Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (1-8)

Ο Αισχίνης του Δημοσθένη
Το 336 π.Χ. ο Αθηναίος πολιτικός Κτησιφών, που ανήκε στον στενό κύκλο του Δημοσθένη, ενθαρρυμένος ίσως και από το ευνοϊκό κλίμα που είχε διαμορφωθεί, επειδή πρόσφατα ο Δημοσθένης ως τειχοποιός είχε συνεισφέρει ικανό ποσό εξ ιδίων για την επισκευή των τειχών, έκανε πρόταση στη βουλή να στεφανωθεί ο Δημοσθένης με χρυσό στεφάνι για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην πόλη. Η πρόταση προέβλεπε επίσης η απόδοση της τιμής αυτής να γίνει στα Μεγάλα Διονύσια της επόμενης χρονιάς, όταν θα παίζονταν οι τραγωδίες, δηλ. σε μια στιγμή που θα ήταν συγκεντρωμένοι στο θέατρο όλοι οι Αθηναίοι και πάρα πολλοί ξένοι. Στην πρόταση αντέδρασε ο Αισχίνης, ο οποίος προσέβαλε την πρόταση (ψήφισμα) του Κτησιφώντα με τη διαδικασία της γραφής παρανόμων, υποβάλλοντας δηλ. μήνυση διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η πρόταση προσέκρουε σε ήδη υπάρχοντα νόμο -κάτι ανάλογο δηλ. με τη δική μας αντισυνταγματικότητα. Για λόγους που δεν γνωρίζουμε, η υπόθεση εκδικάστηκε με μεγάλη καθυστέρηση το 330 π. Χ. Ο Δημοσθένης εκφώνησε τον λόγο Περὶ τοῦ στεφάνου, που θεωρείται από πολλούς το αριστούργημά του. Ο Αισχίνης απάντησε με τον λόγο Κατὰ Κτησιφῶντος, που προσφέρεται να διαβαστεί παράλληλα.

Ο Δημοσθένης, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, επιχειρεί στον Περὶ τοῦ στεφάνου εφ᾽ όλης τη ύλης απολογισμό για την πολιτική που ακολούθησε. Στο παρατιθέμενο έργο, που προέρχεται από την απόδειξη (το αποδεικτικό μέρος του λόγου), ο ρήτορας, παραμένοντας στην ιδιωτική σφαίρα και χωρίς να αναφέρεται ευθέως στην πολιτική του διαδρομή, συγκρίνει τον βίο του Αισχίνη με τον δικό του, εστιάζοντας κυρίως στην καταγωγή, την ανατροφή, την εκπαίδευση και την επαγγελματική σταδιοδρομία. Ο Δημοσθένης με λόγο χειμαρρώδη και ύφος συχνά δηκτικό και σαρκαστικό επιτίθεται με δριμύτητα στον αντίπαλό του σε προσωπικό επίπεδο. (Ο αρχαίος όρος για τέτοιου είδους προσωπικές επιθέσεις είναι διαβολή =αμαύρωση, κατασυκοφάντηση του αντιπάλου).
--------------------
[1] Πρῶτον μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῖς θεοῖς εὔχομαι πᾶσι καὶ πάσαις, ὅσην εὔνοιαν ἔχων ἐγὼ διατελῶ τῇ τε πόλει καὶ πᾶσιν ὑμῖν, τοσαύτην ὑπάρξαι μοι παρ᾽ ὑμῶν εἰς τουτονὶ τὸν ἀγῶνα, ἔπειθ᾽ ὅπερ ἐστὶ μάλισθ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ τῆς ὑμετέρας εὐσεβείας τε καὶ δόξης, τοῦτο παραστῆσαι τοὺς θεοὺς ὑμῖν, μὴ τὸν ἀντίδικον σύμβουλον ποιήσασθαι περὶ τοῦ πῶς ἀκούειν ὑμᾶς ἐμοῦ δεῖ (σχέτλιον γὰρ ἂν εἴη τοῦτό γε),

[2] ἀλλὰ τοὺς νόμους καὶ τὸν ὅρκον, ἐν ᾧ πρὸς ἅπασι τοῖς ἄλλοις δικαίοις καὶ τοῦτο γέγραπται, τὸ ὁμοίως ἀμφοῖν ἀκροάσασθαι. τοῦτο δ᾽ ἐστὶν οὐ μόνον τὸ μὴ προκατεγνωκέναι μηδέν, οὐδὲ τὸ τὴν εὔνοιαν ἴσην ἀποδοῦναι, ἀλλὰ τὸ καὶ τῇ τάξει καὶ τῇ ἀπολογίᾳ, ὡς βεβούληται καὶ προῄρηται τῶν ἀγωνιζομένων ἕκαστος, οὕτως ἐᾶσαι χρήσασθαι.

[3] Πολλὰ μὲν οὖν ἔγωγ᾽ ἐλαττοῦμαι κατὰ τουτονὶ τὸν ἀγῶν᾽ Αἰσχίνου, δύο δ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ μεγάλα, ἓν μὲν ὅτι οὐ περὶ τῶν ἴσων ἀγωνίζομαι· οὐ γάρ ἐστιν ἴσον νῦν ἐμοὶ τῆς παρ᾽ ὑμῶν εὐνοίας διαμαρτεῖν καὶ τούτῳ μὴ ἑλεῖν τὴν γραφήν, ἀλλ᾽ ἐμοὶ μὲν — οὐ βούλομαι δυσχερὲς εἰπεῖν οὐδὲν ἀρχόμενος τοῦ λόγου, οὗτος δ᾽ ἐκ περιουσίας μου κατηγορεῖ. ἕτερον δ᾽, ὃ φύσει πᾶσιν ἀνθρώποις ὑπάρχει, τῶν μὲν λοιδοριῶν καὶ τῶν κατηγοριῶν ἀκούειν ἡδέως, τοῖς ἐπαινοῦσι δ᾽ αὑτοὺς ἄχθεσθαι·

[4] τούτων τοίνυν ὃ μέν ἐστι πρὸς ἡδονήν, τούτῳ δέδοται, ὃ δὲ πᾶσιν ὡς ἔπος εἰπεῖν ἐνοχλεῖ, λοιπὸν ἐμοί. κἂν μὲν εὐλαβούμενος τοῦτο μὴ λέγω τὰ πεπραγμέν᾽ ἐμαυτῷ, οὐκ ἔχειν ἀπολύσασθαι τὰ κατηγορημένα δόξω, οὐδ᾽ ἐφ᾽ οἷς ἀξιῶ τιμᾶσθαι δεικνύναι· ἐὰν δ᾽ ἐφ᾽ ἃ καὶ πεποίηκα καὶ πεπολίτευμαι βαδίζω, πολλάκις λέγειν ἀναγκασθήσομαι περὶ ἐμαυτοῦ. πειράσομαι μὲν οὖν ὡς μετριώτατα τοῦτο ποιεῖν· ὅ τι δ᾽ ἂν τὸ πρᾶγμα αὔτ᾽ ἀναγκάζῃ, τούτου τὴν αἰτίαν οὗτός ἐστι δίκαιος ἔχειν ὁ τοιοῦτον ἀγῶν᾽ ἐνστησάμενος.

[5] Οἶμαι δ᾽ ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πάντας ἂν ὁμολογῆσαι κοινὸν εἶναι τουτονὶ τὸν ἀγῶν᾽ ἐμοὶ καὶ Κτησιφῶντι καὶ οὐδὲν ἐλάττονος ἄξιον σπουδῆς ἐμοί· πάντων μὲν γὰρ ἀποστερεῖσθαι λυπηρόν ἐστι καὶ χαλεπόν, ἄλλως τε κἂν ὑπ᾽ ἐχθροῦ τῳ τοῦτο συμβαίνῃ, μάλιστα δὲ τῆς παρ᾽ ὑμῶν εὐνοίας καὶ φιλανθρωπίας, ὅσῳπερ καὶ τὸ τυχεῖν τούτων μέγιστόν ἐστιν.

[6] περὶ τούτων δ᾽ ὄντος τουτουὶ τοῦ ἀγῶνος ἀξιῶ καὶ δέομαι πάντων ὁμοίως ὑμῶν ἀκοῦσαί μου περὶ τῶν κατηγορημένων ἀπολογουμένου δικαίως, ὥσπερ οἱ νόμοι κελεύουσιν, οὓς ὁ τιθεὶς ἐξ ἀρχῆς Σόλων, εὔνους ὢν ὑμῖν καὶ δημοτικός, οὐ μόνον τῷ γράψαι κυρίους ᾤετο δεῖν εἶναι, ἀλλὰ καὶ τῷ τοὺς δικάζοντας ὀμωμοκέναι,

[7] οὐκ ἀπιστῶν ὑμῖν, ὥς γ᾽ ἐμοὶ φαίνεται, ἀλλ᾽ ὁρῶν ὅτι τὰς αἰτίας καὶ τὰς διαβολάς, αἷς ἐκ τοῦ πρότερος λέγειν ὁ διώκων ἰσχύει, οὐκ ἔνι τῷ φεύγοντι παρελθεῖν, εἰ μὴ τῶν δικαζόντων ἕκαστος ὑμῶν τὴν πρὸς τοὺς θεοὺς εὐσέβειαν φυλάττων καὶ τὰ τοῦ λέγοντος ὑστέρου δίκαια εὐνοϊκῶς προσδέξεται, καὶ παρασχὼν αὑτὸν ἴσον καὶ κοινὸν ἀμφοτέροις ἀκροατὴν οὕτω τὴν διάγνωσιν ποιήσεται περὶ ἁπάντων.

[8] Μέλλων δὲ τοῦ τ᾽ ἰδίου βίου παντός, ὡς ἔοικε, λόγον διδόναι τήμερον καὶ τῶν κοινῇ πεπολιτευμένων, βούλομαι πάλιν τοὺς θεοὺς παρακαλέσαι, καὶ ἐναντίον ὑμῶν εὔχομαι πρῶτον μέν, ὅσην εὔνοιαν ἔχων ἐγὼ διατελῶ τῇ τε πόλει καὶ πᾶσιν ὑμῖν, τοσαύτην ὑπάρξαι μοι παρ᾽ ὑμῶν εἰς τουτονὶ τὸν ἀγῶνα, ἔπειθ᾽ ὅ τι μέλλει συνοίσειν καὶ πρὸς εὐδοξίαν κοινῇ καὶ πρὸς εὐσέβειαν ἑκάστῳ, τοῦτο παραστῆσαι πᾶσιν ὑμῖν περὶ ταυτησὶ τῆς γραφῆς γνῶναι.

***
[1] Αθηναίοι, εύχομαι σε όλους τους θεούς και σε όλες τις θεές πρώτον να βρω σ᾽ αυτή τη δίκη εκ μέρους σας τόση εύνοια στο πρόσωπό μου όση τρέφω εγώ συνεχώς για την πόλη και για όλους εσάς. Δεύτερον, να σας φωτίσουν οι θεοί να κάνετε αυτό που εξυπηρετεί κυρίως εσάς, αφού αφορά στην ευσέβεια και στην υπόληψή σας: κατά την απολογία μου δηλαδή να μην κάνετε σύμβουλό σας τον αντίδικό μου (γιατί αυτό θα ήταν πράγματι σκληρό),

[2] αλλά τους νόμους και τον δικαστικό όρκο, στον οποίο ανάμεσα σε όλες τις άλλες δίκαιες διατάξεις έχει συμπεριληφθεί και το εξής: να δεσμεύεστε να ακούτε με την ίδια διάθεση (: αμερόληπτα) και τις δύο πλευρές. Αυτή η διάταξη σημαίνει όχι μόνο να έχετε αποβάλει κάθε προκατάληψη, όχι μόνο να δείξετε ίση εύνοια και στις δύο πλευρές, αλλά και να επιτρέψετε στον καθένα από τους διαδίκους να κανονίσει τη σειρά των επιχειρημάτων του και να ρυθμίσει την απολογία του σύμφωνα με τη βούληση και την κρίση του.

[3] Σε πολλά σημεία λοιπόν μειονεκτώ εγώ έναντι του Αισχίνη σ᾽ αυτήν εδώ τη δίκη· δύο όμως από αυτά, Αθηναίοι, είναι μεγάλης σπουδαιότητας. Πρώτον, ότι εγώ διατρέχω μεγαλύτερο κίνδυνο από ό,τι ο Αισχίνης· γιατί δεν είναι το ίδιο τώρα για μένα να χάσω την εύνοιά σας και γι᾽ αυτόν να μην κερδίσει τη δίκη. Αλλά για μένα βέβαια — δεν θέλω να πω τίποτε το δυσάρεστο στην αρχή του λόγου μου, αυτός όμως με κατηγορεί από πλεονεκτική θέση. Δεύτερον, αυτό που από φυσική προδιάθεση υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, να ακούν δηλαδή με ευχαρίστηση τις λοιδορίες και τις κατηγορίες, αλλά να δυσφορούν εναντίον εκείνων που επαινούν τον εαυτό τους.

[4] Από αυτά λοιπόν τα δύο αυτό που ευχαριστεί τους ακροατές έχει δοθεί στον Αισχίνη, ενώ αυτό που ενοχλεί σχεδόν όλους, απομένει σ᾽ εμένα. Έτσι, εάν, προσπαθώντας να αποφύγω μια τέτοια ενόχληση, δεν αναφέρω όσα έχω κάνει για την πόλη, θα δώσω την εντύπωση ότι δεν μπορώ να αντικρούσω τις εις βάρος μου κατηγορίες ούτε ακόμη να αποδείξω για ποιά πράγματα θεωρώ τον εαυτό μου άξιο τιμής. Αν πάλι προχωρήσω στην ανάπτυξη των όσων έχω κάνει τόσο ως ιδιώτης όσο και ως πολιτικός, θα αναγκαστώ να μιλήσω πολλές φορές για τον εαυτό μου. Γι᾽ αυτό, θα προσπαθήσω να το κάνω με κάθε δυνατό μέτρο· για οτιδήποτε όμως με αναγκάζει να κάνω η ίδια η περίσταση, την ευθύνη γι᾽ αυτό είναι δίκαιο να έχει αυτός που ξεκίνησε μια τέτοια αντιπαράθεση.

[5] Φαντάζομαι, Αθηναίοι, πως όλοι σας θα συμφωνήσετε ότι η σημερινή δίκη αφορά εξίσου εμένα και τον Κτησιφώντα και ότι δεν είναι καθόλου δευτερεύουσας σημασίας για μένα. Γιατί κάθε απώλεια είναι βέβαια κάτι το λυπηρό και ανυπόφορο, ιδιαίτερα αν αυτή προέρχεται από κάποιον εχθρό· το πιο οδυνηρό όμως είναι να χάσει κανείς τη δική σας εύνοια και καλοσύνη, όσο ακριβώς σπουδαίο είναι να τις κερδίσει.

[6] Και επειδή η σημερινή δίκη αφορά σε αυτά τα πράγματα, αξιώνω από σας και ικετεύω όλους σας ανεξαιρέτως να ακούσετε την απολογία μου με πνεύμα δικαιοσύνης σχετικά με τις κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί· έτσι ακριβώς επιτάσσουν οι νόμοι, για τους οποίους ο Σόλων, που πρώτος τους θέσπισε, ένας δικός σας άνθρωπος και φίλος του λαού, πίστευε ότι πρέπει να είναι έγκυροι όχι μόνο με το να τους προτείνει και να τους θεσπίσει, αλλά και με τον όρκο που θα έχουν δώσει για την εφαρμογή τους οι εκάστοτε δικαστές.

[7] Και αυτό όχι επειδή δεν είχε εμπιστοσύνη σε σας, αλλά επειδή έβλεπε, όπως τουλάχιστον εγώ κρίνω, ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες και τις συκοφαντίες, τις οποίες παρουσιάζει ο κατήγορος έχοντας το πλεονέκτημα να μιλάει πρώτος· εκτός και αν ο καθένας από σας τους δικαστές, διατηρώντας τον σεβασμό προς τους θεούς, δεχτεί με καλή διάθεση τις δικαιολογίες του δεύτερου ομιλητή και, αφού ακούσει και τους δύο αντιδίκους δίκαια και αμερόληπτα, τότε βγάλει την τελική απόφαση για όλα.

[8] Επειδή πρόκειται, καθώς φαίνεται, να λογοδοτήσω σήμερα τόσο για όλη την ιδιωτική μου ζωή όσο και για τις πράξεις μου ως πολιτικού, θέλω να επικαλεστώ και πάλι τους θεούς. Κάνω έκκληση λοιπόν σ᾽ αυτούς ενώπιόν σας να βρω σ᾽ αυτή τη δίκη εκ μέρους σας πρώτον τόση εύνοια στο πρόσωπό μου όση τρέφω εγώ συνεχώς για την πόλη και για όλους εσάς· δεύτερον, όσον αφορά σε αυτή τη δίκη, να σας φωτίσουν οι θεοί να βγάλετε τέτοια απόφαση, που θα συμβάλει στην καλή φήμη όλων των δικαστών αλλά και στην ευσέβεια του καθενός χωριστά.