Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Τολστόι: O θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

Στο σύντομο έργο του Τολστόι, O θάνατος του Ιβάν Ιλίτς (1886) το κεντρικό πρόσωπο έχει πάψει προ πολλού να αγαπιέται με τη σύζυγό του- δεν καταλαβαίνει διόλου τα παιδιά του και δεν έχει φίλους παρά μόνο εκείνους που μπορούν να τον βοηθούν στη σταδιοδρομία του και των οποίων η υψηλή θέση του φαίνεται λαμπρή και ένδοξη. Ο Ιβάν Ιλίτς είναι άνθρωπος που νοιάζεται για το γόητρό του σε βαθμό εξουθενωτικό. Κατοικεί στην Αγία Πετρούπολη, σε ένα μεγάλο διαμέρισμα διακοσμημένο με βάση το γούστο της εποχής, και συχνά παραθέτει άψυχες δεξιώσεις μετά δείπνου όπου κανείς δε μιλά με ζέση ή με ειλικρίνεια. Εργάζεται ως ανώτερος δικαστικός και απολαμβάνει τη θέση του κυρίως επειδή του αποφέρει σεβασμό. Καμιά φορά, αργά τη νύχτα, διαβάζει το εκάστοτε «πολυσυζητημένο» βιβλίο και πληροφορείται από τις εφημερίδες ποια είναι η ορθή άποψη που πρέπει να διαμορφώνει γι’ αυτό. Ο Τολστόι παραθέτει συνοπτικά τη ζωή του δικαστή: «Οι διάφορες χαρές της υπηρεσίας του ικανοποιούσαν τον εγωισμό· οι χαρές της κοινωνικής ζωής του ικανοποιούσαν τη ματαιοδοξία του. Μα η πραγματική απόλαυση του Ιβάν ήταν τα χαρτιά».

‘Έπειτα, σε ηλικία 45 ετών, ο Ιβάν αρχίζει να πονάει στα πλευρά και ο πόνος σταδιακά εκτείνεται σε όλο του το σώμα. Οι γιατροί αδυνατούν να καταλάβουν τι έχει. Με λόγια αόριστα και βαρύγδουπα για πτώσεις του νεφρού και για δυσαρμονικά επίπεδα αλάτων, του χορηγούν φάρμακα ολοένα και πιο ακριβά, ολοένα και πιο αναποτελεσματικά. Νιώθει πολύ κουρασμένος για να δουλέψει, αισθάνεται τα σωθικά του να καίγονται, χάνει κάθε όρεξη για το φαγητό και το σημαντικότερο. για το ουίστ. Σιγά σιγά αντιλαμβάνεται, όπως και όλοι γύρω του, ότι σύντομα θα πεθάνει.

Γι’ αρκετούς από τους συναδέλφους του στο δικαστικό σώμα η σκέψη αυτή δεν είναι δυσάρεστη. Ο Φεντόρ Βασίλιεβιτς προβλέπει ότι μετά το θάνατο του Ιβάν θα πάρει αυτός τη θέση του Στάμπελ ή του Βίννικοφ – και η προαγωγή θα σημαίνει 800 ρούβλια αύξηση συν επίδομα για έξοδα παραστάσεως. Ένας άλλος συνάδελφος, ο Πιοτρ Ιβάνοβιτς, λογαριάζει ότι θα του δοθεί η ευκαιρία να πετύχει τη μετάθεση του κουνιάδου του από την Καλούγκα, πράγμα που θα ευχαριστήσει τη σύζυγό του και θα κάνει κάπως καλύτερη την κατάσταση στο σπίτι. Στους οικείους του Ιβάν η είδηση δε φέρνει μεγαλύτερη στενοχώρια. Η σύζυγός του δε σκοτίζεται καθόλου για την απώλεια, αλλά την ανησυχεί το ύψος της σύνταξής της, η δε κοσμική κόρη τους φοβάται μήπως ο θάνατος του πατέρα της διαταράξει τα σχέδιά της για το γάμο της.

Ο Ιβάν από την πλευρά του παραδέχεται ότι έχει σπαταλήσει το χρόνο του στη Γη, ότι έχει ζήσει με τρόπο που εξωτερικά του έφερνε σεβασμό, εσωτερικά όμως ήταν άγονος. Με μια ανασκόπηση της παιδικής του ηλικίας, της εκπαίδευσής του και της σταδιοδρομίας του ανακαλύπτει πως καθετί που έπραξε στη ζωή του είχε ως κίνητρο την επιθυμία του να φαίνεται σημαντικός στα μάτια των άλλων – θυσίασε όλα τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες του για να εντυπωσιάσει τους ανθρώπους, που όπως ανακαλύπτει μόλις τώρα, δε νοιάζονται καθόλου γι’ αυτόν.

Μια νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, κι ενώ υποφέρει από τον πόνο, «του πέρασε από το νου κάτι, που πριν θα του φαινόταν ολότελα αδύνατο. Συλλογίστηκε πως οι δειλές αλλοτινές του απόπειρες να εναντιωθεί σ’ εκείνο που οι άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας θεωρούσαν καλό (απόπειρες που την ίδια στιγμή προσπαθούσε να απαλλαγεί απ’ αυτές), μπορεί να είχαν βάσιμες κι ορθές, και πως όλα τα υπόλοιπα ίσως να μην είχαν εκείνο που νόμιζε. Η υπηρεσία του, η ταχτοποιημένη του ζωή, η οικογένεια του, τα κοινωνικά ενδιαφέροντα, όλα αυτά ίσως να μην ήταν παρά μια ψευτιά».

Η αίσθηση ότι διασπάθισε τη σύντομη ζωή του εντείνεται ακόμη περισσότερο όταν παραδέχεται ότι ο περίγυρός του τον αγαπούσε για την κοινωνική του υπόσταση μόνο κι όχι για τον αληθινό, ευάλωτο εαυτό του. Τον σέβονταν επειδή ήταν δικαστής, επειδή ήταν πλούσιος πατέρας και κολόνα του σπιτιού, μα τώρα που όλα αυτά σε λίγο θα εκλείψουν, γεμάτος αγωνία και φόβο, δεν μπορεί να βασίζεται στην αγάπη κανενός: «Εκείνο που βασάνιζε πάνω απ’ όλα τον Ιβάν Ιλίτς ήταν ότι κανένας δεν τον συμπονούσε όπως αυτός ήθελε να τον συμπονέσουν… όσο κι’ αν ντρεπόταν να το παραδεχτεί, ένιωθε την ανάγκη να τον συμπονέσει κάποιος σαν ένα άρρωστο μικρό παιδί.

Αποζητούσε ένα χάδι, ένα φιλί, όπως χαϊδεύουν και παρηγορούν τα μικρά παιδιά. Ήξερε βέβαια πως δεν είναι πια παιδί, μα ένας σοβαρός δικαστής με γκρίζα γενειάδα, και γι’ αυτό το λόγο ήταν αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο». Μετά την αποδημία του Ιβάν εις Κύριον οι φερόμενοι ως φίλοι του έρχονται για τα συλλυπητήρια, αλλά δυσανασχετούν γιατί με το θάνατό του αναβάλλεται η προγραμματισμένη τους συνάντηση για ουίστ. Καθώς κοιτούν το κέρινο, άδειο πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο, ο συνάδελφος Πιοτρ Ιβάνοβιτς αρχίζει να συλλογίζεται ότι μια μέρα ο θάνατος θα ζητήσει ενδεχομένως κι εκείνον – σκέψη που έχει δυσάρεστες επιπτώσεις, ιδίως για τη λογική με την οποία αναλώνει όλη του την ενεργητικότητα στη χαρτοπαιξία. “Μα το ίδιο μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή και σ’ εμένα”, σκέφτηκε και τρόμαξε ξαφνικά. Αμέσως όμως παρηγορήθηκε από την απλή σκέψη πως αυτό συνέβηκε στον Ιβάν Ιλίτς και όχι σ’ αυτόν. Σ αυτόν, όχι, δεν έπρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο, κι ούτε μπορεί… Τέτοιες σκέψεις δείχνουν πώς αφήνεται να παρασυρθεί [κανείς] από τη μελαγχολική του διάθεση και αυτό δεν πρέπει να γίνει».

Ο Τολστόι κατανοούσε βαθιά τη δύναμη του θανάτου να μας μεταπείθει στο ζήτημα «τι πρέπει να με απασχολεί», επειδή κι ο ίδιος, λίγα μόλις χρόνια πριν γράψει το έργο αυτό, είχε αναθεωρήσει ολόκληρη τη ζωή του με αφορμή την πολύ πρόσφατη «ανακάλυψή» του ότι ήταν θνητός. Στο έργο του Μια εξομολόγηση (1882), την ενδελεχή καταγραφή των επίμονων ερωτημάτων που του είχε εμπνεύσει ο θάνατος, εξηγούσε ότι σε ηλικία 51 ετών, και αφού είχε γράψει · τα Πόλεμος και ειρήνη και Άννα Καρένινα, ενώ δηλαδή ήταν παγκοσμίως διάσημος και πλούσιος, είχε συνειδητοποιήσει ότι από πολύ νέος δε ζούσε με γνώμονα τις δικές του αξίες ή τις αξίες του Θεού αλλά με βάση τις αξίες της κοινωνίας του, και ότι αυτό του είχε εμπνεύσει μια διαρκή επιθυμία να υπερισχύει των άλλων να είναι πιο διάσημος, πιο σημαντικός, πιο πλούσιος. Στον κοινωνικό του κύκλο «Φιλοδοξία, δίψα για εξουσία, ιδιοτέλεια, λαγνεία, περηφάνια, θυμός, εκδίκηση, όλα αυτά ήταν αξίες αποδεκτές». Τώρα όμως, με το θάνατο κατά νου, αμφέβαλλε για την εγκυρότητα των προηγούμενων φιλοδοξιών του. «Λοιπόν εντάξει, θα έχεις δεκαέξι χιλιάδες στρέμματα στην περιοχή της Σαμάρα και τριακόσια άλογα. Ε, και λοιπόν;… Ωραία, θα γίνεις πιο διάσημος από τον Γκόγκολ, τον Πούσκιν, τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρο, πιο διάσημος απ’όλους τους συγγραφείς του κόσμου. Και λοιπόν;”