνών. Ένας δρόμος και μια σιδηροδρομική γραμμή περνούν από την μια κοιλάδα στην άλλη προχωρώντας ελικοειδώς ανάμεσα στις δαντέλες των κυμάτων και τους πρόποδες των υψωμάτων. Άλλοι δρόμοι σκαρφαλώνουν προς το εσωτερικό. Η δίψα βασιλεύει πάνω στους λόφους και η ελονοσία λυμαίνεται τα χαμηλά εδάφη. Τα λιμάνια είναι μέτρια και οι πόλεις μικρές.

Η λιγότερο ασήμαντη είναι η Γέλα που η ιστορία της φθάνει ως τον 7ο αιώνα π.Χ., αλλά η σύγχρονη εμφάνισή της μαρτυρεί φτώχεια και εγκατάλειψη, είναι κτισμένη σ’ ένα κόλπο ανοικτό χωρίς προστασία από τα τρία τέταρτα του κύκλου των ανέμων. Αυτή η μέτρια Γέλα αποτελεί το κέντρο της 7ης Αμερικανικής στρατιάς, της οποίας η διοίκηση έχει ανατεθεί στον George Patton. Μια ομάδα Ραίνζτερς αναλαμβάνει να την καταλάβει με μια απ’ ευθείας επίθεση, ενώ η 1η Αμερικανική μεραρχία θα αποβιβάζεται στις γειτονικές ακτές. Η 3η μεραρχία θα αποβιβασθεί αριστερά, κοντά στο μικρό λιμάνι Λικάτα και η 45η δεξιά, από τη μια και από την άλλη μεριά της κωμόπολης Σκολίτι. Οι Σύμμαχοι φοβούνται τις απρόβλεπτες ιδιοτροπίες της θάλασσας.

Πιο ευνοϊκός ο τομέας της 8ης Βρετανικής στρατιάς καλύπτει τη νοτιοανατολική γωνία του Σικελικού τριγώνου από την χερσόνησο Πέτσινο ως τις πύλες των Συρακουσών. Οι στρατιώτες του Montgomery πρέπει να προσεγγίσουν στις ίδιες αμμουδιές που πάτησαν οι Αθηναίοι του Αλκιβιάδη και του Νικία. Το 13ο σώμα που αποτελείται από την 5η και την 50ή μεραρχία, θα εγκαταστήσει ένα προγεφύρωμα στον κόλπο του Νότο. Η 51η Σκωτική μεραρχία και η 1η καναδική μεραρχία που φθάνει κατ’ ευθείαν από την Αγγλία, θα επιτεθούν στα ανατολικά και στα δυτικά του Πέτσινο. Βρετανοί και Αμερικανοί θα συναντηθούν στην πεδιάδα της Ραγούζα, πριν να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους προς το εσωτερικό.


Ο Duce ηλικίας εξήντα έξι ετών είναι ένας από τους ηττημένους της Αλβανίας και έχει χάσει προ πολλού τις ψευδαισθήσεις του. Άθλια εξοπλισμένες οι έξι μεραρχίες της παράκτιας άμυνας είναι απλωμένες σε τομείς 100 km και από τις τέσσερις μεραρχίες του επέμβασης μόνο η Λιβόρνο διαθέτει έναν πυρήνα παλαιών γαλλικών αρμάτων που προέρχονται από τη Γερμανική λεία του 1940. Οι δύο μεραρχίες της Wehrmacht που βρίσκονται στη Σικελία, δεν βρίσκονται παρά κατ’ όνομα μόνο στη διάθεσή του, αφού οι διοικητές τους παίρνουν διαταγές κατ’ ευθείαν από τον Kesselring ή από τον αξιωματικό συνδέσμου του στρατηγό von Σένγκερ. Είναι άλλωστε αρκετά αδύνατες.

Η 15η αρμάτων δεν διαθέτει παρά 46 ελαφρά άρματα μάχης. Η μεραρχία Hermann Göring που το μεγαλύτερο μέρος της θυσιάστηκε στην Tunisia, διαθέτει 90 άρματα, από τα οποία 17 Τίγρης, αλλά μόνο 2 τάγματα πεζικού. Οι Σύμμαχοι δεν είναι καθόλου ήσυχοι. Πλευρίζουν πρώτη φορά στο φρούριο της Ευρώπης και παρ’ όλη την νίκη τους στην Tunisia η στρατιωτική αίγλη της Γερμανίας τους γεμίζει φόβο. Η προσέγγιση στην ακτή την νύκτα της 9ης προς την 10η Ιουλίου δεν συναντά αντίσταση, η θάλασσα όμως είναι κυματώδης και η ταυτόχρονη αποβίβαση 7 μεραρχιών που αποτελούνται εν μέρει από απειροπόλεμους στρατιώτες, αποτελεί παράτολμο εγχείρημα.

Η πρώτη απόπειρα ενίσχυσης της απόβασης με αερομεταφερόμενα στρατεύματα είναι απογοητευτική εξ αιτίας του σφοδρού ανέμου, που διασκορπίζει σ’ όλη την Σικελία αλεξιπτωτιστές και ανεμοπλάνα. Στις αμμουδιές πολλά αποβατικά εφόδου δεν κατορθώνουν να προσαράξουν και σ’ ορισμένες περιπτώσεις λίγες τουφεκιές είναι αρκετές, για να αρνηθούν οι Αμερικανοί στρατιώτες να εγκαταλείψουν την προστασία των αποβατικών σκαφών. Μια αποφασιστική άμυνα θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποτυχία της πρώτης εφόδου. Αλλά οι βομβαρδισμοί, τους οποίους δέχθηκαν εδώ και έξι εβδομάδες οι αμυνόμενοι, τους στέρησαν κι από το λίγο ηθικό που τους έμενε.

Οι 206η και 207η παράκτιες μεραρχίες το βάζουν στα πόδια σαν ένας άνθρωπος. Η Γέλα καταλαμβάνεται μάλλον παρά κυριεύεται και το Αμερικανικό προγεφύρωμα σταθεροποιείται από το πρώτο κιόλας βράδυ. Στον τομέα των Άγγλων η επιτυχία είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτη. Η παραθαλάσσια περιοχή Αουγκούστα - Συρακούσες που είχε οργανωθεί σε οχυρωμένο αμφίβιο στρατόπεδο κάτω από την διοίκηση του ναυάρχου Λεονάρντι, πίστευαν πως είχε σημαντική ικανότητα αντίστασης. 127 ανεμοπλάνα έπρεπε να αποθέσουν στη χερσόνησο Μανταλένα μια αερομεταφερόμενη ταξιαρχία, στην οποία είχε ανατεθεί μια αιφνιδιαστική έφοδος εναντίον των εχθρικών θέσεων 12 μόνο κατόρθωσαν να προσγειωθούν.

Αλλά οι 8 αξιωματικοί και οι 60 άνδρες που καταλαμβάνουν το δρόμο - γέφυρα πάνω από τον ποταμό Ανάπο, στο δρόμο για τις Συρακούσες, κρατούν τη γέφυρα δώδεκα ώρες δίνοντας στην 5η μεραρχία τον καιρό να επέμβει. Ο Λεονάρντι διατάσσει να ανατινάξουν μερικές εγκαταστάσεις και αποσύρεται στην Αουγκούστα. Το βράδυ κιόλας της απόβασης οι Άγγλοι είναι κύριοι μιας πόλης 50.000 κατοίκων και ενός καλού λιμανιού. Η μεραρχία Hermann Göring αντεπιτίθεται την επομένη με καθυστέρηση, επειδή ήταν υποχρεωμένη να διασχίσει χωριά που απλώνονται σε μεγάλο μήκος κι έχουν δρόμους πολύ στενούς για τα άρματα.

Η εμφάνισή της στην παραθαλάσσια πεδιάδα από τους δρόμους του Νιμέσκι και του Μπίσκαρι προκάλεσε στους Αμερικανούς μιαν αρχή πανικού και μερικές εσπευσμένες επιβιβάσεις. Το καταδρομικό Σαβάννα σώζει την κατάσταση κανονιοβολώντας με τα πυροβόλα του των 5 ιντσών μια ομάδα Γερμανικών αρμάτων στο αεροδρόμιο του Πόντε Ολίβο. Το καταδρομικό Μπόιζ, τα αντιτορπιλικά Σόμπρικ, Τζέφερς, Μπάτλερ, Γκλέννον το μιμούνται καταστρέφοντας πολλά άρματα Τίγρης στον παράκτιο δρόμο. Η επανεμφάνιση των καταδιωκτικών - βομβαρδιστικών που είχαν εξουδετερωθεί από την πρωινή ομίχλη, απομακρύνει τελικά τον κίνδυνο.

Στις 15 Ιουλίου ολόκληρη η παραλιακή πεδιάδα βρίσκεται στα χέρια των Συμμάχων από το Εμπέντοκλε ως την Αουγκούστα. Στην Ιταλία η εισβολή στην Σικελία εξαρθρώνει το κλονισμένο καθεστώς. Ο μικρόσωμος βασιλιάς, που τα δάκρυα πλημμυρίζουν το γέρικο πρόσωπό του, συνεχίζει την πονηρή συνωμοσία του με τον στρατάρχη Badoglio, τον πρώην πρωθυπουργό Μπονόνι, ακόμα και με Μουσσολινικούς, που είχαν πέσει σε δυσμένεια, όπως ο πρώην αρχηγός της αστυνομίας Κάρμινε Τσενίζε. Οι αξιωματούχοι του καθεστώτος είναι μοιρασμένοι σε δύο ομάδες: αυτοί που, όπως ο Γκράντι, ο Μποττάι και ο Ciano, θέλουν με κάθε θυσία να αποσύρουν την Ιταλία από τον πόλεμο.

Και αυτοί που, ακολουθώντας τον Φαρινάτσι, θέλουν να ταυτισθούν στη ζωή και στο θάνατο με την Γερμανία. Ο Σκόρτσα, καινούριος γραμματέας του φασιστικού κόμματος, υπόσχεται στον πρεσβευτή Φον Μάκενσεν ένα εθνικό ξύπνημα που μπορεί να συγκριθεί με το ξύπνημα της Γαλλίας το 1793. Όπως τότε τα μέλη της Συμβατικής εν διατεταγμένη αποστολή, έτσι και τώρα τα μέλη της φασιστικής ιεραρχίας θα διατρέχουν όλες τις επαρχίες της Ιταλίας, θα κηρύξουν την πατρίδα σε κίνδυνο, θα ρίξουν το σύνθημα: νίκη ή θάνατος. Ορισμένοι δέχονται, άλλοι αρνούνται.

Ανάμεσα στους τελευταίους είναι και ο Ντίνο Γκράντι, που δεν θέλει να εγκαταλείψει το πολιτικό του φρούριο της Μπολόνια και ο γαμπρός του Duce, Galaezzo Ciano, που προβάλλει λόγους υγείας. Αυτοί που δέχονται είναι δύστροποι και διασπασμένοι. Διατυπώνουν την αξίωση, πριν να αναλάβουν την πατριωτική σταυροφορία τους, να συσκεφθούν με τον Duce και στις 16 Ιουλίου γίνονται δεκτοί και οι δεκαεννέα στο Παλάτσο Βενέτσια. Ορίζεται η συνεδρίαση για τις 24 Ιουλίου, πράγμα που αφήνει στις μηχανορραφίες οκτώ μέρες για να οργανωθούν. Στο μεταξύ μια νέα συνάντηση θα φέρει αντιμέτωπους τους δύο τόσο άνισα χαλυβδωμένους συνεταίρους του χαλύβδινου Συμφώνου.

Η άτακτη φυγή στην Σικελία είχε προκαλέσει την αγανάκτηση της Γερμανίας. Ο Hitler ζητά να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του ναυάρχου Λεονάρντι, που μετά τις Συρακούσες άφησε να καταληφθεί χωρίς μάχη η Αουγκούστα. Η 29η μεραρχία αρμάτων και η 1η μεραρχία αλεξιπτωτιστών που βρίσκονται στην Καλαβρία, πέρασαν στη Σικελία, αλλά ο Jodl δεν συμφωνεί για την αποστολή νέων ενισχύσεων. Ο Hitler κάνει μιαν τελευταία προσπάθεια. Στις 18 Ιουλίου ο πρεσβευτής Φον Μάκενσεν καλεί τον Duce σε μια συνάντηση, για την οποία -λέει- ''Ο Führer περιφρονώντας κάθε σκέψη προσωπικής ασφάλειας είναι έτοιμος να περάσει τις Άλπεις''.


Ορίζεται συνάντηση στο Φέλτρε, στους πρόποδες των Δολομιτών, σε μια έπαυλη χωρίς καμιά αρχιτεκτονική αρμονία, θα πει ο Mussolini- που άνηκε σ’ έναν γερουσιαστή, τον Γκάτζια. Οι δύο δικτάτορες είχαν έρθει για πρώτη φορά σ’ επαφή όχι μακριά από εκεί, στη Βενετία, πριν από δέκα χρόνια - ο Hitler φορώντας ακόμα το φτωχοϋπαλληλικό ελαφρό του πανωφόρι και ο Benito Mussolini συνηθισμένος κιόλας στην πομπώδη εμφάνιση της εξουσίας. Η συνάντηση του Ιουλίου 1943 είναι η δέκατη τρίτη. Την παραμονή της συμπλήρωσης εξήντα χρόνων ο Mussolini είναι ένας γέρος, που η ήττα και η αρρώστια τον έχουν κάνει ερείπιο.

Ο Hitler έχει ακόμα πίσω του μια χώρα ισχυρή και γενναία, αλλά η πρωτοβουλία ξεφεύγει από τα χέρια του και τα κύματα της αντιξοότητας τον σκεπάζουν. Την στιγμή που ξεκινά για το Φέλτρε η Ρωσική επίθεση στο Ορέλ επεκτείνεται ως την Αζοφική Θάλασσα και το σύνολο του Ανατολικού μετώπου βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι Ιταλοί είχαν προετοιμασθεί για μια τριήμερη σύσκεψη. Έμαθαν στο αεροδρόμιο του Τρεβίζε, πως ο Führer ήταν αναγκασμένος να ξαναφύγει για το γενικό στρατηγείο του το ίδιο βράδυ. Τα 85 km από το Τρεβίζε ως το Φέλτρε απαιτούν σχεδόν δυο ώρες ταξίδι με τον σιδηρόδρομο και κατά την διάρκειά τους δυο συσκέψεις γίνονται χωριστά: Mussolini και Hitler, Αμπρόζιο εναντίον Keitel.

Ο σκληρός Ιταλός στρατηγός έκανε επίθεση στο Γερμανό, τον ανάγκασε να αναγνωρίσει πως η Wehrmacht είχε περιορισθεί σε άμυνα και πως η εκστρατεία του 1943 είχε αποτύχει. Το πρόβλημα της ενιαίας διοίκησης στην Ιταλία, σκοπός του Γερμανικού ταξιδιού, δεν συζητήθηκε. Έπειτα στο ανάκτορο Γκάτζια Ιταλοί και Γερμανοί δεν υπήρξαν πια μπροστά στον Hitler, παρά βουβοί ακροατές. Ο Führer άρχισε μια οι κονομικό-στρατιωτική ανάλυση αποδεικνύοντας πως η κατάσταση του Άξονα εξακολουθούσε να είναι βασικά ευνοϊκή. Το μόνο καινούριο στοιχείο σ’ αυτή τη χιλιοειπωμένη διάλεξη ήταν το ακόλουθο: ''Η Γερμανία θα χρησιμοποιούσε πριν από το τέλος του έτους δυο εφευρέσεις που θα κατέστρεφαν το Λονδίνο συθέμελα''.

Ο Hitler εξακολουθούσε να μίλα, όταν ένας υπασπιστής μπήκε και έδωσε ένα σημείωμα στον Mussolini: ''Το Λονδίνο είχε καταστραφεί πριν από λίγο σε χρόνο μέλλοντα, η Ρώμη όμως είχε βομβαρδιστεί στον ενεστώτα''. Η επίθεση εναντίον της πρωτεύουσας του Χριστιανισμού δεν είχε αποφασισθεί χωρίς σοβαρούς δισταγμούς. Αλλά οι αερολιμένες του Littorio και του Τσιαμπίνο, οι σιδηροδρομικοί κόμβοι του Littorio και του Σαν Λορέντζο, απ’ όπου περνούσε όλη η σιδηροδρομική κίνηση του νοτίου τμήματος της Ιταλίας, αποτελούσαν ουσιαστικούς στρατιωτικούς στόχους. 14 ομάδες της Αμερικανικής αεροπορίας άδειασαν επάνω τους 1000 τόνους βομβών.

Οι συστάσεις που είχαν γίνει στα πληρώματα και οι προειδοποιήσεις που είχαν απευθυνθεί την παραμονή στον πληθυσμό δεν προφύλαξαν ούτε τα ιερά κτίρια ούτε τις ανθρώπινες ζωές. Υπήρξαν 2.000 νεκροί και η βασιλική του Σαν Λορέντζο (εκτός) των Τειχών έπαθε σοβαρές ζημιές. Ο Mussolini φάνηκε να νιώθει λιγότερη συντριβή για τον ίδιο τον βομβαρδισμό παρά για την απουσία του σε μια τέτοια στιγμή. Ο Hitler το μόνο που εξεδήλωσε ήταν εκνευρισμός, γιατί τον διέκοψαν και έσπευσε να συνεχίσει τον ειρμό των σκέψεών του. Έκαμε στην Ιταλία ένα μεγάλο μάθημα θάρρους και δήλωσε πως η Γερμανία δεν θα επέμενε στην άμυνα της Σικελίας, αν οι Ιταλικές λιποψυχίες δεν τιμωρούνταν με την μέγιστη δυνατή αυστηρότητα.

Η ώρα του γεύματος είχε φθάσει. Ο Hitler σταμάτησε κι εξαφανίσθηκε. Ο Αμπρόζιο επωφελήθηκε από την απουσία του, για να επιτεθεί στον Mussolini. Γιατί δεν είχε διακόψει τον Hitler; Γιατί δεν τον ρώτησε, αν, ναι ή όχι, η Γερμανία ήταν σε θέση να ενισχύσει το Ιταλικό μέτωπο; Γιατί δεν του είχε πει ότι η Ιταλία όφειλε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να αποσυρθεί από τον πόλεμο σε δεκαπέντε μέρες; Ο Mussolini γλίτωσε από την υποχρέωση να απαντήσει από έναν αξιωματικό, που ήρθε να του πει πως ο Führer τον περίμενε για να καθίσουν στο τραπέζι. Οι δύο δικτάτορες γευμάτισαν μόνοι τους, έπειτα έμειναν πάλι μόνοι τους σ’ όλη τη διαδρομή από το Φέλτρε στο Τρεβίζε. Κανενός είδους απόφαση δεν πήραν ούτε αυτοί ούτε οι υφιστάμενοί τους.

Στις 17:00 το αεροπλάνο του Hitler απογειωνόταν πάλι. Κατάπληξη και σύγχυση επικρατούσε στην ιταλική αντιπροσωπία, ο Mussolini όμως φαινόταν να έχει πάρει θάρρος. Δήλωσε πως τώρα ήξερε το μυστικό του Hitler και ήξερε με βάση ασφαλείς πληροφορίες, πως η Γερμανία θα έβγαινε από τον πόλεμο ολοκληρωτικά νικήτρια. Την ίδια αυτή μέρα, 20 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι άρχισαν την επίθεση στη Σικελία. Οι Άγγλοι καταπονούνται στην πεδιάδα της Κατάνης που την λυμαίνεται η ελονοσία, αλλά οι Αμερικανοί προελαύνουν ταχύτατα στους άλλους τομείς. Στις 20 του μηνός η 1η μεραρχία καταλαμβάνει την Έννα. Στις 21 η 3η προχωρεί πέρα από τον Ακράγαντα.

Στις 22 ο Patton μπαίνει επί κεφαλής μιας φάλαγγας θωρακισμένων και διασχίζοντας το ένα μετά το άλλο πολλά χωριά μπαίνει στο Παλέρμο ανάμεσα σ’ ένα πλήθος που φωνάζει ''Κάτω ο Mussolini''. Στις 23 η 82η αερομεταφερόμενη ολοκληρώνει την κατάληψη του δυτικού τμήματος της Σικελίας κυριεύοντας, χωρίς να χάσει ούτε έναν άνδρα, τον πολεμικό ναύσταθμο του Τράπανι. Στον Άξονα μένει τώρα μόνο μια από τις γωνιές του σικελικού τριγώνου, που προστατεύεται από τον επιβλητικό όγκο της Αίτνας. Την επομένη, 24 Ιουλίου, στις 17:00 στο Παλάτσο Βενέτσια συνέρχεται το Μέγα Συμβούλιο της εθνικής φασιστικής Επαναστάσεως.

Η ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ 

Η Ιταλία είναι η πρώτη χώρα της Ευρώπης, στην οποία εγκαθιδρύθηκε φασιστικό καθεστώς μόλις από το 1923. Η ίδια η λέξη «φασισμός» είναι Ιταλική («fascio»), προέρχεται κατ' ευθείαν από τα Λατινικά, σημαίνει «δέσμη» και παραπέμπει σε ένα αρχαίο Ρωμαϊκό σύμβολο δύναμης. Η Ιταλία συμμετείχε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ, διεκδικώντας μερίδιο της ιμπεριαλιστικής λείας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Θεώρησε, ωστόσο, ότι οι διεκδικήσεις της δεν ικανοποιήθηκαν από τους λοιπούς συμμάχους.

Το κίνημα του «Fascio» αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες γενικευμένης εθνικής και οικονομικής δυσαρέσκειας και κατορθώνει να επικρατήσει με χαρακτηριστική ευκολία και χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις από την πλευρά του Ιταλικού λαού και του εργατικού κινήματος (το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας έχει ιδρυθεί από το 1921). Το φασιστικό κόμμα εκπροσωπεί, στο πολιτικό επίπεδο, την αστική τάξη και τους μεγαλογαιοκτήμονες. Στην προπαγάνδα του, χρησιμοποιεί τα πάγια μοτίβα των ομόλογων καθεστώτων: Κολακεία προς το «λαό» (όπου ο λαός δεν ορίζεται ταξικά, αλλά συμπεριλαμβάνει όλες τις τάξεις που απαρτίζουν το έθνος), ιδιαίτερη έμφαση στους αγρότες (ως «ρίζα του έθνους»), προαγωγή της «συνεργασίας των τάξεων».


Το καθεστώς χαρακτηρίζεται ακόμη από οξύ αυταρχισμό και αντικομμουνισμό. Ασκεί ιμπεριαλιστική πολιτική, που αποβλέπει στη διείσδυση στα δυτικά Βαλκάνια (κυρίως την Αλβανία), στην ανατολική Μεσόγειο και την Αφρική, όπου η Ιταλία είχε παραδοσιακά τη μεγαλύτερη επιρροή (Λιβύη, Σομαλία, Αιθιοπία). Η εσωτερική αντίσταση ενάντια στο φασισμό ξεκινά μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1929 και αναπτύσσεται στα μέσα της δεκαετίας του '30. Λυδία λίθος για την αφύπνιση των αντιφασιστικών και φιλειρηνικών αισθημάτων του ιταλικού λαού, αποτέλεσε η ενεργός συμμετοχή της φασιστικής Ιταλίας στο συνασπισμό του Άξονα και η έξοδός της στον πόλεμο.

Η Ιταλία μπαίνει στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το Μάη του 1940, επιτιθέμενη ενάντια στην ήδη νικημένη Γαλλία. Τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, επιτίθεται στην Αλβανία και στις 28 Οκτωβρίου στην Ελλάδα, όπου κυβερνά το -φίλα προσκείμενο στους Αγγλους- καθεστώς Μεταξά. Η μαζική αντίσταση του Ελληνικού λαού, που πολεμά ενάντια στον ξένο εισβολέα και στον φασισμό, οδηγεί τη φασιστική Ιταλία σε στρατιωτική ήττα. Η κατάσταση, όμως, αυτή ανατρέπεται αρνητικά για την Ελλάδα, μετά τη Γερμανική εισβολή και επίθεση και την ανοιχτή προδοσία της Ελληνικής αστικής τάξης, που οδήγησε στη συνθηκολόγηση, στην παράδοση και την κατοχή.

Έκτοτε, η φασιστική Ιταλία γνώρισε σημαντικές ήττες, σε όλα τα μέτωπα του πολέμου όπου συμμετείχε. Οι αλλεπάλληλες αυτές αποτυχίες, μαζί με την προϊούσα οικονομική κατάρρευση της χώρας, είχαν σημαντικές επιπτώσεις στο ίδιο το φασιστικό καθεστώς. Στις αρχές του 1943, η 8η Ιταλική Στρατιά, που πολεμούσε ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, είχε ήδη καταρρεύσει. Ακόμη, η ήττα των Ιταλικών στρατευμάτων στην Αφρική οδήγησε στην απώλεια των αποικιών της Ιταλίας. Με τον τρόπο αυτό, η Ιταλία αποκόπηκε από τις παραδοσιακές πηγές ανεφοδιασμού της, από όπου αντλούσε, πριν τον πόλεμο, όλο το καουτσούκ, το 80% του πετρελαίου, το 70% των σιτηρών, το 40% της ξυλείας της.

Η αποστέρηση των πρώτων υλών και ενέργειας οδήγησε, μεταξύ άλλων, στην επιδείνωση των συνθηκών ζωής της Ιταλικής εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Το 1942 και το 1943, χαρακτηρίζονται από εκτεταμένες απεργίες, με οικονομικά, αλλά και πολιτικά αιτήματα, που ξεκινούν με επίκεντρο τη βόρεια Ιταλία (Τορίνο) και επεκτείνονται στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Στο τέλος Ιούνη του 1943, στο Μιλάνο, οι Ιταλοί κομμουνιστές και σοσιαλιστές οργανώνουν σύσκεψη, με τη συμμετοχή και αστικών κομμάτων, ώστε να προετοιμαστεί η διάδοχη κατάσταση στο φασισμό. Το καθεστώς κλυδωνίζεται, τόσο εξαιτίας της ανάπτυξης του λαϊκού κινήματος, όσο και εξαιτίας των στρατιωτικών ηττών στο εξωτερικό.

Η αστική τάξη, μπροστά στην ογκούμενη δυσφορία του Ιταλικού λαού, σκέφτεται, πολύ σοβαρά, να «αποσύρει» τον Μουσολίνι από την εξουσία και να διαμορφώσει μια δική της διάδοχη κατάσταση, που θα διασφάλιζε, με τις μικρότερες δυνατές απώλειες, τη συνέχιση της κυριαρχίας της. Ταυτόχρονα, οι Ιταλογερμανικές σχέσεις επιδεινώνονταν ραγδαία, καθώς ο Χίτλερ απέσυρε την εμπιστοσύνη του από τον ατελέσφορο σύμμαχο. Το τελικό χτύπημα στο καθεστώς Μουσολίνι δόθηκε με την εισβολή των Βρετανών και Αμερικανών στη Σικελία, που ξεκίνησε στις 10 Ιούλη του 1943 και ολοκληρώθηκε στις 17 Αυγούστου.

Στις 24 Ιουλίου, στη συνεδρίαση του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου, αποφασίστηκε η αποπομπή του Μουσολίνι. Την επόμενη μέρα, ο Μουσολίνι συνελήφθη και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο, διοικητής των Ιταλικών στρατευμάτων, στον εξευτελιστικό για την Ιταλία πόλεμο της Αιθιοπίας (1935 - 1936). Η κυβέρνηση Μπαντόλιο επιχείρησε να συνεχίσει την ίδια ισχυρά πολιτική του καθεστώτος Μουσολίνι, κάτι που όξυνε και ενέτεινε την ταξική πάλη στο εσωτερικό της Ιταλίας: Τις πρώτες μέρες κιόλας από τη συγκρότησή της, ένα ισχυρό απεργιακό ρεύμα παραλύει ολόκληρη τη βόρεια Ιταλία.

Ταυτόχρονα, ο Μπαντόλιο προσπαθεί να προσεγγίσει τους Δυτικούς συμμάχους και κρατά αναβλητική στάση απέναντι στη Γερμανία, ζητώντας της να απαλλάξει την Ιταλία από τις συμμαχικές της υποχρεώσεις. Η απάντηση ήταν η κατάληψη της χώρας από τις 17 Γερμανικές μεραρχίες που βρίσκονταν ήδη εκεί. Η απαίτηση για την απεμπλοκή της χώρας από τον πόλεμο εξαναγκάζει τελικά την κυβέρνηση Μπαντόλιο σε συνομιλίες ειρήνευσης με τους συμμάχους. Η ανακωχή υπογράφτηκε στις 8 Σεπτέμβρη του 1943 και σήμανε την απόσυρση της Ιταλίας από το συνασπισμό του Άξονα.

Ως άμεσο αποτέλεσμα της ανακωχής, Αγγλοαμερικανικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Ιταλία, που κατέστη θέατρο συγκρούσεων ανάμεσα στους παλιούς και νέους συμμάχους της. Ο Μουσολίνι ελευθερώθηκε από Γερμανούς αλεξιπτωτιστές και μεταφέρθηκε στην πόλη Σαλό, της βόρειας Ιταλίας, όπου και ίδρυσε μια μικρογραφία φασιστικού κράτους, την επιλεγόμενη «Κοινωνική Δημοκρατία». Στις 11 Οκτώβρη του 1943, η κυβέρνηση Μπαντόλιο κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και ο αντιφασιστικός συνασπισμός αναγνώρισε την Ιταλία ως σύμμαχη χώρα. Ο Ιταλικός λαός υπέφερε τα πάνδεινα από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής.

Λέγεται ότι οι ωμότητες των ναζί στην Ιταλία συναγωνίζονται εκείνες που διέπραξαν στη Σοβιετική Ενωση: Στη δεύτερη περίπτωση αντιμετώπιζαν τον εχθρό. Στην περίπτωση της Ιταλίας, τιμωρούσαν τον «αφερέγγυο σύμμαχο», τον «προδότη». Ωστόσο, το κίνημα αντίστασης στην Ιταλία πέρασε σε νέα φάση ανάπτυξης και οδήγησε, σε συνδυασμό με τη γενικότερη εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, στην οριστική απελευθέρωση της Ιταλίας από τους Γερμανούς (25 Απρίλη του 1945). Τέλος, οι Ιταλοί παρτιζάνοι, με την επιμονή των μελών και στελεχών του ΚΚ Ιταλίας, που έπαιζε καθοδηγητικό ρόλο στο κίνημα, πέτυχαν στο Μιλάνο την εκτέλεση του Μουσολίνι, παρά την αντίθετη βούληση των Αμερικανών και των Βρετανών.

Ακόμα και σήμερα, παρ’ όλο που διαθέτουμε όγκο αποκαλύψεων, θα ήταν παράτολμο να ισχυρισθούμε πως όλη η αλήθεια γύρω σ’ αυτό το παράδοξο επεισόδιο του πολέμου έγινε γνωστή. Ο Eisenhower υιοθέτησε την ιδέα, ανέθεσε το έργο αυτό στην 82η αερομεταφερόμενη μεραρχία και από το Quebec ο Roosevelt και ο Churchill του έστειλαν ένα κοινό τηλεγράφημα συγκατάθεσης. Αντίθετα δεν μετριάσθηκε καθόλου η αξίωση για άνευ όρων παράδοση. Ο αρχιστράτηγος πήρε δύο έγγραφα, το ένα, αποκαλούμενο short term, ήταν σχετικό με την συνθηκολόγηση του στρατού, το άλλο, αποκαλούμενο long term, δεν έπρεπε να παραδοθεί στους Ιταλούς παρά μόνο μετά την υπογραφή του πρώτου.


Ο έντιμος Άικ δεν έκρυψε την αντίθεσή του μπροστά σ’ αυτό που ονόμασε ''a crooked deal'', ανέντιμο τρόπο ενέργειας ούτε τη διαφωνία του μπροστά στο αμείλικτο καθεστώς που προέβλεπαν να επιβληθεί στους ηττημένους. Και δέκα χρόνια να περάσουν από το τέλος του πολέμου το έγγραφο αυτό δεν θα δοθεί στη δημοσιότητα. Στο σημείο αυτό, σημειώνει ο Μάρφυ, ο Eisenhower υποτιμούσε τη μακροβιότητα του επαίσχυντου αυτού μυστικού: ''Ο πόλεμος τελείωσε εδώ και περισσότερο από είκοσι χρόνια και οι πολιτικοί όροι που είχαν υπαγορευθεί στην Ιταλία μετά την παράδοσή της δεν είδαν ακόμη το φως της δημοσιότητας''.

Οι αντιδράσεις αυτές δεν εμπόδισαν τους στρατιωτικούς να προετοιμάσουν την κατάληψη της Ρώμης με τη βοήθεια των ίδιων των Ιταλών τους οποίους υπέτασσαν. Ο στρατηγός Ταίυλορ, υποδιοικητής της αερομεταφερόμενης 82 μεραρχίας, μαζί με τον συνταγματάρχη Ουίλιαμ Γκάρντινερ, φθάνει μ’ ένα υδροπλάνο στη νήσο Ίσκια, από όπου μια ιταλική φρεγάτα τον οδηγεί στη Γαέτα. Φορώντας πολιτικά, με κίνδυνο να τουφεκισθούν, και μεταφέροντας σε μια βαλίτσα έναν πομπό ασυρμάτου οι δυο Αμερικανοί αξιωματικοί φθάνουν στη Ρώμη. Οι πληροφορίες που τους έδωσε ο στρατηγός Καρμπόνι, διοικητής της φρουράς, δεν συμφωνούσαν με τα πολύ πιο αισιόδοξα στοιχεία που είχε δώσει ο Ζανούσι.

Οι Γερμανοί είχαν 12.000 άνδρες πάρα πολύ κοντά και 35.000 σε μια ακτίνα 100 km. Οι Ιταλοί που δεν είχαν ούτε φυσίγγια δεν μπορούσαν να υποσχεθούν πως θα κρατήσουν τα αεροδρόμια. Ο Ταίυλορ ζήτησε να δει τον Badoglio κι αυτός του επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του Καρμπόνι και ζήτησε την αναβολή της απόβασης. Ήταν 2 το πρωί στις 8 Σεπτεμβρίου και ο Badoglio ήταν με τις πυτζάμες του στην κρεβατοκάμαρά του. Η μέρα που άρχιζε επρόκειτο να είναι για τον προπρύτανη των στραταρχών της Ευρώπης, πλούσια σε συγκινήσεις. Η εισβολή στην Ιταλική μπότα είχε αρχίσει εδώ και μια εβδομάδα.

Στις 2 Σεπτεμβρίου, αφού είχε ξοδέψει μια περιουσία ολόκληρη για μια τελείως περιττή προπαρασκευή πυροβολικού, ο Montgomery αποφάσισε να διαβεί το στενό της Μεσσήνης, πράγμα που ο Eisenhower τον πίεζε να κάνει από τις 17 Αυγούστου. Η αντίσταση υπήρξε μηδαμινή. Το μόνο γερμανικό σύνταγμα που βρισκόταν στην παραλία είχε αποσυρθεί στα όρη και είχε φύγει προς βορρά με όση ταχύτητα του επέτρεπαν οι δρόμοι της Καλαβρίας. Η Καλαβρία καταλήφθηκε μέσα σε τρεις μέρες από το 13ο Βρετανικό σώμα. Η επίδειξη τόλμης ήταν τόσο εύκολη, που ο ναύαρχος Cunningham αυτοσχεδίασε μια επιχείρηση εναντίον του Τάραντος και τα Αγγλικά πολεμικά μπήκαν σαν επισκέπτες στον πολεμικό ναύσταθμο.

Για τον οποίο ναύσταθμο, ο Mussolini συνήθιζε να λέει ότι δέσποζε στην Μεσόγειο. Το Μπρίντιζι και το Μπάρι έμελλε να καταληφθούν με τον ίδιο τρόπο τις επόμενες ημέρες. Τη στιγμή εκείνη, στις 2 το πρωί της 8ης Σεπτεμβρίου η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει άνευ όρων εδώ και μια εβδομάδα. Αλλά ο κόσμος, αλλά η Γερμανία δεν ήξεραν τίποτα. Ο Ζανούσι και ο Καστελάνο, που ο πρώτος ερχόταν από το Αλγέρι και ο δεύτερος από την Ρώμη, συναντήθηκαν στις 31 Αυγούστου στο Γενικό Στρατηγείο του Alexander στο Κασιμπίλι κοντά στο Παλέρμο.

Είχαν επιχειρήσει να εξαρτήσουν την Ιταλική συνθηκολόγηση από την επιχείρηση κατάληψης της Ρώμης από αερομεταφερόμενα τμήματα υποστηρίζοντας, πως μια περιορισμένη απόβαση στη νότιο Ιταλία θα παρέδιδε τον βασιλιά και την Ιταλική κυβέρνηση στη Γερμανική εκδίκηση. Αφού αρνήθηκαν να τους δώσουν οποιαδήποτε διαβεβαίωση, ξανάφυγαν για τη Ρώμη, απ’ όπου ξαναγύρισαν στις 2 Σεπτεμβρίου δηλώνοντας, πως δεν είχαν εξουσιοδότηση να υπογράψουν, αν δεν γινόταν δεκτός ένας συνδυασμός μεταξύ συνθηκολόγησης και εισβολής. Ο εκφοβισμός μπήκε τότε σε ενέργεια. Ο Alexander, διηγείται ο Μάρφυ, εμφανίστηκε μπροστά στους δυο Ιταλούς με αστραφτερές μπότες και φορτωμένος με τα παράσημά του.

Προσποιήθηκε ότι πληροφορείται εκείνη τη στιγμή την αναβολή της Ιταλικής απόφασης, έδειξε μια ψεύτικη οργή, μίλησε για προδοσία και δήλωσε πως η Ρώμη θα βομβαρδίζονταν, αν η συνθηκολόγηση δεν υπογραφόταν μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες. Ο Καστελάνο και ο Ζανούσι πέρασαν αυτές τις ώρες φοβερή αγωνία, περιμένοντας την απάντηση της κυβέρνησής τους. Είναι τελείως απίθανο να μην είχαν πληροφορηθεί οι Γερμανοί τις κινήσεις αυτές προσώπων και ραδιοφωνικών κυμάτων, που συνεχίζονταν για δεκαπέντε μέρες στο μεγάλο κύκλωμα Ρώμη - Μαδρίτη - Λισσαβόνα - Quebec - Αλγέρι - Παλέρμο - Ρώμη. Αυτό το απίθανο φαίνεται πως έγινε: Οι Γερμανοί είχαν οσφρανθεί την προδοσία, δεν την ανακάλυψαν.

Η έγκριση για τη συνθηκολόγηση έφθασε στον Καστελάνο μέσα στο πρωινό της 3ης Σεπτεμβρίου. Ο Eisenhower έφθασε από την Τύνιδα, για να παραστεί στην υπογραφή του εγγράφου, που ονομαζόταν short term, το μόνο που ως εκείνη τη στιγμή γνώριζαν οι Ιταλοί. Η τελετή έγινε στις 3 και 15. Ενοχλημένος και μουρμουρίζοντας ο Eisenhower αποχώρησε αμέσως αφήνονται στον Bedell Smith τη δυσάρεστη αποστολή να επιδώσει στους Ιταλούς το έγγραφο που κατέλυε ως μία ακαθόριστη ημερομηνία τη νομική υπόσταση της χώρας τους. Ο Καστελάνο παρακολούθησε εμβρόντητος την ανάγνωση. Συγκρατήθηκε και δήλωσε με σβησμένη φωνή, πως αναλάμβανε την ευθύνη να μην ανακοινώσει την long term surrender στον στρατάρχη και το βασιλιά.

Η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει σχεδόν ακριβώς τέσσερα χρόνια από την πρώτη ημέρα του πολέμου. Ένας από τους τρεις αντιπάλους εναντίον των οποίων ο ελεύθερος κόσμος είχε συνασπισθεί με τον αντίθετό του κόσμο, τη Σοβιετική Ρωσία, ήταν εκτός μάχης. Συγκλονιστική, η είδηση έμεινε προσωρινά μυστική, επειδή ο Eisenhower είχε διατηρήσει το δικαίωμα να εκλέξει ο ίδιος τη στιγμή της αναγγελίας της και ο Badoglio είχε αναλάβει την υποχρέωση να την επιβεβαιώσει αμέσως μετά. Οι Σύμμαχοι είχαν την πρόθεση να συγχρονίσουν τη Ιταλική συνθηκολόγηση με την επιχείρηση Χιονοστιβάδα, την απόβαση δηλαδή στον όρμο του Σαλέρνο.

Καμιά εγγύηση και καμιά πληροφορία δεν δόθηκε στον Καστελάνο, οι συζητήσεις όμως για την αερομεταφερόμενη επιχείρηση στη Ρώμη συνεχίσθηκαν και οι Ιταλοί μπορούσαν ακόμα να ελπίζουν πως θα πραγματοποιηθεί. Στην Ρώμη η βασιλική κυβέρνηση είχε ζήσει μέσα σε μια απέραντη αγωνία την παράξενη περίοδο της κρυφής συνθηκολόγησης. Οι τελευταίες ώρες αποκτούν μια ένταση εφιάλτη. Έπειτα από τις ανησυχητικές πληροφορίες που ο Καρμπόνι είχε δώσει στον Ταίυλορ, η απόβαση της 82ης μεραρχίας είχε ματαιωθεί μια ώρα πριν από τη στιγμή που οι αλεξιπτωτιστές έπρεπε να επιβιβασθούν στα αεροπλάνα.


Οι Ιταλοί δεν ξέρουν πως ο Keitel μόλις πριν από λίγο είχε δώσει τη διαταγή να μεταδοθεί η συνθηματική λέξη Achse -παράξενη εκλογή- δηλαδή η διαταγή αφοπλισμού όλων των ιταλικών μονάδων, αλλά οι κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων είναι απειλητικές. Αυτοί που κρατούν το μυστικό έχουν την εντύπωση πως τους διαφεύγει σαν τον ατμό που βγαίνει από μια ερμητικά κλεισμένη χύτρα που έχει ραγίσει. Ο πρεσβευτής Ραν κατορθώνει να γίνει δεκτός σε ακρόαση από τον βασιλιά. Ήταν μεσημέρι, 8 Σεπτεμβρίου, τη στιγμή εκείνη. Η Ρώμη, πλημμυρισμένη από ήλιο που αστράφτει σαν τα παλιά πετράδια, κυκλώνεται από το βουητό του πολέμου.

Τα αμερικανικά βομβαρδιστικά συντρίβουν το Φρασκάτι, γενικό στρατηγείο του Kesselring. Στις 18:30 -δυο ώρες πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων στο Σαλέρνο- μια ραδιοφωνική φωνή συγκλονίζει τους αιθέρες:

''Εδώ ο στρατηγός Dwight D. Eisenhower, αρχιστράτηγος των Συμμαχικών Δυνάμεων. Η ιταλική κυβέρνηση παρέδωσε τις ένοπλες δυνάμεις της άνευ όρων. Οι εχθροπραξίες μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων των Συμμάχων Εθνών και της Ιταλίας τερματίζονται αμέσως. Όλοι οι Ιταλοί που τώρα βοηθούν έμπρακτα στην εκδίωξη του Γερμανού επιδρομέα από το ιταλικό έδαφος, θα έχουν την βοήθεια και την υποστήριξη των Ηνωμένων Εθνών''.

Γραμμένη σε δίσκο η δήλωση αυτή επαναλαμβάνεται από όλους τους συμμαχικούς ραδιοσταθμούς, την ακολουθεί η Ιταλική μετάφραση. Ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η βασιλική οικογένεια, ο στρατάρχης, οι υπουργοί, οι στρατηγοί, οι δισεκατομμυριούχοι, εγκαταλείπουν εσπευσμένα τα ανάκτορά τους. Τη νύκτα αρχίζει ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ μερικών Ιταλικών μονάδων και των Γερμανικών φαλαγγών που βαδίζουν εναντίον της Ρώμης. Οι φυγάδες παίρνουν το δρόμο προς την Αδριατική, διασχίζουν με κόπο τα άγρια Αβρούζια και φθάνουν το πρωί στην Πεσκάρα, απ’ όπου δύο κορβέτες μεταφέρουν τον βασιλιά και τα σημαντικότερα πρόσωπα στο Μπρίντιζι.

Ο Μάρφυ που θα πάει εκεί μερικές μέρες αργότερα, βρίσκει αυτή την κυβέρνηση κι αυτή την αυλή, που έχουν τραπεί σε άτακτη φυγή στρατοπεδευμένες στα μελαγχολικά οικήματα του Ναυαρχείου με μια κορβέτα έτοιμη κάτω από τα παράθυρά τους. Το μέλλον της μοναρχίας της Σαβοΐας είναι σκοτεινό. Όλοι οι Ιταλοί που τώρα βοηθούν έμπρακτα στην εκδίωξη του Γερμανού επιδρομέως από το Ιταλικό έδαφος, θα έχουν τη βοήθεια και την υποστήριξη των Ηνωμένων Εθνών». Το ραδιοφωνικό αυτό μήνυμα ήταν γραμμένο σε δίσκο για να μπορεί να επαναλαμβάνεται απ' όλους τους συμμαχικούς ραδιοσταθμούς, ενώ ακολουθούσε και μετάφραση στα Ιταλικά ούτως ώστε ο Ιταλικός λαός να γίνεται γνώστης των εξελίξεων.

Μια ώρα αργότερα το περιεχόμενο του μηνύματος του Αϊζενχάουερ επιβεβαίωσε με δήλωσή του από τη Ρώμη και ο επικεφαλής της Ιταλικής κυβέρνησης στρατάρχης Μπαντόλιο. Ηταν πλέον σαφές ότι η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει, ενώ το φασιστικό στρατόπεδο αδυνάτιζε αισθητά. Η 8η του Σεπτέμβρη δεν είναι φυσικά η μέρα της Ιταλικής συνθηκολόγησης, παρά μόνο η μέρα που το γεγονός αυτό ανακοινώθηκε. Η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει από τις 3 Σεπτεμβρίου του 1943, όταν η 8η Αγγλική στρατιά του Μοντγκόμερι πέρασε το στενό πορθμό της Μεσσήνης από τη Σικελία κι αποβιβάστηκε στη μύτη της ιταλικής μπότας.

Η υπογραφή της συνθηκολόγησης - όπως μας πληροφορεί ο Τσόρτσιλ - έγινε εκείνη τη μέρα σ' ένα δάσος από ελιές κοντά στις Συρακούσες. Συμφωνήθηκε όμως το γεγονός να κρατηθεί μυστικό ώσπου να γίνει η δεύτερη και κύρια συμμαχική απόβαση, η οποία σχεδιάστηκε να πραγματοποιηθεί στο καλάμι του ποδιού της Ιταλίας, στο Σαλέρνο, στα νότια της Νεαπόλεως.

Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ 

Η Ιταλία δε συνθηκολόγησε από τη μια στιγμή στην άλλη. Η κατάρρευσή της ήταν αποτέλεσμα της γενικότερης στροφής του πολέμου που σημειώθηκε με τη νίκη του κόκκινου στρατού στη μάχη του Στάλινγκραντ και την απελευθέρωση του Κουρσκ, του Κράσνονταρ, του Ροστόβ, του Ντον και του Βοροσίλοφγκραντ το Φλεβάρη του 1943. Στα τέλη του 1942 - αρχές του 1943 η 8η Ιταλική στρατιά που περιλάμβανε 10 επίλεκτες μεραρχίες και βρισκόταν στο Σοβιετογερμανικό μέτωπο εκμηδενίστηκε. Περίπου 200 χιλιάδες στρατιώτες έμειναν στο πεδίο της μάχης. Το Μάρτιο του 1943 τα υπολείμματα αυτής της στρατιάς ανακλήθηκαν στην Ιταλία αλλά δεν είχαν τίποτα το σημαντικό να προσφέρουν στα άλλα μέτωπα.

Η Ιταλία νικήθηκε στην Αφρική όπου έχασε όλες τις αποικίες της. Επίσης, ο στόλος της υπέστη σοβαρότατες ήττες στη Μεσόγειο. Η κατάσταση αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, είχε ισχυρό αντίκτυπο στην Ιταλική οικονομία που την άνοιξη του '43 έφτασε σε συνθήκες ολοκληρωτικής κατάρρευσης. Η χώρα είχε αποκοπεί από τις πατροπαράδοτες ξένες πηγές εφοδιασμού της απ' όπου προπολεμικά έπαιρνε όλο το καουτσούκ, το 80% του πετρελαίου, το 70% των σιτηρών, το 40% της ξυλείας. Οι εθνικοί κλάδοι της οικονομίας είχαν παραλύσει και τα προπολεμικά εργοστάσια δούλευαν με σοβαρές διακοπές.

Ο πληθυσμός πεινούσε, η μερίδα του ψωμιού μειώθηκε στα 150 γρ. κι ακόμη περισσότερο, και ο κρατικός μηχανισμός αδυνατούσε να κάνει το παραμικρό για να καλυτερεύσουν τα πράγματα. Τέλος, το δημόσιο χρέος της χώρας ήταν δεκαπλάσιο από το συνολικό ετήσιο εισόδημά της. Το μόνο στήριγμα που θα μπορούσε να έχει η Ιταλία ήταν η Χιτλερική Γερμανία. Όμως το καθεστώς των ναζί λειτουργούσε με τις προτεραιότητες του πολέμου και δεν έδινε το παραμικρό στο φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι αν αυτό δεν ήταν απαραίτητο για την πραγματοποίηση των Γερμανικών πολεμικών σχεδίων.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η Ιταλική βιομηχανία, ιδιαίτερα τα μεγάλα εργοστάσια, αλλά και η Ιταλική αγροτική οικονομία ήταν υπό γερμανικό έλεγχο. Επιπλέον, με Γερμανική αξίωση πάνω από 500 χιλιάδες Ιταλοί εργάτες της βιομηχανίας μετάλλου, άνθρακα, χημικών προϊόντων και οικοδομικών υλικών στάλθηκαν στη Γερμανία για καταναγκαστικά έργα. Οι στρατιωτικές ήττες του φασιστικού άξονα αλλά και η άθλια εσωτερική κατάσταση της Ιταλίας, έδωσαν ισχυρή ώθηση στο Ιταλικό αντιφασιστικό και εργατικό κίνημα. Από το Μάη του 1942 άρχισαν οι πρώτες ανοιχτές ενέργειες κατά του φασισμού και το Ιταλικό ΚΚ όπως ήταν φυσικό βρέθηκε στην πρώτη γραμμή.


Μάλιστα, από τον Ιούλη του 1942 άρχισε και η παράνομη έκδοση της εφημερίδας του «Ουνιτά». Σιγά σιγά έκαναν την εμφάνισή τους και απεργιακές κινητοποιήσεις που μήνα με το μήνα πλήθαιναν σε αριθμό και συμμετοχή εργαζομένων, παίρνοντας όλο και περισσότερο σαφή πολιτικό, αντιφασιστικό περιεχόμενο. Έτσι, από τον Αύγουστο του 1942 ως το Μάρτιο του 1943, 14 εργατικές εκδηλώσεις είχαν σαφή πολιτικό περιεχόμενο, αφού στρέφονταν κατά του φασισμού και κατά του πολέμου. Στις 5 Μάρτη του 1943 με την καθοδήγηση του Ιταλικού ΚΚ κατέβηκαν σε απεργία οι εργάτες της «Φίατ». Στις 24 Μάρτη η απεργία επεκτάθηκε στα πολεμικά εργοστάσια του Μιλάνου και λίγο αργότερα αγκάλιασε ολόκληρη το Βόρειο Ιταλία.

Έτσι, στις 2 Απρίλη η φασιστική κυβέρνηση αναγκάστηκε να ικανοποιήσει τα οικονομικά αιτήματα των απεργών. Κι ενώ το εργατικό κίνημα ανέβαινε, το φασιστικό κόμμα κατέρρεε. Έτσι, η Ιταλική αστική τάξη που έβλεπε τον κίνδυνο να τα χάσει όλα άρχισε να προετοιμάζει το έδαφος για να απαλλαγεί από το Μουσολίνι και να αλλάξει πολεμικό στρατόπεδο. Στο εσωτερικό μέτωπο -γράφει ο Πέιν- το ηθικό ήταν πολύ χαμηλό. Ηγετικές προσωπικότητες του επιχειρηματικού κόσμου και άλλοι συντηρητικοί πίεζαν για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και απόσυρση από τον πόλεμο, πράγμα που υποστήριζε και η Εκκλησία.

Η υποστήριξη προς το καθεστώς μειωνόταν κατακόρυφα, καθώς ήταν πολύ λίγοι οι Ιταλοί που πίστευαν ότι συνδέονταν με κάποια ζωτικά συμφέροντα, ''αλλά για τον Μουσολίνι ο κύβος είχε πλέον ριφθεί''.

Η Αντίστροφη Μέτρηση προς τη Συνθηκολόγηση

Το σύνθημα για την ανατροπή του Μουσολίνι δόθηκε με την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Σικελία στις 10 Ιουλίου του 1943. Στις 12 Ιούλη τα Αγγλοαμερικανικά στρατεύματα είχαν προωθηθεί σε βάθος 50 χλμ., στις 22 Ιουλίου κυρίευσαν το Παλέρμο και στο τέλος του μήνα είχαν φτάσει στην περιοχή της Νικωσίας. Στις 24 Ιούλη το «Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο» που είχε να συνεδριάσει από το 1939, υπό την προεδρία του Τσιάνο, γαμπρού του Μουσολίνι και σε συνεννόηση με τον βασιλιά, αποφάσισε να ζητήσει την παραίτηση του Ιταλού δικτάτορα, διατάσσοντας ταυτόχρονα τη σύλληψή του. Στη θέση του Μουσολίνι τοποθετήθηκε ο στρατάρχης Μπαντόλιο που δεν ήταν βέβαια διαφορετικός από το προκάτοχό του στις ιδέες.

Απλώς, επρόκειτο για έναν κλασικό εκπρόσωπο της μονοπωλιακής αστικής τάξης, των μοναρχικών και ανώτατων στρατιωτικών κύκλων που είχε κριθεί ως ο πιο κατάλληλος να βγάλει την Ιταλία από τον πόλεμο υπογράφοντας κρυφά από τη Γερμανία χωριστή συνθήκη ειρήνης με τους δυτικούς συμμάχους. Επίσης, αποστολή του είχε να σώσει την Ιταλική αστική τάξη κι αυτό το δείχνει η εγκύκλιος που εξέδωσε αμέσως μόλις σχημάτισε την κυβέρνησή του. Εκεί έλεγε χαρακτηριστικά:

«Κάθε κίνημα θα παταχτεί σκληρά στη γέννησή του. Είναι ανάγκη ν' αποφεύγονται οι παλιές μέθοδοι, τα οδοφράγματα, τα φωναχτά συνθήματα και η προπαγάνδα αντιλήψεων. Τα στρατεύματα πρέπει να χτυπούν τις παραβιάσεις της πειθαρχίας και χωρίς καμία προειδοποίηση να ανοίγουν πυρ εξ αποστάσεως, χωρίς να διστάσουν να χρησιμοποιήσουν τα ολμοβόλα και το πυροβολικό ακριβώς όπως θα πολεμούσαν τον εχθρό. Απαγορεύονται οι πυροβολισμοί στον αέρα αλλά κατευθείαν στο στόχο, όπως και στον πόλεμο και αν υπάρξουν μεμονωμένες περιπτώσεις βίας κατά των ενόπλων δυνάμεων, οι ένοχοι θα τουφεκίζονται αμέσως».

Η κυβέρνηση του Μπαντόλιο με εκπρόσωπό της το στρατηγό Καστελάνο, άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Αγγλίας και των ΗΠΑ στις 15 Αυγούστου του 1943 στη Μαδρίτη. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν στη Λισαβόνα και ολοκληρώθηκαν στις 3 Σεπτέμβρη με την υπογραφή της συμφωνίας για την Ιταλική συνθηκολόγηση. Η συμφωνία εκείνη δεν προέβλεπε τίποτα για την κατάργηση του φασισμού στην Ιταλία και την αποκατάσταση των συνεπειών από τη μακρόχρονη κυριαρχία του. Επίσης, δεν υπήρχε μέριμνα για την αποκατάσταση των ζημιών που είχε προκαλέσει η Ιταλία σε άλλες χώρες στη διάρκεια του πολέμου.

Το μόνο που προβλεπόταν ήταν η διακοπή των πολεμικών επιχειρήσεων, ο επαναπατρισμός των αιχμαλώτων, ο αφοπλισμός του ιταλικού στόλου και της ιταλικής αεροπορίας και η παραχώρηση σε Αγγλία και ΗΠΑ του δικαιώματος να χρησιμοποιούν ανεμπόδιστα τα ιταλικά αεροδρόμια και τις ναυτικές βάσεις. Λίγο αργότερα, στις 13 Οκτώβρη του 1943 η κυβέρνηση Μπαντόλιο κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας.

Οι Αγγλοαμερικανικές επιδιώξεις

Την αλλαγή φρουράς στην Ιταλία, και, φυσικά, όλη τη μεθόδευση της Ιταλικής συνθηκολόγησης ευνόησαν οι Αγγλοαμερικανοί που από τον Φλεβάρη του 1943, σε συνεννόηση με το Βατικανό, προετοίμαζαν την απομάκρυνση του Μουσολίνι χάριν της διατήρησης της φασιστικής εξουσίας. Στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μ. Βρετανίας ήταν να βάλουν πόδι στο Ιταλικό έδαφος το γρηγορότερο δυνατό, να βγάλουν την Ιταλία από τον πόλεμο και στη συνέχεια να επεκταθούν στα Βαλκάνια και στις χώρες της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

Αν το πετύχαιναν αυτό θα είχαν καταφέρει να ξαναδημιουργήσουν την παλιά «υγειονομική ζώνη» γύρω από την ΕΣΣΔ, εμποδίζοντας τον Κόκκινο Στρατό να προελάσει εκτός Σοβιετικού εδάφους. Μαζί μ' αυτό το στόχο, βλέποντας την ανάπτυξη του Ιταλικού εργατικού κινήματος, βιάζονταν να προλάβουν απρόβλεπτες εξελίξεις σ' αυτή τη χώρα που θα τους χαλούσαν το γενικότερο στρατιωτικοπολιτικό σχεδιασμό. Ο Τσόρτσιλ, για παράδειγμα, δε δίσταζε να γράψει στον Ρούζβελτ στα τέλη Ιούλη του 1943: «Θα συνεννοηθώ με οποιαδήποτε Ιταλική αρχή, ικανή να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της.

Και δε θα με φοβίσει καθόλου το αν θα δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υποστηρίζω τη δυναστεία τη Σαβοΐας ή τον Μπαντόλιο, αρκεί να μπορούν να αναγκάσουν τους Ιταλούς να κάμουν αυτό που μας χρειάζεται για τους πολεμικούς μας σκοπούς. Το χάος, ο Μπολσεβικισμός ή ο εμφύλιος πόλεμος φυσικά θα εμπόδιζαν την επίτευξη αυτών των σκοπών». Ήταν σκοποί πεντακάθαροι και με σαφή ταξικό προσανατολισμό.

Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΔΩΔΡΚΑΝΗΣΑ ΤΟ 1943

Μόλις το μέτωπο της Βόρειας Αφρικής άρχισε να ξεκαθαρίζει, με την εκεί συντριπτική νίκη των συμμάχων, ξεκίνησαν και τα σχέδια για τη μεταφορά του μετώπου στην Ευρώπη, με τελικό στόχο το ίδιο το Βερολίνο. Στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας τον Ιανουάριο του 1943, πάρθηκαν οι τελικές αποφάσεις για το πού και πότε θα γινόταν το αναγκαίο προγεφύρωμα στην Ευρώπη. Η συμφωνία επήλθε μετά από σφοδρές διαφωνίες μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων για το τι έπρεπε να γίνει. Ο αρχηγός του Επιτελείου του αμερικανικού στρατού Τζορτζ Μάρσαλ μετέφερε την άποψη πως η απόβαση έπρεπε να γίνει στη Δυτική Ευρώπη και μόνο εκεί, δείχνοντας τη Νορμανδία.


Αντίθετα ο Τσόρτσιλ επιθυμούσε το προγεφύρωμα να γίνει στις Μεσογειακές ακτές, όπου έκρινε ότι επιχειρησιακά ήταν εφικτό κάτι τέτοιο. Αυτό που αποφασίστηκε ήταν η εισβολή των συμμάχων στη Σικελία με το κωδικό όνομα «Επιχείρηση Χάσκι» (Operation Husky). Στόχος της ήταν οι συμμαχικές δυνάμεις να αποσπάσουν τη Σικελία από τις δυνάμεις της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας. Παράλληλα είχε επιτευχθεί η παραπλάνηση του αντιπάλου και η διασπορά δυνάμεών του με δήθεν σχεδιαζόμενες αποβάσεις στη Σαρδηνία και στην Πελοπόννησο.

Η επιχείρηση που άρχισε τη νύκτα μεταξύ 9ης και 10ης Ιουλίου 1943 οδήγησε μέχρι τις 17 Αυγούστου στην κατάληψη ολόκληρης της Σικελίας από τους Συμμάχους και στην κατάρρευση του φασιστικού κόμματος. Περίπου 30.000 Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες χάθηκαν, ενώ για τις Αμερικανικές δυνάμεις, πολλές από τις οποίες πήραν το βάπτισμα του πυρός, οι νεκροί ανήλθαν στους 2.500 άντρες. Λίγο μεγαλύτερες υπήρξαν οι απώλειες για τους Βρετανούς (2.700 περίπου). Ένα χρόνο μετά, τον Ιούνιο του 1944, οι συμμαχικές δυνάμεις ήξεραν επιχειρησιακά τι σημαίνει να επιχειρείς απόβαση σε εχθρικό έδαφος.

Και σαφώς πιο προετοιμασμένοι πέτυχαν ευκολότερα το στόχο τους, αντιμετωπίζοντας εκεί στις Νορμανδικές ακτές υποδεέστερες ναζιστικές δυνάμεις από αυτές που αντίκρισαν στη Σικελία. Η κινηματογραφική παραγωγή «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» (1998), μας έχει δώσει μια μάλλον δυσανάλογη με την πραγματικότητα εικόνα της αντίστασης των Γερμανικών δυνάμεων και το αντίστροφο μια μάλλον υπερεκτιμημένη εικόνα της προσπάθειας που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι για τον έλεγχο της Νορμανδικής ακτογραμμής. Στη Σικελία τα πράγματα ήταν σαφώς χειρότερα.

Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια υπέρ των συμμαχικών δυνάμεων διάδοχη κατάσταση στα Δωδεκάνησα, που από το 1911 ήταν Ιταλικά. Το κενό εξουσίας, όμως, που αυτή συνεπαγόταν δε σήμαινε και την άμεση κατάληψη των νησιών από τις συμμαχικές δυνάμεις παρά το γεγονός ότι η θέση των νησιών κρινόταν ήδη από το Μάιο του 1943 ως ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, μπροστά μάλιστα στην προοπτική μιας αποβατικής απόπειρας στην Ευρώπη από το Αιγαίο. Μέσα στον Αύγουστο του 1943 το Βρετανικό επιτελείο είχε ήδη ετοιμάσει σχέδιο αποβατικών επιχειρήσεων με την κωδική ονομασία «Accolade», με κύριο στόχο την κατάληψη της Ρόδου.

Παρά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Τσόρτσιλ για τη μεταφορά ενός μετώπου πολέμου στο Αιγαίο και από εκεί στα Βαλκάνια, η επιτυχημένη εκστρατεία στη Σικελία στα τέλη Αυγούστου 1943 είχε ήδη μειώσει τη στρατηγική σημασία των Δωδεκανήσων. Η 8η Ινδική Μεραρχία που θα επωμιζόταν το κύριο βάρος των αποβατικών επιχειρήσεων στα Δωδεκάνησα μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο μέτωπο της Ιταλίας. Επιπλέον, η απόφαση του Βερολίνου να αντισταθεί στην προέλαση των συμμάχων νότια της Ρώμης δυσχέρανε ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες του Τσόρτσιλ να πείσει τον Ρούσβελτ για την αναγκαιότητα της απόβασης στα νησιά του Αιγαίου.

Έτσι οι στρατιωτικοί ηγέτες των Συμμάχων, από κοινού με τους Αμερικανούς πολιτικούς, έβλεπαν αρνητικά τη διαίρεση των δυνάμεων που θα απαιτούσε μία τέτοια επιχείρηση. Ήδη η προέλαση των συμμάχων στην Ιταλία δέσμευε μεγάλο αριθμό συμμαχικών δυνάμεων, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα. Η εξέλιξη των πραγμάτων στην αμέσως μετά την Ιταλική συνθηκολόγηση περίοδο και μετά την απόφαση του συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής για τη δημιουργία προγεφυρώματος στα Δωδεκάνησα υπήρξε ιδιαίτερα δυσάρεστη ως προς το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων. Παραμονές της συνθηκολόγησης πάνω στα υπό Ιταλική κατοχή νησιά υπολογιζόταν ότι βρισκόταν συνολική Ιταλική δύναμη 50.000 ανδρών.

Στη Ρόδο, που αποτελούσε κύριο συμμαχικό στόχο, υπήρχαν 30.000 Ιταλοί, συγκροτημένοι σ’ ένα σύνταγμα πεζικού, και 7.000 Γερμανοί, που σε αντίθεση με τους Ιταλούς είχαν διαταγές να κρατήσουν το νησί υπό τον έλεγχό τους. Παρά τους δυσμενείς συσχετισμούς οι Γερμανοί, μόλις η Ιταλία έπαψε να βρίσκεται στο πλευρό του Ράιχ, αντέδρασαν άμεσα. Οι διαβεβαιώσεις του ταγματάρχη λόρδου Τζέλικο προς τον Ιταλό Διοικητή Ινίγκο Καμπιόνι για άμεση υποστήριξή τους από τα συμμαχικά επιτελεία δεν υλοποιήθηκαν γρήγορα, καθιστώντας ανώφελη οποιαδήποτε προσπάθεια αντίδρασης των αποσχισμένων από τον Άξονα Ιταλών.

 Η γερμανική αντεπίθεση του υποστράτηγου Ούλριχ Κλέμαν (Generalleutnant Ulrich Kleemann) αφού εξουδετέρωσε τις αιφνιδιασμένες Ιταλικές δυνάμεις μετέτρεψε τη Ρόδο σε απόρθητο φρούριο για τις συμμαχικές αποβατικές δυνάμεις, δημιουργώντας ισχυρή αεροπορική κάλυψη στο νησί με περίπου 333 αεροπλάνα και επάκτια θωράκιση με πυροβόλα 3 έως 14 ιντσών. Σε συνδυασμό και με το πέρασμα της Καρπάθου, που διέθετε αεροδρόμιο και επάκτιες θέσεις άμυνας, στη Γερμανική κατοχή, οι συμμαχικές επιφυλάξεις -Βρετανικές και κυρίως Αμερικάνικες- για τη σκοπιμότητα μιας ευρείας αποβατικής επιχείρησης πολλαπλασιάστηκαν, αναλογιζόμενοι το υψηλό κόστος της επιχείρησης.

Παρά τις δυσμενείς εξελίξεις ο Τσόρτσιλ επέμεινε στον άμεσο σχεδιασμό αποβατικών επιχειρήσεων από το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής με στόχους, εκτός από το μικρό Καστελόριζο, τα νησιά Κω, Λέρο και Σάμο, που διέθεταν αεροδρόμια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, χωρίς να αποκλειόταν επιχειρησιακά και μια από τα παραπάνω νησιά απόβαση στη Ρόδο. Οι Βρετανοί, προκειμένου να πείσουν τους πολιτικούς τους για τη σημασία μιας τέτοιας επιχείρησης, υπερέβαλαν για τα πολιτικά οφέλη που αυτή θα απέφερε.

Το ενδεχόμενο να εγκατέλειπε η Τουρκία την πολιτική της ουδετερότητας υπέρ των συμμαχικών δυνάμεων εάν μεταφερόταν το μέτωπο των επιχειρήσεων στα Δωδεκάνησα οπωσδήποτε επηρέασε τις αποφάσεις του Καΐρου για την υλοποίηση των επιχειρησιακών σχεδίων στα Δωδεκάνησα. Το χρονικό διάστημα από τις 10 Σεπτεμβρίου 1943 έως και τις 22 του ίδιου μήνα μία αποσπασμένη από τη Μέση Ανατολή Βρετανική ταξιαρχία με τη συνδρομή ειδικών καταδρομικών δυνάμεων (Special Boat Squadrom), που περιελάμβαναν και ελληνικά τμήματα, προωθήθηκε σταδιακά με καΐκια και αντιτορπιλικά σκάφη ML μέσω των Τουρκικών χωρικών υδάτων στα Δωδεκάνησα.


Στις 10 Σεπτεμβρίου η Ιταλική φρουρά του Καστελλόριζου παραδόθηκε στους Βρετανούς καταδρομείς. Μέσα σε μια εβδομάδα μικρές Βρετανικές δυνάμεις είχαν αποβιβαστεί στα νησιά Κω, Λέρο, Λειψούς, Πάτμο, Φούρνοι και Ικαρία. Ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων υπήρξε η κατοχή του αεροδρομίου στην Κω και η κατάληψη στις 22 Σεπτεμβρίου της ναυτικής βάσης της Λέρου. Οι επιχειρήσεις αυτές έγιναν με τη συνεργασία των εκεί Ιταλικών δυνάμεων στις οποίες και ανατέθηκε σημαντικό μέρος της άμυνας των νησιών. Μέχρι και τις αρχές Οκτωβρίου περίπου 4.000 Βρετανοί στρατιώτες είχαν σκορπιστεί σε οχτώ νησιά των Δωδεκανήσων και στη Σάμο, με την παρουσία και μικρών μονάδων Ελλήνων καταδρομέων του Ιερού Λόχου.

Η Ιταλική δύναμη ανερχόταν στους 8.000 στρατιώτες. Η ετερόκλητη αυτή δύναμη κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη Γερμανική αποφασιστικότητα που ήθελε το Αιγαίο υπό την εξουσία του Βερολίνου. Από την άλλη πλευρά οι επιχειρησιακές αδυναμίες των συμμάχων και η κωλυσιεργία στην αποστολή ενισχύσεων έδειχναν πως από τη στιγμή εκκίνησης της Γερμανικής αντεπίθεσης ήταν ζήτημα χρόνου η αλλαγή της κυριότητας των νησιών αυτών. Οι Γερμανοί, που από καιρό είχαν επανεκτιμήσει τη σημασία της κυριαρχίας στο νησιωτικό χώρο και την Κρήτη ιδιαίτερα, θέτουν άμεσα σε εφαρμογή την επιχείρηση «πολική αρκούδα».

Στις 23 Σεπτεμβρίου ο αντιστράτηγος Φρίντριχ Βίλχελμ Μύλλερ (Generalleutnant Friedrich-Wilhelm Müller), διοικητής της 22ης Μεραρχίας Πεζικού που φρουρούσε το «Φρούριο Κρήτη», έλαβε εντολή να καταλάβει την Κω και τη Λέρο. Στις 3 Οκτωβρίου 1943 η προσέγγιση Γερμανικών αποβατικών σκαφών στην Κω έδειξε τα όρια αντοχής των εκεί αμυνομένων δυνάμεων. Οι Ιταλοί, που διέθεταν τις μεγαλύτερες δυνάμεις πάνω στο νησί, προέβαλαν στοιχειώδη αντίσταση, όμως, μετά την κατάληψη του αεροδρομίου παραδόθηκαν. Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν το αεροδρόμιο εξουδετερώνοντας γρήγορα το αιφνιδιασμένο Βρετανικό τάγμα που είχε αναλάβει τη φρούρησή του.

Οι από την ηπειρωτική Ελλάδα προερχόμενες ναζιστικές αποβατικές δυνάμεις ανάγκασαν το Βρετανικό τάγμα στα βόρεια του νησιού σε παράδοση. Μεθοδικά οι Γερμανοί κατέλαβαν το ένα μετά το άλλο τα νησιά περιορίζοντας τις συμμαχικές δυνάμεις στη Λέρο. Οι προσπάθειες συμμαχικής αντίδρασης είτε στη θάλασσα είτε πάνω στα νησιά ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία μπροστά στην από αέρος πίεση της Λουτφβάφε. Ο ανηλεής βομβαρδισμός του κόλπου Άλιντα στη Λέρο έκανε εύκολη υπόθεση τη ρίψη 600 αλεξιπτωτιστών στις 12 Νοεμβρίου 1943. Στις σφοδρές -σώμα με σώμα- μάχες που ακολούθησαν γύρω από τα πεδία ρίψης οι Βρετανοί καταδρομείς δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την κατάληψη της νήσου.

 Με σοβαρές απώλειες περίπου 2.000 ανδρών, η Βρετανική ταξιαρχία του Πέντεργκαστ παραδόθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1943 στο στρατηγό Φρίντριχ Βίλχελμ. Το πέρασμα των αιχμαλώτων Βρετανών από τους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας υπήρξε αφορμή για εκδηλώσεις συμπαράστασης του πληθυσμού, αποτέλεσε όμως και πηγή απογοήτευσης για τους κατοίκους που διαπίστωσαν για άλλη μια φορά ότι η Κατοχή θα αργούσε να φτάσει στο τέλος της. Στη Σάμο οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές καθώς στο νησί υπήρχε έντονη παρουσία αντιστασιακών δυνάμεων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου και του Ε.Λ.Α.Σ.

Η επίθεση του συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ εναντίον της Ιταλικής διοίκησης του στρατηγού Σανταρέλι δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια άμεση ανάληψη της διοίκησης του νησιού από τον τοπικό πληθυσμό στο αμέσως μετά την ιταλική συνθηκολόγηση διάστημα. Τελικά οι αντιστασιακοί κατόπιν και της υιοθέτησης από την Ιταλική μεραρχία διαλλακτικότερης στάσης ανέλαβαν την πολιτική διακυβέρνηση του νησιού. Ο Ε.Λ.Α.Σ με επικεφαλής τον Γιάννη Ζαφείρη υποστήριξε την εκλογή της Πανσαμιακής Διοικητικής Επιτροπής της οποίας πρόεδρος έγινε ο Μητροπολίτης Ειρηναίος. Οι Βρετανοί όταν έφθασαν βρέθηκαν προ τετελεσμένων γεγονότων χωρίς περιθώρια να αντιδράσουν.

Οι καταδρομείς του υποστράτηγου Άρνολτ που αποβιβάστηκαν στις 16 Σεπτεμβρίου στο νησί αναγνώρισαν τη νέα διοίκηση. Η πολιτική σημασία της αναγνώρισης θορύβησε την εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού η οποία φοβήθηκε πως αντίστοιχες συμφωνίες μπορεί να προέκυπταν κατά τη σταδιακή απελευθέρωση της υπόλοιπης Ελλάδας. Ο Τσουδερός ζήτησε την κατάργηση της επιτροπής και την άμεση αποστολή -με αλεξίπτωτα μάλιστα- του Ιερού Λόχου. Για την διαχείριση της πολιτικής εξουσίας στάλθηκαν ο Βρετανός ταξίαρχος Μπέρντ και ο Σοφούλης. Τίποτα από αυτά όμως δεν πρόλαβε να γίνει, καθώς ο αγώνας κρίθηκε γρήγορα και έληξε με μεγάλη Γερμανική νίκη.

Η Γερμανική αντεπίθεση που εκδηλώθηκε στις 17 Νοεμβρίου από τον αέρα και την ξηρά ανάγκασε τους Βρετανούς και τους αντάρτες, παράγοντες της βραχύβιας «ανεξαρτησίας», να εκκενώσουν το νησί στις 23 Νοεμβρίου με τελικό προορισμό τη Μέση Ανατολή. Πριν από το τέλος Νοεμβρίου οι Γερμανοί ήταν πλέον απόλυτοι κυρίαρχοι της περιοχής των Δωδεκανήσων και οι Βρετανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια μεγάλη ήττα. Στα Δωδεκάνησα επιτεύχθηκε ουσιαστικά μια από τις τελευταίες νίκες του Άξονα εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Ήταν μια νίκη που στηρίχτηκε στην από αέρος ισχύ κυρίως με τα καταδιωκτικά αεροσκάφη Στούκα και τα βομβαρδιστικά Junkers-52.

Οι Βρετανοί έχασαν συνολικά πέντε τάγματα, περίπου 4.800 άντρες και από τα 33 αντιτορπιλικά (7 Ελληνικά) που πήραν μέρος στην εκστρατεία 6 βυθίστηκαν μαζί με 2 υποβρύχια, ενώ πολλά πλοία υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Μεταξύ των αντιτορπιλικών που χάθηκαν στα νερά της Δωδεκανήσου ήταν και το «Βασίλισσα Όλγα». Ένα άλλο Ελληνικό αντιτορπιλικό, το «Αδριάς», ακρωτηριασμένο από νάρκη (αποκόπηκε ολόκληρη η πλώρη μέχρι τη γέφυρα του πλοίου) κατέφυγε στο Μπουντρούμ (Αλικαρνασσός) της Τουρκίας και από εκεί στην Αλεξάνδρεια. Στον αέρα οι συμμαχικές απώλειες υπήρξαν εξίσου σημαντικές. Από τα 288 αεροπλάνα της R.A.F που επιχείρησαν 113 χάθηκαν.

Οι Γερμανικές απώλειες έφτασαν τους 1.184 νεκρούς, ενώ 15 αποβατικά σκάφη και μικρά πλοία βυθίστηκαν. Παρά τις απώλειές τους οι Γερμανοί ήταν αναμφισβήτητα οι μεγάλοι νικητές της μάχης. Πέρα από το στρατιωτικό όφελος της διατήρησης του Αιγαίου υπό την κυριαρχία τους υπήρξαν και σημαντικά πολιτικά κέρδη. Η Τουρκία παρά τις περί του αντιθέτου αρχικές προθέσεις της αναγκάστηκε να παραμείνει την κρίσιμη αυτή στιγμή πιστή στην πολιτική της ουδετερότητας. Σε διπλωματικό επίπεδο, η αποτυχία αυτή των συμμάχων έθαψε οριστικά τα σχέδια του Τσόρτσιλ για δημιουργία νέου μετώπου στα Βαλκάνια. Ήδη, όμως, στην Ευρώπη ο ναζισμός είχε αρχίσει να ξηλώνεται.


ΟΙ ΜΠΛΟΦΕΣ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑ

Στη Σικελία

Ένα χρόνο πριν από την απόβαση στη Νορμανδία, αρχές καλοκαιριού του 1943, οι Άγγλοι είχαν παίξει ένα άσχημο παιχνίδι στον Χίτλερ: Εκείνη τη φορά με τον «άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ»: Δεν πίστευε στ’ αυτιά του ο δικτάτορας, όταν τον ξύπνησαν το πρωί της 10ης Ιουλίου (1943) για να του αναγγείλουν τα νέα. Οι σύμμαχοι είχαν κάνει απόβαση στη Σικελία, χωρίς ουσιαστικά να συναντήσουν αντίσταση. Το σφάλμα ανήκε ολοκληρωτικά στον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ, που δεν έβρισκε σε ποιον να ξεσπάσει την ανήμπορη λύσσα του. Η αλήθεια είναι πως οι μυστικές του υπηρεσίες τον είχαν παρασύρει σε μια καλοστημένη παγίδα που οι Άγγλοι είχαν στήσει.

Ξημερώματα Πρωτομαγιάς του 1943, το κύμα είχε ξεβράσει το πτώμα ενός Άγγλου αξιωματικού στις ακτές της Χουέλβα, στην ουδέτερη αλλά γερμανόφιλη Ισπανία. Το αλεξίπτωτο που φορούσε, μαρτυρούσε ότι είχε πέσει από αεροπλάνο. Οι πρεσβείες Γερμανίας και Αγγλίας κινητοποιήθηκαν. Οι Ισπανοί παρέδωσαν στους Άγγλους το πτώμα μαζί με την ταυτότητά του: Λοχαγός Ουίλιαμ Μάρτιν με καθήκοντα ταγματάρχη, αποσπασμένος στο γενικό επιτελείο, γεννημένος στο Κάρντιφ το 1907. Οι Άγγλοι ζήτησαν να τους δοθούν και τα έγγραφα που κουβαλούσε ο νεκρός. Οι Ισπανοί καθυστερούσαν. Κάποτε, τα έδωσαν. Η Αγγλική πρεσβεία έθαψε το πτώμα στη Χουέλβα κι έστειλε τα έγγραφα στο Λονδίνο.

Είχαν ζωτική σημασία. Τα έγγραφα στάλθηκαν στο εργαστήριο που αποφάνθηκε: Οι φάκελοι ανοίχτηκαν, τα έγγραφα φωτογραφήθηκαν και ξανατοποθετήθηκαν στους φακέλους που ξανασφραγίστηκαν με επιμέλεια. Οι Άγγλοι πανηγύριζαν. Και οι Γερμανοί πανηγύριζαν. Οι Ισπανοί τους είχαν δανείσει για λίγες μέρες τους φακέλους. Έμαθαν το περιεχόμενό τους και έστειλαν τα φωτοαντίγραφα στον Χίτλερ. Ανάμεσα στα χαρτιά, υπήρχε μια κωδικογραφημένη επιστολή γραμμένη από τον υπαρχηγό του Αγγλικού επιτελείου, Άρτσι Ουέι, προς τον στρατηγό Χάρολντ Αλεξάντερ. Οι Γερμανοί έσπασαν τον κώδικα. Η επιστολή μιλούσε για απόβαση στη Σαρδηνία.

Και τον καλούσε να κάνει ό,τι έπρεπε, ώστε οι Γερμανοί να νομίσουν πως επίκειται απόβαση στη Σικελία. Ο Χίτλερ έτριβε τα χέρια του μαθαίνοντας τα σχέδια των συμμάχων. Στις 16 Μαΐου, ο στρατάρχης Γκουντέριαν έπαιρνε εντολή να οργανώσει την άμυνα της Σαρδηνίας. Στις 3 Ιουνίου 1943, η Αγγλική αντικατασκοπία πληροφορούσε το επιτελείο ότι Γερμανικά στρατεύματα αποσύρονταν από τη Σικελία και ενίσχυαν τις θέσεις στη Σαρδηνία και στα Βαλκάνια. Στις 10 Ιουλίου του 1943, ο Χίτλερ λίγο έλειψε να πάθει συγκοπή, όταν πληροφορήθηκε πως γινόταν απόβαση στην αποδυναμωμένη Σικελία. Οι Άγγλοι τον είχαν παραπλανήσει με την επιχείρηση «Κιμάς».

Ο λοχαγός Μάρτιν ήταν «ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ». Τον είχε κατασκευάσει η Αγγλική αντικατασκοπία χρησιμοποιώντας το πτώμα ενός αγνώστου. Το υποβρύχιο Σέραφ παρέλαβε τον «Μάρτιν» από το Γκρίνλοκ, ξημερώματα 17 Απριλίου, και το έριξε στη θάλασσα, ξημερώματα Πρωτομαγιάς. Από εκεί κι έπειτα, οι Άγγλοι εναπέθεσαν τις ελπίδες τους στις ικανότητες της γερμανικής αντικατασκοπίας να μάθει το περιεχόμενο των φακέλων. Στις αρχές Ιουλίου, στη Σικελία υπήρχαν δυο Γερμανικές μεραρχίες, η μια με κάποια παλιά άρματα μάχης, και έξι Ιταλικές με επικεφαλής τον στρατηγό Αλφρέντο Γκουτζόνι.

Ο παλαίμαχος της Αλβανίας, Γκουτζόνι δεν πολυπίστευε πως ήταν δυνατό να αποκρούσει μια συμμαχική απόβαση. Όμως, ο Χίτλερ ήταν βέβαιος πως η Σικελία δεν αποτελούσε στόχο. Στις 10 Ιουλίου του 1943, έμαθε πόσο λάθος έκανε. Ξημερώματα της μέρας αυτής, έπειτα από ολονύκτιο βομβαρδισμό, οι σύμμαχοι βγήκαν σε ένα ασήμαντο χωριό, εκεί που άλλοτε υπήρχε η αρχαία ελληνική αποικία Γέλα. Ως τη νύχτα, οι συμμαχικές δυνάμεις σταθεροποίησαν το προγεφύρωμα, κυρίευσαν μια πόλη κι απόκτησαν ένα λιμάνι. Η Γερμανική αντεπίθεση, την επομένη, ανακόπηκε από τα κανόνια των συμμαχικών πλοίων κι ανατράπηκε από τα αεροπλάνα.

Ως τις 15 Ιουλίου, ολόκληρη η πεδιάδα είχε καταληφθεί. Στις 20, η συμμαχική επίθεση ξανάρχισε. Στις 25, ο Μπενίτο Μουσολίνι αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Στις 28, στη θέση του ανέλαβε ο Πέτρος Μπαντόλιο, που διακήρυξε ότι θα συνεχίσει τον πόλεμο, στο πλάι της Γερμανίας. Στις 17 Αυγούστου 1943, ο στρατηγός Πάτον μπήκε στη Μεσσήνη. Η μάχη για την κατάληψη της Σικελίας είχε τελειώσει.

Στη Νορμανδία

Στις Γαλλικές ακτές του Ατλαντικού, οι Γερμανοί γελούσαν με τις Εγγλέζικες ανοησίες, τα ξημερώματα της 6ης Ιουνίου 1944. Οι υπηρεσίες τους είχαν πιάσει από καιρό τα μηνύματα των συμμάχων προς τις αντιστασιακές οργανώσεις, ότι θα έκαναν παραπλανητική απόβαση πολύ πιο νότια από το Καλέ. Παρακολουθούσαν, μήνες τώρα, τις συγκεντρώσεις στρατού και πλοίων στο Ντόβερ, απέναντι από το Καλέ. Και ήξεραν πως ο στρατάρχης Μοντγκόμερι βρισκόταν στο Γιβραλτάρ για επίσημη επίσκεψη από την προηγουμένη. Όταν τα συμμαχικά αποβατικά πλησίασαν τις ακτές της Νορμανδίας, οι Γερμανοί δεν ανησύχησαν. Ήταν σίγουροι πως οι Άγγλοι έκαναν έναν από τους συνηθισμένους τους αντιπερισπασμούς.

Και έμοιαζε να μην έχουν άδικο: Σε λίγο, ο ουρανός πάνω από το Πα ντε Καλέ σκοτείνιασε. Συμμαχικά αεροπλάνα έριχναν αλεξιπτωτιστές. Οι Γερμανοί τους περίμεναν. Τα πολυβόλα κροτάλιζαν και χτυπούσαν τους αλεξιπτωτιστές στον αέρα. Εκπληκτικές βολές: Ούτε ένας δεν έφτασε στο έδαφος ζωντανός. Έπεφταν στη γη κι έμεναν ακίνητοι ή παρασέρνονταν από τα αλεξίπτωτα. Πραγματική σφαγή. Πέρασαν ώρες, ώσπου οι Γερμανοί να πάψουν να γελούν. Κι αυτό έγινε, όταν ανακάλυψαν πως οι αλεξιπτωτιστές που με τόση ευστοχία πολυβολούσαν, δεν ήταν παρά κούκλες. Οι αληθινοί αλεξιπτωτιστές είχαν πέσει στη Νορμανδία, στα Γερμανικά μετόπισθεν.

Πέντε συμμαχικές μεραρχίες είχαν αποβιβαστεί στις ακτές της δίχως ιδιαίτερα σοβαρή αντίσταση κι ο στρατάρχης Μοντγκόμερι ήταν εκεί. Ο ηθοποιός που τον υποδυόταν, ακολουθούσε κανονικά το πρόγραμμα της επίσκεψης στο Γιβραλτάρ. Άλλωστε, αρχηγός στην επιχείρηση της απόβασης ήταν ο Αμερικανός στρατηγός (και μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ) Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Αλλά και τα μηνύματα που είχαν πιάσει οι Γερμανοί, ήταν παραπλανητικά. Τον στόλο, στο Ντόβερ, τον αποτελούσαν μαούνες καμουφλαρισμένες. Κι ο στρατός που έφτανε κάθε μέρα εκεί, τάχα για να ενταχθεί στις δυνάμεις του στρατηγού Πάτον, το βράδυ μεταφερόταν στο Πλίμουθ.


Οι επιβλητικές οχυρώσεις στο Πα ντε Καλέ φάνταζαν άχρηστες. Πέρασε μια ολόκληρη, πολύτιμη μέρα, ώσπου οι Γερμανοί να ξεκινήσουν αντεπίθεση. Αλλά τότε οι σύμμαχοι βρέθηκαν απέναντι σε ισχυρές Γερμανικές δυνάμεις που δεν περίμεναν ότι θα συναντήσουν εκεί. Επειδή ο μόνος που δεν είχε πεισθεί ότι η απόβαση θα γινόταν στο Πα ντε Καλέ ήταν ο στρατηγός Ρόμελ. Είχε έγκαιρα προειδοποιήσει τον στρατάρχη Κάιτελ αλλά δεν είχε εισακουστεί. Είχε όμως ενισχύσει την άμυνα στη Νορμανδία. Το καλό για τους συμμάχους ήταν ότι, τις κρίσιμες ώρες, ο Ρόμελ βρισκόταν στο Βερολίνο. Κι όταν, στις 7 Ιουνίου, οι Γερμανοί αποφάσισαν να αντιδράσουν δυναμικά, είχε ολοκληρωθεί η απόβαση. Η μεγάλη μπλόφα είχε πετύχει.

Ο ναύαρχος σερ Μπέρτραντ Ράμσεϊ γελούσε. Είχε καταφέρει να περάσει, από την Αγγλία στη Γαλλία, 176.000 άντρες και 20.000 οχήματα με σχετικά μικρές απώλειες. Με αποβατικά πλοία αυτή τη φορά. Τέσσερα χρόνια πριν, υποναύαρχος τότε, είχε καταφέρει να περάσει από τη μια ακτή στην άλλη, τους διπλάσιους. Μόνο που τότε το δρομολόγιο ήταν αντίστροφο: Από τη Γαλλία στην Αγγλία. Ο άνθρωπος της Νορμανδίας ήταν και ο άνθρωπος της Δουνκέρκης.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)